Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014

Κίνητρα και συμπεριφορά



Τι είναι τα κίνητρα;

Κατά την Woolfolk (2007: 350), «τα κίνητρα είναι μία εσωτερική κατάσταση που διεγείρει, κατευθύνει και διατηρεί τη συμπεριφορά του ατόμου». Κατά τον Elliott et al. (2008: 433, 436), «τα κίνητρα ορίζονται ως η εσωτερική κατάσταση που μας ξεσηκώνει να δράσουμε, μας ωθεί σε διάφορες κατευθύνσεις και μας κρατά επικεντρωμένους σε συγκεκριμένες δραστηριότητες», ενώ ταυτόχρονα «διεγείρουν, διατηρούν, κατευθύνουν και ενοποιούν τη συμπεριφορά του ατόμου».

Σύμφωνα με την Μαριδάκη- Κασσωτάκη (2009: 146), «κίνητρο είναι οτιδήποτε θέτει κάτι σε κίνηση, κάθε τι που δραστηριοποιεί ένα ζωντανό οργανισμό», ενώ κατά την Κωσταρίδου- Ευκλείδη (1999: 17) και τη Συγκολλίτου (1998: 116), «κίνητρο είναι οτιδήποτε κινεί, ωθεί ή παρασύρει σε δράση ένα άτομο». Από την άλλη πλευρά, σύμφωνα με τον Τριλιανό (2002: 42), «τα κίνητρα είναι ορμές ή ενεργοποιημένες ανάγκες, που κατευθύνονται σε κάποιο στόχο ή απομακρύνονται από αυτόν. Τα κίνητρα κινητοποιούν τους ανθρώπους και αποτελούν τις αιτίες για ό, τι αυτοί πράττουν».


Σύμφωνα με τη Κωσταρίδου- Ευκλείδη (1999), τα κίνητρα μπορεί να είναι εγγενή να έχουν δηλαδή κληρονομική βάση, όπως τα ένστικτα ή να είναι επίκτητα, να αποκτώνται δηλαδή μέσα από διαδικασίες μάθησης κατά την αλληλεπίδραση του ατόμου με το περιβάλλον του. Ταυτόχρονα διακρίνονται σε φυσιολογικά, που εξυπηρετούν τη λειτουργία του οργανισμού και τη σωματική ομοιόσταση, σε βιολογικά, που εξυπηρετούν την επιβίωση, τη συντήρηση και την αναπαραγωγή του ατόμου και του είδους, καθώς και σε ψυχολογικά, που έχουν να κάνουν με το θυμικό, την προσωπικότητα και τις συναλλαγές του ατόμου με το περιβάλλον, φυσικό και κοινωνικό.

Τα άτομα που συμμετέχουν σε μια δραστηριότητα για τους δικούς τους λόγους είναι εγγενώς κινητοποιημένα, το οποίο σημαίνει ότι τα άτομα κινητοποιούνται να εκτελούν μια δραστηριότητα και κατά συνέπεια να έχουν τις αυθόρμητες εμπειρίες του ενδιαφέροντος, της απόλαυσης, του ενθουσιασμού και της ικανοποίησης, οι οποίες συνοδεύουν τη συμπεριφορά. Η εγγενής παρώθηση περιλαμβάνει την εξερεύνηση, τον αυθορμητισμό, την αυτονομία και το ενδιαφέρον, στο περιβάλλον κάποιου (Deci & Ryan, 1996. Deci, Ryan & Koestner, 1999).


Η σημασία του προσδιορισμού της συμπεριφοράς σε εσωτερικά ή εξωτερικά κίνητρα είναι μεγάλη, γιατί αν το άτομο αποδίδει μία συμπεριφορά σε εσωτερικούς λόγους, θα θελήσει να την επαναλάβει, ενώ αν την αποδίδει σε εξωτερικούς θα την εκδηλώνει μόνο υπό  την παρουσία αμοιβής (Ryan & Deci, 2000). Έτσι ο μακροπρόθεσμος επιθυμητός στόχος των περισσότερων εκπαιδευτικών και γονιών είναι να δουν τους μαθητές να αναπτύσσουν ενδογενή  κίνητρα, δηλαδή να αυτό- καθοδηγούνται, να βρίσκουν ενδιαφέρον αυτό που μαθαίνουν και να χαίρονται με την ολοκλήρωση μίας εργασίας (Elliott et al., 2008· Woolfolk, 2007· Κωσταρίδου- Ευκλείδη, 1999).

Τα εσωτερικά κίνητρα διακρίνονται σε γνωστικά κίνητρα, κίνητρα αυτοέκφρασης, κίνητρα αυτοπεποίθησης και αυτοεκτίμησης, κίνητρα κοινωνικής συνεργασίας και κίνητρα που προέρχονται από φυσιολογικές ανάγκες. 

Τα εξωτερικά κίνητρα, από την άλλη πλευρά διακρίνονται σε θετικά και αρνητικά. Θετικά είναι εκείνα τα κίνητρα που ενεργοποιούν με ευχάριστο τρόπο το άτομο. Τέτοια κίνητρα μπορεί να είναι κάθε είδους βραβεία, έπαινοι, διακρίσεις, αμοιβές κ.α. Αρνητικά θεωρούνται τα κίνητρα εκείνα που οδηγούν το άτομο στην αποφυγή συγκεκριμένης συμπεριφοράς μέσω του εξαναγκασμού ή της πρόκλησης δυσάρεστων καταστάσεων. Τέτοιου είδους κίνητρα μπορεί να είναι οι ποινές, οι προσβολές, οι τιμωρίες κ.α. (Μαριδάκη– Κασσωτάκη, 2009).


Θεωρίες για τα κίνητρα

Μία από τις βασικές θεωρίες για τα κίνητρα είναι η θεωρία του Maslow, που υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος πρέπει να ικανοποιήσει τις ανάγκες του βάσει μίας ιεραρχίας, στη βάση της οποίας βρίσκονται οι ανάγκες για επιβίωση και έπονται οι ανάγκες που έχουν σχέση με την ασφάλεια του ατόμου, την προστασία, τη σταθερότητα, την απαλλαγή από το φόβο και το άγχος, η ανάγκη της αγάπης και της αίσθησης του «ανήκειν», η ανάγκη του ατόμου για εκτίμηση. Τέλος, στην κορυφή της ιεραρχίας βρίσκεται η ανάγκη για αυτοπραγμάτωση, δηλαδή για αυτοεκπλήρωση, ενεργοποίηση από το ίδιο το άτομο του συνόλου των δυνατοτήτων. 

Ο Maslow και ο Rogers ως εκπρόσωποι των ανθρωπιστικών θεωριών υποστηρίζουν ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά ωθείται από την προσπάθεια του ατόμου να αναπτύξει τις ικανότητες, την αποτελεσματικότητα και τη δημιουργικότητά του. Πρόκειται για ένα κίνητρο για αυτοπραγμάτωση, που είναι εγγενές και έχει άμεσες επιδράσεις στη συμπεριφορά του ατόμου. Οι θεμελιώδεις ανάγκες είναι εγγενείς και έχουν βιολογική προέλευση, αλλά οι συμπεριφορές που συνδέονται με αυτές τις ανάγκες στηρίζονται στη μάθηση (Κωσταρίδου- Ευκλείδη, 1999).


Ένας από τους πιο κλασικούς θεωρητικούς που ασχολήθηκε με τα κίνητρα ήταν ο Freud, που θεωρούσε ότι τα κίνητρα είναι ασυνείδητες δυνάμεις που ωθούν το άτομο στη δράση, χωρίς όμως ο ίδιος να έχει αναπτύξει μια θεωρία για τα κίνητρα. Οι εμπειρίες και γνώσεις του ατόμου μπορεί να είναι συνειδητές και εκούσιες και το άτομο έχει τον έλεγχο αυτών, ενώ κάποιες άλλες μπορεί να είναι ασυνείδητες και να μην έχει επίγνωση το άτομο για αυτές. Οι συνειδητές σκέψεις και εμπειρίες χαρακτηρίζονται από ενημερότητα και επίγνωση, ενώ τα κίνητρα θεωρείται ότι πηγάζουν κυρίως από το ασυνείδητο, που είναι η έδρα των ορμών, οι οποίες με τη σειρά τους αποτελούν ενστικτώδεις δυνάμεις που προέρχονται από την ψυχική ενέργεια του ατόμου (Κωσταρίδου- Ευκλείδη, 1999).
Γενικά, οι συμπεριφορικές θεωρίες κινήτρων δίνουν έμφαση στη συμπεριφορά του ατόμου, ενώ παρατηρείται ένας συνδυασμός ερεθίσματος και αντίδρασης που οδηγεί στην πρόκληση της εμφάνισης μιας συμπεριφοράς.

Επιπλέον, η θεωρία του κινήτρου επίτευξης αποτελεί ένα συνδυασμό των θεωριών που στηρίζουν τις θεμελιώδεις εγγενείς ψυχολογικές ανάγκες και τις θεωρίες που επικεντρώνονται στο ρόλο του περιβάλλοντος για τη διαμόρφωση του ατόμου. Κύριος εκπρόσωπος της θεωρίας είναι ο Murray, που υποστηρίζει ότι η προσωπικότητα του ατόμου αποτελείται από ένα σύνολο θεμελιωδών αναγκών, ενώ οι άνθρωποι διαφοροποιούνται ως προς τις βασικές τους ανάγκες και τη σύνδεση των αναγκών με τη συμπεριφορά τους. Το κίνητρο της επίτευξης ακολουθεί δύο τάσεις, την τάση για προσέγγιση του έργου και την τάση για αποφυγή του έργου (κίνητρο για επιτυχία και κίνητρο για αποφυγή της επιτυχίας). Κάθε άτομο διαθέτει κίνητρο επιτυχίας και κίνητρο αποφυγής της αποτυχίας (Κωσταρίδου- Ευκλείδη, 1999).



Βιβλιογραφία
Deci, E. L., & Ryan, R. M. (1996). Need satisfaction and the self-regulation of learning. Learning & Individual Differences, 8, 165–184.
Deci, E. L., Ryan, R. M., & Koestner, R. (1999). Meta-analytic review of experiments examining the effects of extrinsic rewards on intrinsic motivation. Psychological Bulletin, 125, 627–668.
Elliott, S., Kratochwill, T., Cook, J. & Travers, J. (2008). Εκπαιδευτική Ψυχολογία: αποτελεσματική διδασκαλία αποτελεσματική μάθηση. Μ. Σόλμαν & Φ. Καλύβα (μετ.). Α. Λεονταρή & Ε. Συγκολλίτου (επιμ.). Αθήνα: Gutenberg.
Κωσταρίδου– Ευκλείδη, Α. (1999). Ψυχολογία κινήτρων. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Μαριδάκη- Κασσωτάκη, Α. (2009). Εισαγωγή στην παιδαγωγική ψυχολογία. Αθήνα: Ατραπός.
Ryan, R. & Deci, E. (2000a). Intrinsic and extrinsic motivations: Classic definitions and new directions. Contemporary Educational Psychology: 25, 54-67.
Συγκολλίτου, Ε. (1998). Εαυτός, κίνητρα και επίδοση στο σχολείο. Στο: Αν. Κωσταρίδου- Ευκλείδη (επιμ.) Τα Κίνητρα στην Εκπαίδευση. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Τριλιανός, Α. (2002). Η παρώθηση του μαθητή για μάθηση. Επιστημονικές θεωρήσεις και τεχνικές παρώθησης του μαθητή κατά τη διδακτική διαδικασία. Αθήνα.
Woolfolk, A. (2007). Εκπαιδευτική Ψυχολογία. Ε. Μακρή- Μπότσαρη (επιμ.). Μ. Μπαρμπάτση (μετ.). Αθήνα: Έλλην


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου