Πέμπτη 19 Οκτωβρίου 2023

Μια επιστολή για ένα μικρό θαύμα…

(και η σημασία της)

 

«Έγινε ένα μικρό θαύμα. Η κόρη μου που είναι δύο ετών και η οποία ξυπνούσε κάθε νύχτα από τότε που ήταν έξι μηνών, το σταμάτησε εντελώς εδώ και ενάμιση μήνα. Ένα βράδυ, ενώ την κοίμιζα, μου είπε: “τώρα θα πάω για ύπνο”.

Ήταν η πρώτη φορά που το έλεγε μόνη της· η μητέρα της, της το ζητούσε κάθε βράδυ και ευχόταν προφανώς να κοιμηθεί. Η μητέρα τελειώνει την επιστολή της λέγοντας:

“όταν μου απαντήσατε, μερικές μέρες αργότερα, είχα επιλύσει ήδη το πρόβλημά μου δίχως να ξέρω ούτε πώς, ούτε γιατί, εκτός και αν έπαιξε ρόλο η επιθυμία μου να το ρυθμίσω. Η όλη διαδικασία όμως ήταν ασυνείδητη».

Δεν είναι αρκετά παράδοξο;» (Dolto, 1992).


Η ανωτέρω επιστολή αναφέρεται στην ενότητα «το γράψιμο ως αυτοβοήθεια» του βιβλίου της Françoise Dolto, με τίτλο: «Μεγαλώστε σωστά το παιδί σας από τη γέννησή του μέχρι την εφηβεία». Η Dolto, η οποία ήταν παιδίατρος και ψυχαναλύτρια, όταν είχε λάβει αυτό το γράμμα, χάρηκε, διότι αυτό ήταν ακριβώς ό, τι προσπαθούσε να κάνει, δηλαδή να παροτρύνει τους γονείς να βοηθήσουν οι ίδιοι τον εαυτό τους σχετικά με τις σχέσεις τους με τα παιδιά τους.

Η Dolto, αναφέρει πως όταν κάποιος ξεκινά για να γράψει μια επιστολή, γνωρίζοντας ότι κάποιος θα την διαβάσει, δίνει όλη του την ψυχή στο γράψιμο και κατ’ επέκταση μεσολαβεί «κάτι» μεταξύ της επιστολής και του αναγνώστη, αλλά και μεταξύ όσων ακούνε. Εφόσον, κάθε παιδί είναι διαφορετικό και κάθε σχέση μεταξύ γονέων και παιδιού είναι επίσης, διαφορετική, η Dolto δεν μπορεί να δώσει «συνταγές» για όλους, αλλά να κάνει τους γονείς να καταλάβουν ότι μπορούν να επιλύσουν μόνοι τους όσα τους δυσκολεύουν. Η Dolto, θεωρεί ότι το σημαντικό δεν είναι το να περιμένουμε έτοιμες λύσεις από τους άλλους, αλλά το να έχουμε υπόψη ότι κάποιος θα μας ακούσει, και για να μας ακούσει κάποιος, θα πρέπει πρώτα να ακούσουμε τον εαυτό μας, όπως ακριβώς γίνεται όταν ξεκινάμε να γράψουμε μια επιστολή που θα διαβαστεί από κάποιον.

Προφανώς, στην περίπτωση της επιστολής, το μικρό κορίτσι είχε προβεί σε ένα καπρίτσιο για να κάνει τη μητέρα της να ενδιαφερθεί, κι όταν η μητέρα γράφοντας την επιστολή πήρε απόσταση από το πρόβλημα, κατάφερε να το επιλύσει. Έτσι, η Dolto, υπογραμμίζει: «είμαι πολύ ευχαριστημένη γιατί είναι αυτό που ήθελα: να θεωρούν οι γονείς ότι τα παιδιά τους δεν υπάρχουν για να τους δημιουργούν προβλήματα, αλλά για να ζήσουν μαζί τους, να μεγαλώσουν, να εξελιχθούν και να αλλάζουν καθημερινά. Η ζωή είναι πιο δυνατή απ’ όλα εάν της επιτρέψουμε να εκφραστεί δίχως να καθηλωθεί σε κάποια δύσκολη στιγμή…

Γράφοντας, λοιπόν, μια επιστολή προς κάποιον που θα την διαβάσει, μπορούμε να αποστασιοποιηθούμε και να δούμε από διαφορετική οπτική γωνία το πρόβλημά μας, βρίσκοντας τη λύση μόνοι μας. Πολλές φορές η λύση που θα βρούμε μόνοι μας, ίσως είναι πολύ καλύτερη από τη λύση που θα μας δώσει κάποιος άλλος, αρκεί να προσπαθήσουμε. Ας μην το βάζουμε κάτω με την πρώτη. Εξάλλου, η προσπάθεια δεν λένε πως αξίζει περισσότερο από το αποτέλεσμα; Ας προσπαθήσουμε, λοιπόν, κι αν δεν μπορέσουμε να βρούμε τη λύση, τότε ναι, δεν είναι κακό να αναζητήσουμε βοήθεια από κάποιον ειδικό. 


Πηγή:

Françoise Dolto, (1992): «Μεγαλώστε σωστά το παιδί σας από τη γέννησή του μέχρι την εφηβεία», Εκδόσεις Γιαλλέλη, Αθήνα.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

Ο κύκλος ζωής της οικογένειας

Η κάθε οικογένεια κατασκευάζει τη δική της ‘οικογενειακή ζωή’, μεταφράζοντας τις ιδεολογίες που επικρατούν στην κοινωνία, και διαμορφώνοντας την οικογενειακή τους κουλτούρα. Ανάμεσα στην κοινωνία και στο άτομο διαμεσολαβεί το σύστημα πεποιθήσεων της οικογένειας, που περιλαμβάνει πεποιθήσεις, ερμηνείες και προσδοκίες. Η οικογένεια είναι ένας ζωντανός οργανισμός, που συνεχώς εξελίσσεται και τα μέλη της αλληλεπιδρούν, επηρεάζοντας ο ένας τον άλλο. 

 

Οι Carter και McGoldrick περιέγραψαν τον κύκλο ζωής της οικογένειας, η οποία δομείται σε τρία επίπεδα συστημάτων: το κοινωνικό σύστημα, την εκτεταμένη οικογένεια και την πυρηνική οικογένεια.

Οικογένεια καταγωγής: η οικογένεια μέσα στην οποία το άτομο γεννιέται και μεγαλώνει, κάνοντας τα πρώτα του βήματα στη ζωή.

Στάδιο 1ο: Φεύγοντας από το σπίτι: το νέο άτομο φεύγοντας από το σπίτι, αναλαμβάνει την οικονομική και συναισθηματική ευθύνη για τον εαυτό του. Οι αλλαγές που θα πρέπει να γίνουν κατά τη μετάβαση είναι η διαφοροποίηση από την οικογένεια καταγωγής, η ανάπτυξη περισσότερων σχέσεων με συνομηλίκους και η είσοδός του στην αγορά εργασίας, καθώς και η εδραίωση στην εργασία ώστε να γίνει το άτομο οικονομικά ανεξάρτητο.

Δημιουργία διαπροσωπικής σχέσης: το άτομο φεύγοντας πλέον από το σπίτι, αρχίζει να επενδύει σε καινούργιες σχέσεις, μεταξύ των οποίων είναι και οι πρώτες ολοκληρωμένες συντροφικές- ερωτικές του σχέσεις.

Στάδιο 2ο: Ζευγάρι χωρίς παιδιά: το ζευγάρι δεσμεύεται μέσα σε ένα καινούργιο σύστημα, διαμορφώνοντας το συζυγικό σύστημα και αναπροσαρμόζοντας τις σχέσεις με την ευρύτερη οικογένεια και τους φίλους ώστε να συμπεριληφθεί ο ή η σύζυγος.

Στάδιο 3ο: Οικογένεια με μικρά παιδιά: το ζευγάρι δέχεται τα νέα μέλη και θα πρέπει να προσαρμοστεί στο συζυγικό σύστημα η παρουσία των παιδιών. Το ζευγάρι καλείται να συνεργαστεί για το μεγάλωμα των παιδιών σε θέματα οικονομικών και οικιακών υποχρεώσεων.

Στάδιο 4ο: Οικογένεια με εφήβους: τα όρια τα οποία εφαρμόζονται στους εφήβους γίνονται πιο ανοικτά και ευέλικτα, ώστε να νιώσουν ότι έχουν μεγαλύτερη ανεξαρτησία και να μπορέσουν να προσαρμοστούν στις αλλαγές. Αλλαγές βιώνουν στις σχέσεις με τους γονείς τους, ώστε να μπορέσουν να αρχίσουν να επενδύουν περισσότερο στο σύστημα έξω από την οικογένεια. 

 

Στάδιο 5ο: Αποχώρηση παιδιών από το σπίτι: Οι γονείς καλούνται να προσαρμοστούν σε ένα νέο τύπο σχέσεων με τα παιδιά, τα οποία είναι στο στάδιο που φεύγουν και επιστρέφουν στο σπίτι. Το ζευγάρι μένει πλέον στο σπίτι χωρίς παιδιά και ξαναδιαπραγματεύεται τη σχέση του. Οι σχέσεις ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά γίνονται σχέσεις ενηλίκων. Στην πορεία θα γίνουν και άλλες αναπροσαρμογές στη σχέση γονέων- παιδιών, όταν τα παιδιά παντρευτούν και θα πρέπει να συμπεριληφθούν και τα εγγόνια. Τα παιδιά πλέον έρχονται αντιμέτωπα με τα προβλήματα υγείας και τον θάνατο των γονιών τους.  

Στάδιο 6ο: Οικογένειες σε ώριμη ηλικία (στην ύστερη ζωή): στο επίκεντρο βρίσκεται η φροντίδα της υγείας του ζευγαριού. Το ηλικιωμένο πλέον ζευγάρι καλείται να διατηρήσει τη λειτουργικότητά του και τα ενδιαφέροντά του παρά τη σωματική εξασθένηση, αλλά και να αναλάβει νέους ρόλους στο οικογενειακό και κοινωνικό σύστημα. Το άτομο έρχεται όλο και πιο συχνά αντιμέτωπο με τον θάνατο αγαπημένων προσώπων, κοντινών ατόμων και κυρίως συνομηλίκων. Υπάρχει μια ευαισθητοποίηση για τον ίδιο του τον θάνατο.

Ένα τέτοιο μοντέλο περιγράφει τα κύρια αναπτυξιακά καθήκοντα που πρέπει να ολοκληρωθούν από την οικογένεια σε κάθε στάδιο ανάπτυξης. Είναι δύσκολο να περιγράψουμε με τα ίδια ακριβώς στάδια κάθε οικογένεια, καθώς υπάρχει σε μεγάλο βαθμό πολυπλοκότητα στα οικογενειακά συστήματα. Η κάθε οικογένεια έχει διαφορετικές ευκαιρίες, διαφορετικές αλληλεπιδράσεις και διαφορετικές εμπειρίες. Η οικογένεια είναι ένας ζωντανός οργανισμός, στον οποίο αλλάζουν τα όρια, οι συνθήκες και τα χαρακτηριστικά… ένας ζωντανός οργανισμός που μεταμορφώνεται… που διαρκώς προχωρά και καλεί και τα μέλη του να ακολουθήσουν…

 

Πηγή:

McGoldrick, M., Carter, B. 2003. “The Family Life Cycle,” in Walsh F., Normal Family Processes. Guilford.

McGoldrick, M. & Shibusawa, T. (2012). The family life cycle. In F. Walsh (Ed.), Normal family processes: Growing diversity and complexity (pp. 375-398). The Guilford Press.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

 

Τρίτη 17 Οκτωβρίου 2023

Το σύνδρομο της κακοποιημένης γυναίκας

Η κυκλική θεωρία της Walker

Ένα χαρακτηριστικό του συνδρόμου των κακοποιημένων γυναικών είναι ένας κύκλος βίας που συμβαίνει και για πρώτη φορά περιγράφηκε από την Αμερικανίδα ψυχολόγο Lenore Walker (1989).Τα επεισόδια κακοποίησης δεν συμβαίνουν συνέχεια, ούτε σε τυχαία χρονικά διαστήματα. Η κακοποίηση λαμβάνει χώρα σε τρεις διακριτές φάσεις, που καθορίζουν κάποια συγκεκριμένα συμβάντα, τα οποία εμφανίζουν ποικιλία ως προς τον χρόνο και την ένταση, ακόμη και μέσα στο ίδιο το ζευγάρι.

Σύμφωνα με την Walker, η πρώτη φάση αφορά τη δημιουργία της έντασης, μέσα στην οποία παρουσιάζονται κάποια επεισόδια κακοποίησης ελάσσονος σημασίας. Η γυναίκα προσπαθεί να ελέγξει την κατάσταση και να ηρεμήσει τον άνδρα της, για αυτό το λόγο γίνεται περιποιητική, υποχωρητική ή και λίγο απόμακρη. Σε αυτή τη φάση, οι κακοποιημένες γυναίκες προσπαθούν να αναζητήσουν τα αίτια αυτής της έντασης και συνήθως επικεντρώνονται σε μια συγκεκριμένη κατάσταση, την οποία θεωρούν υπεύθυνη για το ξέσπασμα του συζύγου τους. Είναι πιο εύκολο να δικαιολογήσουν τη βίαιη συμπεριφορά του συζύγου τους, όταν μπορούν να βρουν κάποιους εξωτερικούς παράγοντες, που θεωρούν ότι δικαιολογούν τη νευρικότητα του άνδρα τους.

Οι περισσότεροι άνδρες που κακοποιούν τις συζύγους τους είναι βίαιοι μόνο μέσα στο σπίτι, παρουσιάζοντας ένα διαφορετικό πρόσωπο προς τα έξω, γιατί ξέρουν ότι μια βίαιη συμπεριφορά προς τη σύζυγό τους θα ήταν κοινωνικά απορριπτέα. Στις σεξιστικές κοινωνίες τέτοιου είδους επεισόδια είναι πιθανό να εμφανίζονται σε μεγαλύτερο ποσοστό γυναικών. Τα ζευγάρια που βρίσκονται σε μια τέτοια φάση κακοποίησης μπορεί να παραμείνουν σε αυτό το στάδιο για μεγάλο χρονικό διάστημα. Από τη μια μεριά προσπαθούν να αποφύγουν τα επεισόδια κακοποίησης και από την άλλη, οι εξωτερικοί παράγοντες είναι αυτοί που έρχονται να ταράξουν την ισορροπία. Οι κακοποιημένες γυναίκες νομίζουν ότι δεν έχουν τη δύναμη να διακόψουν τον κύκλο βίας, είναι πιο επιρρεπείς στο σύνδρομο της επίκτητης αδυναμίας Walker (1989). Κάποια στιγμή σε αυτή τη φάση, η ένταση αυξάνεται, με αποτέλεσμα να είναι όλο και πιο δύσκολος ο έλεγχος της κατάστασης. Ο άνδρας αυξάνει την καταπίεση και τη βιαιότητα, ενώ η γυναίκα αδυνατεί να κρατήσει μια ισορροπία και γίνεται πιο ευάλωτη στα χτυπήματα και στον πόνο.

 

Η δεύτερη φάση στον κύκλο της κακοποίησης των γυναικών είναι η έκρηξη, όπου από τα επεισόδια της κακοποίησης έχει χαθεί κάθε έλεγχος και είναι ανεξέλεγκτη η έκρηξη των εντάσεων, που υπήρχαν κατά την πρώτη φάση. Τα επεισόδια κακοποίησης είναι πιο σοβαρά και κυριαρχεί ο θυμός του δράστη και το άγχος, η κατάθλιψη και τα παράπονα της κακοποιημένης γυναίκας. Η διάρκεια αυτής της φάσης είναι μικρότερη από την προηγούμενη, ενώ κύρια χαρακτηριστικά της είναι η αδυναμία πρόβλεψης και η έλλειψη ελέγχου. Ο άνδρας που κακοποιεί τη σύζυγό του φαίνεται πως γνωρίζει ότι η βίαιη συμπεριφορά προς τη σύζυγο είναι μια λανθασμένη συμπεριφορά και κοινωνικά αποδοκιμαστέα, για αυτό το λόγο και προσπαθούν με κάθε τρόπο να παραμείνει μυστική, φυλαγμένη μέσα στην οικογένεια, καθώς αποτελεί μια ιδιωτική υπόθεση.

Μετά το τέλος αυτής της φάσης του κύκλου βίας, οι γυναίκες συνήθως νιώθουν μία αίσθηση αποστασιοποίησης από το βίαιο επεισόδιο. Δυσπιστούν ότι ο άνθρωπος που αγαπούν τους συμπεριφέρθηκε με αυτόν τον τρόπο και ότι το επεισόδιο που βίωσαν ήταν όντως πραγματικό. Αμέσως μετά το επεισόδιο, οι κακοποιημένες γυναίκες νιώθουν ένα σοκ και αρνούνται το επεισόδιο. Τόσο οι άνδρες που κακοποιούν, όσο και οι κακοποιημένες γυναίκες προσπαθούν να βρουν τρόπους να εξηγήσουν τη σοβαρότητα του επεισοδίου. Οι γυναίκες μειώνουν τη σημαντικότητα και τη σοβαρότητα των τραυμάτων που έχουν υποστεί από τον άνδρα τους και δεν ζητούν βοήθεια (ιατρική, ψυχολογική) για να τα ξεπεράσουν.

Μετά το τέλος της δεύτερης φάσης ακολουθεί μια φάση που χαρακτηρίζεται από υπερβολική αγάπη, ευγένεια και τη μεταμελημένη συμπεριφορά του δράστη (Walker, 1989). Κατά τη διάρκεια αυτής της τρίτης φάσης, κυρίαρχο στοιχείο είναι η ηρεμία, μετά την ένταση που δημιουργήθηκε στην πρώτη φάση και εκτονώθηκε στη δεύτερη φάση. Ο δράστης εμφανίζεται μετανιωμένος στη γυναίκα του, δείχνει μεταμέλεια, και συμπεριφερόμενος ευγενικά και τρυφερά, ζητά από εκείνη να τον συγχωρέσει, αφού πρώτα υπόσχεται ότι το επεισόδιο δε θα επαναληφθεί. Ο άνδρας που έχει κακοποιήσει τη σύζυγό του, πιστεύει ότι δεν θα επαναλάβει μια τέτοια συμπεριφορά βίας, από τη μια μεριά, γιατί αγαπά τη σύζυγό του και από την άλλη, γιατί θεωρεί ότι της έχει δώσει ένα «καλό μάθημα», και εκείνη δεν θα συμπεριφερθεί ποτέ ξανά με τέτοιο τρόπο που θα τον εκνευρίσει και θα τον κάνει να βγει εκτός ελέγχου. Η γυναίκα πείθεται από τη συμπεριφορά του δράστη και τον συγχωρεί, κυρίως γιατί νιώθει ότι ο άνδρας της χρειάζεται βοήθεια και μόνο αυτή μπορεί να τον βοηθήσει.

Στην τρίτη φάση του κύκλου βίας και μετά από την απόφαση της γυναίκας να παραμείνει στη βίαιη σχέση, η κακοποιημένη γυναίκα μετατρέπεται ολοκληρωτικά σε θύμα. Ωστόσο, η κακοποιημένη γυναίκα συνεχίζει να νιώθει και ένα φόβο επανάληψης του βίαιου επεισοδίου, αν και ελπίζει πως αν περιοριστούν οι δύο προηγούμενες φάσεις, θα σταματήσει ο άνδρας της να εκδηλώνει βίαιες συμπεριφορές. Η ήρεμη συμπεριφορά μέσα σε ένα βίαιο γάμο δεν κρατά για πολύ, αλλά σύντομα εμφανίζονται μικρά επεισόδια κακοποίησης, και ξεκινά ένας νέος κύκλος βίας. Στη βάση των κλινικών παρατηρήσεων, θεωρείται ότι μετά από κάποιες καλές στιγμές και την έκφραση ορισμένων τρυφερών συναισθημάτων, οι συγκρούσεις επανεμφανίζονται και γίνονται όλο και πιο συχνές και άλυτες, ενώ η έντασή τους αυξάνει (Kaufman, Kantor & Jasinski, 1998). Η συνεχόμενη βία διαβρώνει και φθείρει τη σχέση, εξαλείφοντας και τα λίγα θετικά και τρυφερά συναισθήματα που υπήρχαν.

Η θεωρία αυτή επιβεβαιώνεται και από την έρευνα της Walker (1983), τα αποτελέσματα της οποίας απέδειξαν ότι στις κακοποιημένες σχέσεις υπάρχουν τρεις φάσεις που συμβαίνουν κυκλικά. Γενικότερα η Walker (1983), συμπέρανε ότι οι κακοποιημένες γυναίκες αναπτύσσουν ψυχολογικά επακόλουθα που μπορεί να θεωρηθούν ότι αποτελούν το σύνδρομο της κακοποιημένης γυναίκας.

Αν γνωρίζετε ή αν είστε κακοποιημένη γυναίκα, μη διστάσετε να μιλήσετε με κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας. 

 

Πηγές:

Kaufman – Kantor, G., & Jasinski, J.L. (1998). Dynamics and Risk Factors in Partner Violence. In J.L. Jasinski & L.M. Williams (Eds.), Partner Violence: Acomprehensive review of 20 years of research (pp. 34-48). California: Sage Publications.

Walker, L.E. (1989). Η κακοποιημένη γυναίκα. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

Παρασκευή 13 Οκτωβρίου 2023

Ο κίνδυνος που ελλοχεύει να διέλθουμε από τη «νεο-πραγματικότητα» σε έναν «νεο-πραγματικό» εαυτό

Ο Γάλλος φιλόσοφος Ζαν Μπωντριγιάρ, στο βιβλίο του με τίτλο: «Η καταναλωτική κοινωνία», αναφέρεται στον ρόλο που διαδραματίζουν τα ΜΜΕ στις σύγχρονες κοινωνίες, υπογραμμίζοντας ότι οι: «Δημοσιογράφοι και διαφημιστές είναι οπερατέρ του μυθικού: σκηνοθετούν, μυθοποιούν το αντικείμενο ή το συμβάν. Το ‘παραδίδουν ερμηνευμένο εκ νέου’, το κατασκευάζουν σκόπιμα». 

 

Η επισήμανση αυτή του Μπωντριγιάρ και κυρίως η χρήση της λέξης «κατασκευή» δεν είναι καινούργια, μας πηγαίνει πίσω στη δεκαετία του ’60 και πιο συγκεκριμένα, σε δύο σπουδαίους κοινωνιολόγους, τον Πήτερ Μπέργκερ και τον Τόμας Λούκμαν, οι οποίοι συνέγραψαν το αξιόλογο πόνημά τους με τίτλο: «Η κοινωνική κατασκευή της πραγματικότητας». Ο τίτλος του βιβλίου προφανώς παραπέμπει στο πώς υποκειμενικά νοήματα μπορούν να μετατραπούν σε αντικειμενικές, πραγματικές καταστάσεις, αναλύοντας φυσικά τη διαδικασία με την οποία γίνεται αυτό, στα κεφάλαια του εν λόγω βιβλίου.

Η έννοια της «κατασκευής», λοιπόν, του κόσμου και της πραγματικότητας που μας περιβάλλει δεν είναι καινούργια. Εν προκειμένω, το ζητούμενο ίσως είναι κατά πόσο ο μέσος άνθρωπος το γνωρίζει αυτό ή κατά πόσο το έχει συνειδητοποιήσει. Τα ΜΜΕ έχουν αποκτήσει τεράστια δύναμη αναδεικνύοντας θέματα της επικαιρότητας. Στα καπιταλιστικά συστήματα οργάνωσης, κυρίως των δυτικών κοινωνιών, τα πάντα επηρεάζονται από το κέρδος, οπότε γίνεται εύληπτο και κατανοητό το γεγονός ότι τα θέματα που θα αναδειχθούν από τα ΜΜΕ θα πρέπει και να πουλούν.

Τόσο η είδηση, όσο και η διαφήμιση, δεν γίνεται να πουλήσουν απλά ανακοινώνοντας κάτι, αλλά θα πρέπει να χαρακτηρίζονται από συγκεκριμένο ύφος, τόνο, δραματικότητα και οπωσδήποτε ξύλινη γλώσσα βερμπαλιστικών και βαρύγδουπων λέξεων κι εκφράσεων, ώστε να εντυπωσιάσουν, να καταπλήξουν και να καθηλώσουν τις μάζες. Οι δημοσιογράφοι θα πρέπει να θορυβήσουν, αν το θέσουμε ήπια ή να τρομοκρατήσουν, αν το θέσουμε πιο αυστηρά. Ευτυχώς, το τοπίο δεν είναι παντού το ίδιο, καθώς πλέον υφίστανται και διαρκώς μεγαλώνει κι αυξάνεται μια πληθώρα διαύλων επικοινωνίας και μέσων, με ταυτοχρόνως διευρυμένες δυνατότητες επιλογής, ειδικά με την ανάπτυξη των κοινωνικών μέσων δικτύωσης (social media).

Όμως, αν η «τρομο-λαγνεία» πουλάει, ο καταναλωτής-θεατής-αναγνώστης-ακροατής αυτής, δεν συνηθίζει μέσω της καθημερινής έκθεσής του σε αυτή; Κι αν ο καταναλωτής-θεατής-αναγνώστης-ακροατής, συνηθίζει σε κάτι τόσο νοσηρό, τότε δε θα πρέπει διαρκώς να αυξάνονται οι δόσεις-ποσότητες από το ίδιο το νοσηρό αντικείμενο ή την τοξικότητα αυτού, προκειμένου να μην στραφεί η προσοχή των μαζών αλλού; Η απάντηση σε αυτή την ερώτηση δεν είναι εύκολη, και σίγουρα αποτελεί πρόκληση, που όμως είναι πιθανό να απαντηθεί πολύ γρηγορότερα από όσο πιστεύουμε.

Στο σημείο αυτό, ας επανέλθουμε στον Μπωντριγιάρ, καθώς αναφέρεται επίσης, σε έναν κόσμο του ψευτο-συμβάντος, της ψευτο-ιστορίας, όπως τον ονομάζει. Ο Μπωντριγιάρ κάνει λόγο και για makeup, ψευτο-αντικείμενα, ψευτο-συμβάντα που μας κατακλύζουν καθημερινά. Ακόμη, αναφέρει ότι όλα έχουν αλλάξει στη μορφή κι έχουν αντικατασταθεί, δίνοντας, ή αν θέλετε, παραχωρώντας τη θέση τους στο «νέο-πραγματικό», και όλη αυτή την αλλαγή, την περιγράφει ως μια «τεράστια διαδικασία προσομοίωσης». Επιπροσθέτως, ο Μπωντριγιάρ θεωρεί ότι όπως η «φύση απομιμείται την τέχνη, έτσι και η καθημερινή ζωή καταλήγει ν’ αντιγράφει το πρότυπο». 

  

Αυτό που ίσως, θα έπρεπε να μας απασχολήσει περισσότερο, είναι ο ίδιος μας ο εαυτός, δηλαδή το πώς ανταποκρίνεται μέσα σε αυτόν τον «νέο-πραγματικό» κόσμο, όπου αυτό που μας παρουσιάζεται δεν είναι τίποτα άλλο, παρά «ψευρο-ιστορίες», «ψευτο-συμβάντα», «ψευτο-αντικείμενα» και γενικά μια γενικευμένη «αντιγραφή του προτύπου». Παράλληλα, ας αναλογιστούμε το εξής: αν εξοικειωνόμαστε με τα αντίγραφα, με τα αντικατάστατα και με τα ψεύτικα, τότε μήπως συνηθίζουμε ή ακόμη χειρότερα, μήπως εθιζόμαστε σε έναν νέο-πραγματικό κόσμο που μεταφέρεται ασυναίσθητα και σταδιακά ή ύπουλα στις στενές διαπροσωπικές μας σχέσεις;

Με άλλα λόγια, το makeup, ως μια απόκρυψη του πραγματικού, του αληθινού, του αυθεντικού μας προσώπου, αυτή η συνήθεια μεταμφίεσης, μήπως μας ωθεί στο να οδηγηθούμε σε μια αντίστοιχη απόκρυψη ή μεταμφίεση ή αντιγραφή του πραγματικού, του αληθινού, του αυθεντικού μας εαυτού; Μήπως τελικά, έχουμε οδηγηθεί δίχως να το συνειδητοποιούμε στο να καλλιεργούμε και να προβάλλουμε ή να παρουσιάζουμε πρώτα σε εμάς κι έπειτα στους άλλους, έναν μακιγιαρισμένο εαυτό; Έναν ψευτο-εαυτό  που θα «πουλήσουμε», όπως ακριβώς μας πωλούν κι εμείς αγοράζουμε όλα εκείνα τα ψευτο-αντικείμενα, τα ψευτο-συμβάντα, τις ψευτο-ιστορίες που μας κατακλύζουν και που καταναλώνουμε καθημερινά;

Πηγή:

Ζαν Μπωντριγιάρ, 2000, Η καταναλωτική κοινωνία, Νησίδες, Θεσσαλονίκη. 

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.