Παρασκευή 20 Ιουλίου 2018

Γιατί υπάρχουν δυνατές και αδύνατες ψυχές;


Ψυχική ανθεκτικότητα: 
Πόσο δυνατοί είμαστε απέναντι στις αντιξοότητες της ζωής;

Η ψυχική ανθεκτικότητα είναι μια έννοια που συνδέεται στενά με τη θετική ψυχολογία, καθώς και οι δύο δίνουν έμφαση στο θετικό. Επικεντρώνονται, δηλαδή, στις δυνατότητες του ατόμου, στις ικανότητες που το ωθούν να ζήσει τη ζωή του καλά, παρά τις αντιξοότητες και τις δυσκολίες που ενδεχομένως θα συναντήσει κατά τη διάρκεια της ζωής του. Όπως η θετική ψυχολογία, έτσι και η έρευνα πάνω στην ανθεκτικότητα είχαν ως στόχο να βρουν τι είναι αυτό που κάνει τα άτομα να ξεπερνούν τις δυσκολίες, να τα βγάζουν πέρα με την αντιξοότητα και να ζουν μια ικανοποιητική ζωή. 

Ιστορικά, το μεγαλύτερο μέρος της ψυχολογικής έρευνας και πρακτικής επικεντρώθηκε στο να εξετάσει τη φύση και τη θεραπεία των διαταραχών και να προσδιορίσει τους παράγοντες κινδύνου. Στο πλαίσιο του προσδιορισμού των παραγόντων κινδύνου εξετάστηκαν και οι παράγοντες που συνδέονται με την ανάπτυξη παιδιών που μεγαλώνουν σε περιβάλλοντα με δυσχερείς συνθήκες και τα οποία έχουν αυξημένο κίνδυνο να εκδηλώσουν προβλήματα και ψυχοπαθολογία. 


Στο πλαίσιο των ερευνών συνάντησαν παιδιά τα οποία αν και αναμενόταν ότι θα εμφανίσουν ψυχοπαθολογία τα κατάφεραν καλά και αναπτύχθηκαν κανονικά χωρίς την εμφάνιση της πιθανής ψυχοπαθολογίας. Η έρευνα λοιπόν της ανθεκτικότητας στρέφει το ενδιαφέρον της από τα ελλείμματα και την ασθένεια στη θετική προσαρμογή, στους προστατευτικούς παράγοντες και στις δυνατότητες των ατόμων. 

Η έννοια της ψυχικής ανθεκτικότητας άρχισε να εμφανίζεται τη δεκαετία του ’70, στον χώρο της αναπτυξιακής ψυχοπαθολογίας. Αρκετές έρευνες είχαν διαπιστώσει ότι παιδιά που μεγάλωναν σε αντίξοες κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες, όπως η φτώχεια, η κακοποίηση ή η ψυχική ασθένεια των γονιών, ενώ βρίσκονταν σε κίνδυνο να αναπτύξουν προβλήματα και ψυχοπαθολογία, ωστόσο, κατάφερναν να αναπτυχθούν φυσιολογικά. 

Επίσης, έρευνες έδειξαν ότι το ένα τρίτο με το ένα τέταρτο των παιδιών τα κατάφεραν καλά και δεν εξελίχθηκαν σε ενήλικες με δυσκολίες προσαρμογής. Αρχικά, τα παιδιά τα οποία είχαν φυσιολογική εξέλιξη αποκαλούνταν άτρωτα, ανθεκτικά στο στρες ή ανθεκτικά που είναι και ο όρος που τελικά επικράτησε. Οι έρευνες, λοιπόν, συμπέραναν ότι η ανθεκτικότητα είναι αποτέλεσμα των φυσιολογικών μηχανισμών προσαρμογής και είναι πιο κοινή  από ότι μέχρι τότε θεωρούσαν. 

Στους ενήλικες, η έρευνα της ψυχικής ανθεκτικότητας εστίασε το ενδιαφέρον της στην επίδραση που έχουν τα τραυματικά γεγονότα στον ψυχικό κόσμο του ατόμου. Βρέθηκε, λοιπόν, ότι υπάρχει μια μεγάλη ποικιλία αντιδράσεων στις τραυματικές εμπειρίες, μεταξύ των οποίων είναι και η ανθεκτικότητα. Οι συνθήκες οι οποίες παρουσιάζουν ένα μεγάλο εύρος, περιλαμβάνουν βίαια τραύματα, φυσικές καταστροφές, τραύματα πολέμου, βασανιστήρια, εγκλεισμό, τρομοκρατικές επιθέσεις, πολιτική βία, απώλεια συντρόφου και αγαπημένων προσώπων, σοβαρές ασθένειες με μικρή πιθανότητα επιβίωσης, χρόνιο πόνο και σεξουαλική κακοποίηση κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας. Η έρευνα της ψυχικής ανθεκτικότητας φαίνεται πως παίζει σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση αυτών των δυσκολιών. Οι περισσότεροι θεωρητικοί και ερευνητές που έχουν ασχοληθεί με την έννοια της ψυχικής ανθεκτικότητας συμφωνούν ότι πρόκειται για τη θετική προσαρμογή του ατόμου, παρά στην ύπαρξη αντίξοων ή τραυματικών συνθηκών. Πρόκειται για την αποτελεσματική αντιμετώπισή τους και την ανάκαμψη από αυτές. Οι συνθήκες μπορεί να αφορούν είτε μόνιμες καταστάσεις, στο περιβάλλον όπου γεννιούνται και μεγαλώνουν τα άτομα, όπως η φτώχεια και το προβληματικό οικογενειακό περιβάλλον, είτε κάποια απροσδόκητα και οδυνηρά τραυματικά γεγονότα, όπως μια ασθένεια, μια απώλεια αγαπημένων προσώπων, ή μια φυσική καταστροφή. Για να υπάρξει ανθεκτικότητα θα πρέπει να υπάρξει η έκθεση σε κάποια αντιξοότητα ή απειλή και η προσαρμογή του ατόμου θα πρέπει να είναι ικανοποιητική.


Η ψυχική ανθεκτικότητα με βάση τους ορισμούς φαίνεται ότι καλύπτει ορισμένες κύριες διαστάσεις ή λαμβάνει ορισμένες μορφές. Μια πρώτη μορφή ανθεκτικότητας  σχετίζεται με την έννοια της αντίστασης, όπου αντίσταση είναι η διατήρηση της φυσιολογικής λειτουργίας πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την έκθεση σε κάποιο τραυματικό γεγονός ή κατάσταση. Η λειτουργικότητα του ατόμου είτε δεν επηρεάζεται καθόλου από το τραυματικό γεγονός είτε επηρεάζεται σε μικρό βαθμό, με μια παροδική και ήπια αναστάτωση της φυσιολογικής λειτουργικότητάς του.  


Η δεύτερη μορφή της ανθεκτικότητας αφορά τη διάσταση της ανάρρωσης. Η ανάρρωση αναφέρεται στη σταδιακή επαναφορά του ατόμου στο προηγούμενο ή στο φυσιολογικό επίπεδο λειτουργίας αφού έχει διαταραχθεί μετά από την έκθεσή του από κάποιον τραυματικό γεγονός. Το άτομο, λοιπόν, ενώ αρχικά λυγίζει από την αντιξοότητα επανέρχεται στην προηγούμενη ισορροπία του.


Η τρίτη μορφή ανθεκτικότητας αναφέρεται ως ομαλοποίηση και αφορά παιδιά που γεννιούνται και μεγαλώνουν αρχικά σε αντίξοα περιβάλλοντα και στη συνέχεια  μετακινιούνται σε ένα πιο υγιές περιβάλλον.

Η τέταρτη, τέλος, μορφή ανθεκτικότητας είναι η ανασυγκρότηση, δηλαδή η αναδόμηση αντιλήψεων, πεποιθήσεων και συμπεριφορών, έτσι ώστε το άτομο να προσαρμοστεί στο τραυματικό γεγονός ή να οχυρωθεί ώστε να αντέξει μελλοντικά τραύματα. Παρόμοια έννοια με αυτό είναι η μεταμόρφωση, που αφορά τη βελτίωση της φυσιολογικής λειτουργικότητας μετά από ένα τραυματικό γεγονός. 

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά ή οι προστατευτικοί παράγοντες που σχετίζονται με την ανθεκτικότητα; 

Μέσα από έρευνες έχει βρεθεί ότι η ανθεκτικότητα συνδέεται με τα χαρακτηριστικά του ίδιου του ατόμου, τα χαρακτηριστικά της οικογένειας και τα χαρακτηριστικά του ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος. Οι παράγοντες δε λειτουργούν μεμονωμένα αλλά ούτε υπάρχει κάποιος κυρίαρχους παράγοντας που επηρεάζει την ανθεκτικότητα.  Πρόκειται για ένα σύνολο παραγόντων που αλληλεπιδρούν και συνδέονται με την ανθεκτικότητα. Τέτοιου είδους παράγοντες λοιπόν είναι οι εξής:

Νοημοσύνη: έχει βρεθεί ότι η ευφυΐα και οι ανώτερες διανοητικές και ακαδημαϊκές ικανότητες έχουν προστατευτική επίδραση στις αντίξοες καταστάσεις και συνδέονται με την ψυχική ανθεκτικότητα. 

Γνωστική ευελιξία: αφορά το επεξηγηματικό στυλ, την επανεκτίμηση των καταστάσεων που αντιμετωπίζει κανείς και την αποδοχή. Τα άτομα με υψηλή ανθεκτικότητα έχουν ένα επεξηγηματικό στυλ που τους επιτρέπει να επιμένουν, να θεωρούν τη δυσκολία ως κάτι προσωρινό και ως κάτι που μπορεί να επιλυθεί, με αποτέλεσμα να έχουν πιο θετικό τρόπο αντιμετώπισης του τραυματικού γεγονότος αλλά και θετικής νοηματοδότησης αυτού.


Θετικές αντιλήψεις για τον εαυτό: θετικές αντιλήψεις και τα συναισθήματα του ατόμου για τον εαυτό του και για την ικανότητα να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες της ζωής και να ελέγχει όσα του συμβαίνουν έχει βρεθεί ότι προστατεύουν από την αντιξοότητα.

Αυτορρύθμιση: ικανότητα του ατόμου να ελέγχει την προσοχή, τη διέγερση, το συναίσθημα, τη δράση και τη συμπεριφορά έτσι ώστε να φτάσει στους επιθυμητούς του στόχους.

Η στρατηγική που χρησιμοποιεί κάποιος για να αντιμετωπίσει τα γεγονότα που συμβαίνουν στη ζωή του: παίζει σημαντικό ρόλο στην αποτελεσματική αντιμετώπιση των κρίσεων και των αντίξοων καταστάσεων. Η ανθεκτικότητα έχει συνδεθεί με δύο βασικές στρατηγικές αντιμετώπισης: την ενεργητική και ευέλικτη αντιμετώπιση και την κατασταλτική αντιμετώπιση. Επίσης, το νόημα της ζωής, η αίσθηση σκοπού και νοήματος στη ζωή, οι πεποιθήσεις που έχει το άτομο για το δίκιο και το άδικο, η ικανότητα να ονειρεύεται, η πίστη και η ελπίδα ότι τα πράγματα θα φτιάξουν μετά από μια μεγάλη αντιξοότητα ή κρίση και σχετικές πεποιθήσεις ή στάσεις επηρεάζουν την ανθεκτικότητα του ατόμου και συμβάλλουν στην αντιμετώπιση της αντιξοότητας. Επίσης, η αντιξοότητα συνδέεται με τα θετικά συναισθήματα, την αισιοδοξία και το χιούμορ. Οι θετικές συναισθηματικές διαδικασίες είναι ένα βασικό συστατικό του τι σημαίνει να είναι κανείς ανθεκτικός. Η βίωση θετικών συναισθημάτων διευρύνει το ρεπερτόριο σκέψης και δράσης του ατόμου και λειτουργεί ως αντίδοτο στις επιδράσεις που έχουν τα αρνητικά συναισθήματα. Ακόμη, σημαντικό ρόλο στην ανθεκτικότητα παίζουν οι σχέσεις προσκόλλησης και η πιθανή κοινωνική στήριξη που έχει. Η σχέση προσκόλλησης με τους γονείς είναι ένας από τους ισχυρούς προστατευτικούς παράγοντες, ενισχύει την ανθεκτικότητα του ατόμου βοηθώντας να μειωθεί το αρνητικό συναίσθημα. 

Οι παρεμβάσεις για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας, συνδέονται με προγράμματα τα οποία αφορούν θεραπεία των συμπτωμάτων, αποτροπή των προβλημάτων, διόρθωση των ελλειμμάτων, ενίσχυση της υγείας, της ικανότητας και της ευεξίας. Επίσης, προγράμματα που εστιάζουν στην καθοδήγηση, στην άσκηση και στην ενσυνειδητότητα, φαίνεται πως ενισχύουν τις ικανότητες του ατόμου και βελτιώνουν τα επίπεδα της ανθεκτικότητας. 

Αποτελεσματικές είναι και οι παρεμβάσεις οι οποίες εστιάζουν στην επιτυχή θεραπεία των διαταραχών άγχους και διάθεσης και στην καλλιέργεια της ανθεκτικότητας του ατόμου. Η ανθεκτικότητα με βάση τη θεραπεία ευεξίας έχει βρεθεί ότι μπορεί να αντιμετωπιστεί μέσα από την αποτελεσματική διαχείριση και τον έλεγχο του περιβάλλοντος, την προσωπική ανάπτυξη, την αίσθηση κατεύθυνσης και σκοπού στη ζωή, την αυτονομία, την αυτοαποδοχή και τις θετικές σχέσεις με τους άλλους. Επίσης, η ανθεκτικότητα βελτιώνεται μέσα από παρεμβάσεις που εφαρμόζονται σε καταστάσεις κρίσεων, όπως είναι οι τρομοκρατικές επιθέσεις και οι μαζικές φυσικές καταστροφές.


Φαίνεται πως η ανθεκτικότητα αποτελεί ένα ζήτημα, το οποίο συνδέεται με ένα σύνολο από παράγοντες και διαδικασίες, οι οποίες καθορίζουν την ικανότητα του ατόμου να ξεπερνά τις δυσκολίες και τα τραυματικά γεγονότα που συμβαίνουν στη ζωή του και να αποδίδει ένα όλο και πιο θετικό νόημα στις αντιξοότητες που συναντά, να μπορεί να επαναξιολογήσει τα τραυματικά γεγονότα, να αποδεχθεί τις καταστάσεις και τη ζωή, να πιστέψει ότι μπορεί να τα αντιμετωπίσει και να τα επηρεάσει μέσα από την προσπάθειά του, να έχει έναν ενεργητικό τρόπο αντιμετώπισης των προβλημάτων, να βρίσκει νόημα και να καλλιεργεί υποστηρικτικές σχέσεις με τους ανθρώπους γύρω του.  


Λακιώτη, Αγάθη. Η έννοια της ψυχικής ανθεκτικότητας. Στο βιβλίο Εισαγωγή στη θετική ψυχολογία. Αθήνα: Τόπος, 2011, σελ. 117-140.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου