Κυριακή 1 Απριλίου 2018

Απώλειες: θησαυρός γνώσης (Χόρχε Μπουκάι)




«Είτε μου αρέσει είτε όχι, θα έρθει κάποια στιγμή, αργά ή γρήγορα –πάντως αναπόφευκτα-, που θα με έχουν εγκαταλείψει όλοι και όλα. Θα έχω χάσει πρόσωπα και πράγματα, θα έχουν αλλάξει καταστάσεις, θα έχω ξεπεράσει κάποιες φάσεις ζωής και θα έχω αλλάξει ιδέες.


Αλλά ακόμη κι αν δεν γίνει έτσι – ακόμη κι αν εγώ πεθάνω πριν με εγκαταλείψουν και αρνούμαι να αποδεχτώ πως όλα θα συνεχίσουν με τον ίδιο τρόπο χωρίς εμένα-, θα πρέπει τότε να αποδεχτώ πως εγώ θα είμαι αυτός που θα φύγει. Και θα ήταν ανέντιμο να μη βρίσκομαι σε επιφυλακή, για να αποφύγω να δεσμεύσω κάποιον, να μην τον κρατάω παγιδευμένο, προσκολλημένο, δημιουργώντας του ψεύτικες, απραγματοποίητες ελπίδες ότι κάτι θα κρατήσει για πάντα» (σελ. 52-53). 

«Το πόσο υγιής είναι η σχέση σου με τους άλλους μετριέται με το αν είσαι αφοσιωμένος όσο διαρκεί, και πόσο ελέγχεις, ψάχνεις μέσα σου και σιγουρεύεσαι ότι αυτό που έχεις είναι πράγματι αυτό που θέλεις και πρέπει να έχεις, κι όχι τα απομεινάρια εκείνου που είχες. Και αν έχει πεθάνει, έχει σημασία πόσο αποφασιστικά το αποχαιρετάς και φεύγεις από αυτό που έχει ήδη τελειώσει» (σελ. 59).  


«Καμιά φορά, το να μην εγκαταλείπεις κάτι είναι θάνατος.
Κάποιες φορές, ζωή είναι να παρατάς αυτό που κάποτε σ’ έσωσε.
Να αφήνεις πίσω τα πράγματα που μαζί τους είσαι δεμένος σφιχτά επειδή νομίζεις ότι αν τα κρατήσεις θα σε σώσουν από την κατάρρευση» (σελ. 61).

«Είναι φοβερό να παραδεχτούμε ότι σε κάθε απώλεια υπάρχει ένα όφελος. Ότι ο πόνος για την απώλεια θα τελειώσει αναγκαστικά με κάποιο κέρδος. Και βέβαια δεν υπάρχει απώλεια χωρίς ένα όφελος. Δεν υπάρχει απώλεια που δεν οδηγεί αναγκαστικά στην προσωπική ανάπτυξη» (σελ. 62).


«Δεν σταματάμε να κατασκευάζουμε επιθυμίες.
Κανένας δεν μπορεί ούτε θα μπορέσει ποτέ να έχει όλα όσα επιθυμεί.
Είναι βασανιστικό να θέλεις κάτι και να μην μπορείς να το αποκτήσεις.
Υπάρχει άραγε τρόπος να ξεφύγουμε από αυτήν την παγίδα;

Εγώ νομίζω πως ΥΠΑΡΧΕΙ.

Το κλειδί θα το βρεις στον δρόμο όπου μαθαίνεις να μπαίνεις και να βγαίνεις από την επιθυμία.

Για να το κάνεις αυτό, είναι απαραίτητο να αναπτύξεις την ικανότητα να επιθυμείς χωρίς να μένεις φυλακισμένος στην επιθυμία. Να ποθείς χωρίς να αγκιστρώνεσαι σαν τον ορειβάτη από το σχοινί που νομίζει πως θα του σώσει τη ζωή. Εν ολίγοις, να μάθεις να απαγκιστρώνεσαι» (σελ. 66-67).  


Απόσπασμα από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι: Ο δρόμος των δακρύων (σελ. 52-73). Εκδόσεις Opera.

Ο αυτισμός μέσα από τα μάτια ενός εφήβου με αυτισμό


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα παιδί με αυτισμό. Χωρίς φωνή, χωρίς λόγο κι όλο εκρήξεις θυμού είχε. Η φωνή έφτανε μέχρι το στόμα αλλά ποτέ δεν γινόταν λέξεις. Ξέρει τα πάντα αλλά τα κρατά για τον εαυτό του. Μόνο όταν θέλει και με όποιους θέλει επικοινωνεί. Μία μοναξιά είναι διάχυτη στον εσωτερικό του εαυτό. Μια σιωπή απλώνεται παντού. Απλώνεται παντού σαν μαύρο πέπλο και καλύπτει κάθε φυσιολογική πτυχή του εαυτού του. 

Μόνο λίγη όαση χαράς του δίνουν οι δικοί του άνθρωποι. Όμως, για αυτούς είναι απλά ένα αυτιστικό παιδί χωρίς λογική και χωρίς λόγο. Ένα παιδί που νιώθει χαζό και συμπεριφέρεται ανάλογα. Ποτέ δε νοιάστηκαν πώς νιώθει και πώς σκέφτεται. 


Άραγε πώς νιώθουν τα παιδιά με αυτισμό κι πόση απόσταση υπάρχει ανάμεσα στη συμπεριφορά και τα συναισθήματα, ανάμεσα στις σκέψεις και τη συμπεριφορά; Μόνο ένα παιδί με αυτισμό μπορεί να καταλάβει αυτή την αγωνία. Το δάγκωμα του χεριού δεν είναι μια αυτοκαταστροφική συμπεριφορά. Είναι μια κραυγή αγωνίας και απελπισίας μέσα στον εσωτερικά κενό κόσμο του αυτισμού.  

Ο μόνος λογικός εαυτός που έχει αντιδρά νιώθοντας εγκλωβισμένος μέσα σε ένα μοναχικό κι απομονωμένο μυαλό που κατοικεί σε ένα αδέξιο κι ελαττωματικό σώμα. 

Μία μόνο φυγή υπάρχει μέσα στο μυαλό, η φαντασία. Η φαντασία που το οδηγεί σε μια φυσιολογική κατάσταση όπου είναι όπως όλα τα άλλα παιδιά. Συμπεριφέρεται όπως τα περισσότερα παιδιά της ηλικίας του. Μιλά, επικοινωνεί. Βγαίνει έξω κι έχει φίλους. Μια φυσιολογική ζωή που μόνο στη φαντασία του μπορεί να έχει. Μια άθολη εικόνα μέσα στη φαντασία είναι το μόνο διάλειμμα στην αυτιστική ζωή του. 

Μια ζωή γεμάτη βουβό πόνο, ενοχή κι απέραντη σιωπή. Όλα ιδωμένα μέσα από μια διαστρεβλωμένη εικόνα που είναι αποτέλεσμα του παραμορφωτικού καθρέφτη που προσφέρει ο αυτισμός.     

Αυτισμός: Η απολογία μιας μάνας


Γιατί σ’ εμένα Θεέ μου; Τούτη ήταν η πρώτη σκέψη που κυρίευσε το μυαλό μου όταν μου ανακοινώθηκε ότι το μονάκριβο μωράκι μου που απέκτησα ύστερα από τόσες προσπάθειες έχει αυτισμό. Η πιθανότητα του αυτισμού αλλά και οποιασδήποτε άλλης διαταραχής ήταν κάτι που ανέκαθεν απέκλεια. Ήξερα ότι συνέβαινε, ότι υπήρχε, όμως, δεν δεχόμουν ότι αυτός ο «άδικος» λαχνός θα πέσει σε μένα.  

Γυρίζω τον χρόνο πίσω στις πρώτες μέρες όπου συντετριμμένη προσπαθούσα να μαζέψω τα κομμάτια από τον κόσμο μου που κατέρρευσε, σαν χάρτινος πύργος, εντελώς ξαφνικά και αναπάντεχα. Ήξερα πως όλα μου τα όνειρα γκρεμίστηκαν και όλη η χαρά και η ευτυχία που ένιωθα ως νέα μανούλα αντικαταστάθηκε από συναισθήματα φόβου, απογοήτευσης, άρνησης και κυρίως ντροπής. Έπρεπε να δράσω και να δράσω άμεσα μαζί με τον σύζυγό μου, ο οποίος διακατέχονταν από τα ίδια συναισθήματα. Έπρεπε να κάνουμε κάτι για το μωράκι μας, έπρεπε να το πάμε εν ανάγκη και στο εξωτερικό για να το γιατρέψουν, να το κάνουν φυσιολογικό.


Το παλέψαμε, ταξιδέψαμε ακόμη και στην Αμερική, μήπως εκεί μπορέσουν να κάνουν κάτι καλύτερο, μήπως μπορέσουν έστω να το κάνουν λιγότερο αυτιστικό, αλλά οι ελπίδες μας εξανεμίστηκαν για άλλη μια φορά. Η ζωή μας άλλαξε κατά κόρον, γίναμε λιγότερο κοινωνικοί και κλειστήκαμε στον εαυτό μας, καθώς διακόψαμε τις συναντήσεις με συγγενείς και φίλους, και τις επισκέψεις στο σπίτι μας. Η κατάθλιψη δεν άργησε να έρθει, μιας και βρισκόταν ήδη προ των πυλών, και να κρούσει την πόρτα του αδύνατου ψυχισμού μου.  

Πόση θλίψη! Είκοσι χρόνια μετά δεν είναι η θλίψη στην οποία περιέπεσα που με στοιχειώνει, αλλά η στάση και η συμπεριφορά μου απέναντι στο αγγελούδι μου. Το μισούσα, του φερόμουν απότομα, του φώναζα, το χτυπούσα, δεν το αγκάλιαζα σχεδόν καθόλου. Κι όλα αυτά γιατί; Επειδή ήταν αυτιστικό. Δεν το επέλεξε, όμως, να είναι αυτιστικό, αλλά ο αυτισμός το επέλεξε, χωρίς να ξέρουμε το πώς και το γιατί. Ήμουν ένα βαθιά θρησκευόμενο άτομο και προσευχόμουν για ένα θαύμα δίχως να βλέπω την άσχημη συμπεριφορά μου και την έλλειψη στοργής και αγάπης απέναντι σε αυτό το αθώο πλασματάκι.

Δεν ήμουν ποτέ εκεί να του σταθώ ως μάνα, που αγαπά το σπλάχνο της, αλλά σαν μια ξένη που έπρεπε να το ανεχτεί. Δεν του διάβασα ποτέ παραμύθια, δεν το παρηγόρησα ποτέ όταν έκλαιγε, δεν είχα καμία επικοινωνία μαζί του. Όλη αυτή την ψυχρότητα και την εχθρότητα δε θα τη συνειδητοποιούσα, αν δε μου έγραφε με τη βοήθεια της ψυχολόγου του ένα γράμμα για το πώς βίωσε την πορεία του προς την ενηλικίωση. 

Θλίβομαι που η καρδιά μου σαν πέτρα δεν αποδέχτηκε τον αυτιστικό γιο της. Θλίβομαι που προκάλεσα τόσο πόνο και τόσα τραύματα στο παιδί μου, που δεν χόρτασε ποτέ το χάδι. Συνειδητοποιώ ότι είναι πανέξυπνος και θυμάται τα πάντα. Δεν πίστευα ότι θα θυμάται, ότι θα αντιλαμβάνεται όσα συμβαίνουν γύρω του και ότι θα έχει συναισθήματα όπως εμείς… Δυστυχώς, όμως, ο χρόνος δε γυρίζει πίσω, όσο και να το θέλω πλέον είναι αργά, για να του δώσω όσα δεν του έδωσα όλα αυτά τα χρόνια… Μέσα από αυτή την εμπειρία μου κατάλαβα ότι το κάθε παιδί είναι διαφορετικό και θα πρέπει να σεβόμαστε τη διαφορετικότητά του. 
 


Μεγαλώνοντας με μια ναρκισσιστική μητέρα (2ο μέρος)




«Τα παιδιά μπορεί να αισθάνονται αληθινό θαυμασμό και αγάπη για τη ναρκισσιστική μητέρα τους, αλλά εκείνη θα τους επαναλαμβάνει συνεχώς ότι ο θαυμασμός τους και η αγάπη τους είναι πολύ λίγα σε σχέση με εκείνα που της οφείλουν. Τα παιδιά μπορεί να χαίρονται την ικανοποίησή της από τον εαυτό της, όταν είναι ‘στα πάνω της’, αλλά να τα βαραίνουν οι απαιτήσεις της για προσοχή και επιβεβαίωση, όταν περνάει τις πιο αγχώδεις φάσεις της. Καθώς η υποχρέωση να της δίνουν συνεχώς σημασία τα συντρίβει, τα παιδιά δεν έχουν ιδέα πώς να εγκαταστήσουν μια προσωπική αίσθηση ότι και τα ίδια είναι σημαντικά» (σελ. 202).

«Η ευθραυστότητα είναι η κληρονομιά που μας αφήνει το γεγονός ότι μεγαλώσαμε μέσα σε μια σχέση όπου επικρατούσε ανεξέλεγκτος ναρκισσισμός, ιδίως αν η μητέρα σας πρόβαλλε πάνω σας τις δικές της αμφιβολίες για τον εαυτό της και της ήταν αδύνατο να ανεχτεί κάτι που να μην είναι τέλειο. Κάτι που μπορεί να βοηθήσει, είναι να καταγράφετε αυτά που λέει η τιμωρητική φωνή μέσα σας. Βγάζοντάς την στο φως, η τιμωρητική κριτική ξεσκεπάζεται: δεν είναι παρά μια ακραία και παράλογη αντίδραση» (σελ. 212).

Απόσπασμα από το βιβλίο:
Terri Apter. (2015). «Δύσκολες μητέρες». Αθήνα: Αρμός.

Μεγαλώνοντας με μια ναρκισσιστική μητέρα (1ο μέρος)




«Κατά κανόνα, η ναρκισσιστική μητέρα ταλαντεύεται ανάμεσα σε ένα αίσθημα μεγαλείου και στην απόλυτη ανασφάλεια. Νιώθοντας πληγωμένη, ταπεινωμένη, ελλειμματική και άδεια, αντιδρά αμυντικά. Επιτίθεται αμέσως σε κάθε άνθρωπο για τον οποίο φαντάζεται ότι της στερεί τη λατρεία που τόσο λαχταράει. Παρακολουθεί πολύ στενά τη συμπεριφορά των άλλων, για να διακρίνει μήπως δεν την εκτιμούν ή μήπως την επικρίνουν. Αν δεν την εξιδανικεύσεις αμέσως, το αισθάνεται ως προσβολή. Σπεύδει να ερμηνεύσει ένα ασήμαντο σχόλιο ως έλλειψη αναγνώρισης ή εκτίμησης στο πρόσωπό της, με αποτέλεσμα πολλές φαινομενικά απλές συζητήσεις να καταλήγουν σε μνησικακία διαρκείας. Αν της πεις μια κουβέντα που οι περισσότεροι άνθρωποι θα τη θεωρούσαν ουδέτερη, εκείνη θεωρεί ότι την κακολογείς ή την προσβάλλεις» (σελ. 184).


«Η ναρκισσιστική μητέρα βλέπει όμως το παιδί της και ως κομμάτι δικό της, επομένως, αυτό πρέπει να ξεχωρίζει για να είναι αντάξιό της. Το παιδί πιέζεται να είναι συγχρόνως υποταγμένο στην ανωτερότητα της μητέρας και να λάμπει για χάρη της με τους δικούς της όρους. Η αστάθεια, η σύγχυση και οι ατελείωτες περίπλοκες απαιτήσεις είναι γνώρισμα στους ανθρώπους που ζουν σε ένα τέτοιο σχεσιακό περιβάλλον. Τα παιδιά που έρχονται αντιμέτωπα με αυτό το δίλημμα συνήθως το διαχειρίζονται μέσα από δύο ευρείες στρατηγικές: τον κατευνασμό του νάρκισσου ή την ανταρσία εναντίον του» (σελ. 186).


Απόσπασμα από το βιβλίο:
Terri Apter. (2015). «Δύσκολες μητέρες». Αθήνα: Αρμός.