Τετάρτη, 8 Απριλίου 2015

Επιθετικές Μορφές Συμπεριφοράς στη Σχολική Τάξη



Ως προβληματικς μορφς συμπεριφορς θεωρονται οι ενργειες και οι στσεις του παιδιο, οι οποες δεν συνάδουν με την ηλικα του και σχετζονται με σταθερ πρτυπα  προκλητικς, αντικοινωνικς και επιθετικς συμπεριφορς απναντι στους λλους (συνομηλκους, γονες, δασκλους, κλπ.), (Κουρκούτας, 2007).

Επιθετικότητα σε διάφορες μορφές συναντάμε σε όλες τις περιοχές της κοινωνικής ζωής, την οποία και διαταράσσει. Ανάμεσα στα παιδιά, ανάμεσα στους συζύγους, ανάμεσα στους εργοδότες και εργαζομένους, ανάμεσα στις ιδεολογίες και στις φυλές, ανάμεσα στους λαούς και τα έθνη (Βουϊδάσκης, 1987). Περιλαμβάνει δε, ένα μεγάλο φάσμα ενεργειών και εκδηλώσεων, από την απλή λεκτική προσβολή και υποτίμηση της προσωπικότητας του άλλου, μέχρι τις δολοφονίες και τους πολέμους, αλλά και την αυτοκαταστροφή (αυτοχειρία). Δεν υπάρχει ομοφωνία για τα αίτια της επιθετικότητας ούτε κοινή βάση για τον εννοιολογικό προσδιορισμό της.

Η επιθετικτητα, βασικ χαρακτηριστικό των διαταραχν συμπεριφορς εκτενεται σε να μεγάλο φσμα αντιδρσεων που διαφοροποιονται μεταξ τους (νταση, διρκεια, μορφ, σκοπ, στχο, κνητρα, συνοδευτικ συναισθματα, κοκ.). Στο να κρο του φσματος τοποθετονται οι ακραες βαιες επιθετικς μορφς συμπεριφορς που παρατηρούνται σε εφβους και ενλικους (σωματικ βα, βανδαλισμο, εγκληματικτητα) και στο λλο κρο, οι πιες μορφς επιθετικτητας που μπορε να περιλαμβνουν προκλητικς στσεις συγκαλυμμένες μορφς λεκτικς και μη λεκτικς επιθετικτητας (π.χ. εναντωση, ψμα, κλοπ μικροαντικειμνων) που παρατηρονται σε μικρτερο μεγαλτερο βαθμ στην παιδικ ηλικα (βλ. Κουρκοτας, 2007).

Οι κύριες μορφές επιθετικότητας περιλαμβάνουν τα εξής δίπολα:

Έκδηλη – Λανθάνουσα
Έκδηλη μορφή επιθετικότητας είναι εκείνη που μεταβάλλεται σε συμπεριφορά και είναι δυνατόν να παρατηρηθεί, ενώ λανθάνουσα είναι εκείνη η μορφή που εμφανίζεται μόνο στην περιοχή του συνειδητού και του ασυνείδητου. Μπορεί δηλαδή η επιθετικότητα να είναι ορατή-έκδηλη αλλά και αόρατη-λανθάνουσα.

Άμεση – Έμμεση
Η διαφορά μεταξύ άμεσης και έμμεσης μορφής επιθετικότητας βρίσκεται στο αντικείμενο προς το οποίο κατευθύνεται η επιθετική ενέργεια. Η άμεση επιθετικότητα στρέφεται κατευθείαν εναντίον του αντικειμένου που στοχεύει να βλάψει, ενώ η έμμεση μορφή μετατοπίζεται από το αρχικό της αντικείμενο σ’ ένα υποκατάστατο.

Εξωστρεφής – Ενδοστρεφής
Η εξωστρεφής κατευθύνεται προς τον έξω κόσμο, «εξωποινική» και η εσωστρεφής εναντίον του ίδιου του προσώπου από το οποίο προέρχεται, σαν «αυτοεπιθετικότητα» ή «ενδοποινική». Η ενδοποινική επιθετικότητα είναι πιο οδυνηρή από την εξωποινική.


Εκφραστική – Συντελεστική
Η εκφραστική επιθετική πράξη γίνεται η ίδια αυτοσκοπός (επιθετικότητα για την επιθετικότητα) και συνοδεύεται άμεσα με οξυθυμικές ενδοπροσωπικές διεγέρσεις. Αντίθετα η συντελεστική μορφή επιθετικότητας εξυπηρετεί μόνο ως μέσο για την πραγματοποίηση ενός συγκεκριμένου σκοπού έξω από την επιθετική ενέργεια.

Φυσική – Ψυχική
Η διαφορά μεταξύ αυτών των δυο αναφέρεται στη μορφή εκδήλωσης της επιθετικότητας στη συμπεριφορά. Η φυσική επιθετικότητα εκδηλώνεται σε πράξη, που βασίζεται στην πρόθεση να προξενήσει σωματική βλάβη σ’ ένα πρόσωπο ή ζώο, ενώ η ψυχική εμφανίζεται με συμβολική και μεσολαβητική μορφή.

Κοινωνική – Αντικοινωνική
Είναι δυο διαφορετικές μορφές επιθετικότητας και ο σαφής τους διαχωρισμός προϋποθέτει περισσότερο την αποδοχή του πολιτιστικού περιβάλλοντος. Τα κοινωνικά κριτήρια παίζουν σημαντικότερο ρόλο από τα ψυχολογικά. Κοινωνικές επιθετικότητες είναι μορφές εχθρικών πράξεων που γίνονται αποδεκτές μέσα σ’ ένα συγκεκριμένο πολιτισμό στο πλαίσιο των κοινωνικών κανόνων και αξιών. Στις αντικοινωνικές επιθετικότητες συμπεριλαμβάνονται όλες εκείνες οι πράξεις που γίνονται ταμπού και καθιερώνονται αρνητικά με νόμιμους και ηθικούς κανόνες του κοινωνικού συστήματος. 

Εκείνες οι μορφές επιθετικότητας που δεν έχουν την πρόθεση ή το σκοπό να βλάψουν ή να τραυματίσουν τον άλλο (π.χ. τα ατυχήματα) δεν μπορούν να θεωρηθούν επιθετικές μορφές. Επίσης κι εκείνες οι μορφές επιθετικής συμπεριφοράς, που έχουν πρόθεση και σκοπό αντι-επιθετικής φύσης (π.χ. η αντίσταση και η άρνηση εκτέλεσης διαταγής, που απαιτεί πραγματοποίηση κοινωνικής επιθετικότητας όπως σε περίπτωση πολέμου, την αφαίρεση ανθρώπινης ζωής κλπ) πρέπει με τα ψυχολογικά κριτήρια να αποκλειστούν από την κατηγορία των επιθετικών πράξεων (Βουϊδάσκης, 1987).
 
Η επιθετική  προκλητική συμπεριφορά είναι μία από τις συνηθισμένες και τις πιο συχνές μορφς προβληματικς συμπεριφοράς στην παιδική ηλικα και συνήθως εκδηλώνεται με συνεχόμενες επιθετικές  προκλήσεις (άσκηση σωματικής βίας, κλοπές, ψέματα) όπως και εχθρική στάση απέναντι στους δασκάλους ,τους συμμαθητές, τους μεγάλους, περισσότερο όμως στους υπεύθυνους των αρχών. Εκεί που πρέπει να δοθεί έμφαση είναι τι η κατηγορα των ατόμων με προβλματα - διαταραχς συμπεριφορς, παρ τα κοινά γνωρίσματα χαρακτηρζεται απ εξαιρετικ ποικιλα και ετερογνεια, και σον αφορ την υποκεμενη ψυχικ οργνωση, αλλ και σον αφορ την εκδήλωση των συμπτωμτων (ό.α. στον Κουρκούτα, 2007).

χει διαπιστωθε (ό.α. στον Κουρκούτα, 2007) τι τα επιθετικ παιδι έχουν εχθρικές προκαταταλήψεις και  συνήθως επιρρίπτουν ευθύνες και εχθρικές διαθέσεις στους άλλους και είναι αυτή η στάση τους που δημιουργεί τα προβλήματα αντιπαράθεσης και συγκρούσεων ιδιαίτερα  με τους συνομήλικους. Συνήθως, τα παιδιά αυτά έχουν την προδιάθεση να δημιουργούν αρνητικές καταστάσεις με τον περίγυρο τους(μεγάλους και μικρούς), οι οποες επιβεβαιώνουν τις  μη αποδεκτές και αρνητικές συμπεριφορές τους που ήδη έχουν, αλλ και την αντίληψη την οποία έχουν για τον εαυτ τους και τους λλους.
Τα αρνητικά συναισθματα, όπως ο θυμς και η οξυθυμα μάλλον εναι οι κυραρχες συναισθηματικές καταστσεις από τις οποίες διακατέχονται τα παιδιά με αντιδραστικς διαταραχς και συμπεριφορικ προβλματα. Οι Crick και Dodge διαπστωσαν τι η συνεχής ένταση και ο θυμς εναι συστατικ στοιχεα του μηχανισμο απδοσης εχθρικν τσεων στους λλους (λανθασμνη ερμηνεα των συμπεριφορν των λλων προσώπων), (Κουρκούτας, 2007).

Σύμφωνα  με τα δεδομένα που υπάρχουν τα συγκεκριμένα αρνητικά συναισθήματα όταν εκφράζονται σε πολύ μεγάλο βαθμό είναι δυνατόν να αποτελον και προϊν των αρνητικν χειρισμν απ μρους του, των γονων, των εκπαιδευτικν και γενικότερα του ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος. Όταν λοιπόν η αντιμετπιση των παιδιών με προβλήματα συμπεριφορς γίνεται με τον ίδιο  (προβληματικό) τρόπο, δηλαδή με επιθετικ, αυστηρό τιμωρητικ τρπο, στο σχολεο, στο σπίτι κτλ, συνήθως επιδεινώνει τις εσωτερικς εντσεις και τα συναισθματα θυμο εκδκησης αυτν των παιδιν, ανοίγοντας έτσι μεγαλύτερο ρήγμα στις σχέσεις  και τους συνεκτικούς δεσμος με τους ενλικους και αυξνοντας τις πιθαντητες επιδενωσης των επιθετικν εκφρσεων (Η βία φέρνει βία), (Κουρκοτας, 2007).

Τα προβλματα και οι διαταραχς συμπεριφορς ακμη και οι καθημερινές ενοχλητικς συμπεριφορς, θεωρονται απ τις βασικς αιτες της κακής λειτουργας της τξης, της οποία οι εκπαιδευτικοί εκλαμβάνουν ως προσβολ της επαγγελματικς και προσωπικς τους ταυττητας, κάτι που τους δημιουργεί ιδανικές συνθκες για την ανπτυξη αρνητικν στσεων, συναισθημτων γχους, δυσφορας και εξουθνωσης.

Έτσι ένα απ τα πιο σημαντικά προβλματα που αντιμετωπζουν οι εκπαιδευτικο εναι η διαχεριση των μικρών ή μεγάλων καθημερινν προβλημτων συμπεριφορς μέσα στην τξη καθς και η διαχεριση του «στρες» που τους διακατέχει το οποίο πηγζει απ αυτς τις συμπεριφορς (Rogers, 1996, ο.α. στον Κουρκούτα, 2007).

Οι εντσεις των συναισθημάτων, τα άγχη διαχείρισης, αλλά και το αίσθημα  ματαίωσης που προκαλον οι προβληματικές συμπεριφορές των παιδιών στους εκπαιδευτικος αποτελον ένα σημαντικό παράγοντα που επιδεινώνει  τις συγκρούσεις μεταξύ τους, αφού συχνά παρασυρμένοι και προκατειλημμένοι , οι εκπαιδευτικοί, δημιουργούν αρνητικές και στερεότυπες αντιλήψεις  για τα συγκεκριμνα παιδιά  και συχνά δεν αντιλαμβάνονται τα αδιέξοδα σε συναισθηματικό και ψυχολογικό τομέα που ενυπάρχουν  πσω απ την επιθετικότητα και την γενικότερη προβληματική συμπεριφορά τους. Ασχολούνται κυρίως με το τι έχουν να αντιμετωπίσουν κάθε μέρα και με ποιο τρόπο θα καταστείλουν τη δυσμενή λειτουργία της τάξης τους. Έτσι λοιπόν είναι βασικό να κατανοήσουν οι εκπαιδευτικοί τη ρίζα του προβλήματος και όχι να καταφεύγουν σε στάσεις όπως είναι η τιμωρία, η οποία από μόνη της, γεννά ακόμα περισσότερα αρνητικά συναισθήματα κι επομένως κι άλλα προβλήματα συμπεριφοράς. Παρόλα αυτά οι δσκαλοι συνηθίζουν να αντιμετωπζουν τα επιθετικ παιδι χρησιμοποιντας ναν συνδυασμ αρνητικν τρόπων αντιμετώπισης, (προειδοποισεις, τιμωρες, επιπλξεις, αποβολές και παραπομπές τους στην διεθυνση), (Κουρκούτας, 2007).

Αντί  λοιπόν να γίνει εστίαση στη ρίζα του προβλήματος, επιλέγεται ο εύκολος τρόπος της τιμωρία, ο οποίος μπορεί να καταστείλει το πρόβλημα προσωρινά, ενώ είναι αποτελεσματικός μόνο στα λιγότερο «προβληματικά» παιδι. Έτσι, ο εκπαιδευτικός απομακρύνεται  από την πραγματική κατανόηση της ψυχολογίας του παιδιού με αποτέλεσμα κι εκείνος και ο μαθητής να εμπλέκονται σε μια σχέση αντιπαράθεσης με το παιδ να τενει να ταυτζεται λο και περισστερο με μα αρνητικ αυτό-εικνα (Κουρκοτας, 2007).


Βουϊδάσκης, Β. (1987). Η επιθετικότητα σαν κοινωνικό πρόβλημα στην οικογένεια και στο σχολείο. Συμβολή στην κοινωνιολογία της παιδείας. Αθήνα: Εκδόσεις Γρηγόρη.
Κουρκούτας, Η.Ε. (2007). Χαρακτηριστικά λειτουργίας και τρόποι αντιμετώπισης των παιδιών με επιθετικές μορφές συμπεριφοράς στο πλαίσιο του σχολείου και της τάξης. Στην Ε. Μακρή- Μπότσαρη (Επιμ,), Διαχείριση Προβλημάτων Σχολικής Τάξης (Τόμ. Α’), (σσ. 171- 190). Αθήνα: Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων & Παιδαγωγικό Ινστιτούτο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου