Τετάρτη 26 Αυγούστου 2026

Κατατακτήριες εξετάσεις Ψυχολογίας Φλώρινας

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

 

ΘΕΜΑΤΑ, 2025

Αναπτυξιακή ψυχολογία

Α. Παιδί προσχολικής ηλικίας που δεν οριοθετούσε τον εαυτό του ως αγόρι ή κορίτσι και δεν είχε συγκεκριμένη κατεύθυνση ως προς το φύλο των παιχνιδιών και τους συμπαίκτες.

Β. Παιδί προσχολικής ηλικίας που οριοθετούσε αυστηρά τον εαυτό του ως αγόρι ή κορίτσι και είχε συγκεκριμένη κατεύθυνση ως προς το φύλο των παιχνιδιών και τους συμπαίκτες (αν τα παιχνίδια ήταν αυτά που έπρεπε ή δεν έπρεπε να παίξει, με βάση το φύλο).

Να το αναπτύξετε με βάση τα σχήματα φύλου και τη θεωρία του Kohlberg.

 

Ο Αλέξης 3 ετών βλέπει τη δασκάλα να αλλάζει θέση σε ένα παιχνίδι, ενώ η Άννα δεν βρίσκεται μέσα στην αίθουσα.

Μετά από λίγο μπαίνει η δασκάλα μέσα στην τάξη και ρωτά τον Αλέξη που θα ψάξει η Άννα το παιχνίδι; Ο Αλέξης απαντά: στο καινούργιο σημείο.

Και τον ρωτά πάλι η δασκάλα, μα αφού δεν ήταν η Άννα στον χώρο; Και απαντά πάλι το ίδιο.

Να το αναπτύξετε με βάση τη θεωρία του Piaget και τη θεωρία του νου και που συγκλίνουν αυτές οι δύο θεωρίες.

 

Θεωρίες προσωπικότητας

1. Πώς ο συντελεστικός συμπεριφορισμός εξηγεί την ελεύθερη βούληση;

2. Πώς η αυτοαποτελεσματικότητα, οι στόχοι και οι αξιολογικές αντιδράσεις συμβάλλουν στην αυτορρύθμιση;

 

Κοινωνική ψυχολογία

Α. Τι γνωρίζετε για τις συνιστώσες των στάσεων, για τη γνωστική συμφωνία και γνωστική ασυμφωνία και τη λελογισμένη (λογική) και προσχεδιασμένη δράση.

Β. Να περιγράψετε τη μεροληψία στην απόδοση.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

ΘΕΜΑΤΑ 2024

ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ

 1η ερώτηση:

Σε μια τάξη του νηπιαγωγείου, κάποια παιδιά δυσκολεύονται να συγκεντρωθούν, ενώ άλλα δυσκολεύονται να θυμηθούν οδηγίες ή να ολοκληρώσουν εργασίες γρήγορα.

Α. Περιγράψτε σύντομα τις βασικές αρχές των προσεγγίσεων επεξεργασίας πληροφοριών.

Β. Πώς οι προσεγγίσεις επεξεργασίας πληροφοριών εξηγούν τους γνωστικούς περιορισμούς στην πρώτη παιδική ηλικία;

 

2η ερώτηση

Η απάντηση ενός παιδιού στο δίλημμα του φαρμάκου του Kohlberg είναι η εξής: «Ναι, ο Γιώργος πρέπει να κλέψει το φάρμακο, γιατί αν δεν το κάνει, η σύζυγος του θα πεθάνει και δεν θα έχει κανέναν να τον φροντίζει ή να του μαγειρεύει.»

Α. Σε ποιο στάδιο ηθικής ανάπτυξης θα κατατάσσατε το παιδί με βάση την παραπάνω απάντηση και γιατί;

Β. Ποια θα ήταν μια ενδεικτική απάντηση ενός παιδιού που βρίσκεται στο αμέσως επόμενο στάδιο ηθικής ανάπτυξης; Εξηγήστε τις διαφορές μεταξύ των δύο σταδίων.

 

ΘΕΩΡΙΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ

Α. Εξηγήστε εάν η θετική αναγνώριση του εαυτού είναι καθολικό ανθρώπινο γνώρισμα.

Β. Αναφέρετε τι γνωρίζετε για τις κοινωνικές σχέσεις, την αυτοπραγμάτωση και την ευζωία στην ύστερη ηλικία.

 

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ

1. Η μελέτη των ταυτοτήτων και των αποδόσεων στην Κοινωνική Ψυχολογία.

Α. Τι αφορούν οι μεροληψίες στην απόδοση; (Αναφέρετε και περιγράψτε τα είδη με ένα παράδειγμα για το κάθε ένα).

Β. Τι αφορούν η κοινωνική σύγκριση και η αυτογνωσία; (Περιγραφή και ένα παράδειγμα για το κάθε ένα).

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

ΘΕΜΑΤΑ 2023

Κοινωνική ψυχολογία

α. Το πείραμα του Milgram και κριτική

β. Θεωρία Κοινωνικής Ταυτότητας και διαδικασίες ευκρίνειας κοινωνικής ταυτότητας

 

Προσωπικότητα

Α. Ένστικτο θανάτου

Β. Συλλογικό Ασυνείδητο

Γ. Το σύμπτωμα στην ψυχαναλυτική θεωρία

  

Γνωστική ψυχολογία

A. Φαινόμενο Stroop. Σε ποιο είδος προσοχής αναφέρεται;

B. Κοκτέιλ πάρτι. Σε ποιο είδος προσοχής αναφέρεται;

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ΘΕΜΑΤΑ 2022

ΓΝΩΣΤΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ

Νοερές εικόνες βάθους.

Περιγράψτε τη διαδικασία δημιουργίας, αποθήκευσης και σάρωσης των εικόνων αυτών.

 

ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ

1. Τι λένε οι σύγχρονες ψυχοδυναμικές προσεγγίσεις για το ασυνείδητο.

2. Περιγράψτε τη διεργασία της σκέψης μέσω της ψυχανάλυσης.

3. Ποιοι είναι οι τύποι δεσμού στους ενήλικες. Με βάση τη θεωρία του δεσμού περιγράψτε πως επηρεάζεται ο δεσμός όταν το άτομο μεγαλώνει.

 

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ

Θεωρίες κοινωνικής απόδοσης.

Περιγράψτε το μοντέλο συνδιακύμανσης.

Περιγράψτε το θεμελιώδες σφάλμα απόδοσης.

 

Ελένη Παπαδοπούλου & Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA   

Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Ανεκδήλωτος εγωτισμός

Η επίδραση ονόματος- γράμματος

Η έννοια του ανεκδήλωτου εγωτισμού αναφέρεται στην τάση των ανθρώπων να εμφανίζουν θετικές προτιμήσεις για στοιχεία που συνδέονται με τον ίδιο τους τον εαυτό, χωρίς απαραίτητα να αντιλαμβάνονται ότι αυτές οι προτιμήσεις επηρεάζουν τις αποφάσεις και τη συμπεριφορά τους. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η λεγόμενη επίδραση του ονόματος–γράμματος, η οποία μελετήθηκε αρχικά από τον Nuttin (1985). Η συγκεκριμένη επίδραση υποδηλώνει ότι οι άνθρωποι μπορεί να αισθάνονται, σε κάποιο βαθμό, μεγαλύτερη έλξη προς γράμματα που υπάρχουν στο όνομά τους, χωρίς να έχουν συνειδητή επίγνωση αυτής της προτίμησης.

 

Μεταγενέστερες έρευνες έδειξαν ότι η επίδραση αυτή ενδέχεται να επεκτείνεται και σε σημαντικές επιλογές της καθημερινής ζωής. Έχει υποστηριχθεί ότι οι άνθρωποι μπορεί να εμφανίζουν μια μικρή αλλά συστηματική προτίμηση για τόπους, επαγγέλματα ή άλλες επιλογές που παρουσιάζουν κάποια ομοιότητα με το όνομα ή τα αρχικά τους. Για παράδειγμα, σε ορισμένες μελέτες παρατηρήθηκε ότι άτομα με συγκεκριμένα ονόματα εμφανίζονταν συχνότερα σε πολιτείες των Ηνωμένων Πολιτειών των οποίων η ονομασία παρουσίαζε ομοιότητα με το μικρό τους όνομα. Έτσι, άτομα με το όνομα George φάνηκε να εμφανίζουν αυξημένη πιθανότητα να εγκατασταθούν στη Georgia, ενώ αντίστοιχες συσχετίσεις έχουν αναφερθεί για ονόματα όπως Florence–Florida, Kenneth–Kentucky και Louise–Louisiana. Στο ίδιο πλαίσιο, το όνομα Virginia παρουσιάζει ενδιαφέρον λόγω της ομοιότητάς του με την πολιτεία Virginia.

Η επίδραση του ανεκδήλωτου εγωτισμού έχει εξεταστεί και σε σχέση με τις επαγγελματικές επιλογές. Σε ορισμένες έρευνες έχει παρατηρηθεί ότι άνθρωποι των οποίων τα ονόματα μοιάζουν με λέξεις που σχετίζονται με συγκεκριμένα επαγγέλματα ενδέχεται να εμφανίζονται ελαφρώς συχνότερα σε αυτά τα επαγγέλματα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν τα ονόματα Denis και Denise, τα οποία παρουσιάζουν φωνητική ομοιότητα με τη λέξη dentist (οδοντίατρος), καθώς και τα ονόματα Laura και Lawrence, τα οποία έχουν συσχετιστεί ερευνητικά με τη λέξη law και, επομένως, με επαγγέλματα που σχετίζονται με τον νομικό χώρο.

Είναι σημαντικό, ωστόσο, να τονιστεί ότι οι συγκεκριμένες επιδράσεις είναι συνήθως μικρές σε μέγεθος και δεν σημαίνουν ότι το όνομα ενός ανθρώπου καθορίζει τις επιλογές ή την πορεία της ζωής του. Πρόκειται περισσότερο για πιθανές στατιστικές τάσεις, οι οποίες μπορεί να λειτουργούν παράλληλα με πολλούς άλλους και σαφώς σημαντικότερους παράγοντες, όπως η οικογένεια, το κοινωνικό περιβάλλον, οι ικανότητες, οι ευκαιρίες και οι προσωπικές εμπειρίες. Παρ’ όλα αυτά, η επαναλαμβανόμενη μελέτη παρόμοιων φαινομένων οδήγησε τους ερευνητές στην ιδέα ότι ο εαυτός μπορεί να επηρεάζει τη συμπεριφορά ακόμη και όταν το άτομο δεν έχει συνειδητή επίγνωση αυτής της επιρροής.

Οι συγκεκριμένες προτιμήσεις χαρακτηρίζονται ως «ανεκδήλωτες» ή «σιωπηρές» εκφράσεις εγωτισμού, επειδή το άτομο συνήθως δεν αναγνωρίζει ότι το προσωπικό του όνομα ή άλλα στοιχεία της ταυτότητάς του μπορεί να επηρεάζουν τις επιλογές του. Με άλλα λόγια, ένας άνθρωπος μπορεί να θεωρεί ότι μια συγκεκριμένη επιλογή είναι αποτέλεσμα αποκλειστικά λογικής σκέψης, προσωπικού ενδιαφέροντος ή αντικειμενικής αξιολόγησης, ενώ παράλληλα μπορεί να υπάρχει μια ασυνείδητη προτίμηση που σχετίζεται με την εικόνα του εαυτού του.

Η έννοια του εαυτού αποτελεί, επομένως, σημαντικό στοιχείο για την κατανόηση της προσωπικότητας. Ο εαυτός περιλαμβάνει τις γνώσεις, τις αντιλήψεις, τις αναμνήσεις και τις αξιολογήσεις που έχει ένα άτομο σχετικά με τον ίδιο του τον εαυτό. Από αυτή την άποψη, υπάρχει σημαντική επικάλυψη ανάμεσα στη μελέτη της προσωπικότητας και στη μελέτη της αυτοαντίληψης. Για παράδειγμα, τα ερωτηματολόγια προσωπικότητας που βασίζονται στην αυτοαναφορά ζητούν από το άτομο να περιγράψει τον εαυτό του, τις συνήθειες, τις συναισθηματικές του αντιδράσεις και τα χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς του. Επομένως, τόσο η μέτρηση της προσωπικότητας όσο και η μέτρηση της έννοιας του εαυτού στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό στον τρόπο με τον οποίο το άτομο αντιλαμβάνεται και αξιολογεί τον εαυτό του.

Ωστόσο, η προσωπικότητα δεν περιορίζεται μόνο σε όσα γνωρίζει και μπορεί να περιγράψει συνειδητά το άτομο. Οι ψυχοδυναμικές προσεγγίσεις υποστηρίζουν ότι σημαντικό μέρος της ανθρώπινης συμπεριφοράς μπορεί να επηρεάζεται από ασυνείδητες διεργασίες, επιθυμίες, συγκρούσεις και κίνητρα. Οι παράγοντες αυτοί δεν είναι πάντοτε άμεσα προσβάσιμοι μέσω της αυτοαναφοράς, καθώς το άτομο μπορεί να μην έχει επίγνωση της ύπαρξής τους ή του τρόπου με τον οποίο επηρεάζουν τη συμπεριφορά του. Με αυτή την έννοια, η προσωπικότητα περιλαμβάνει τόσο τις συνειδητές πλευρές του εαυτού όσο και βαθύτερες ψυχολογικές διεργασίες που δεν είναι εύκολο να αναγνωριστούν από το ίδιο το άτομο.

Παράλληλα, η κοινωνικογνωστική προσέγγιση της προσωπικότητας επαναφέρει τον εαυτό στο επίκεντρο, εξετάζοντας τον τρόπο με τον οποίο οι αντιλήψεις, οι πεποιθήσεις και οι προσδοκίες ενός ατόμου επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται και ερμηνεύει τον κοινωνικό κόσμο. Ο τρόπος με τον οποίο κάποιος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του επηρεάζει τις σχέσεις του με τους άλλους, τις προσδοκίες του, τους στόχους που θέτει και τις αποφάσεις που λαμβάνει.

Έτσι, ο εαυτός μπορεί να θεωρηθεί ως ένα κεντρικό σημείο αναφοράς της κοινωνικής και ψυχολογικής ζωής του ανθρώπου. Ο ανεκδήλωτος εγωτισμός αναδεικνύει ακριβώς αυτή τη σημασία, καθώς δείχνει ότι η σύνδεση του ατόμου με τον εαυτό του μπορεί να επηρεάζει ακόμη και φαινομενικά άσχετες επιλογές, χωρίς το ίδιο να αντιλαμβάνεται πάντοτε την επιρροή αυτή. Με αυτόν τον τρόπο, η μελέτη του ανεκδήλωτου εγωτισμού συμβάλλει στην ευρύτερη κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι συνειδητές και ασυνείδητες πλευρές του εαυτού συμμετέχουν στη διαμόρφωση της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

 

Πηγή:

D.L. Schacter et al., 2025, Ψυχολογία, Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα.

Nuttin, J. M., Jr. (1985). Narcissism beyond Gestalt and awareness: The name-letter effect. European Journal of Social Psychology, 15(3), 353–361.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Είσαι πρωινός ή βραδινός τύπος προσωπικότητας;

Ενδεχομένως είστε ο τύπος του ανθρώπου που του αρέσει να ξυπνάει αργά και να παραμένει ξύπνιος μέχρι αργά, αφήνοντας τις σχολικές εργασίες για αργά το απόγευμα, οπότε και αισθάνεστε καλύτερα.

Ή ενδεχομένως είτε ένα πιο πρωινό άτομο, που συνήθως ξυπνάει νωρίς, χωρίς βοήθεια από το ξυπνητήρι. Επίσης, όπως συνηθίζετε να κάνετε όλες τις σημαντικές σας δουλειές νωρίς μέσα στην ημέρα, όταν αισθάνεστε καλύτερα, και κοιμάστε σχετικά νωρίς το βράδυ. Το να είναι κανείς πρωινός ή βραδινός τύπος φαίνεται να αποτελεί μια σταθερή διαφορά μεταξύ των ατόμων ως προς την προτίμηση για διαφορετικές ώρες της ημέρας. Ο πρωινός τύπος (morningness) και ο βραδινός τύπος (eveningness) αποτελούν δύο τύπους προσωπικότητας, που φέρουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.  

Οι διαφορές που παρατηρούνται ανάμεσα στους ανθρώπους που χαρακτηρίζονται ως «πρωινοί τύποι» και σε εκείνους που προτιμούν να λειτουργούν περισσότερο το βράδυ φαίνεται να συνδέονται σε σημαντικό βαθμό με τον βιολογικό τους ρυθμό. Ο ανθρώπινος οργανισμός δεν λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, αλλά παρουσιάζει επαναλαμβανόμενες μεταβολές στη σωματική και ψυχολογική του λειτουργία. Πολλές από αυτές τις μεταβολές επαναλαμβάνονται μέσα σε έναν κύκλο περίπου 24 ωρών και αποτελούν αυτό που ονομάζεται κιρκάδιος ρυθμός. Πρόκειται για έναν εσωτερικό βιολογικό μηχανισμό που επηρεάζει τον ύπνο και την εγρήγορση, τη θερμοκρασία του σώματος, την έκκριση ορμονών, την ενέργεια και γενικότερα την καθημερινή λειτουργικότητα του ατόμου.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι ημερήσιες μεταβολές της σωματικής θερμοκρασίας και της ορμονικής δραστηριότητας. Η θερμοκρασία του σώματος δεν παραμένει σταθερή καθ’ όλη τη διάρκεια του 24ώρου, αλλά συνήθως αυξάνεται σταδιακά κατά τη διάρκεια της ημέρας, φτάνοντας σε υψηλότερα επίπεδα προς το απόγευμα ή το βράδυ, ενώ μειώνεται κατά τις νυχτερινές και πρώτες πρωινές ώρες. Παρόμοιες διακυμάνσεις παρατηρούνται και σε διάφορες ορμονικές λειτουργίες, οι οποίες συμβάλλουν στη ρύθμιση του ύπνου, της εγρήγορσης και της ενεργειακής κατάστασης του οργανισμού.

Με βάση αυτές τις βιολογικές διαφοροποιήσεις, ορισμένοι άνθρωποι εμφανίζουν έναν πιο «πρώιμο» κιρκάδιο ρυθμό, ενώ άλλοι έναν πιο «όψιμο». Τα άτομα με πρώιμο βιολογικό ρυθμό τείνουν να φτάνουν νωρίτερα στο μέγιστο επίπεδο εγρήγορσης και ενεργητικότητάς τους. Ως αποτέλεσμα, συνήθως ξυπνούν ευκολότερα το πρωί, αισθάνονται πιο δραστήρια κατά τις πρωινές ώρες και προτιμούν να κοιμούνται νωρίτερα. Αντίθετα, τα άτομα με πιο όψιμο ρυθμό μπορεί να δυσκολεύονται περισσότερο να ενεργοποιηθούν νωρίς το πρωί και να παρουσιάζουν υψηλότερα επίπεδα ενέργειας και εγρήγορσης αργότερα μέσα στην ημέρα ή το βράδυ.

Επομένως, η προτίμηση ενός ατόμου να δραστηριοποιείται κυρίως το πρωί ή το βράδυ δεν αποτελεί απλώς μια συνήθεια ή μια επιλογή που έχει διαμορφωθεί από τον τρόπο ζωής του. Σε σημαντικό βαθμό, φαίνεται να αποτελεί μια σχετικά σταθερή ατομική διαφοροποίηση, η οποία έχει βιολογική βάση. Οι λεγόμενοι πρωινοί τύποι αναφέρουν ότι ξυπνούν νωρίτερα και ότι αισθάνονται καλύτερα, πιο ενεργητικοί και περισσότερο παραγωγικοί κατά τις πρώτες ώρες της ημέρας. Αντίθετα, οι βραδινοί τύποι τείνουν να αισθάνονται μεγαλύτερη ενεργητικότητα και ευεξία αργότερα μέσα στην ημέρα.

Η συγκεκριμένη διαφοροποίηση δεν επηρεάζει μόνο τον ύπνο ή την ατομική παραγωγικότητα, αλλά μπορεί να έχει συνέπειες και στις κοινωνικές σχέσεις. Η συμβατότητα ως προς το χρονικό πρότυπο δραστηριότητας φαίνεται να διευκολύνει τη συμβίωση και την καθημερινή αλληλεπίδραση. Όταν δύο άνθρωποι έχουν παρόμοιες προτιμήσεις ως προς το πότε κοιμούνται, ξυπνούν, εργάζονται, ξεκουράζονται ή κοινωνικοποιούνται, είναι πιθανότερο να μπορούν να οργανώνουν ευκολότερα τον κοινό τους χρόνο. Για παράδειγμα, δύο άνθρωποι που προτιμούν να ξεκινούν νωρίς την ημέρα μπορεί να έχουν περισσότερες κοινές ώρες δραστηριότητας το πρωί, ενώ δύο βραδινοί τύποι μπορεί να απολαμβάνουν περισσότερο την κοινωνική επαφή και τις κοινές δραστηριότητες αργότερα.

Αντίθετα, όταν υπάρχει μεγάλη απόκλιση ανάμεσα στους κιρκάδιους ρυθμούς δύο ανθρώπων που ζουν στον ίδιο χώρο, μπορεί να δημιουργηθούν δυσκολίες και εντάσεις. Για παράδειγμα, ένας άνθρωπος που χρειάζεται να κοιμάται και να ξυπνά νωρίς μπορεί να ενοχλείται από έναν συγκάτοικο που παραμένει ενεργός μέχρι αργά τη νύχτα. Αντίστοιχα, ο βραδινός τύπος μπορεί να αισθάνεται ότι περιορίζεται όταν ο άλλος επιθυμεί να ξεκινά τις καθημερινές δραστηριότητες πολύ νωρίς. Έτσι, η χρονοτυπική ασυμβατότητα, δηλαδή η σημαντική διαφορά στις χρονικές προτιμήσεις δύο ατόμων, μπορεί να αποτελέσει πηγή άγχους, εκνευρισμού και συγκρούσεων, ιδιαίτερα όταν οι άνθρωποι αναγκάζονται να μοιράζονται τον ίδιο χώρο και να συντονίζουν καθημερινά τις δραστηριότητές τους.

Η επίδραση του χρονοτύπου φαίνεται να επεκτείνεται και στις ερωτικές σχέσεις. Οι άνθρωποι φαίνεται να διατηρούν σε σημαντικό βαθμό τις προτιμήσεις τους ως προς το αν αισθάνονται καλύτερα το πρωί ή το βράδυ ακόμη και όταν βρίσκονται για μεγάλο χρονικό διάστημα σε μια σχέση. Αυτό σημαίνει ότι η δημιουργία μιας μακροχρόνιας σχέσης δεν οδηγεί απαραίτητα στην εξάλειψη των αρχικών διαφορών στον κιρκάδιο ρυθμό. Αντίθετα, οι σύντροφοι χρειάζεται να προσαρμόσουν την κοινή τους καθημερινότητα, ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι διαφορετικές ανάγκες και χρονικές προτιμήσεις τους.

Παράλληλα, είναι πιθανό οι άνθρωποι να έρχονται συχνότερα σε επαφή και να δημιουργούν κοινωνικούς δεσμούς με άτομα που διαθέτουν παρόμοιο χρονοτύπο. Οι πρωινοί τύποι, για παράδειγμα, είναι πιθανότερο να ξεκινούν τις κοινωνικές τους δραστηριότητες νωρίτερα μέσα στην ημέρα, ενώ οι βραδινοί τύποι μπορεί να προτιμούν κοινωνικές επαφές και δραστηριότητες σε μεταγενέστερες ώρες. Με αυτόν τον τρόπο, οι διαφορετικοί χρονοτύποι μπορεί να δημιουργούν διαφορετικά «χρονικά περιβάλλοντα», μέσα στα οποία οι άνθρωποι οργανώνουν την καθημερινότητά τους και αναπτύσσουν τις κοινωνικές τους σχέσεις.

Συνολικά, ο κιρκάδιος ρυθμός αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την κατανόηση των ατομικών διαφορών στη συμπεριφορά και στην καθημερινή λειτουργία. Η διάκριση μεταξύ πρωινών και βραδινών τύπων δείχνει ότι οι άνθρωποι δεν διαφέρουν μόνο ως προς το τι κάνουν, αλλά και ως προς το πότε αισθάνονται περισσότερο ενεργητικοί, κοινωνικοί και παραγωγικοί. Οι διαφορές αυτές μπορούν να επηρεάσουν τον ύπνο, την απόδοση, την οργάνωση της καθημερινότητας, αλλά και την ποιότητα των διαπροσωπικών σχέσεων. Για τον λόγο αυτό, η κατανόηση του προσωπικού χρονοτύπου και ο σεβασμός στις διαφορετικές χρονικές ανάγκες μπορούν να συμβάλουν σε μια πιο αρμονική συνύπαρξη και σε αποτελεσματικότερη προσαρμογή της καθημερινής ζωής στις βιολογικές ιδιαιτερότητες κάθε ανθρώπου.

 

Πηγή:

Larsen, R. & Buss, D. (2020). Ψυχολογία της προσωπικότητας. Πεδία γνώσης σχετικά με την ανθρώπινη φύση. Εκδόσεις Παπαζήση.  

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc., MA.

Το τρισδιάστατο μοντέλο της προσωπικότητας

Του Cloninger

Υπάρχουν θεωρίες προσωπικότητας που στηρίζονται στους νευροδιαβιβαστές, που εμπλέκονται στην επικοινωνία ανάμεσα στους νευρώνες που μεταφέρουν πληροφορίες από και προς τον εγκέφαλο. Τρεις από τους πιο γνωστούς νευροδιαβιβαστές είναι η ντοπαμίνη, η σεροτονίνη και η νορεπινεφρίνη. Το τρισδιάστατο μοντέλο προσωπικότητας του Cloninger εμπλέκει τους τρεις προαναφερθέντες νευροδιαβιβαστές με χαρακτηριστικά της προσωπικότητας. 

 

Στο μοντέλο του Cloninger, η προσωπικότητα συνδέεται σε σημαντικό βαθμό με τη λειτουργία συγκεκριμένων νευροδιαβιβαστών και με τον τρόπο με τον οποίο αυτοί επηρεάζουν τη συμπεριφορά, τα κίνητρα και τις συναισθηματικές αντιδράσεις του ατόμου. Ο Cloninger πρότεινε τρία βασικά χαρακτηριστικά της ιδιοσυγκρασίας: την αναζήτηση της καινοτομίας, την αποφυγή βλάβης και την εξάρτηση από την επιβράβευση. Κάθε ένα από αυτά θεωρείται ότι σχετίζεται με διαφορετικούς βιολογικούς μηχανισμούς.

Το πρώτο χαρακτηριστικό είναι η αναζήτηση της καινοτομίας. Σύμφωνα με τον Cloninger, η τάση αυτή συνδέεται με τη λειτουργία της ντοπαμίνης και ιδιαίτερα με σχετικά χαμηλή βασική δραστηριότητα του συγκεκριμένου νευροδιαβιβαστή. Το άτομο, σε μια τέτοια περίπτωση, μπορεί να έχει μεγαλύτερη ανάγκη για νέα, έντονα και ενδιαφέροντα ερεθίσματα, τα οποία ενεργοποιούν το σύστημα ανταμοιβής του εγκεφάλου. Η αναζήτηση νέων εμπειριών, συγκινήσεων και ενθουσιασμού μπορεί επομένως να λειτουργεί ως ένας τρόπος αύξησης της ενεργοποίησης και της ευχαρίστησης. Τα άτομα που παρουσιάζουν έντονα αυτό το χαρακτηριστικό είναι πιθανότερο να έλκονται από την εξερεύνηση, τις αλλαγές, τις νέες δραστηριότητες και τις εμπειρίες που διαφοροποιούνται από τη συνηθισμένη καθημερινότητα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η ανάγκη για συνεχή διέγερση μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε παρορμητικές επιλογές ή σε αναζήτηση έντονων εμπειριών.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η αποφυγή βλάβης, η οποία συνδέεται κυρίως με τη λειτουργία της σεροτονίνης. Ο Cloninger, ωστόσο, δεν υποστηρίζει ότι υπάρχει μια απλή και άμεση σχέση ανάμεσα στην ποσότητα της σεροτονίνης και στον βαθμό αποφυγής βλάβης. Η σχέση αυτή είναι περισσότερο σύνθετη και επηρεάζεται από τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το σεροτονινεργικό σύστημα σε διαφορετικές συνθήκες. Για παράδειγμα, οι μεταβολές στη σεροτονίνη έχουν συσχετιστεί με τη διάθεση, το άγχος και την αντίδραση του οργανισμού στο στρες. Επομένως, είναι σημαντικό να διακρίνουμε τις προσωρινές μεταβολές της σεροτονίνης που μπορεί να εμφανίζονται ως αντίδραση σε μια αγχωτική κατάσταση από τη μακροχρόνια λειτουργία του συστήματος, η οποία μπορεί να σχετίζεται με σταθερότερα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας.

Η αποφυγή βλάβης αφορά την τάση του ατόμου να προβλέπει και να αποφεύγει καταστάσεις που ενδέχεται να οδηγήσουν σε πόνο, αποτυχία, κίνδυνο ή δυσάρεστες συνέπειες. Τα άτομα που παρουσιάζουν χαμηλά επίπεδα αυτού του χαρακτηριστικού τείνουν να είναι περισσότερο ενεργητικά, κοινωνικά, τολμηρά και αισιόδοξα. Συνήθως δεν ανησυχούν υπερβολικά για πιθανούς κινδύνους και είναι περισσότερο πρόθυμα να αναλάβουν πρωτοβουλίες. Αντίθετα, τα άτομα με υψηλή αποφυγή βλάβης χαρακτηρίζονται συχνότερα από προσοχή, επιφυλακτικότητα και συγκράτηση. Μπορεί να είναι περισσότερο ντροπαλά ή αγχώδη και να σκέφτονται επανειλημμένα τις πιθανές αρνητικές συνέπειες μιας επιλογής. Έχουν την τάση να αναζητούν προσεκτικά ενδείξεις κινδύνου και να προετοιμάζονται για πιθανά δυσάρεστα γεγονότα, ακόμη και όταν αυτά δεν είναι βέβαιο ότι θα συμβούν.

Το τρίτο χαρακτηριστικό είναι η εξάρτηση από την επιβράβευση, η οποία στο αρχικό μοντέλο του Cloninger συνδέθηκε με τη λειτουργία της νορεπινεφρίνης. Το χαρακτηριστικό αυτό αναφέρεται στην τάση του ατόμου να διατηρεί μια συμπεριφορά όταν αυτή έχει στο παρελθόν οδηγήσει σε θετική ενίσχυση ή ανταμοιβή. Τα άτομα που παρουσιάζουν υψηλή εξάρτηση από την επιβράβευση είναι πιθανό να δίνουν ιδιαίτερη σημασία στην αναγνώριση, την αποδοχή και την επιβράβευση από το κοινωνικό τους περιβάλλον. Συχνά επιμένουν στους στόχους τους και συνεχίζουν να καταβάλλουν προσπάθεια ακόμη και όταν η ανταμοιβή δεν είναι άμεση.

Η επιμονή τους μπορεί να γίνει ιδιαίτερα εμφανής στο εργασιακό ή ακαδημαϊκό περιβάλλον. Για παράδειγμα, μπορεί να εργάζονται για πολλές ώρες, να επενδύουν σημαντική προσπάθεια σε μια δραστηριότητα και να συνεχίζουν να προσπαθούν ακόμη και όταν οι γύρω τους έχουν σταματήσει. Η προσδοκία ότι η προσπάθεια θα οδηγήσει τελικά σε κάποιο θετικό αποτέλεσμα μπορεί να λειτουργεί ως ισχυρό κίνητρο για τη διατήρηση της συμπεριφοράς.

Συνολικά, το μοντέλο του Cloninger επιχειρεί να εξηγήσει γιατί οι άνθρωποι διαφέρουν μεταξύ τους ως προς την αναζήτηση νέων εμπειριών, την αντίδραση απέναντι στον κίνδυνο και την επιμονή στην επιδίωξη ανταμοιβών. Οι διαφορές αυτές δεν μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά στη βιολογία, καθώς η προσωπικότητα διαμορφώνεται μέσα από τη συνεχή αλληλεπίδραση βιολογικών προδιαθέσεων, εμπειριών, μάθησης και περιβαλλοντικών επιδράσεων. Ωστόσο, η προσέγγιση του Cloninger ανέδειξε τη σημαντική συμβολή των νευροβιολογικών μηχανισμών στην κατανόηση της ανθρώπινης προσωπικότητας και της διαφορετικότητας της συμπεριφοράς.

 

Πηγή:

Larsen, R. & Buss, D. (2020). Ψυχολογία της προσωπικότητας. Πεδία γνώσης σχετικά με την ανθρώπινη φύση. Εκδόσεις Παπαζήση.  

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc., MA.