Κυριακή 9 Μαΐου 2021

Ο ρόλος της σύγχρονης μητέρας και οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν

Ο ρόλος της μητέρας είναι τόσο βαρυσήμαντος, τόσο σπουδαίος και τόσο αναγκαίος για την ανάπτυξη του εμβρύου, αλλά και του βρέφους, εφόσον αυτό αρχικά μεγαλώνει μέσα στη μήτρα της κι έπειτα, όταν γεννιέται εξαρτάται από το γάλα της, τις αγκαλιές και τα χάδια της. Βεβαίως, ο ρόλος της μητέρας είναι καθοριστικός στην ανατροφή καθώς και στη σωματική, αλλά και την ψυχική φροντίδα του παιδιού και του εφήβου. Αυτό το τελευταίο για την «ψυχική φροντίδα του παιδιού και του εφήβου» πολλές φορές το ξεχνούμε, όπως και την σπουδαιότητα της συμμετοχής του πατέρα στην αγωγή και το μεγάλωμα του παιδιού.  

Η μητέρα ανέκαθεν θεωρούνταν η καταλληλότερη για την ανατροφή και το μεγάλωμα των παιδιών, καθώς και για την αγωγή και εκπαίδευσή τους, τουλάχιστον για τα πρώτα χρόνια, προφανώς γι’ αυτό και έχει καθιερωθεί ο όρος «μητρική γλώσσα», εφόσον η μητέρα ήταν η αρμόδια για να τη διδάξει. Η μητέρα, λοιπόν, ήταν παραδοσιακά επιφορτισμένη ανά τους αιώνες με την ανατροφή των παιδιών και παράλληλα με τη φροντίδα του νοικοκυριού και του συζύγου της. Αυτός ο ρόλος δεν ήταν ποτέ εύκολος, ούτε τότε που οι κοινωνίες ήταν περισσότερο αγροτικές, ούτε τώρα που οι κοινωνίες μας είναι περισσότερο αστικές. Φαίνεται μάλιστα ότι η βιομηχανική επανάσταση ώθησε τη γυναίκα στην ευρύτερη παραγωγική διαδικασία και το φαινόμενο έγινε εντονότερο μετά τους Α΄ και Β΄ παγκόσμιους πολέμους, όπου η ανυπολόγιστη απώλεια σε ανδρικό πληθυσμό, ανάγκασε τις γυναίκες να εργαστούν, ώστε να μπορέσουν να θρέψουν τα παιδιά τους και να σταθούν ξανά στα πόδια τους. Η μεταπολεμική περίοδος χαρακτηρίστηκε επίσης από ένα έντονο φαινόμενο αστυφιλίας κι έτσι η θέση της γυναίκας στην κοινωνία άλλαξε και οι ρόλοι των φύλων μεταβλήθηκαν κι έπαψαν να είναι διακριτοί, εφόσον ο άνδρας έχασε την πρωτοκαθεδρία του ως ο κουβαλητής, μιας και η γυναίκα πλέον συνεισφέρει εξίσου και ορισμένες φορές παραπάνω στα οικονομικά, δηλαδή στην απόκτηση αγαθών και υπηρεσιών της οικογένειας.

Έτσι, η σύγχυση των ρόλων των δύο φύλων με την ανατροπή και την αμφισβήτηση των παραδοσιακών ρόλων, των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων της μητέρας και του πατέρα που δεν είναι πάντα σαφή, σε συνδυασμό με τις αυξημένες ευθύνες της καθημερινότητας, συχνά οδηγούν σε ρήξη, σε τριβή και στην φθορά της σχέσης ή του γάμου, κι αυτός είναι ενδεχομένως ένας από τους λόγους που τα διαζύγια στις μέρες μας είναι τόσο αυξημένα που καταδεικνύουν την σοβαρή κρίση στον θεσμό της οικογένειας και του γάμου. 


Παρόλο που έχουν συντελεστεί τόσες πολλές αλλαγές, διαιωνίζονται και συντηρούνται χαρακτηριστικά της ανδροκρατούμενης κοινωνίας του παρελθόντος και η νοοτροπία αυτή οπωσδήποτε επηρεάζει ανάλογα σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό τη σχέση και την ψυχοσύνθεση των δύο φύλων εν γένει, προτάσσοντας τον ανταγωνισμό ή ακόμη και την αντιπαλότητα. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι κάποια από τα αιτήματα του φεμινιστικού κινήματος εξακολουθούν να υφίστανται και σήμερα ή άλλα να αναβιώνουν με πρώτο και κύριο το αίτημα της ισοτιμίας των δύο φύλων. Ίσως τα πράγματα να ήταν πολύ διαφορετικά αν γινόταν αντιληπτό ότι η ουσία δε βρίσκεται στο ποιο φύλο θα έχει την ανάληψη του πρωταγωνιστικού ρόλου στην κοινωνία, καθώς κάτι τέτοιο διαιωνίζει αναχρονιστικές απόψεις που δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικές κοινωνικές ανάγκες και στο όραμα και αίτημα για ισοτιμία των δύο φύλων. 

Ένα κύριο ερώτημα που προκύπτει από όσα αναφέρθηκαν παραπάνω και που μας απασχολεί είναι το πώς θα επέλθει η ισοτιμία στα δύο φύλα… Κι αυτό το ερώτημα είναι βασικό, καθώς λεκτικά υπάρχει μια συμφωνία και μια παραδοχή από όλους ότι πράγματι η μητέρα σήμερα υπεραπασχολείται, αναλαμβάνει πολύ περισσότερες και πιο αυξημένες ευθύνες από τον πατέρα – σύζυγο και ως εκ τούτου σιγά σιγά εξαντλείται και οδηγείται στην αλλοτρίωση από την ίδια της φύση και από τον ίδιο της τον εαυτό. Αυτό σημαίνει ότι χάνει σταδιακά, αλλά σταθερά την επαφή με την σκέψη, το συναίσθημα, την ταυτότητά της, πάνω στην προσπάθεια να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις ενός ρόλου που είναι καταπιεστικός, εξαναγκαστικός, φθοροποιός, απάνθρωπος και που τελικά αντί να οδηγήσει στην απελευθέρωση της γυναίκας, οδηγεί στην ευρύτερη και συστηματικότερη καταπίεσή της. Καταπίεση από το χρόνο να τα προλάβει όλα, να είναι καλή μητέρα, καλή σύζυγος, καλή νοικοκυρά, καλή επαγγελματίας,  καλή θεία, καλή νονά, καλή φίλη κοκ. 


Το σθένος της νιότης συνήθως μας δίνει την ψευδαίσθηση ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε όλα αυτά, ότι μια μαμά πρέπει να θυσιάζει τον χρόνο με τον εαυτό της κι ότι δεν πειράζει να παραμελήσει τον εαυτό της, να αφήσει στην άκρη κάποια θέλω της, κάποια όνειρά της. Η παγίδα εδώ βρίσκεται στον χρόνο, κι αυτό γιατί καθώς περνάει ο χρόνος επέρχεται μια κόπωση τόσο σωματική, όσο και ψυχική και αρχίζουν είτε συνειδητά, είτε ασυνείδητα να υφίστανται κάποιες εκπτώσεις στην προσπάθεια να  γίνουν όλα στην εντέλεια. Ως εκ τούτου, κάποιος θα παραμεληθεί… Η μητέρα εκτός από τον ίδιο τον εαυτό της, πολύ σύνηθες είναι να παραμελεί τον σύζυγό της ή ακόμη και τα παιδιά. Όταν ο σύζυγος παραμελείται, τότε συνήθως ψάχνει να βρει αυτό που του λείπει σε κάποια άλλη γυναίκα, ενώ όταν τα παιδιά παραμελούνται στερούνται την αγάπη και τη συναισθηματική ασφάλεια που προκύπτει από την παρουσία των γονιών τους. Η άφθονη παροχή παιχνιδιών και άλλων αγαθών δεν αρκεί για να καλύψει το συναισθηματικό και επικοινωνιακό κενό που βιώνουν και τα διαμερίσματα μετατρέπονται σε κλουβιά ειδικά στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου το πραγματικό παιχνίδι κι όχι το ηλεκτρονικό, που θα τα έφερνε σε επαφή με τους συνομιλήκους τους, λείπει κι αυτό. Η αποπροσωποποίηση των ανθρωπίνων σχέσεων οδηγεί τα παιδιά στο να βιώνουν τη μοναξιά κι αργότερα να ψάχνουν διέξοδο σε άσχημα πράγματα όπως το αλκοόλ ή τα ναρκωτικά, προκειμένου να καλύψουν το συναισθηματικό τους κενό.

Θα πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι τόσο η μητέρα όσο και ο πατέρας έχουν κοινές υποχρεώσεις απέναντι στην οικογενειακή τους ζωή. Η ουσιαστική επικοινωνία μέσα από τον καλοπροαίρετο και καλόπιστο διάλογο, η δίκαιη κατανομή των οικογενειακών ευθυνών και υποχρεώσεων, η γόνιμη κριτική και οι αμοιβαίες υποχωρήσεις και από τα δύο μέρη μπορούν να αμβλύνουν τις αντιθέσεις και την ανισότητα των δύο φύλων και να βοηθήσουν τη μητέρα να ανταποκριθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στις απαιτήσεις του ρόλου της!

 


Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.

Τετάρτη 5 Μαΐου 2021

When therapists avoid the topic of racism

By Nickolas Kouravanas


How does worldview influences therapists?

Why might some people of color be hesitant to discuss interracial conflicts?

How might therapist’s communication style impact clients of color?


Sometimes, some therapists try to avoid the topic of racism by using other group differences to shift the dialogue… whether consciously or unconsciously, they try to minimize or avoid considering race as a powerful variable in the therapeutic process…  Some therapists use the statement “there is only one race, the human race”, and as a result they dilute the importance of race and on the other hand they shift the dialogue to discussions of other group differences such as gender, sexual orientation, disability, class status, and they equate race as just one of these variables.

 


The problem is that therapists occupy a higher-status and role and they are clearly in a position of authority and control. They sometimes might determine the content of the session, the books to read and they evaluate in a judgmental way the progress of their clients. It happens regularly, the therapist to be uncomfortable with open discussions of race because of the embedded or nested emotions that s/he has. Though, we expect from therapists to have knowledge, wisdom, and experience beyond that of their studies, we don’t usually find any of these virtues in several of them.

 

So, we see cases when the therapist tries to explain his or her opinion but s/he should not press anyone to accept it, and it’s always better not insist on the topic by showing strong dissatisfaction… What is important to remember is that counseling and psychotherapy have done great harm to culturally diverse groups by invalidating their life experiences, by defining their cultural values or differences as deviant and pathological, by denying them culturally appropriate care, and by imposing the values of a dominant culture upon them. Also, what is important to become understandable is that the majority of the people and especially those who hold power and influence of imposing their views to others, have a little understanding of their prejudices, stereotypes, bias and/or their racism.


Two basic questions that can help us perceive the issue better are the following: what is a worldview? How does therapist’s worldview influence how s/he relates to other people?

First and foremost, we need to know that the group that owns history possesses the power to impose its worldview or reality upon less powerful groups. As such, if one’s reality or truth does not correspond with those in power, unintentional oppression may be the result. So, it is important for counselors and therapists to consider the belief systems, the values, and the healing practices of various minorities in their assessment, diagnosis, and treatment activities. Worldview of diverse populations means not only acquiring knowledge of cultural values and differences, but also being aware of the sociopolitical experiences of culturally diverse groups in a monocultural society. This perspective means the ability to empathize with the pain, anguish, mistrust, and sense of betrayal suffered by persons of color, women, gays, and other marginalized groups.

 

It is vital to understand that as therapists we cannot expect to encounter only people who share our cultural backgrounds and personal beliefs regardless the geographical location. There are, actually so many forms of human diversity such as gender, sexual orientation, socioeconomic status, religion, race, ethnicity, mental and physical ability, age etc. All those are experiences and/or expressions of culture and should be respected from everyone and since they are different for each and every person, they should not be imposed to others.

 


 People of color usually become very wary and hesitant to discuss interracial conflicts and/or interethnic – interracial misunderstandings for fear that such problems may be used by those in power to assuage their own guilt feelings and excuse their own racism!

We should’ t   also, forget that people of color are socialized into the dominant values and beliefs of the larger society. As a result, they may inherit perceptions and beliefs about other racial and/or ethnic minority groups. In this case, the biases and the stereotypes held about other groups of color may not be all that different from those held by White people. There is no racial/ethnic group which is immune from

inheriting biased beliefs, misinformation, and stereotypes of other groups. That’ s why, stereotypes held by socially marginalized group members. 

 

Communication style differences displayed by therapists could impact the expectations or responsiveness of clients from different backgrounds. We have to keep in mind that, therapists need to be aware of their verbal and nonverbal styles and to determine how they may either facilitate or act as a barrier to the formation of a therapeutic alliance. When the counselor is White and the client is a person of color, the power relationship is congruent with historical and sociopolitical racial roles and structures in our society. The roles of colonizer-colonized, master-slave, and oppressor-oppressed have defined relationships of who are leaders and followers, who is superior and inferior, and who is given higher or lower status. Counselors and therapists of color may also misuse the power reversal to harm or to deny appropriate help to their White clients. Don’t forget that racism has no color, nationality, sexual orientation, religion etc., but it has a cost for everyone!

 


Literature

Sue, D.W. & Sue, D. (2013). Counseling the culturally diverse. Theory and practice. (6th edit.). New Jersey: John Wiley & Sons.

 

Sue, D.W. & Sue, D. (2016). Counseling the culturally diverse. Theory and practice. (7th edit.). New Jersey: John Wiley & Sons.

 


Τρίτη 4 Μαΐου 2021

Δύο θεραπευτικά παραμύθια

 


Δύο θεραπευτικά παραμύθια που θα μπορούσαν να διαβάσουν μικροί και μεγάλοι... με προβληματισμούς σχετικά με την εμφάνιση, την παρορμητική συμπεριφορά, τη συνήθεια, τη διαφορετικότητα και τη σύγκριση με τους άλλους. 

Μεγαλώνουμε μέσα σε έναν κόσμο όπου νιώθουμε ευάλωτοι, τρωτοί, εξαρτώμενοι από την κρίση των άλλων... σε έναν κόσμο που έχουμε βιώσει αποδοχή ή απόρριψη, επιδοκιμασίες ή αποδοκιμασίες, θαυμασμό ή περιφρόνηση, αγάπη ή μίσος, ενδιαφέρον ή αδιαφορία... και όλα όσα έχουμε βιώσει κατά την παιδική και εφηβική μας ηλικία μας ακολουθούν στην υπόλοιπη ζωή μας, είτε διαμορφώνοντας τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς μας είτε συμβάλλοντας στην εκδήλωση σχετικής συμπτωματολογίας. 

Πόσο σημαντικό είναι να μάθουμε να αναγνωρίζουμε τα στοιχεία εκείνα που αναδύονται από τον  εαυτό μας με τη μορφή συμπτώματος χωρίς να ξέρουμε που οφείλεται αυτό που βιώνουμε... 

Δύο παραμύθια που μπορούν να μας κρατήσουν σε εγρήγορση ώστε να παρατηρήσουμε συμπεριφορές που στην πορεία μπορεί να πάρουν μια πιο σοβαρή και μόνιμη μορφή...  Είναι σημαντικό να εντοπίσουμε αυτές τις συμπεριφορές, να τις αναγνωρίσουμε, να τις συζητήσουμε, να τις επεξεργαστούμε... είναι σημαντικό να τις δούμε και να έρθουμε αντιμέτωποι με αυτές... 

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.  

Διαβάζοντας: Η μεγάλη Χίμαιρα, Καραγάτσης Μ.

Πρόκειται για το λογοτεχνικό αριστούργημα του Καραγάτση το οποίο είναι ένα λεπτομερές ψυχογράφημα και αποτελεί την αναθεωρημένη μορφή του 1953, ενώ η α΄ έκδοση είχε γίνει το 1936 με τίτλο «Χίμαιρα». Το μυθιστόρημα αυτό είναι μέρος της τριλογίας με τίτλο «Εγκλιματισμός κάτω από τον Φοίβο» και τα άλλα δύο έργα είναι: α) «Ο συνταγματάρχης Λιάπκιν» (1933) και β) «Γιούγκερμαν» (1938). Στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα ηρωίδα είναι μια Γαλλίδα, η Μαρίνα, η οποία προσπαθεί να ενσωματωθεί στην Ελληνική κοινωνία των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα δίχως όμως επιτυχία. Με αριστοτεχνικό τρόπο περιγράφεται η εσωτερική – ψυχολογική αναστάτωση των ηρώων που έρχονται αντιμέτωποι με κάποια σοβαρά ηθικά διλήμματα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλούν οι σκέψεις της Μαρίνας καθώς αυτή βλέπει την Χίμαιρα, δηλαδή το πλοίο του καπετάνιου συζύγου της να πλησιάζει το λιμάνι (Αναστασιάδου, Α. 2000). 


Θα λέγαμε ότι διακρίνουμε την προσπάθεια του Καραγάτση να γράψει εσωτερικό μονόλογο. Ωστόσο, η προσπάθεια αυτή δεν στέφεται με επιτυχία, ειδικότερα όταν μιλά ο Μηνάς, ο γαμπρός της Μαρίνας. Αυτό προφανώς γίνεται επειδή ο συγγραφέας δεν αφήνει ελεύθερο τον ήρωά του να εκφράσει τις ενδόμυχες σκέψεις του, αλλά τον χρησιμοποιεί για να αποδώσει μέσω αυτού, τις δικές του φιλοσοφικές απόψεις και την δική του κοσμοθεωρία περί ηθικής. Φαντάζει, δηλαδή αδύνατο να μπορεί ο ήρωας με τόσο πολύπλοκη και συνάμα περίτεχνη εκφραστική, νοηματική και συντακτική οργάνωση, καθώς και με τόσο εντυπωσιακούς επιθετικούς προσδιορισμούς και μεταφορικά σχήματα, να λέει ό,τι του περνά από το μυαλό εκείνη την ώρα. Το μόνο στοιχείο που προσεγγίζει τον ορισμό του μονολόγου είναι το σχετικό με τις «ευθείες φράσεις» (Αναστασιάδου, Α. 2000).

Πέραν αυτών, ένα άλλο επίσης βασικό στοιχείο της αφηγηματικής τεχνικής είναι εκείνο που αφορά στους τρόπους εκφοράς της αφήγησης. Και στα δύο αποσπάσματα γίνεται περισσότερο χρήση του «ανεξάρτητου πλάγιου λόγου», δηλαδή ενός λόγου που δεν είναι ούτε ευθύς, ούτε πλάγιος. Με άλλα λόγια, ο συγγραφέας μιλά για λογαριασμό ενός ήρωα του έργου του χρησιμοποιώντας λέξεις ή φράσεις που θα χρησιμοποιούσε ο ήρωας αυτός, π.χ.: «…κοίταξε ολόγυρα τους αόρατους εχθρούς του: ‘Γιατί θέλουν τον χαμό μου; Τι έχουν να κερδίσουν απ’ τον χαμό μου;». Βεβαίως, η εκφορά του λόγου γίνεται και σε α’ πρόσωπο, δηλαδή σε ευθύ λόγο, στον οποίο είτε μιλά ο αφηγητής, είτε ο αφηγητής δίνει τον λόγο σε έναν ήρωά του, ενώ όταν γίνεται σε γ’ ενικό πρόσωπο επιτρέπεται στον συγγραφέα να κρατήσει ευκολότερα μια απόσταση από τους χαρακτήρες του έργου του, π.χ.: «Ήταν άγριος, επαναστατημένος, κρατημένος απ’ τη ζωή με τα τριανταδυό άσπρα και σκληρά δόντια του – δόντια θηρίου» (Αναστασιάδου, Α. 2000).


 

Εξίσου σημαντικό στοιχείο με τα προηγούμενα είναι αυτό του παντογνώστη αφηγητή ο οποίος γνωρίζει όλες τος σκέψεις και τα μυστικά των ηρώων του και τα κρατά κρυφά από τους υπόλοιπους ήρωές  του κι έτσι μετακινεί τον αναγνώστη από το ένα πρόσωπο στο άλλο κάνοντας ακόμη πιο ενδιαφέρουσα την πλοκή του έργου του. Συνεπώς, όλα όσα αναφέραμε μέχρι εδώ μας βοηθούν να συνειδητοποιήσουμε ότι η οπτική γωνία, δηλαδή η σκοπιά από την οποία γίνεται η αφήγηση, δίνει στο έργο μια προοπτική περισσότερο ευέλικτη. Δηλαδή, η αφήγηση μέσα από τα μάτια πότε του ενός και πότε του άλλου ήρωα του έργου, δημιουργεί τη λεγόμενη «ειρωνική αποστασιοποίηση», δηλαδή την δημιουργία απόστασης ανάμεσα στον αφηγητή και στους ήρωες του μυθιστορήματος, καθώς και τον αναγνώστη από τους ήρωες αυτούς. Όλη αυτή η προσπάθεια έχει ως αποτέλεσμα, όπως αναφέραμε την αύξηση του αναγνωστικού ενδιαφέροντος, αλλά πολύ περισσότερο την αποκάλυψη του ψυχογραφικού πορτρέτου των ηρώων. Έτσι, ίσως να δικαιολογούνται ευκολότερα οι καταστάσεις και οι αιτίες που σπρώχνουν τους ήρωες στο να διατηρούν μια συγκεκριμένη συμπεριφορά και δράση, η οποία είναι ασυμβίβαστη με την κοινή ηθική.

Πιο συγκεκριμένα, ο Καραγάτσης παρουσιάζει τους ήρωες απογυμνωμένους από ανθρώπινες αρετές και αξίες, παραδομένους σε ζωώδη ένστικτα τα οποία τους έχουν οδηγήσει στην ψυχική διαφθορά και στα πάθη, τονίζοντας ιδιαίτερα την παντοδυναμία των ενστίκτων. Σε κάποια σημεία όπως λ.χ.: «…ο ρύπος των ανόσιων εκκρίσεων…», «…λαγνεία δυο κορμιών αποκτηνωμένων…», «…οι σατανάδες φώλιασαν στα σωθικά μας…» κ.α. τονίζεται η θεωρία του «βιολογικού ντετερμινισμού» (Beaton, 1996), «σπρωγμένου» σύμφωνα με τον Πολίτη στα «ακραία του όρια», αφού οι ακαταμάχητες σεξουαλικές ορμές είναι αυτές που συντρίβουν τους αντιηρωικούς πρωταγωνιστές του έργου του (Πολίτου – Μαρμαρινού, 1987). 


 

Ένα άλλο χαρακτηριστικό που μας θυμίζει τους κανόνες γραφής που είχε θέσει το περιοδικό Εστία για τους εκπροσώπους της Ηθογραφίας είναι ότι τα ξενόφερτα ιδανικά της Μαρίνας απέτυχαν στις Ελληνικές συνθήκες, κάτι που φανερώνει ότι αφενός η Ελλάδα δεν τα χρειάζεται αυτά τα ιδανικά και αφετέρου ότι ο Καραγάτσης όπως ακριβώς τότε με το κίνημα της Ηθογραφίας, επιδιώκει να διαμορφώσει μια συγκεκριμένη εθνική ταυτότητα και πορεία (Πολίτου – Μαρμαρινού, 1987). Επιπροσθέτως, η συσχέτιση του συγκεκριμένου έργου με την Ηθογραφία τεκμηριώνεται όσον αφορά σ’ αυτό το τελευταίο ζήτημα που θίξαμε και από τον Vitti. O Vitti αναφέρει ότι εκείνη την περίοδο οι θιασώτες της Ελληνικής αποκατάστασης προσπάθησαν να διατηρήσουν άσβεστο το όραμα του έθνους από Δυτικές επιρροές (Vitti, 1991). Ίσως εδώ και ο Καραγάτσης να λειτουργεί ως ένας τέτοιος θιασώτης σε μια δύσκολη περίοδο για το Ελληνικό Έθνος, αυτήν του μεσοπολέμου.

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό του νατουραλισμού στο έργο αυτό του Καραγάτση δεν είναι άλλο από τη συμμετοχή του φυσικού κόσμου, ο οποίος ιδωμένος από την πλευρά της δαρβινικής θεωρίας, μετέχει στην υπόθεση και παρουσιάζεται ως δύναμη με δικούς της νόμους και κανόνες. Επίσης, όπως αναφέραμε παραπάνω οι ήρωες ερμηνεύουν τον έρωτά τους με υλικά κυρίως κριτήρια και τον περιορίζουν σε στενά βιολογικά πλαίσια, λ.χ. «…προστυχιά της ζωικής ύλης μου, …ηδονή θανατερή κ.α.» (Αναστασιάδου, 2000).

Τέλος, στο έργο αποφεύγεται η ειδυλλιακή και ωραιοποιημένη αναπαράσταση της ζωής. Ακριβέστερα έχουμε μια πολύ ρεαλιστική απόδοση, εξάλλου ο ίδιος ο Καραγάτσης ήταν εκπρόσωπος του Αστικού ρεαλισμού, με έλλειψη κάθε προοπτικής για βελτίωση ή χαρά. Ακόμη κι ο τίτλος του έργου «Μεγάλη Χίμαιρα» παραπέμπει σε κάτι κακό και άσχημο. Ας θυμηθούμε το Μυθολογικό τέρας με το όνομα Χίμαιρα που σκορπούσε την καταστροφή, καθώς και την μεταφορική του έννοια, δηλαδή, τα άπιαστα όνειρα, τις κούφιες και απραγματοποίητες ελπίδες, τις αυταπάτες. Οπωσδήποτε ο Καραγάτσης είναι ένας συγγραφέας του οποίου τα βιβλία δεν θα πρέπει να λείπουν από την βιβλιοθήκη μας!

 


Βιβλιογραφία

 

Αναστασιάδου, Α., 2000, Νεότερη Ελληνική Λογοτεχνία (19ος και 20ος αιώνας), Γράμματα ΙΙ: Νεοελληνική Φιλολογία (19ος και 20ος αιώνας), ΕΑΠ, Πάτρα.

Beaton R., 1996, Εισαγωγή στη νεότερη Ελληνική Λογοτεχνία, μτφρ. Ζούργου, Ε. – Σπανάκη, Μ., Αθήνα.

Παρίσσης, Ι., 1993, Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, Αθήνα.

Πολίτου – Μαρμαρινού, Ε., 1997, Ηθογραφία, Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάνικα, Αθήνα.

Vitti, M., 1991, Ιδεολογική Λειτουργία της Ελληνικής Ηθογραφίας, Κέδρος, Αθήνα.

 

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.