Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2013

Γιατί παραμένουμε σε μια κακοποιητική σχέση;



 
Ας καθορίσουμε πρώτα τι σημαίνει κακοποιητική σχέση. Μιλάμε για οποιαδήποτε σχέση είναι βλαπτική για εμάς τους ίδιους περιλαμβάνοντας οποιαδήποτε μορφή κακοποίησης, όπως είναι οι πιο εμφανείς μορφές κακοποίησης, σωματική, συναισθηματική, λεκτική κακοποίηση, αλλά και οι πιο ύπουλες και δύσκολα παρατηρήσιμες μορφές κακοποίησης, όπως η υποτίμηση, ο υποβιβασμός, η μείωση, η απόρριψη, η έντονη αδιαφορία. 
  

Οι σχέσεις που έχουν μια χρόνια μορφή κακοποίησης συνήθως είναι δύσκολο να παρατηρηθούν και να χαρακτηριστούν ως κακοποιητικές από το ίδιο το άτομο. Όλα ξεκινούν σιγά- σιγά, σταδιακά, με αποτέλεσμα να τα εντάσσουμε εύκολα στο σύστημα πεποιθήσεων που ήδη διαθέτουμε. Έτσι, όταν φτάσουμε κάποια στιγμή που η σχέση αυτή κάνει πραγματικά κακό στον εαυτό μας μπορεί να μην είμαστε καν σε θέση να το παρατηρήσουμε. Μπορεί να μην θέλουμε ή να αποφεύγουμε να δούμε την πραγματικότητα. Όμως, η αλήθεια είναι πως πάντα όλο και κάποιες ενδείξεις έχουμε. Εκτός από τις αναφορές των άλλων γύρω μας, που πολλοί απορούν γιατί μένουμε σε αυτή τη σχέση, υπάρχουν κάποια ερωτήματα, προβληματισμοί και ανησυχίες και στο δικό μας το μυαλό. 

Αυτό που μας προβληματίζει περισσότερο και στο οποίο θα πρέπει να δώσουμε μία απάντηση πρώτα στον ίδιο μας τον εαυτό είναι γιατί μένουμε σε αυτή τη σχέση; Οι άνθρωποι που δεν το έχουν βιώσει ποτέ ίσως απορούν περισσότερο από όλους τους άλλους στο γιατί ένα άτομο δεν φεύγει μέσα από μια κακοποιητική σχέση. Δεν μπορούν να καταλάβουν γιατί είναι τόσο δύσκολο να σπάσουν τα δεσμά αυτής της σχέσης.

Οι λόγοι παραμονής σε μια τέτοια σχέση ποικίλουν και διαφέρουν από άτομο σε άτομο. Μερικοί από αυτούς θα μπορούσαν να σχετίζονται με συναισθήματα που βρίσκονται σε σύγκρουση μεταξύ τους, όπως:

Ο φόβος: ο φόβος της μοναξιάς, ο φόβος της αντίδρασης, ο φόβος μιας λάθος απόφασης. Τι θα γίνει αν αποφασίσω να φύγω από αυτή τη σχέση, τι θα γίνει αν μ’ απειλήσει, τι θα γίνει αν μείνω για πάντα μόνος; Το μετά μας φαίνεται ένα χάος, που πείθουμε τον εαυτό μας ότι δεν μπορούμε να διαχειριστούμε.

Θεωρούμε την κακοποίηση ως φυσιολογική: πως είναι μια υγιής σχέση; Μήπως κάπως έτσι μεγαλώσαμε και στην οικογένεια μας; Μήπως ήταν πολύ απορριπτικός ή επικριτικός ο ένας ή και οι δύο γονείς; Μήπως πάντα επιτρέπαμε στους άλλους γύρω μας να μας υποτιμούν, να μας υποβιβάζουν, να μην μας υπολογίζουν; Μήπως και οι προηγούμενες σχέσεις μας ήταν τέτοιες; Και μήπως τελικά πιστεύουμε ότι μόνο τέτοιες σχέσεις μπορούμε να κάνουμε και ότι μόνο τέτοιοι άνθρωποι μας αξίζουν;

Η αμηχανία: μήπως μου είναι πιο δύσκολο να παραδεχθώ αυτό που βιώνω και να πάρω την ευθύνη της απόφασης παρά να βιώνω όλο αυτό; μήπως δυσκολεύομαι να παραδεχθώ αυτό που βιώνω όλα τα χρόνια; Νιώθω ότι αν τελικά το παραδεχθώ είναι σαν να γκρεμίζω όλο μου τον κόσμο, σαν να διαψεύδω τον ίδιο μου τον εαυτό και τις επιλογές μου; Και αφού τόσο καιρό άντεχα γιατί να μην μπορώ να συνεχίσω να αντέχω όλο αυτή την κατάσταση;

Η χαμηλή αυτοεκτίμηση: μέσα σε μια κακοποιητική σχέση, ακόμη και να είχαμε ίχνη αυτοεκτίμησης, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα έχουν εξαφανιστεί. Εξάλλου, αυτή είναι η δουλειά του άλλου, να μας υποτιμά και να μας κατηγορεί για κάθε δεινό αυτής της σχέσης, ενώ μπορεί να έχουμε φτάσει να πιστεύουμε ότι ακόμη και αυτό που βιώνουμε είναι προϊόν της δικής μας συμπεριφοράς, εμείς προκαλούμε τον σύντροφό μας να μας συμπεριφέρεται έτσι. Σίγουρα κάτι κάνω λάθος. Και οι ενοχές κάνουν διαρκώς όλο και πιο αισθητή την παρουσία τους…

Η αγάπη: τον αγαπώ και θα κάνω υπομονή μέχρι να αλλάξει. Τι γίνεται αν από την αρχή βλέπω ότι πολλά πράγματα δεν είναι και τόσο φυσιολογικά στη συμπεριφορά του συντρόφου μου, αλλά λειτουργώ με τη σκέψη ότι θα αλλάξει, ότι θα βελτιωθεί, ότι θα γίνει καλύτερος; Καταλήγουμε να ελπίζουμε… πείθοντας τον εαυτό μας ότι παραμένουμε στη σχέση γιατί αγαπάμε τον άλλο. Πόσο απέχει η αγάπη από τη συνήθεια; Και τι είναι η αγάπη; Και που είναι η αγάπη του άλλου όταν έχει μια τόσο κακοποιητική συμπεριφορά απέναντί μας;

Άλλοι λόγοι παραμονής σε μία κακοποιητική σχέση συνδέονται με την πίεση που νιώθουμε, όπως:
Κοινωνική πίεση: τι θα πούμε σε φίλους, οικογένεια και περιβάλλον; Κι αν μας ρωτήσουν τόσα χρόνια πως ήταν τα πράγματα; Τι θα απαντήσουμε; Με τι θρησκευτικά ή πολιτισμικά πιστεύω έχουμε μεγαλώσει; Τι μας έχουν μάθει;

Λόγω παιδιών ή εγκυμοσύνης: ας μεγαλώσουν τα παιδιά για να μην τα δημιουργήσουμε τραύματα και αποφασίζω τι θα κάνω; Τελικά, τη δικαιολογία αυτή τη λέμε στα παιδιά ή στον εαυτό μας; 

Δυσπιστία του περιβάλλοντος: μήπως ο σύντροφός μας έχει μία τόσο καλή συμπεριφορά απέναντι στους άλλους που κανείς δεν πρόκειται να μας πιστέψει; Και γιατί πρέπει να έχουμε την ανάγκη να μας πιστέψουν οι άλλοι; Την αλήθεια την ξέρουμε εμείς κι αυτό φτάνει.

Που θα πάω: στις περισσότερες περιπτώσεις δεν αφορά τον οικονομικό παράγοντα, αλλά τον συναισθηματικό. Νιώθω τόσο αδύναμος να φύγω από αυτή τη σχέση. Δεν έχω πουθενά να πάω, δεν έχω κανέναν να ζητήσω βοήθεια. Το συναίσθημα της αδυναμίας μπορεί να είναι πολύ ισχυρό και να καλύπτει κάθε απόπειρα εμφάνισης της λογικής.
Και πόσο πιο δύσκολη γίνεται η κατάσταση όταν μέχρι να πάρω μια απόφαση εμφανιστεί κάποιο πρόβλημα υγείας στο σύντροφο; Πόσο πιο δύσκολο είναι πάρουμε την απόφαση να φύγουμε από μια τέτοια σχέση;


Είναι σημαντικό να έχουμε γύρω μας ανθρώπους –φίλους ή οικογενειακό περιβάλλον- που μπορεί να είναι υποστηρικτικοί. 

Ένα ακόμη ερώτημα είναι πως μπορούμε να βοηθήσουμε κάποιον άλλο που βρίσκεται σε μια κακοποιητική σχέση; Ακούμε, είμαστε κοντά στο άτομο, προσπαθούμε να το κατανοήσουμε, να το στηρίξουμε, να καταλάβουμε ότι δεν είναι εύκολο για το ίδιο το άτομο να φύγει, συζητάμε για τις εναλλακτικές που έχει, όμως ΔΕΝ ΤΟ ΚΡΙΝΟΥΜΕ ΠΟΤΕ… Προφανώς για το ίδιο το άτομο είναι δύσκολο να πάρει οποιαδήποτε απόφαση ή ακόμη και να δει την πραγματική κατάσταση, το σεβόμαστε αυτό.

Παπαδοπούλου Ελένη- Ψυχολόγος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου