«Τα τελευταία
χρόνια τα κρούσματα εκφοβισμού σε σχολεία και γειτονιές έχουν πάρει τραγικές
καταστάσεις. Οι περισσότεροι γονείς δεν θέλουν τα παιδιά τους να αντιδρούν με
βία, όταν έρχονται αντιμέτωπα με άτομα που τα εκφοβίζουν. Από την άλλη πλευρά, όμως,
τα παιδιά πρέπει κάτι να κάνουν για να αντιμετωπίσουν την κατάσταση. Το παραμύθι
αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για την αντιμετώπιση φόβων, καθώς το
συναίσθημα είναι κοινό. Σε κάθε περίπτωση, όμως, θα πρέπει να υπάρξει μια
συζήτηση σχετική με το φοβικό αντικείμενο και μια στήριξη. Όσο νωρίτερα
αντιμετωπίζεται η κατάσταση, τόσο ευκολότερα μπορεί το παιδί να ξεπεράσει τον
φόβο του» (σελ. 81).
«Η Μάνα όμως κείτεται στο χώμα.
Εδώ και δέκα χρόνια νεκρή, παγωμένη, μέσα σε ένα απλό φέρετρο σε ένα εβραϊκό
νεκροταφείο…
Ναι, η Μάνα πάει πολύς καιρός που
δεν υπάρχει. Δέκα χρόνια. Νεκρή και αποσαθρωμένη. Τίποτα δικός της δεν
απομένει, έξω από λίγα μαλλιά, λίγους χόνδρους, κόκκαλα κι ένα ασημένιο
δαχτυλίδι αρραβώνων με φιλιγκράν. Κι η εικόνα της που παραμονεύει στις αναμνήσεις
μου και στα όνειρά μου» (σελ. 14).
«Είναι δυνατόν να έζησα όλη μου
τη ζωή έχοντας ως πρωταρχικό μου ακροατήριο αυτή την αξιοθρήνητη γυναίκα; Όλη
μου τη ζωή πάσχιζα να ξεφύγω, να αποδράσω από το παρελθόν μου… Όλη μου τη ζωή
προσπαθούσα να κατακτήσω την ελευθερία και την ωριμότητα. Είναι δυνατόν να μην
κατάφερα να ξεφύγω ούτε απ’ το παρελθόν μου ούτε απ’ τη μάνα μου;» (σελ. 17).
«Το όνειρό μου όμως άλλα λέει.
Ισχυρίζεται ότι έχω αφιερώσει τη ζωή μου σε έναν εντελώς διαφορετικό στόχο- στο
να κερδίσω την αποδοχή της πεθαμένης μου μάνας.
Είναι μια πολύ δυνατή καταγγελία:
πολύ ισχυρή για να την αγνοήσω, πολύ συνταρακτική για να την ξεχάσω. Αλλά όπως έχω
μάθει, τα όνειρα δεν είναι ούτε ανεξιχνίαστα ούτε αμετάλλακτα. Στο μεγαλύτερο
μέρος της ζωής μου υπήρξα ένας τεχνίτης ονείρων. Έχω μάθει πώς να τα εξημερώνω,
να τα διαλύω, να τα ανασυνθέτω. Ξέρω πώς να τους αποσπώ τα μυστικά τους» (σελ.
19-20).
Γιάλομ, Ίρβιν. (2007). Η Μάνα και
το νόημα της ζωής. Αθήνα: ΑΓΡΑ. Σελ. 13- 20.
«Η τάση για αντιζηλία είναι μέρος
της ίδιας της παρόρμησης για επιβίωση.Η
έκταση και η κατεύθυνση της ανάπτυξής της εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον
τρόπο με τον οποίο ανατρέφονται τα παιδιά στην οικογένεια. Έχουμε εντοπίσει τους
πιο ζηλότυπους ανταγωνισμούς και παραλυτικές καταστάσεις σε οικογένειες που
αυτοαποκαλούνται ‘κλειστές’.
Σε τέτοιες οικογένειες κανείς δεν
κοιτάζει τη δουλειά του. Αυτό είναι έκδηλο στις συνομιλίες των μελών της οικογένειας.
Σπάνια έχουν να συζητήσουν για κάτι άλλο εκτός από το τι σκέφτεται, λέει ή
κάνει το ένα ή το άλλο μέλος της οικογένειας. Η τραγωδία είναι πως πιστεύουν
ότι είναι αφοσιωμένοι ο ένας στον άλλο. Το ανακοινώνουν με έναν υπεροπτικό
τόνο, σαν να λένε πως όποιος δεν έχει γεννηθεί σε αυτήν την οικογένεια είναι
κατά κάποιον τρόπο κατώτερος. Πιστεύουν πραγματικά πως τους ενώνει μια βαθιά
αγάπη μεταξύ τους. Και είναι το ίδιο σίγουροι πως θέλουν μόνο το καλύτερο ο ένας
για τον άλλο» (σελ. 80-81).
«είναι ο φόβος ότι ένας από αυτούς
θα προχωρήσει πολύ πιο μπροστά από τους άλλους- κοινωνικά, οικονομικά ή σε οποιοδήποτε
άλλο πεδίο» (σελ. 81).
Απόσπασμα από το βιβλίο: "Το
σημάδι του Κάιν. Η ανατομία της ζήλιας". των Γουίλαρντ & Μάργκαρετ
Μπήτσερ, σελ. 80-83. Εκδόσεις Ανθρώπινοι Ορίζοντες.
«Ποιες θα είναι οι επιπτώσεις όμως,
όταν ο άνθρωπος φοβάται την αφοσίωση και προσπαθεί να ζει προστατεύοντας τον
εαυτό του κατά κύριο λόγο;»
«Ο άνθρωπος αυτός επιθυμεί να
είναι, όσο το δυνατόν περισσότερο, ανεξάρτητος και αυτάρκης. Του είναι πολύ
σημαντικό να μη χρειάζεται κανένα, να μην υποχρεώνεται σε κανέναν. Για αυτό
απομακρύνεται από τους συνανθρώπους του, αποστασιοποιείται από αυτούς, δεν τους
επιτρέπει να τον πλησιάσουν πολύ και συναλλάσσεται περιορισμένα μαζί τους. Όταν
η απόσταση μικραίνει, αισθάνεται να απειλείται ο χώρος του, να κινδυνεύει η
ανάγκη του για ανεξαρτησία και ακεραιότητα και αμύνεται όσο μπορεί. Αναπτύσσει έτσι
τον τυπικό για αυτόν φόβο να πλησιάσει τον άλλο. Για αυτό ψάχνει τρόπους
προστασίας, πίσω από τους οποίους να μπορεί να καλύπτεται» (σελ. 30-31).
«Τα σχιζοειδή άτομα έχουν έντονο
φόβο να δεθούν και να εξαρτηθούν. Το μόνο που ανήκει στον σχιζοειδή άνθρωπο και
του είναι κάπως οικείο, είναι ο εαυτός του… Οι δεσμοί για αυτόν έχουν χαρακτήρα
καταναγκαστικό, διότι αισθάνεται ότι πρέπει να δώσει πολλά από τον εαυτό του
και ιδιαίτερα, όταν οι ανάγκες του συντρόφου του για συμπάθεια και οικειότητα
είναι αυξημένες. Ο φόβος της δέσμευσης φτάνει σε τέτοιο βαθμό που, σε περίπτωση
γάμου, μπορεί να οπισθοχωρήσει ακόμα και όταν βρεθεί στο κατώφλι του δημαρχείου
ή της εκκλησίας» (σελ. 37).
«Εξαιτίας της απομόνωσης της σεξουαλικότητας
από το συναισθηματικό κόσμο, η ενόρμηση βιώνεται ξεχωριστά. Έτσι, όχι μόνο ο
σύντροφος γίνεται σεξουαλικό αντικείμενο, αλλά και όλο το ερωτικό παιχνίδι
εξαντλείται σε ένα απλό λειτουργικό συμβάν. Δεν υπάρχει τρυφερότητα και
ερωτισμός, ούτε υπολογίζονται οι ανάγκες του συντρόφου, παρά μόνο ο προσωπικός
στόχος.
Η σχέση γίνεται ακόμα πιο
δύσκολη, όταν το σχιζοειδές άτομο αποδίδει στον σύντροφό του την αμφιθυμία του
μεταξύ αγάπης και μίσους και τη βαθιά αμφιβολία για το αν μπορεί να αγαπηθεί. Στην
περίπτωση αυτή τον δοκιμάζει διαρκώς, ζητώντας όλο και περισσότερες αποδείξεις
αγάπης για να διαλυθούν οι αμφιβολίες του, πράγμα που μπορεί να εξελιχτεί σε
ψυχικό σαδισμόή ακόμα και σε σαδισμό με
τη στενή έννοια του όρου. Η συμπεριφορά του μπορεί στο τέλος να καταστεί
καταστροφική» (σελ. 37-38).
Απόσπασμα από το βιβλίο:
Riemann, Fritz. (1994). Τετραλογία του φόβου. Μια ψυχολογική μελέτη σε
βάθος. Μτφρ. Παντελής Παπαδόπουλος.