«Οι συνεξαρτημένες γυναίκες έχουν την ανάγκη να φροντίζουν και να περιποιούνται τους άλλους, όμως, εν μέρει ή σχεδόν ολοκληρωτικά σε ένα ασυνείδητο επίπεδο, προσδοκούν πως η αφοσίωσή τους θα τύχει απόρριψης. Αυτό είναι μια οδυνηρή ειρωνεία! Η συνεξαρτημένη γυναίκα έχει την τάση να εμπλακεί σε μια σχέση ακριβώς με κάποιον ερωτύλο. Είναι προετοιμασμένη και ίσως διακατέχεται από το άγχος να τον σώσει, αυτός απαιτεί μια τέτοια ανοχή γιατί, εκτός αν είναι απόλυτα διπρόσωπος και αποκρύπτει εντελώς τις πραγματικές στάσεις του, οι υπόλοιπες γυναίκες θα τον απορρίψουν» (σελ. 126).
Η φύση της συνεξάρτησης
Ο όρος συνεξαρτημένος αποτελεί ένα παράδειγμα αυτής της ανεστραμμένης αναστοχαστικότητας που είναι τόσο διαδεδομένη στην παρούσα εποχή. Η έννοια της συνεξάρτησης δεν έχει εισαχθεί από ειδικούς, αλλά προήλθε από τον αγώνα ορισμένων ανθρώπων να γλιτώσουν από τον αλκοολισμό τους. Στις ομάδες αυτοβοήθειας για αλκοολικούς, ο αλκοολισμός γινόταν αντιληπτός ως μια αδυναμία του ατόμου που είχε προσβληθεί από αυτόν. Υποτίθεται ότι ο αλκοολικός ανάρρωνε καλύτερα όταν ήταν παρέα με άλλους που υπέφεραν από το ίδιο πρόβλημα και μακριά από το οικογενειακό του περιβάλλον.
Αργότερα αναγνώρισαν πως αλκοολισμός επηρεάζει και αυτούς με τους οποίους ο αλκοολικός έρχεται σε τακτική επαφή, αλλά οι περισσότεροι συνέχισαν να πιστεύουν πως ο αλκοολικός θα έπρεπε να θεραπευθεί προτού επανενταχθεί με επιτυχία στο οικογενειακό περιβάλλον. Ωστόσο προοδευτικά έγινε σαφές πως οι αλκοολικοί είχαν λίγες ελπίδες να παραμείνουν νηφάλιοι αν επέστρεφαν σε σχέσεις και οικογένειες όπου όλα τα υπόλοιπα παρέμεναν τα ίδια, συνήθως όλες αυτές οι σχέσεις περιστρέφονται γύρω από τον εθισμό του αλκοολικού.
Συνεπώς οι ζωές των άλλων εξαρτώνται από την εξάρτηση του εθισμένου, συχνά με λεπτούς και μερικές φορές με καταστροφικούς τρόπους. Ένας από τους πρώτους όρους που δημιουργήθηκαν για να ερμηνεύσουν αυτή την κατάσταση ήταν ο αρωγός- το άτομο, συνήθως ο ερωτικός σύντροφος ή συζύγος που κατά κανόνα η γυναίκα, που ενθαρρύνει συνειδητά ή ασυνείδητα τη συνήθεια του ατόμου να πίνει. Η ιδέα του συνεξαρτημένου ήρθε να αντικαταστήσει αυτή του αρωγού, καθώς κατέστη προφανές πως ένα τέτοιο άτομο μπορεί να υποφέρει εξίσου και περισσότερο από το άτομο με τη χημική εξάρτηση. Από τη στιγμή που ο όρος συνεξάρτηση είχε γενικευθεί τόσο, έγινε κάπως παραπλανητικός. Είχε αναπτυχθεί σε ένα περιβάλλον όπου υπήρχε ξεκάθαρα ένας εθισμένος στη συμπεριφορά του οποίου αποκρίνονταν οι άλλοι. Η ιδέα τείνει να υπονοήσει μια προτεραιότητα του ποιος εξαρτάται από ποιον, αναφέρεται σε έναν δευτερογενή εθισμό του αρωγού στη σχέση του με τον αλκοολικό.
Με αυτή τη χρήση η έννοια αναμειγνύει δύο πράγματα: τη διάθλαση ενός εθισμού στον άλλον, ο οποίος δομεί τη συμπεριφορά του γύρω από αυτόν και τη διαδραστική ιδιότητα μιας σχέσης. Καθιστώντας τα πράγματα πιο περίπλοκα, η συνεξάρτηση συνδέεται αρκετά συχνά, όχι με κάποια συγκεκριμένη σχέση αλλά με έναν τύπο προσωπικότητας.
Η συνεξάρτηση αναζητά την επιδοκιμασία από τον καθένα με τον οποίο έρχεται σε επαφή. Αντί να χτίζει μια ζωή γύρω από ένα άτομο, μπορεί να έχει αρκετούς χρυσούς μόσχους, γύρω από τους οποίους χορεύει -πιθανόν τη μητέρα και τον πατέρα της, τις φίλες της, το αφεντικό της και τον ταμία στο σούπερ μάρκετ, μαζί με τον εραστή της. Ζει τη ζωή της γύρω από τις ανάγκες των άλλων.
Επιτρέψτε μου να σκιαγραφήσω τις έννοιες που πραγματευόμαστε με τον ακόλουθο τρόπο. Ένα συνεξαρτώμενο άτομο είναι κάποιος που χρειάζεται ένα άλλο άτομο ή μια ομάδα ατόμων για να καθορίσει τα θέλω του, με σκοπό να διατηρήσει μια αίσθηση οντολογικής ασφάλειας, μια συνεξαρτώμενη σχέση είναι αυτή όπου ένα άτομο δένεται ψυχολογικά με κάποιο σύντροφο, του οποίου οι δραστηριότητες κυριαρχούνται από κάποιου είδους ψυχαναγκασμό.
Θα ορίσω την καθηλωμένη σχέση ως μια σχέση που γίνεται η ίδια αντικείμενο εθισμού. Στις καθηλωμένες σχέσεις τα άτομα δεν χτίζουν τις ζωές τους γύρω από τους προϋπάρχοντες εθισμούς των άλλων, χρειάζονται τη σχέση περισσότερο για να αποκτήσουν μια αίσθηση ασφάλειας, την οποία δεν μπορούν να πετύχουν με άλλο τρόπο. Στην πιο ήπια μορφή τους, καθηλωμένες σχέσεις είναι αυτές που είναι εμποτισμένες συνδέονται μέσα από μορφές αμοιβαίου ανταγωνισμού, από τις οποίες δεν μπορούν να απαλλαγούν.
Οι καθηλωμένες σχέσεις είναι πολύ πιο διαδεδομένες από ότι η συνεξάρτηση σε οποιαδήποτε από τις κύριες μορφές της. Μια καθηλωμένη σχέση είναι δομημένη γύρω από την ψυχαναγκαστική εξάρτηση παρά από τη συνεξάρτηση. Κανένα από τα δύο μέρη δεν διακρίνεται ως εθισμένο, ωστόσο και τα δύο εξαρτώνται από έναν δεσμό, ο οποίος είτε αποτελεί ένα αντικείμενο υποχρεωτικής ρουτίνας είτε είναι όντως καταστροφικός για τα ενδιαφερόμενα μέρη. Οι καθηλωμένες σχέσεις συνήθως προϋποθέτουν διάκριση ρόλων.
Κάθε άτομο εξαρτάται από κάποια ετερότητα, την οποία παρέχει ο σύντροφός του, όμως κανένα από τα δύο δεν μπορεί να αναγνωρίσει πλήρως ή να συμβιβαστεί με τη φύση της εξάρτησής του από τον άλλο. Οι άνδρες τείνουν να βρίσκονται σε καθηλωμένες σχέσεις, αρκεί να συνυπάρχουν με άτομα, με τα οποία έχουν βαθύ δέσιμο, αλλά που αυτό το δέσιμο είτε δεν γίνεται αντιληπτό είτε αποκηρύσσεται ενεργά. Στην περίπτωση των γυναικών, η ψυχαναγκαστική εξάρτηση συσχετίζεται πιο συχνά με έναν οικιακό ρόλο που έχει γίνει φετίχ. Για παράδειγμα, μια τελετουργική ενασχόληση με τις αγγαρείες του σπιτιού και τις απαιτήσεις των παιδιών» (σελ. 126-129).
Πηγή:
Anthony Giddens. 2005. Η μεταμόρφωση της οικειότητας. Εκδόσεις Πολύτροπον.
Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου