Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2022

Πότε είναι η κατάλληλη στιγμή για να συγκατοικήσετε με τον/την σύντροφό σας;

Πώς θα ξέρετε ότι είστε έτοιμοι;

 

Η συμβίωση αποτελεί ένα μεγάλο βήμα για τη σχέση σας, αλλά το πότε θα γίνει αυτό το βήμα εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, καθώς και από το ίδιο το ζευγάρι. Σίγουρα υπάρχουν θετικοί, αλλά και αρνητικοί παράγοντες που μπορεί να σας οδηγήσουν σε μια τέτοια απόφαση. Ένας αρνητικός παράγοντας λόγου χάρη μπορεί να είναι η οικονομική δυσκολία που αντιμετωπίζει ο ένας από τους δύο ή και οι δύο. Οπωσδήποτε, οι οικονομικοί λόγοι δεν αποτελούν καλή βάση για να προβείτε σε συγκατοίκηση. Από την άλλη, ένας θαυμάσιος τρόπος για να αξιολογήσετε τη συμβατότητά σας σαν ζευγάρι είναι να κάνετε κάποια ταξίδια μαζί.

Οι θεραπευόμενοι φέρνουν πολύ συχνά το θέμα στις συνεδρίες, γεγονός που δείχνει ότι τους προβληματίζει και τους απασχολεί. Έτσι, θέτουν κάποιες ερωτήσεις όπως:

• «Περνάμε όλο τον χρόνο μας μαζί. Πρέπει να συγκατοικήσουμε;»

• «Η μίσθωση του διαμερίσματός μου τελειώνει σύντομα. Πρέπει να μετακομίσω  στον σύντροφό μου αντί να βρω ένα νέο διαμέρισμα;»

• «Έχουμε σχέση τρία χρόνια τώρα. Δεν είναι καιρός να ζήσουμε μαζί;»

• «Συνεχίζω να προτείνω να συγκατοικήσουμε, αλλά ο σύντροφός μου αλλάζει θέμα συζήτησης. Τι πρέπει να κάνω;"

• «Ο σύντροφός μου θέλει να συγκατοικήσουμε, αλλά δεν νιώθω έτοιμη παρόλο που έχουμε μια εξαιρετική σχέση. Γιατί δε νιώθω έτοιμη;"

 

Οι παραπάνω ερωτήσεις δεν μπορούν να έχουν την ίδια απάντηση για όλους. Οι απαντήσεις είναι τόσες, όσοι και οι άνθρωποι που θέτουν τις ερωτήσεις. Ωστόσο, θα πρέπει να έχετε υπόψη ότι η συγκατοίκηση αποτελεί ένα σημάδι δέσμευσης, δηλαδή ότι η σχέση εισέρχεται σε μια πιο σοβαρή φάση που έχει ως επακόλουθο περισσότερη οικειότητα, αλλά ταυτοχρόνως που απαιτεί και περισσότερες υποχρεώσεις. Η ανάληψη νέων ευθυνών, όπως να μην μπορείτε να παρατήσετε πράγματα στη μέση ή ολόκληρες στοίβες με άπλυτα ρούχα ή πιάτα κοκ, ίσως να σας δυσκολέψει. Από την άλλη, αν δεν είστε συνηθισμένος/η σε μια τέτοια εικόνα, το πιο πιθανό είναι να μην σας αρέσει αυτό που βλέπετε και να σας κάνει να αλλάξετε τον τρόπο που μέχρι πρότινος βλέπατε τον/τη σύντροφό σας.

Επίσης, τι γίνεται αν ο/η σύντροφός σας προσδοκά από εσάς να κάνετε τις περισσότερες δουλειές του σπιτιού; Τι γίνεται επίσης αν ο/η σύντροφός σας καλεί πολύ τακτικά φίλους ή συγγενείς; Οπωσδήποτε, όλα αυτά αποτελούν θέματα που σχετίζονται με την οριοθέτηση και φυσικά μπορεί να διαταράξουν την ηρεμία σας και να επηρεάσουν εσάς και τη σχέση σας. Η συγκατοίκηση, λοιπόν, αποτελεί μια σοβαρή υπόθεση που αλλάζει τη δυναμική των σχέσεων. Παρακάτω ακολουθούν κάποιες σκέψεις που θα σας βοηθήσουν να εξετάσετε αν αξίζει να πάρετε μια τέτοια απόφαση. 

 

1.  Κάντε ταξίδια μαζί, πριν να αποφασίσετε να ζήσετε μαζί

Χρησιμοποιήστε τα ταξίδια σαν μια ευκαιρία να γνωρίζετε καλύτερα ο ένας τον άλλον, σε χώρους όπου θα είστε πάντα μαζί, μέρα και νύχτα. Έτσι, μπορείτε να δείτε και να παρατηρήσετε τις αντιδράσεις και των δυο σας τόσο όταν είστε χαλαροί, όσο και όταν είστε κουρασμένοι. Το να μείνετε μαζί για κάποιες μέρες στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, προσομοιάζει με τη συγκατοίκηση, καθώς οι συνήθειες, λίγο ως πολύ μένουν ίδιες ακόμη κι όταν είμαστε εκτός της ζώνης άνεσής μας, εκτός του οικείου μας χώρου. Αν δείτε ότι στα ταξίδια σας υπάρχουν δυσκολίες ως προς τις επιλογές ή ως προς άλλα ζητήματα, τότε θα ξέρετε προς ποια κατεύθυνση θα πρέπει να δουλέψετε ώστε να ετοιμάσετε τη σχέση σας για τη φάση συμβίωσης. Αν υπήρξαν ρήξεις, καβγάδες και μεγάλη δυσκολία, τότε φανταστείτε τις δυσκολίες και τις προκλήσεις που θα υπάρξουν σε περίπτωση μιας πραγματικής συμβίωσης.

2.  Είστε αποδεκτός/ή από τους κοινωνικούς κύκλους του/της συντρόφου σας;

Μια πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Social & Family Dynamics, έδειξε ότι η αποδοκιμασία των φίλων του/της συντρόφου αύξησε το ποσοστό διαζυγίων στα παντρεμένα ζευγάρια. Αυτό λέει πολλά για την επιρροή που μπορούν να έχουν οι φίλοι στην σχέση μας, τόσο οι δικοί μας φίλοι, όσο και οι φίλοι του/της συντρόφου μας. Το πώς μας βλέπουν και το πώς μας κρίνουν οι άλλοι, μας επηρεάζει στις αποφάσεις για το μέλλον της σχέσης μας.

Φυσικά, η συμβίωση δεν είναι γάμος, όμως υπάρχουν ομοιότητες μεταξύ τους. Επομένως, πριν τη συγκατοίκηση θα πρέπει να εκτιμήσετε και να συζητήσετε το ποιος θα σας επισκέπτεται και πόσο συχνά. Όσο πιο αποδεκτός/ή είστε, τόσο λιγότερες θα είναι οι τριβές που θα προέρχονται από τους λεγόμενους «τρίτους» της σχέσης. 

 

3.  Άλλα θέματα που θα πρέπει να σας προβληματίσουν

Ίσως, να ανήκετε σε εκείνη την κατηγορία ανθρώπων που βρίσκεστε στη φάση που επισκέπτεται ο ένας το σπίτι του άλλου και κάποιες μέρες κοιμάστε ο ένας στον χώρο του άλλου. Ίσως, να είστε για λίγους μήνες μαζί και να βλέπετε ότι σας αρέσει να ξυπνάτε ο ένας δίπλα στον άλλο, να φτιάχνετε πρωινό κοκ. Τότε είναι που συνειδητοποιείτε ότι σχεδόν ζείτε ήδη μαζί. Οπότε, το ερώτημα που αμέσως προκύπτει είναι γιατί να μην συγκατοικήσετε;

Ίσως, να σας φαίνεται δελεαστικό να προχωρήσετε στο επόμενο βήμα, αλλά αν είναι η πρώτη σας φορά, σκεφτείτε ότι θα αλλάξουν πάρα πολλά πράγματα. Αν τσακωθείτε, και θελήσετε να μείνετε για λίγο μόνος/η με τις σκέψεις σας, ίσως να μην έχετε αυτή τη δυνατότητα. 

Αν αποφασίσετε να συγκατοικήσετε για να μοιράσετε τα οικονομικά σας έξοδα, τότε έχετε υπόψη ότι μια μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Journal of Family Issues διαπίστωσε ότι τέτοιες αποφάσεις διακρίνονται από κακή επικοινωνία στη σχέση και χαμηλή προσαρμογή, αφοσίωση και εμπιστοσύνη στη σχέση. Η ίδια μελέτη έδειξε επίσης ότι τα ζευγάρια που μετακόμισαν μαζί για αυτόν τον λόγο είχαν υψηλότερα επίπεδα ανασφάλειας προσκόλλησης και έδειχναν περισσότερα σημάδια κατάθλιψης και άγχους.

Εν κατακλείδι, η συμβίωση είναι ένα σημαντικό ορόσημο για τη σχέση σας. Ωστόσο, δεν είναι το ίδιο με το να περάσετε μερικές νύχτες στο σπίτι του συντρόφου σας. Είναι σημαντικό να καταλάβετε ότι η διαμονή στο σπίτι του συντρόφου σας και η συμβίωση είναι δύο πολύ διαφορετικά πράγματα. Συζητήστε σχετικά με το γιατί θέλετε να συγκατοικήσετε μαζί και ορίστε ορισμένους βασικούς κανόνες που πρέπει να ακολουθήσετε και οι δύο, ώστε να αποφύγετε δυσάρεστες εκπλήξεις.

 

Πηγή:

Is Your Relationship Ready for the 'Moving In' Phase? | Psychology Today

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

Στον κήπο όπου δεν φυτρώνει τίποτα…

Βασισμένο σε αληθινή ιστορία…

Στεκούμενη στον νεκρό κήπο, η μητέρα τράβηξε το λεπτό πουλόβερ της πιο σφιχτά πάνω στο εύθραυστο σώμα της. Έτρεμε στην ψύχρα˙ οι εποχές της καλλιέργειας και της συγκομιδής είχαν παρέλθει εδώ κι αρκετό καιρό. Μόνο τα φλούδια από τα κουκιά με τους καφέ έλικές τους παρέμειναν ακόμα εκεί, κολλημένα στο συρμάτινο καφασωτό. Έβγαινε συχνά στον κήπο της για να καθαρίσει τους «ιστούς της αράχνης» που είχε μες στο μυαλό της, αλλά σήμερα αυτή η συνήθεια δεν πρόσφερε παρά μόνο ελάχιστη ανακούφιση. Από πάνω, σύννεφα από σχιστόλιθο αιωρούνταν χαμηλά, ομιχλώδη. Ο χειμώνας ήταν τώρα εδώ.

Η μεγαλύτερη κόρη της, η Κάθλιν, θα γινόταν σαράντα δύο αύριο, και για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια, δεν είχε σχεδιάσει να περάσει τα γενέθλιά της με τη μητέρα της. Στον κήπο ανάμεσα στα σάπια φύλλα, επιθυμούσε να κατηγορήσει την κόρη. Για πόσες φορές η μητέρα και η κόρη μάλωναν, συνήθως για ασήμαντα πράγματα; Ωστόσο, ήταν πάντα σε θέση να τα επιλύουνε, να βρίσκουν λύσεις και συμβιβασμούς. Τελικά, θα προέκυπτε νέος καυγάς. Και θα έπεφταν πάλι σε αυτή την… αποξένωση. Με την πάροδο του χρόνου το χάσμα μεταξύ τους μεγάλωνε, όλο και βαθύτερο με κάθε νέα διαμάχη, που χτίζεται πάνω στον πόνο της τελευταίας. Ώσπου χάραξαν την απόσταση και το βάθος, σαν ένα διαρκώς ορμητικό ποτάμι που κουβαλάει κομμάτια της καρδιάς τους στο ρεύμα του.

«Γιατί διαφωνούμε τόσο συχνά;» Η μητέρα είχε ρωτήσει κάποτε την Κάθλιν.

«Επειδή μισείς τον Ντόναλντ», είπε η κόρη. «Είναι το μόνο για το οποίο μαλώνουμε, μητέρα. Πάντα τον μισούσες. Ήσουν εσύ που μου είπες να μην τον παντρευτώ».

«Κάθε μητέρα θέλει το καλύτερο για το παιδί της. Ωστόσο, δεν θυμάμαι ποτέ να το έχω πει αυτό».

«Το έκανες, όμως. Το έκανες πολύ ξεκάθαρα».

Η μητέρα είχε αρχίσει να χάνει θραύσματα και κομμάτια από τη μνήμη της, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί να έχει πει στην κόρη της αυτά τα πράγματα, τουλάχιστον όχι με αυτά ακριβώς τα λόγια. Και αν είχε, θα ήταν τουλάχιστον πριν από δώδεκα χρόνια όταν η κόρη της και ο Ντόναλντ είχαν βγει.

«Αλλά δεν αντιπαθώ τον Ντόναλντ. Όχι εντελώς. Σε φροντίζει. Και τα παιδιά. Αλλά σίγουρα πρέπει να δεις πόσο ελεγκτικός είναι…»

«Εδώ. Βλέπεις;» είπε η κόρη, θριαμβευτικά.

Η μητέρα είχε παρατηρήσει αυτή τη συνήθεια στον Ντόναλντ, μια συνεχή ανάγκη να χειραγωγεί και να επηρεάζει την Κάθλιν, περιορίζοντας τους φίλους της και παρακάμπτοντας τις αποφάσεις της. Η μητέρα ήταν αρκετά εξοικειωμένη με αυτό, στην πραγματικότητα, επειδή αυτός ήταν ένα νεότερο «αντίγραφο» του πατέρα της κόρης της. Και δεν ήταν ακριβώς σαν μια γυναίκα να παντρεύεται έναν άντρα που μοιάζει πολύ με τον πατέρα της;

«Βλέπω πώς σου φέρεται όταν έρχεσαι για επίσκεψη. Είναι επικριτικός και αιωρείται στο χώρο, παρακολουθώντας ό, τι κάνεις. Σου δίνει εντολές, ίσως δεν το καταλαβαίνεις, και εκτινάσσεσαι κάθε φορά που κάνει αυτό τον κρότο με την τριβή των δακτύλων του».

«Είμαι καλή σύζυγος. Οι καλές σύζυγοι φροντίζουν τους συζύγους τους. Εξάλλου, δεν με πειράζει που είναι λίγο απαιτητικός…»

«Λοιπόν, βλέπεις. «Πάρε μου αυτό, πάρε μου εκείνο.» Αγαπημένη μου κοπέλα, μετά από τόσο καιρό που είσαι παντρεμένη, έχω δει πώς σε έχει επηρεάσει. Έχεις χάσει βάρος. Είσαι χλωμή, δυστυχισμένη. Δύσκολα χαμογελάς πια».

«Μισώ αυτή τη συζήτηση, μητέρα. Είναι πάντα ίδια».

 

Ωστόσο, η Κάθλιν είχε συμφωνήσει ότι ο Ντόναλντ ήταν απαιτητικός, αυτή ήταν η λέξη που είχε χρησιμοποιήσει η κόρη. Δεν το είχε αρνηθεί, σκέφτηκε η μητέρα.

«Υποθέτω ότι πρέπει να ασχοληθώ με τη δική μου δουλειά», είπε η μητέρα, και ζήτησε συγγνώμη που είχε θέσει ξανά την ίδια συζήτηση. Απλώς δεν μπορούσε να συγκρατηθεί. Ανησυχούσε για το μεγαλύτερο παιδί της, της είχε λείψει. Της έλειπαν οι πνευματώδεις, οι βαθιά στοχαστικές συζητήσεις που έκαναν, το πόσο πολύ έμοιαζαν. Ίσως αυτό να ήταν το πρόβλημα τώρα. Καθεμιά τους είχε κολλήσει σε ένα τέλμα ισχυρογνωμοσύνης. Ήταν και οι δύο μη συγκρουσιακές, και οι δύο περήφανες, και οι δύο υπέφεραν στη σιωπή και μέσα τους.

Ωστόσο, η τελευταία τους φορά μαζί ήταν διαφορετική.

Ήταν την Κυριακή του Πάσχα που η μητέρα είχε αντιληφθεί την μελανιά. Είχαν έρθει όλοι μαζί, η Κάθλιν, ο Ντόναλντ και τα δύο αξιολάτρευτα εγγόνια της. Είχε ψήσει ένα ζαμπόν μελιού με όλες τις γαρνιτούρες. Η Κάθλιν είχε απλώσει το χέρι για να πιάσει το αλάτι και το μανίκι της είχε σηκωθεί αποκαλύπτοντας ένα μωβ-μπλε πλέγμα στον πήχη της. Η Κάθλιν τράβηξε το χέρι της απότομα προς τα πίσω. Η μητέρα έβλεπε την ικεσία στα μάτια της κόρης της, παρακαλώντας την να μην το αναφέρει, ότι δεν ήταν η ώρα να συζητήσουνε αυτό που μόλις είχε δει.

Τότε ήταν που η μητέρα έμαθε ότι συνέβαιναν χειρότερα πράγματα στο σπίτι της κόρης της από έναν σύζυγο που αξίωνε λεκτικές απαιτήσεις.

Η Κάθλιν είχε σηκωθεί από το πασχαλινό τραπέζι, ξαφνικά ανυπόμονη να φύγει. Μουρμούρισε διάφορες δικαιολογίες, ότι είχε ξεχάσει την ώρα και ότι είχαν κάνει άλλα σχέδια κι ότι έπρεπε να φύγουν, μαζεύοντας το μικρό παιδί, και ζητώντας συγγνώμη που δεν βοήθησε με τα πιάτα. Είπε κάτι για τα πεθερικά της που έκαναν «βραδινό κυνήγι» πασχαλινών αυγών.

Αλλά καθώς έβγαιναν βιαστικά από την πόρτα, η Κάθλιν τράβηξε τη μητέρα της στην άκρη την τελευταία στιγμή. «Ούτε μια λέξη από αυτά σε κανέναν, μαμά, σε ικετεύω!» Και αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που της είχε πει. Η μητέρα είχε σταθεί στο κατώφλι καθώς έφευγαν, με την καρδιά της να πονά από ανησυχία.

Περίμενε μέρες μετά για ένα τηλεφώνημα από την Κάθλιν για να μιλήσουν για το μώλωπα. Τηλεφώνησε στην κόρη της πρώτη, αλλά τα μηνύματά της πήγαν στον αυτόματο τηλεφωνητή. Προσπάθησε να μην το σκέφτεται και ασχολήθηκε με τις καθημερινές δουλειές. Αλλά οι σκέψεις της ήταν στριμωγμένες στην κόρη της, και υπήρχαν στιγμές που έπιανε τον εαυτό της να στρώνει το κρεβάτι της ή να διπλώνει τις πετσέτες της ακόμα ζεστές από το στεγνωτήριο, χωρίς να θυμάται ότι είχε πλύνει ένα σωρό ρούχα.

Αυτά τα κενά στη μνήμη έγιναν πιο συχνά και ο γιατρός της, της χορήγησε αντικαταθλιπτικά. Τα πήρε απρόθυμα, δεν ήταν σίγουρη πώς θα μπορούσαν να βοηθήσουν, και τελικά σταμάτησε τελείως να τα παίρνει. Την έκαναν να νιώθει μουδιασμένη και ζαλισμένη και μάλιστα φαινόταν να αυξάνουν την αίσθηση απώλειας χρόνου. Σε κάθε περίπτωση, δεν έκαναν τίποτα για να μειώσουν την ανησυχία της για την Κάθλιν.

 

Εξάλλου, έπρεπε να έχει καθαρό μυαλό… «πότε επιτέλους θα τηλεφωνούσε η κόρη της;» σκέφτηκε, καθώς οι εβδομάδες μετατράπηκαν σε μήνες χωρίς ακόμα καμία επικοινωνία.

Με αποφεύγει επίτηδες. Ξέρει πως αν μιλήσουμε, θα της πω να φύγει μακριά του, να τον αφήσει, ίσως τελικά να ζητήσει διαζύγιο, γιατί είδε πώς ζούσα… πώς ζούσαμε όλοι κάτω από τη στέγη ενός κακοποιητικού άνδρα. Φοβάται τι πρέπει να κάνει τελικά, όπως φοβόμουν κι εγώ να μαζέψω το κουράγιο να φύγω.

Εδώ και εννέα μήνες δεν είχαν μιλήσει. Ακόμη και τα Χριστούγεννα δεν είχε υπάρξει καμία κλήση ή έστω ένα ευχαριστήριο σημείωμα ότι έχει παραλάβει τα δώρα των παιδιών ή το κομψό κασκόλ που είχε στείλει, επιλεγμένο προσεκτικά σε ένα χρώμα που να τονίζει τους τόνους του δέρματος της κόρης της.

Έτσι, η πτώση ολοκληρώθηκε. Είχε αποφασιστεί. Η κόρη της είχε επιλέξει τον σύζυγο και η μητέρα είχε απορριφθεί. Δεν θα μιλούσαν ποτέ ξανά καρδιακά μητέρα-κόρη για τον επικίνδυνο άντρα που είχε παντρευτεί, για την ευαλωτότητά της, για την επικίνδυνη ζωή που επέλεξε να ζήσει.

Μια βροντή διέκοψε τις σκέψεις της. Η μητέρα έριξε μια κλεφτή ματιά ψηλά στον ουρανό, βλέποντας τα γρανιτένια - γκρίζα σύννεφα να αναμιγνύονται και να γίνονται πιο σκούρα. Μια πικρή ριπή αέρα πέταξε τα φύλλα σφενδάμου πάνω στο αδρανές γρασίδι, και άφησε τα απομεινάρια του κήπου της κι επέστρεψε στο σπίτι.

Η μητέρα έβαλε την τσαγιέρα στη σόμπα και άναψε τη φλόγα, βγάζοντας ένα τυχαίο φλιτζάνι από το ντουλάπι. Το αγαπημένο της, ή τουλάχιστον έτσι ήταν παλιά. Παράξενο που κατά τύχη άρπαξε αυτό και όχι κάποιο από τα άλλα. Χαμογέλασε, γιατί ήταν το φλιτζάνι που της είχε δωρίσει η Κάθλιν στα καλύτερά τους χρόνια. Το χείλος ήταν φθαρμένο και μια μικροσκοπική ρωγμή λεπτή σαν τρίχα διέτρεχε ειρωνικά ως εκεί που ήταν γραμμένη η λέξη «Μητέρα», που τώρα έμοιαζε να κοροϊδεύει τη σχέση τους, διαγράφοντας τη από τη λίστα των αγαπημένων της κόρης της. Με μια παρόρμηση πέταξε το φλιτζάνι στον κάδο απορριμμάτων, ένα σύμβολο της τωρινής τους ζωής.

Έσπασε όταν χτύπησε στον πάτο. Ο ήχος από το σπάσιμο του κεραμικού ήταν γλυκόπικρος συνοδευόμενος  από θλίψη και οριστικοποίηση. Αλλά η μητέρα σκέφτηκε ότι τελικά ήταν απλώς ένα φλιτζάνι. Καλύτερα να βρισκόταν σπασμένο τώρα στον πάτο του κάδου των σκουπιδιών παρά να έσπαγε στο χέρι της ενώ το έπλενε, καθώς τα αιχμηρά θραύσματα ήταν πολύ πιθανό να την έκοβαν βαθιά.

 

Αλλά το τσάι είχε πικρή γεύση στο απλό λευκό φλιτζάνι που χρησιμοποίησε στη θέση του σπασμένου. Και σε μια στιγμή τύψεων, σκέφτηκε να μαζέψει τα σπασμένα θραύσματα και να τα κολλήσει ξανά μεταξύ τους. Αλλά κοιτάζοντας τα οδοντωτά κομμάτια, αυτό το έργο φαινόταν τόσο απελπιστικό όσο το να συνδυάσουν ξανά τα συντρίμμια της διαλυμένης ζωής τους. Είχε αυτή τη σκέψη τη στιγμή που άρχισε να πέφτει η βροχή χτυπώντας στο τζάμι, και στη συνέχεια εντάθηκε γρήγορα σε μια καταρρακτώδη βροχόπτωση.

Κάθισε κουρασμένη στο μαξιλάρι του καθίσματος του παραθύρου, τραβώντας την κουρτίνα για να δει την ξαφνική βροχόπτωση να ποτίζει την αυλή, τον εγκαταλελειμμένο κήπο. Άστραψε και βρόντηξε ξανά καθώς έπινε το τσάι της και για μια στιγμή ξέχασε τον πόνο στην καρδιά για την κόρη της.

Όταν χτύπησε το τηλέφωνο, πετάχτηκε ξαφνιασμένη, και παραλίγο να χυθεί το ζεστό τσάι πάνω της. Έγειρε πάνω απ’ το τηλέφωνο και σήκωσε το ακουστικό.

«Μαμά;» είπε μια γυναικεία φωνή στην άλλη γραμμή.

«Κάθλιν;» απάντησε, με το ηθικό της να υψώνεται, βγάζοντας τη θλίψη και την αγωνία από την καρδιά της. Έγινε μια μεγάλη παύση. Όμως η μητέρα έκανε υπομονή. Άλλωστε, περίμενε εννέα ατελείωτους μήνες την κόρη της να κάνει επιτέλους αυτό το τηλεφώνημα. Ίσως η Κάθλιν να ήθελε να κάνει σχέδια μαζί της για αύριο τελικά.

«Όχι, μαμά. Η Έριν είμαι».

Η μητέρα έγειρε βαριά πίσω στο κάθισμα του παραθύρου. Μάζεψε όλη της τη δύναμη για να ακούγεται ευδιάθετη. «Συγγνώμη, Έριν. Εσύ και η αδερφή σου ακούγεστε πάντα τόσο ίδιες, ειδικά όσο μεγαλώνεις, τόσο περισσότερο».

«Ήθελα να ελέγξω, να δω πώς τα πας».

«Ω, είμαι καλά, υποθέτω», απάντησε η μητέρα, αν και ένιωθε πολύ μεγάλη.

«Είναι τα γενέθλια της Κάθλιν αύριο και…»

«Ναι, ξέρω, ξέρω. Φυσικά, το ξέρω», την διέκοψε γελώντας λιγάκι. «Εξάλλου, εγώ είμαι η μητέρα της».

Περισσότερη σιωπή στην άλλη άκρη της γραμμής. «Ο Ρίτσαρντ και εγώ θα πηγαίναμε… Λοιπόν, απλώς αναρωτηθήκαμε αν θέλεις να έρθεις μαζί μας. Ανησυχούμε για σένα.»

 

Σίγουρα δεν υπήρχαν προβλήματα με τη μικρότερη κόρη της, σκέφτηκε η μητέρα. Η Έριν ήταν πάντα τόσο περιποιητική, τόσο περίσκεπτη, πάντα δίπλα της αν χρειαζόταν κάτι, οτιδήποτε. Και ο Ρίτσαρντ, τι υπέροχος γαμπρός. Δεν θα μπορούσε κανείς να ζητήσει κάποιον καλύτερο, τόσο επιμελή, τόσο ευγενικό.

«Ω, υπάρχει κάποιο είδος πάρτι προγραμματισμένο; Ξέρεις ότι η Κάθλιν δεν μου έχει μιλήσει εδώ και μήνες. Είσαι σίγουρη ότι δεν θα ήταν άβολο να εμφανιστώ;»

«Μαμά, σε παρακαλώ. Δεν υπάρχει πάρτι». Η Έριν αναστέναξε και σταμάτησε ξανά, αβέβαιη τι να πει. «Ο Ρίτσαρντ και εγώ παίρνουμε ένα μπουκέτο λουλούδια στον τάφο της Κάθλιν στο κοιμητήριο. Σκεφτήκαμε ότι θα ήθελες να έρθεις μαζί μας. Αν δεν έχεις άλλα σχέδια».

«Κοιμητήριο; Φοβάμαι ότι δεν καταλαβαίνω».

«Ω, μαμά, σε παρακαλώ, όχι ξανά. Ξέρω ότι είναι δύσκολο να το συνειδητοποιήσεις, αλλά πρέπει να αντιμετωπίσεις την πραγματικότητα. Κανείς από εμάς δεν ήξερε τι ήταν ικανός να κάνει ο Ντόναλντ και η Κάθλιν κράτησε την κακοποίησή του για τον εαυτό της. Μαμά, με ακούς;»

Η μητέρα έκλεισε αργά το τηλέφωνο και συνέχισε να ρουφάει το τσάι της, τραβώντας ξανά τις κουρτίνες για να δει τη βροχή.

«Μάλλον θα βρέξει αύριο, όπως φαίνεται από αυτά τα θλιβερά σύννεφα», είπε η μητέρα στον αέρα. Αναστέναξε. «Και στα γενέθλια της Κάθλιν…» Έκανε μια παύση. «Υπήρχε κάτι για το οποίο έπρεπε να μιλήσουμε εκείνη και εγώ», είπε η μητέρα πίνοντας το τσάι της. «Μακάρι να τηλεφωνούσε».

 

Ευχαριστούμε από καρδιάς την συγγραφέα της ανωτέρω ιστορίας, την κυρία Carolina Mintz, που μας έδωσε την άδεια να μεταφράσουμε τη συγκινητική ιστορία της στα Ελληνικά.

 

Πηγή:

In the Garden Where Nothing Grows – A Drama Short Story by Carolina Mintz – Reedsy Prompts

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

 

Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2022

Διαβάζοντας: «Λειτουργία και πεδίο της ομιλίας και της γλώσσας στην ψυχανάλυση»

του Ζακ Λακάν

Αποτελεί ένα σημαντικό βιβλίο, ειδικά για το Ελληνικό κοινό, καθώς ένα μόνο μέρος από το έργο του Λακάν είναι μεταφρασμένο στα Ελληνικά. Ο Ζακ Λακάν είναι ο δεύτερος σημαντικότερος ψυχαναλυτής μετά τον Φρόυντ, στον οποίο καλούσε να επιστρέψει το ρεύμα της ψυχανάλυσης της εποχής του. 

 

Ο Λακάν, λοιπόν, αντιμέτωπος με την ψυχαναλυτική νομιμοφροσύνη της εποχής του, αναμόρφωσε τη φροϋδική θεωρία κι έγινε πατέρας ενός συστήματος σκέψης θεμελιωμένου στον καθορισμό του υποκειμένου από τη γλώσσα. Θα λέγαμε ότι ο Λακάν έχει εξαιρετικά διευρυμένες γνώσεις και οι αναφορές του είναι πολλές και συχνές σε σπουδαίους στοχαστές και φιλοσόφους των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών όπως λόγου χάρη Hegel, Kant, Sartre, Althusser, Heidegger, Levi Strauss, Bataille κ.a., αλλά και σε ποιητές όπως Πόε, Μπωντλαίρ κ.α. Οπότε, τα λεγόμενά του είναι απολαυστικά για τον αναγνώστη και γι’ αυτό το λόγο. Ακριβώς επειδή σε ταξιδεύουν στον χώρο και το χρόνο, στην ιστορία των κατακτήσεων του πνεύματος από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας.

Στο εξώφυλλο αναφέρονται τα εξής: «Το Λειτουργία και πεδίο της ομιλίας και της γλώσσας στην ψυχανάλυση είναι το εναρκτήριο κείμενο του λακανισμού. Με αυτό ο Λακάν έγινε ο Λακάν. Μέχρι τον θάνατό του συνέχισε να λέει: “Είμαι καταρχάς εκείνος που εκφώνησε την Ομιλία της Ρώμης”.

Πώς να χαρακτηρίσουμε την προσπάθεια του Λακάν σε αυτό το κείμενο; Στοχεύει στα θεμέλια της ψυχανάλυσης. Δεν κάνει μια μερική πολεμική στο τάδε ή το δείνα σημείο της κλινικής. Θέτει υπό αμφισβήτηση και την ίδια τη σύλληψη αυτού που δρα στην ψυχανάλυση και, ταυτόχρονα, τα ίδια της τα θεμέλια. Προσφέρει έναν νέο ορισμό του ασυνειδήτου και μια νέα θεωρία για την ψυχαναλυτική θεραπεία. Με αφετηρία αυτή την αμφισβήτηση των θεμελίων της ψυχανάλυσης δικαιολογεί το ύφος του, που το χαρακτηρίζει “ειρωνικό”. 

 

Γιατί λέει ειρωνικό ύφος; Το αντιδιαστέλλει με το δογματικό ύφος, που είναι ακριβώς το ύφος που δεν θέτει υπό αμφισβήτηση τα θεμέλια. Είναι σίγουρα μια αναφορά στην ειρωνεία του Σωκράτη, δηλαδή μια ειρωνεία βαθιά διαλεκτική, που συνίσταται στο να αναδείξει τις αντιφάσεις στις οποίες υποπίπτει ο συνομιλητής. Αυτή είναι η μέθοδος του Λακάν στο εν λόγω κείμενο, το οποίο είναι συνεχώς πολεμικό και δείχνει ότι δεν κατορθώνουμε να δικαιολογήσουμε τις διαφορετικές όψεις του έργου του Φρόυντ αν δεν λάβουμε ως βάση τις λειτουργίες της ομιλίας. (Από την Εισαγωγή του Ζακ – Αλέν Μιλέρ)».  

Στο σημείο αυτό θα αναφέρουμε κάποια αποσπάσματα από το εν λόγω βιβλίο που μας τράβηξαν την προσοχή και το ενδιαφέρον:

«Ο Έλληνας αναγνώστης πρέπει να γνωρίζει ότι το κείμενο του Λακάν αντιστέκεται και, για την κατανόησή του, θα χρειαστεί, όπως κάθε αναγνώστης του σε οποιαδήποτε γλώσσα, να καταβάλει κάτι από τον εαυτό του. Άλλωστε αυτή ήταν και η εκπεφρασμένη επιθυμία του ίδιου του Λακάν.» (σ. 7).

«Το κεντρικό σημείο της ψυχανάλυσης είναι οι λειτουργίες της ομιλίας, πράγμα που οι ψυχαναλυτές ξέχασαν μετά το θάνατο του Φρόυντ.» (σ.16).

«Ο Λακάν ορίζει τόσο την αλλοτρίωση της τρέλας όσο και εκείνη της επιστήμης, λέγοντας ότι, σε αυτές τις δύο θέσεις, το υποκείμενο μιλιέται μάλλον παρά μιλάει. Η σωστή θέση, λοιπόν, για το υποκείμενο είναι να μιλάει και όχι να μιλιέται από τον Άλλο.» (σ. 19).

«Το πρώτο από τα σύμβολα της ανθρωπότητας είναι το μνήμα, ο τάφος, που, πέρα από την εξαφάνιση του βιολογικού σώματος, διαιωνίζει το όνομα.» (σ.40). 

 

«Επειδή ακριβώς δεν ακούμε τις απαντήσεις μας, επειδή ακούμε μόνο τις ερωτήσεις μας, τα άγχη μας, τους προβληματισμούς μας, ο Λακάν θέτει τον αναλυτή στον τόπο του Άλλου, όχι ως Άλλο υποκείμενο, αλλά ως την οδό επιστροφής του λόγου. Η βασική αρχή που αναδεικνύεται σε αυτό το κείμενο είναι ότι στην ανθρώπινη επικοινωνία, ο πομπός δέχεται από τον δέκτη το ίδιο του το μήνυμα υπό ανεστραμμένη μορφή.» (σ.42)

 «Γνωρίζουμε τον κατάλογο των γνωστικών κλάδων που ο Φρόυντ υπέδειξε πως θα έπρεπε να συνιστούν τα επιστημονικά παραρτήματα μιας ιδανικής ψυχαναλυτικής Ακαδημίας. Σε αυτή την Ακαδημία, δίπλα στην ψυχιατρική και τη σεξολογία, βρίσκουμε  ‘’την ιστορία του πολιτισμού, τη μυθολογία, την ψυχολογία των θρησκειών, την ιστορία και την κριτική της λογοτεχνίας”.» (σ. 145).

Αυτά τα ωραία και σημαντικά κι ακόμη περισσότερα εννοείται ότι μπορεί να βρει κανείς διαβάζοντας αυτό το βιβλίο. Κλείνοντας, θα αναφέρουμε λίγα λόγια από το εσώφυλλο: «Ο στόχος του Λακάν δεν ήταν διόλου η επανεφεύρεση της ψυχανάλυσης˙ αντίθετα μάλιστα, στην αρχή της διδασκαλίας του κήρυξε την “επιστροφή στον Φρόυντ’’. 

 

Έθεσε όμως το ερώτημα: κάτω από ποιες προϋποθέσεις είναι η ψυχανάλυση δυνατή; Εάν και μόνο εάν, απάντησε, το ασυνείδητο είναι δομημένο σαν γλώσσα. Η ανάπτυξη αυτής της υπόθεσης έως τις ακραίες συνέπειές της συνιστά τη διδασκαλία του Λακάν.

Ο Λακάν ήταν ο μόνος ηγέτης ψυχαναλυτικής σχολής που επιχείρησε να προσαρμόσει τον ψυχαναλυτικό θεσμό, και κυρίως την εκπαίδευση των ψυχαναλυτών, στην ψυχαναλυτική εμπειρία. Οι πρωτοβουλίες του σ’ αυτόν τον τομέα αποτέλεσαν καμπή για τη θεώρηση του τι είναι ο ψυχαναλυτής.

Η σφραγίδα του στο ψυχαναλυτικό πεδίο είναι πλέον ανεξίτηλη και κάθε σημαντική ψυχαναλυτική θέση που διατυπώνεται τίθεται κατ’ ανάγκην σε αναφορά με εκείνον.

Είναι επίσης χάρη σ’ αυτόν, την αδιαπραγμάτευτη επιθυμία του και τη δύναμη της σκέψης του που η φροϋδική ψυχανάλυση μπορεί σήμερα να απαντήσει στα πυρά ενός νέου σκοταδισμού ντυμένου με τον μανδύα του επιστημονισμού.»

Σας ευχόμαστε καλή ανάγνωση!

 


Πηγή:

Ζακ Λακάν, Λειτουργία και Πεδίο της Ομιλίας και της Γλώσσας στην Ψυχανάλυση, Εκκρεμές, Αθήνα, 2005. 

 Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.