Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026

Η προθετικότητα των συναισθημάτων

Σύμφωνα με τη γνωσιακή θεωρία των συναισθημάτων που διατύπωσαν οι Keith Oatley και Philip Johnson-Laird, τα συναισθήματα δεν αποτελούν απλώς υποκειμενικές εμπειρίες, αλλά βασικούς οργανωτικούς μηχανισμούς του νου. Η κύρια λειτουργία τους είναι να ρυθμίζουν και να αναδιοργανώνουν την «αρχιτεκτονική» των γνωσιακών διεργασιών, κατευθύνοντας την προσοχή, τη μνήμη και τη λήψη αποφάσεων. Με εξελικτικούς όρους, τα συναισθήματα διευκολύνουν την προσαρμογή του οργανισμού σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον. Αποτελούν μέρος της προθετικής μας στάσης απέναντι στον κόσμο: μέσω αυτών ανοιγόμαστε σε καταστάσεις, πρόσωπα και γεγονότα και ανταποκρινόμαστε με τρόπο που έχει νόημα για την επιβίωση και τη συνύπαρξη.

 

Οι φαινομενολόγοι τονίζουν ότι η ανθρώπινη εμπειρία δεν εξαντλείται στη σκέψη ή στην αντίληψη αντικειμένων. Ο κόσμος μάς αποκαλύπτεται και συναισθηματικά. Οι διαθέσεις, οι συγκινήσεις και τα συναισθήματα συνδιαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε την πραγματικότητα. Το «νόημα» του κόσμου δεν είναι ουδέτερο· αναδύεται μέσα από τη συναισθηματική μας εμπλοκή. Κάθε ιδιαίτερη συγκίνηση —αγάπη, μίσος, χαρά, λύπη, απογοήτευση— προσδίδει στο αντικείμενό της συγκεκριμένη ποιότητα και αξία. Έτσι, το περιεχόμενο του συναισθήματος δεν είναι απλώς εσωτερικό βίωμα, αλλά τρόπος φανέρωσης του κόσμου.

Τα συναισθήματα μπορούν να ιδωθούν ως δυναμικές διεργασίες που μεσολαβούν ανάμεσα στο άτομο και σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο κοινωνικό περιβάλλον. Έρευνες σε κοινωνικά ζώα έχουν δείξει ότι η συλλογική συναισθηματική συμπεριφορά ενισχύει τη συνοχή της ομάδας και διευκολύνει την επίλυση προβλημάτων. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από άλλους τομείς έρευνας: από τη μελέτη του γλωσσικού λεξιλογίου των συναισθημάτων και των μεταφορών, μέχρι πολιτισμικά φαινόμενα όπως οι κανόνες εθιμοτυπίας, οι μύθοι και οι θρύλοι, που κωδικοποιούν και μεταδίδουν συλλογικές συγκινησιακές εμπειρίες.

Οι θρησκευτικές και τελετουργικές θεωρίες υποστηρίζουν ότι οι τελετουργίες δημιουργούν κοινά συναισθήματα που συνδέονται με σύμβολα. Μέσα από αυτή τη συμβολική φόρτιση θεμελιώνονται οι πεποιθήσεις, η ηθική, η σκέψη και ευρύτερα ο πολιτισμός. Το συναίσθημα, επομένως, δεν είναι μόνο ατομικό αλλά και συλλογικό γεγονός.

Ο Maurice Merleau-Ponty επισήμανε ότι κάθε αντικείμενο αντανακλά και συνδέεται με όλα τα άλλα, υπογραμμίζοντας τη σχεσιακή φύση της εμπειρίας. Ο George Lakoff ανέδειξε τον ρόλο της ενσώματης γνώσης: οι αφηρημένες έννοιες και οι γνωσιακές δομές χαρτογραφούνται πάνω σε σωματικές εμπειρίες μέσω μεταφορών, εικόνων και πρωτοτύπων. Έτσι, ακόμη και οι πιο σύνθετες μορφές σκέψης έχουν ρίζες στη σωματική και συναισθηματική εμπειρία.

Ο John Searle εισήγαγε τη διάκριση ανάμεσα στην ατομική προθετικότητα («εγώ προτίθεμαι να») και στη συλλογική προθετικότητα («εμείς προτιθέμεθα να»). Η δεύτερη δεν ανάγεται απλώς στο άθροισμα ατομικών προθέσεων· αποτελεί ένα πρωτογενές, βιολογικά θεμελιωμένο φαινόμενο. Η συνεργασία προϋποθέτει ότι τα άτομα μοιράζονται μια κοινή πρόθεση και αναγνωρίζουν ότι και οι άλλοι συμμετέχουν σε αυτήν. Πίσω από κάθε μορφή συνεργασίας υπάρχει αυτή η κοινή δομή στον νου των συμμετεχόντων.

Για να καταστεί δυνατή η συλλογική προθετικότητα, απαιτείται μια πιο θεμελιώδης «προ-προθετική» αίσθηση κοινωνικότητας — μια βασική εμπειρία του ανήκειν και της κοινότητας. Σύμφωνα με τον Searle, η φυσική επιλογή ευνόησε τη συνεργατική συμπεριφορά, επειδή αύξανε την προσαρμοστικότητα των μελών του ίδιου είδους. Χωρίς συλλογική προθετικότητα δεν θα μπορούσε να υπάρξει κοινωνική πραγματικότητα· και χωρίς την προ-προθετική αίσθηση κοινότητας δεν θα μπορούσε να υπάρξει συλλογική προθετικότητα.

Συνολικά, οι θεωρήσεις αυτές συγκλίνουν σε ένα κοινό συμπέρασμα: τα συναισθήματα δεν είναι περιφερειακά φαινόμενα της ανθρώπινης ζωής. Αποτελούν θεμελιώδη μηχανισμό οργάνωσης του νου, τρόπο αποκάλυψης του κόσμου και βάση της κοινωνικής πραγματικότητας. Μέσω αυτών συγκροτούνται όχι μόνο οι ατομικές μας εμπειρίες, αλλά και οι συλλογικές μορφές ζωής.

 

Πηγή:

Γιωτάκος, Ο. (2023). Η προθετικότητα στον εγκέφαλο και τη συμπεριφορά. Εκδόσεις Βήτα.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Διαβάζοντας το βιβλίο: Διάβασε την επιθυμία μου

Ο Λακάν εναντίον των ιστορικιστών

 

«Στο "Διάβασε την επιθυμία μου" η Τζόαν Κόπτζεκ σκηνοθετεί μία αναμέτρηση ανάμεσα στη θεωρία του Ζακ Λακάν και στη θεωρία του Μισέλ Φουκώ, πρωταγωνιστών δύο δυναμικών, νεωτερικών επιστημονικών πεδίων -της ψυχανάλυσης και του ιστορικισμού. Κατά κανόνα, οι δρόμοι αυτών των τρόπων σκέψης διασταυρώνονται μόνο μέχρι το σημείο οι ιστορικιστές να κατηγορήσουν την ψυχανάλυση για αδιαφορία απέναντι στην ιστορία, αλλά εδώ η ψυχανάλυση, διαμέσου του Λακάν, περνάει στην επίθεση. Αρνούμενη να εκχωρήσει την ιστορία στους ιστορικιστές, η Κόπτζεκ επιχειρηματολογεί υπέρ της ανωτερότητας της λακανικής ερμηνείας των ιστορικών διαδικασιών και των γενετικών αρχών.

Ο στόχος της είναι να εμπνεύσει ένα νέο είδος πολιτισμικής κριτικής, η οποία να είναι «εγγράμματη ως προς την επιθυμία» και σε θέση να ερμηνεύσει αυτό που είναι ανείπωτο στις πολλαπλές λειτουργίες του πολιτισμού. (Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου). 

 

«Μετά το "Διάβασε την Επιθυμία μου" τίποτα στο πεδίο των πολιτισμικών σπουδών δεν θα παραμείνει ακριβώς το ίδιο: η θεωρία κινηματογράφου, ο φεμινισμός, η φιλοσοφία και η ψυχανάλυση θα πρέπει να συσχετιστούν μεταξύ τους με εντελώς καινούργιο τρόπο. Για πρώτη φορά μία αμερικανίδα συγγραφέας έχει πάρει στα σοβαρά τον Λακάν, υποβαθμίζοντας στην αλυσιτέλεια που της αξίζει την επικρατούσα ιδιοποίηση της λακανικής θεωρίας από τις πολιτισμικές σπουδές. Πέραν της πολιτικής ορθότητας, το βιβλίο είναι θεωρητικά ορθό: αν δεν υπήρχε, θα έπρεπε να το εφεύρουμε!» (Slavoj Zizek).

«Όταν ο Lacan λέει ότι το υποκείμενο δημιουργείται εκ του μηδενός, αναγνωρίζει το γεγονός ότι κάθε εκφερόμενο προετοιμάζει τη δυνατότητα της ίδιας της άρνησής του, το γεγονός ότι η αρχή της ευχαρίστησης οδηγεί αναπόδραστα πέραν του εαυτού της, υπερβαίνει τον εαυτό της παράγοντας αμφιβολία, η οποία, με τη σειρά της, παράγει την πεποίθηση ότι υπάρχει μια πραγματικότητα που κείται πίσω από τη γλώσσα. Το υποκείμενο μπορεί μόνο να αναρωτιέται κατά πόσο αυτό που έχει δοθεί προς ευχαρίστηση είναι αληθινά αυτό που υπάρχει, ή κατά πόσο υπάρχει κάτι που λείπει σε αυτό που έχει προσφερθεί. Η επιθυμία παράγεται όχι σαν ένας αγώνας για κάτι, αλλά μόνο σαν ένας αγώνας για κάτι άλλο ή για κάτι περισσότερο. Απορρέει από το αίσθημα ότι έχουμε πιαστεί κορόιδα από τη γλώσσα, ότι μας έχουν εξαπατήσει σε κάτι, και όχι από το ότι έχει παρουσιαστεί σε εμάς ένα καθορισμένο αντικείμενο ή στόχος, στα οποία μπορούμε να στοχεύουμε. Η επιθυμία δεν έχει κανένα περιεχόμενο- είναι για το τίποτα-, διότι, η γλώσσα δεν μπορεί να παραδώσει σε εμάς καμία αδιάσειστη αλήθεια, κανέναν θετικό στόχο.

Ο λακανικός αφορισμός –επιθυμία είναι η επιθυμία του Άλλου- εκλαμβάνεται συχνά ότι σημαίνει πως το υποκείμενο πλάθει τον εαυτό του κατ’ εικόνα της επιθυμίας του Άλλου. Αυτό έχω εκλάβει σαν μια προβληματική πολιτική θέση, αλλά το ιδιαίτερο ενδιαφέρον μου έγκειται στο πρόβλημα που αυτή η θέση παρουσιάζει για τον φεμινισμό. Διότι όταν αυτή η υπόθεση συνδυάζεται με την αποκάλυψη μιας αρρενωπιστικής προκατάληψης στη διάταξη των κοινωνικών σχέσεων, τότε η γυναίκα μπορεί να γίνει κατανοητή μονάχα ως μια πραγματοποίηση των ανδρικών επιθυμιών, μπορεί μονάχα να θεωρηθεί πως βλέπει τον εαυτό της μέσω της προοπτικής ενός ανδρικού βλέμματος. Η απάντηση του Lacan σε αυτή την λανθασμένη ερμηνεία της διατύπωσής του είναι απλώς ότι δεν έχουμε καμία εικόνα της επιθυμίας του Άλλου και είναι αυτή ακριβώς η έλλειψη που προκαλεί την επιθυμία μας. Είναι πρώτα από όλα, μια ανικανοποίητη επιθυμία που εισάγει τη δική μας, μια που δεν είναι γεμάτη με νόημα ή δεν έχει κανένα σημαινόμενο. Το ότι αυτή η επιθυμία δεν μπορεί να ικανοποιηθεί είναι μια δευτερεύουσα αλήθεια που προκύπτει από αυτή την πρωταρχική προϋπόθεση» (σελ. 101-102).    

 

Πηγή:

Joan Copjec. 2019. Διάβασε την επιθυμία μου. Ο Λακάν εναντίον των ιστορικιστών. Εκδόσεις Πλέθρον.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Λακάν και Αριστοτέλης: το αίτιο

Η σύνδεση ανάμεσα στον Jacques Lacan και τον Αριστοτέλη γίνεται πιο σαφής αν δούμε ότι και οι δύο διαμορφώνουν τη σκέψη τους αντιπαρατιθέμενοι σε παρόμοιους θεωρητικούς «αντιπάλους». Ο Αριστοτέλης στράφηκε εναντίον των Ελεατών, οι οποίοι υποστήριζαν ότι το Είναι είναι ενιαίο, αμετάβλητο και ότι η μεταβολή είναι ψευδαίσθηση. Αντίθετα, ο ίδιος έθεσε στο κέντρο της φιλοσοφίας του τη μεταβολή και το γίγνεσθαι: η πραγματικότητα δεν είναι στατική, αλλά μια ενιαία διαδικασία που δεν μπορεί να τεμαχιστεί σε εξωτερικά, άσχετα μεταξύ τους μέρη.

 

Ένα κρίσιμο σημείο διαφοροποίησης ανάμεσα στον Αριστοτέλη και τον Bergson αφορά την τελεολογία. Ο Αριστοτέλης υπερασπίστηκε την τελεολογική εξήγηση, δηλαδή την ιδέα ότι τα φυσικά όντα κινούνται προς έναν σκοπό (τέλος). Ο Bergson, αντίθετα, άσκησε έντονη κριτική σε κάθε μορφή «εσωτερικού φιναλισμού», θεωρώντας ότι μια προκαθορισμένη τελική μορφή ακυρώνει την πραγματική διάρκεια του χρόνου και τη δημιουργική καινοτομία. Ωστόσο, ο Αριστοτέλης δεν υιοθετεί έναν ιδεαλισμό όπου η μορφή προϋπάρχει σε έναν υπερβατικό χώρο και κατευθύνει τα πράγματα εξ αρχής. Για εκείνον, η μορφή είναι το αποτέλεσμα —ο τερματικός σταθμός— της φυσικής διαδικασίας μεταβολής. Ο χρόνος, όπως και στον Bergson, δεν επιτρέπει να δοθούν όλα μονομιάς· παρεμβάλλεται ως καθυστέρηση και ανάπτυξη. Η τελεολογία, λοιπόν, στον Αριστοτέλη δεν είναι μηχανιστική πρόβλεψη αλλά μια προσπάθεια να εξηγηθεί η μεταβολή χωρίς να αναχθεί σε απλή εξωτερική ώθηση.

 

Στο πλαίσιο αυτό αποκτά σημασία ο αριστοτελικός όρος «αυτόματον» (το αυτόματο). Ο Αριστοτέλης, στην προσπάθειά του να ορίσει την αιτία, υποστήριξε ότι κάθε φυσική υπόσταση διαθέτει μια εσωτερική αρχή μεταβολής. Παράλληλα όμως, για να διασφαλίσει τόσο την ποικιλία όσο και τη συνέχεια της κίνησης, εισήγαγε την έννοια του ‘’Πρώτο Κινούν’’, ως θεμελιακή αρχή που καθιστά δυνατή την κίνηση χωρίς η ίδια να κινείται.

Το «αυτόματο», ωστόσο, δηλώνει μια διαφορετική κατηγορία συμβάντων: εκείνα που προκύπτουν από τη σύμπτωση ανεξάρτητων αιτιακών αλυσίδων. Δεν καθοδηγούνται από εσωτερικό σκοπό ούτε από ενιαία τελική αιτία. Είναι αποτέλεσμα της διασταύρωσης γεγονότων που το καθένα έχει τη δική του αιτία, χωρίς να υπάρχει συνολική εξήγηση για τον συγχρονισμό τους. Με αυστηρούς όρους, η σύμπτωση δεν είναι ένα «ενιαίο» γεγονός με ενιαία αιτία.

Το κλασικό παράδειγμα που δίνει ο Αριστοτέλης είναι ο άνθρωπος που πηγαίνει στην αγορά για έναν συγκεκριμένο λόγο και τυχαίνει να συναντήσει εκεί έναν οφειλέτη που του επιστρέφει τα χρήματα. Η συνάντηση αυτή δεν συνέβη «για να» εισπράξει το χρέος· είναι προϊόν σύμπτωσης. Εδώ φαίνεται το όριο της τελικής αιτίας: δεν εξηγούνται όλα με όρους σκοπού.

Αυτή ακριβώς η διάσταση της «αποτυχίας» της τελικής αιτίας θα απασχολήσει τον Λακάν, ιδίως όταν επανερμηνεύει την ενόρμηση θανάτου του Freud. Για τον Λακάν, το σημαίνον δίκτυο —ο συμβολικός μηχανισμός της γλώσσας— λειτουργεί με έναν τρόπο που θυμίζει το «αυτόματο»: κινείται πέρα από τις προθέσεις του υποκειμένου. Η αιτία, υποστηρίζει, δεν ταυτίζεται με το καθοριστικό στοιχείο μιας αλυσίδας· κάθε φορά που μιλάμε για αιτία, υπάρχει ένα υπόλοιπο ακαθοριστίας, ένα ρήγμα στο νόημα.

Έτσι, ενώ ο Αριστοτέλης διακρίνει ανάμεσα στην τελεολογική κίνηση και στη σύμπτωση, ο Λακάν θα αναδείξει το στοιχείο της αποτυχίας, του αστάθμητου και του μη-πλήρως-καθορισμένου ως δομικό στοιχείο της ίδιας της αιτιότητας. Η αιτία, στον Λακάν, δεν είναι ποτέ πλήρως παρούσα μέσα στην αλυσίδα των γεγονότων· είναι αυτό που τη διακόπτει, που εισάγει το απρόβλεπτο — ένα «αυτόματο» του σημαίνοντος που υπερβαίνει τόσο τον κλασικό τελεολογισμό όσο και τον καθαρό μηχανισμό.

 

Πηγή:

Joan Copjec. 2019. Διάβασε την επιθυμία μου. Ο Λακάν εναντίον των ιστορικιστών. Εκδόσεις Πλέθρον.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Διαβάζοντας το βιβλίο: Με τον θάνατο στην ψυχή

Του Σαρτρ

 

«Μερικοί Γερμανοί είχαν φανεί επιφυλακτικά, στην είσοδο του κεντρικού δρόμου. Ο Σασσεριώ, ο Πινέτ κι ο Κλαπό τους έριξαν. Τα κεφάλια χάθηκαν. Αυτή τη φορά, μας ανακάλυψαν. Ξανά σιωπή. Μακρά σιωπή. Ο Ματιέ συλλογιζόταν: «Τι να μαγειρεύουν;». Στον άδειο δρόμο, τέσσερις νεκροί, λίγο πιο πέρα, δυο άλλοι: ό,τι μπορέσαμε να κάνουμε. Τώρα έπρεπε να τελειώσουν τη δουλειά: να σκοτωθούν. Και γι’ αυτούς, τι θα είναι; Δέκα λεφτά καθυστέρηση στο καθορισμένο ωράριο» (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

Το έργο διαδραματίζεται κατά την περίοδο της κατάρρευσης της Γαλλίας το 1940, μπροστά στην προέλαση των ναζιστικών στρατευμάτων, και εστιάζει στην εμπειρία της ήττας, της διάλυσης και της υπαρξιακής αγωνίας.

Το μυθιστόρημα παρακολουθεί τον μαθηματικό και διανοούμενο Ματιέ Ντελαρύ και άλλους χαρακτήρες της τριλογίας μέσα στο χάος της στρατιωτικής κατάρρευσης. Η Γαλλία βρίσκεται σε αποσύνθεση: ο στρατός υποχωρεί, οι θεσμοί καταρρέουν, και οι άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι με την ωμή πραγματικότητα της ιστορικής ήττας. Δεν πρόκειται για ηρωικό πολεμικό αφήγημα· αντίθετα, ο Σαρτρ περιγράφει τη σύγχυση, τον φόβο, την αδράνεια και τη βαθιά αίσθηση ματαιότητας.

Το βιβλίο αποτελεί λογοτεχνική έκφραση του υπαρξισμού του Σαρτρ. Η ελευθερία, που σε προηγούμενα μέρη της τριλογίας εμφανιζόταν ως δυνατότητα επιλογής, εδώ βιώνεται ως βάρος μέσα σε συνθήκες ακραίου περιορισμού. Η ήττα αποκαλύπτει την αλήθεια των προσώπων: άλλοι βυθίζονται στην παθητικότητα, άλλοι αναζητούν νόημα μέσα στην καταστροφή.

Ο «θάνατος στην ψυχή» δεν αφορά μόνο τον φυσικό θάνατο αλλά και μια εσωτερική νέκρωση — την απώλεια βεβαιοτήτων, ιδεολογιών και αυταπατών. Οι χαρακτήρες βιώνουν την απογύμνωση από ψευδαισθήσεις: η ιστορία δεν υπακούει σε ηθικά σενάρια και η ατομική ευθύνη δεν αναιρείται ακόμη και μέσα στο χάος.

Το «Με τον θάνατο στην ψυχή» αποτελεί κορύφωση της τριλογίας, καθώς φέρνει τους χαρακτήρες αντιμέτωπους με το απόλυτο όριο: την ιστορική συντριβή και την προσωπική ευθύνη. Το μυθιστόρημα αναδεικνύει τη βασική θέση του Σαρτρ ότι ακόμη και στις πιο ακραίες συνθήκες, ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος — δηλαδή να επιλέγει και να φέρει το βάρος των επιλογών του.

Πρόκειται για ένα σκοτεινό, απαιτητικό αλλά βαθιά στοχαστικό έργο, που συνδυάζει ιστορική μαρτυρία και φιλοσοφικό στοχασμό πάνω στην ελευθερία, την ήττα και την ανθρώπινη ευθύνη.

 

Πηγή:
Σαρτρ. Με τον θάνατο στην ψυχή. Εκδόσεις Αρσενίδη.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Διαβάζοντας το βιβλίο: Θέσεις

Του Ζακ Ντεριντά

 

«...’’αποδομώ’’ τη φιλοσοφία σημαίνει ότι στοχάζομαι τη δομημένη γενεαλογία των εννοιών της με τον πλέον πιστό και τον πλέον εσωτερικό τρόπο, και ότι ταυτόχρονα διακρίνω... καθετί που απέκρυψε ή απαγόρευσε αυτή η ιστορία, καθώς γινόταν ιστορία μέσω αυτής της... ιδιοτελούς καταστολής. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, μέσω αυτής της πιστής αλλά και βίαιης κυκλοφορίας ανάμεσα στο μέσα και στο έξω της φιλοσοφίας. . . παράγεται μια κειμενική εργασία που παρέχει μεγάλη απόλαυση.

Γραφή ιδιοτελής που μας παραδίδει επίσης προς ανάγνωση τα φιλοσοφήματα... ενός πράγματος που δεν μπόρεσε να παρουσιαστεί στην ιστορία της φιλοσοφίας, που δεν είναι άλλωστε πουθενά παρόν, αφού αυτό που προέχει... είναι να αμφισβητηθεί ο μείζων προσδιορισμός του νοήματος του Είναι ως παρουσίας, προσδιορισμός που συνιστά κατά τον Χάιντεγκερ το πεπρωμένο της φιλοσοφίας.

Μπορούμε λοιπόν να θεωρήσουμε την αντιμετώπιση της γραφής ως ένα άκρως αποκαλυπτικό σύμπτωμα, από τον Πλάτωνα στον Ρουσσώ, στον Σωσσύρ, στον Χούσσερλ, ενίοτε και στον ίδιο τον Χάιντεγκερ, και a fortiori σε όλους τους σύγχρονους λόγους... Ένα τέτοιο σύμπτωμα αποκρύπτεται αναγκαστικά και δομικά, για λόγους και με τρόπους που επιχειρώ να αναλύσω» (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

Στις «Θέσεις», ο Ντεριντά επανέρχεται σε βασικούς άξονες της φιλοσοφίας του, αναφέροντας την αποδόμηση, που δεν είναι μια μέθοδος καταστροφής ή άρνησης, αλλά μια προσεκτική ανάγνωση που αποκαλύπτει τις εσωτερικές εντάσεις και αντιφάσεις των φιλοσοφικών και γλωσσικών συστημάτων. Ο Ντεριντά αναλύει πώς η δυτική φιλοσοφία προνόησε την «παρουσία» (την άμεση, πλήρη σημασία) εις βάρος της διαφοράς, της γραφής και της μεσολάβησης. Η différance είναι μια έννοια-κλειδί που δηλώνει ταυτόχρονα τη διαφορά και την αναβολή του νοήματος· το νόημα δεν είναι ποτέ πλήρως παρόν αλλά παράγεται μέσα από σχέσεις και μετατοπίσεις. Αντιστρέφοντας την παραδοσιακή ιεράρχηση λόγου και γραφής, ο Ντεριντά δείχνει ότι η «γραφή» (με ευρεία έννοια) αποτελεί δομική συνθήκη κάθε σημασιοδότησης.

 

Jacques Derrida. 2006. Θέσεις. Εκδόσεις Πλέθρον.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026

Διαβάζοντας το παραμύθι: Ο Γουίλι το ζωηρό λαγουδάκι

Διαβάζοντας το παραμύθι: Ο Γουίλι το ζωηρό λαγουδάκι

 

Ο Γουίλι ήταν ένα μικρό λαγουδάκι, που ήθελε πολύ να κάνει ένα ξεχωριστό δώρο στη μαμά του για τα γενέθλιά της, κάτι που να της δείχνει πόσο την αγαπούσε. Γι’ αυτό και ζήτησε τη βοήθεια της γιαγιάς του, της σοφής λαγουδίνας που ζούσε στην άλλη άκρη του δάσους και πάντα ήξερε τι να κάνει. Ύστερα από μερικές μέρες υπομονής και φροντίδας, το δώρο ήταν επιτέλους έτοιμο.

Με την καρδιά του γεμάτη χαρά και ανυπομονησία, ο Γουίλι ξεκίνησε από το σπίτι της γιαγιάς του για να επιστρέψει στο σπίτι του. Ήταν σίγουρος πως ήξερε καλά τον δρόμο και δεν άκουσε τη συμβουλή της να φύγει νωρίς. Όμως το δάσος αλλάζει όταν πέφτει η νύχτα. Οι σκιές μεγάλωσαν, οι γνώριμοι ήχοι έγιναν παράξενοι και σύντομα το μικρό λαγουδάκι κατάλαβε πως είχε χάσει τον δρόμο του.

Τότε ένιωσε φόβο, αλλά και λύπη για τη βιασύνη του. Καθισμένος κάτω από ένα δέντρο, σκέφτηκε πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν είχε ακούσει τη γιαγιά του και αν δεν είχε εμπιστευτεί τόσο πολύ τον εαυτό του. Παρ’ όλα αυτά, δεν το έβαλε κάτω. Θυμήθηκε τις συμβουλές που του είχαν δώσει οι μεγάλοι και προσπάθησε να τις ακολουθήσει με ψυχραιμία.

Μερικές φορές, η υπερβολική αυτοπεποίθηση και η βιασύνη είναι κακοί σύμβουλοι. Όμως τα λάθη μπορούν να γίνουν πολύτιμα μαθήματα. Το μικρό λαγουδάκι μέσα από αυτή την περιπέτειά του θα καταλάβει πως οι μικροί χρειάζεται να ακούν τις συμβουλές των μεγάλων, γιατί η εμπειρία τους μπορεί να τους προστατεύσει και να τους δείξει τον σωστό δρόμο — ακόμη κι όταν το δάσος σκοτεινιάζει.

 

Ο Γουίλι το ζωηρό λαγουδάκι. 2018. Εκδόσεις Τζιαμπίρης Πυραμίδα.  

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Διαβάζοντας το παραμύθι: Οι εποχές της σποράς

Της Κατερίνας Παλαιοθόδωρου

 

«Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα φτωχικό παραθαλάσσιο χωριουδάκι, όπου μικροί και μεγάλοι ζούσαν μόνο από τα καλά της θάλασσας. Τα αγαθά της γης δεν τα είχαν γευτεί ποτέ. Μια μέρα όμως, ο Θοδωρής, ένας νέος του χωριού, χρειάστηκε να ταξιδέψει μακριά από τον τόπο του και τότε γνώρισε άλλα μέρη… Η γη προσφέρει απλόχερα τα αγαθά της στους ανθρώπους, όταν εκείνοι τη φροντίζουν… Οι εποχές του οργώματος, της σποράς και του θερισμού παρουσιάζονται σ' ένα λαϊκό παραμύθι, μέσα από τις σελίδες του οποίου ξεδιπλώνεται η ομορφιά της φύσης» (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

Το παραμύθι περιγράφει τα στάδια που περνά κάποιος για να καλλιεργήσει τη γη και τον κόπο και την προσπάθεια που πρέπει να καταβάλει ώστε να έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ακόμα και όταν πιστεύουμε ότι δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι και δεν μπορούμε να τα καταφέρουμε θα πρέπει πρώτα να αναζητήσουμε τις κατάλληλες γνώσεις και πληροφορίες ώστε να μπορέσουμε να φτάσουμε και να κατακτήσουμε τον στόχο μας.

Κάθε σπόρος που φυτεύεται χρειάζεται υπομονή, φροντίδα και αγάπη ώστε να βρει τον τρόπο να ανθίσει. Η σπορά είναι μια διαδικασία χωρίς άμεση ανταμοιβή, ενώ απαιτείται πίστη, καθώς το άτομο θα πρέπει να επενδύσει και να ασχοληθεί με κάτι που ακόμα δεν φαίνεται. Οπότε αυτό το παραμύθι μας δείχνει ότι οι δυσκολίες και οι καθυστερήσεις δεν είναι αποτυχία, είναι απλά μια διαδικασία μετάβασης στην οποία το άτομο θα πρέπει να αναζητήσει εναλλακτικές και να μπορέσει να φτάσει σε μια κατάσταση ωρίμανσης. Ακόμα και όταν η γη μοιάζει άγονη με προσπάθεια και επιμονή μπορεί να γίνει εύφορη, καθώς μέσα της σιωπηλά υπάρχει η δυνατότητα της αλλαγής. Και με τον ίδιο τρόπο μπορούμε και εμείς οι άνθρωποι να αλλάξουμε, να καλλιεργήσουμε τον εαυτό μας και να μπορέσουμε να ανθίσουμε…

 

Κατερίνα Παλαιοθόδωρου. Οι εποχές της σποράς. Εκδόσεις Αερόστατο.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Διαβάζοντας το παραμύθι: Ένα ευτυχισμένο βασίλειο

Της Χρυσηίδας Δημουλίδου

 

«Μια φορά κι ένα καιρό, σε μια κοιλάδα γεμάτη λουλούδια, στο βασίλειο των Χρυσομελισσών, κυβερνούσε η καλή και δίκαια βασίλισσα Μελισσόφη και ο λαός ήταν πολύ ευτυχισμένος. Μια μέρα βρήκαν μισοπεθαμένη στον χιονιά τη Σφήκα και την περιμάζεψαν, κι εκείνη έγινε η πιστή ακόλουθος και οικονόμος της βασίλισσας. Κανείς όμως δεν κατάλαβε πόσο μοχθηρή ήταν και πως ο αληθινός σκοπός της ήταν να κλέψει τον θρόνο από τη Μελισσόφη και να αρπάξει τον θησαυρό του βασιλείου. Κι όταν μια μέρα η βασίλισσα αρρώστησε βαριά, η Σφήκα αποφάσισε να πραγματοποιήσει τα σκοτεινά σχέδιά της…»

Από την ημέρα που έγινε βασίλισσα η Σφήκα τα πράγματα στο βασίλειο ήταν πλέον τελείως διαφορετικά… για όλους…

Η μέλισσα που έπρεπε να διαδεχτεί τη βασίλισσα στον θρόνο δεν το έμαθε ποτέ και η σφήκα πρόσεξε την ομορφιά και τη λάμψη της και προσπαθούσε να τη μειώσει.

Ένα παραμύθι που δείχνει πως η κακία και ο δόλος χρησιμοποιούνται από κάποιους ανθρώπους για να φτάσουν στην εξουσία ή για να πετύχουν αυτό που θέλουν… και ο μόνος τρόπος για να παραμείνουν στη θέση που δεν αξίζουν είναι προσπαθώντας να μειώσουν και να υποτιμήσουν όσους αξίζουν…

 

 

Χρυσηίδα Δημουλίδου. Ένα ευτυχισμένο βασίλειο. Εκδόσεις Διάπλαση.

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Ο μύθος του 10% και άλλοι νευρομύθοι

Η άποψη ότι χρησιμοποιούμε μόνο το 10% του εγκεφάλου μας είναι ένας από τους πιο διαδεδομένους νευρομύθους. Παρότι ακούγεται εντυπωσιακή και αισιόδοξη —αφού υπονοεί ότι διαθέτουμε τεράστιες ανεκμετάλλευτες δυνατότητες— δεν στηρίζεται σε επιστημονικά δεδομένα. Οι Christopher Chabris και Daniel Simons επισημαίνουν ότι ο εγκέφαλος λειτουργεί ως ενιαίο σύστημα και ότι σχεδόν όλες οι περιοχές του εμφανίζουν δραστηριότητα, ακόμη και όταν δεν εκτελούμε κάποια απαιτητική εργασία. Νευρώνες που δεν χρησιμοποιούνται ατροφούν, επομένως δεν θα είχε εξελικτικό νόημα να διατηρούμε το 90% του εγκεφάλου μας ανενεργό. Οι νευροαπεικονιστικές εικόνες που δείχνουν ορισμένες «φωτισμένες» περιοχές απλώς καταγράφουν σημεία με αυξημένη δραστηριότητα σε σχέση με άλλα — δεν σημαίνει ότι οι υπόλοιπες περιοχές δεν λειτουργούν.

 

Εξίσου προβληματικές είναι και άλλες δημοφιλείς πεποιθήσεις για τον εγκέφαλο. Έρευνα της Sanne Dekker και των συνεργατών της, που δημοσιεύθηκε στο Frontiers in Psychology, έδειξε ότι μεγάλος αριθμός εκπαιδευτικών πιστεύει τόσο στον μύθο του 10% όσο και σε άλλες μη τεκμηριωμένες ιδέες, όπως ότι ο υπερβολικός «εμπλουτισμός» του περιβάλλοντος ενισχύει απαραίτητα τη νοητική ανάπτυξη των παιδιών ή ότι οι μαθητές μαθαίνουν καλύτερα όταν η διδασκαλία προσαρμόζεται αποκλειστικά στο προσωπικό τους μαθησιακό στυλ (οπτικό, ακουστικό, κιναισθητικό).

Στην πραγματικότητα, τα πειράματα με ζώα δείχνουν ότι ένα εξαιρετικά φτωχό και αφύσικο περιβάλλον μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την ανάπτυξη· δεν αποδεικνύουν όμως ότι η υπερβολική παροχή ερεθισμάτων οδηγεί σε ανώτερη νοητική εξέλιξη. Αντίστοιχα, παρόλο που οι άνθρωποι έχουν μαθησιακές προτιμήσεις, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία ότι η προσαρμογή της διδασκαλίας αποκλειστικά σε αυτές βελτιώνει ουσιαστικά την απόδοση.

Ο μύθος του 10% έχει αποδοθεί κατά καιρούς σε παρερμηνείες δηλώσεων του William James («κάνουμε χρήση ενός μικρού τμήματος των νοητικών και σωματικών μας δυνατοτήτων») ή ακόμη και στον Albert Einstein, που προσπαθούσε να κατανοήσει το δικό του τεράστιο νοητικό δυναμικό, χωρίς όμως ιστορική επιβεβαίωση. Η διάδοσή του οφείλεται κυρίως στη γοητεία που ασκεί η ιδέα των «κρυμμένων δυνατοτήτων».

Το βασικό δίδαγμα είναι η σημασία της κριτικής σκέψης. Όταν ακούμε έναν εντυπωσιακό ισχυρισμό για τον εγκέφαλο, χρειάζεται να αναρωτιόμαστε: «Τι αποδείξεις υπάρχουν για αυτόν τον ισχυρισμό; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη έρευνα ή έρευνες που μπορεί να επικαλεσθεί ο φίλος σας για να υποστηρίξει τον ισχυρισμό του; Υπάρχουν σχετικές έρευνες δημοσιευμένες σε επιστημονικά περιοδικά; Τι δείγμα χρησιμοποιήθηκε για αυτή την έρευνα; Ήταν αρκετά μεγάλο ώστε να δικαιολογήσει σαφή συμπεράσματα; Το συγκεκριμένο εύρημα έχει επαληθευτεί; Διαδόσεις, όπως ο μύθος του 10% δεν θα μακροημερεύσουν αν οι ισχυρισμοί για την ύπαρξη τους βρεθούν αντιμέτωποι με την κριτική σας σκέψη» (σελ. 113).

 

Πηγή:

Schacter, D.L., Gilbert, D.T. & Nock, M.K. (2025). Ψυχολογία. Εκδόσεις Gutenberg, σελ. 112-113.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.