Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2019

Αγάπη και κτητικότητα: ασύμβατες αλλά άσπονδες φίλες


«Αν είμαι ό,τι έχω, κι αν ό,τι έχω έχει χαθεί, τότε ποιος είμαι;»
Έριχ Φρομ

Αν επιχειρήσουμε να απαντήσουμε στο παραπάνω ερώτημα του σπουδαίου ψυχαναλυτή Ε. Φρομ, τότε ίσως μια πιθανή απάντηση να ήταν η εξής: «Μάλλον είναι πιο εύκολο να πω ποιος δεν είμαι, παρά ποιος είμαι». Η απάντηση αυτή ενδεχομένως να είναι η πιο πιθανή που θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς. Αυτό όμως που πρέπει περισσότερο να μας απασχολήσει δεν είναι να δώσουμε την πιο κατάλληλη απάντηση, αλλά να σταθούμε στη διατύπωση του ερωτήματος, δηλαδή στο βαθύτερο περιεχόμενό του. 

Ως άτομα- πρόσωπα προσδιοριζόμαστε σύμφωνα με όσα μας ανήκουν, δηλαδή η προσωπική μας ταυτότητα σχηματίζεται με βάση ιδιότητες- δεξιότητες ή και τίτλους που κατέχουμε, δηλαδή πτυχία ή επαγγελματική θέση ή ακόμη υλικά αγαθά που διαθέτουμε. 

Θα έχετε ίσως πολλές φορές παρευρεθεί σε κάποια κοινωνική εκδήλωση όπου σας συστήνουν κάποιον με τον εξής τρόπο: «Ο εφοπλιστής κύριος Δημητρίου». Η ακαδημαϊκή- επαγγελματική ή περιουσιακή ιδιότητα μοιάζουν να είναι προέκταση του ονόματός του. Τι θα συνέβαινε αν λόγου χάρη αυτός ο κύριος χρεοκοπούσε; Πώς θα αυτοπροσδιοριζόταν ο ίδιος ύστερα από μια τέτοια προσωπική «αποτυχία»; Ακόμη, πως θα τον προσφωνούσαν τα ίδια άτομα που επρόκειτο να τον συστήσουν ξανά έπειτα από την χρεοκοπία του. Γιατί όλοι αυτοί οι τίτλοι και όλες αυτές οι ιδιότητες που μας διακρίνουν πρέπει να τονίζονται με τόσο στόμφο; Μήπως επειδή τρέφουν το «Εγώ» μας και διατρανώνουν με τον πιο εμφατικό τρόπο το πόσο σπουδαίοι είμαστε; Κι αν πράγματι είμαστε τόσο σπουδαίοι, τότε γιατί έχουμε ανάγκη να το φωνάζουμε; Άραγε, είμαστε αυτά που έχουμε ή μήπως αυτά που περάσαμε για να αποκτήσουμε όσα έχουμε;

Ένας πανεπιστημιακός τίτλος είναι ένα χαρτί, αλλά ουσιαστικά αυτό το χαρτί δεν μπορεί να αποτυπώσει πέρα από τη βαθμολογία μας τα ξενύχτια πάνω από τα βιβλία, την αγωνία να αποστηθίσουμε απίστευτο όγκο πληροφοριών, τον χρόνο που θυσιάσαμε, κ.ο.κ. Δεν είναι το χαρτί που έχουμε αυτό που μας κάνει αυτό που είμαστε, αλλά όλα όσα περάσαμε μέχρι να αποκτήσουμε αυτό το χαρτί. Κι όμως αν δεν το έχουμε δεν μπορούμε να είμαστε αυτό που το χαρτί εκπροσωπεί. 

Φανταστείτε, π.χ., έναν άνθρωπο που μόχθησε για αρκετά χρόνια και θυσίασε τόσα ώστε να γίνει γιατρός, αλλά λίγο πριν πάρει το πτυχίο, τα έφερε έτσι η ζωή που αναγκάστηκε για οικονομικούς λόγους να τα παρατήσει. Δεν πήρε ποτέ το πτυχίο του, άρα δεν έχει αυτό για το οποίο αγωνίστηκε. Η έλλειψη κατοχής κάποιου πράγματος, στην προκειμένη περίπτωση του πτυχίου της ιατρικής, δεν τον κάνει γιατρό κι ας έφτασε τόσο κοντά. Αυτός ο άνθρωπος δεν μπορεί να αυτοπροσδιοριστεί ως γιατρός παρόλο που έχει το 99% των γνώσεων ενός γιατρού. Η κατοχή, λοιπόν, ενός πράγματος, υλικού ή άυλου, μας κάνει αυτούς που είμαστε. 


Στην κοινωνία μας καλλιεργείται η κουλτούρα της «κατοχής» διαφόρων πραγμάτων. Προκειμένου να προσδιορίσουμε την ταυτότητά μας κατασκευάζοντας μια αφήγηση για το πώς θέλουμε να παρουσιαζόμαστε στους άλλους. Η έλλειψη υλικών αγαθών σημαίνει ανεπάρκεια, άρα νοηματοδοτείται ως κάτι κακό, μίζερο και λίγο.                                                     
Καλλιεργώντας αυτή την κουλτούρα της «κατοχής» υλικών αγαθών ξεχνούμε ακόμη και πώς να αγαπούμε. Λόγου χάρη σε μια εκδρομή στην ύπαιθρο συναντούμε ένα όμορφο και σπάνιο λουλούδι και το κόβουμε προκειμένου να το αποκτήσουμε, θεωρώντας ότι δικαιωματικά μας ανήκει και γιατί όχι άλλωστε; Δε μας περνά από το νου ότι αυτού του είδους η αγάπη είναι κτητική κι ότι δεν υπάρχει αγάπη όταν δεν υφίσταται σεβασμός, παρά μονάχα βία και καταστροφή. 

Κάτι παρόμοιο δε συμβαίνει και σε ορισμένους ανθρώπους, όπου στο όνομα της αγάπης τους για τα ζώα, προτιμούν να «κατέχουν» κάποια από αυτά, φυλακίζοντάς τα στην ουσία, με το να τα περιορίζουν λόγου χάρη σε πολύ μικρούς χώρους; Δεν έχει σημασία το ζώο, βλέπουμε σκυλιά κλεισμένα σε μικρά μπαλκόνια ή δεμένα όλη μέρα σε ένα σημείο, ψάρια, χελώνες και ερπετά σε ασφυκτικά μικρές γυάλες, ωδικά και μη πτηνά σε κλουβιά που μετά βίας μπορούν να ανοίξουν τα φτερά τους κ.ο.κ. Αυτές οι συμπεριφορές της κτητικής αγάπης αποτελούν αν μη τι άλλο κακοποίηση. Αυτό στο οποίο θα πρέπει να δώσουμε περισσότερο έμφαση είναι ότι από την κτητική αγάπη αντικειμένων περάσαμε σιγά- σιγά στην κτητική αγάπη έμβιων όντων και μας είναι πιο εύκολο να τη στρέψουμε και προς τους ανθρώπους. Να συνάψουμε σχέσεις, λόγου χάρη, ερωτικές και να αντιμετωπίσουμε τον άνθρωπό μας σαν κτήμα μας, σαν προέκταση του εαυτού μας, όπου θα τον άγουμε και θα τον φέρουμε όπως ακριβώς κάνουμε με όλα όσα κατέχουμε. 

Η κτητική αγάπη είναι πάντα κακοποιητική, διότι δε σέβεται τις ανάγκες του άλλου, και όταν δεν υπάρχει σεβασμός χάνονται τα όρια ανάμεσα στις δικές μας επιθυμίες και στις επιθυμίες του άλλου. Χάνεται η ελευθερία, η αξιοπρέπεια, η επικοινωνία και η άνευ όρων αγάπη. Πολλοί άνθρωποι αντιμετωπίζουν ως δεδομένους τους άλλους και αυτό που τους ενδιαφέρει είναι η εικόνα προς τα έξω, δηλαδή η ωραιοποιημένη προβολή του καλού οικογενειάρχη, του στοργικού συζύγου ή συντρόφου κ.ο.κ. Ωστόσο, ξεχνιέται ότι δεν αρκεί να κατέχεις μια σύζυγο για να είσαι παντρεμένος, δεν αρκεί να κατέχεις παιδιά για να είσαι γονιός, κ.ο.κ. 

Προφανώς, η ουσία δε βρίσκεται στην «κτητικότητα», αλλά στο μοίρασμα και στη δοτικότητα συναισθημάτων, στο χτίσιμο όμορφων στιγμών και αναμνήσεων.  


Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2019

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΑΓΓΛΙΚΩΝ- ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ- ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑΣ

https://wordpress.com/view/koinonikodidaskaleio.wordpress.com




ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μας:
στο email: diplomatikes@yahoo.com
στο τηλέφωνο: 6982314826

Η αξία της αποστασιοποίησης στις στενές διαπροσωπικές σχέσεις…


Αν επιτρέψετε να σας δέσουν τα μάτια και να σας οδηγήσουν σε μια γκαλερί, ακριβώς μπροστά σε έναν μεγάλου μεγέθους πίνακα, ενός από τους σπουδαιότερους ζωγράφους, τόσο κοντά, σε απόσταση αναπνοής, κι έπειτα ελευθερώσουν τα μάτια σας για να μπορέσετε να θαυμάσετε τον πίνακα, ποια πιστεύετε ότι θα ήταν η αντίδρασή σας; 

Σωστά συλλογίζεστε. Ναι, από τόσο κοντά δε θα μπορέσετε να αξιολογήσετε και να εκτιμήσετε την αξία του έργου. Θα είστε ικανοί να δείτε ένα μονάχα μικρό μέρος του πίνακα που ενδεχομένως να μην σας επιτρέψει ακόμη και να μαντέψετε τη θεματολογία του. 

Αυτό που χρειάζεστε, ώστε να είστε σε θέση να αντιληφθείτε, να αξιολογήσετε και να εκτιμήσετε το έργο, είναι λοιπόν η σωστή απόσταση. Για την εκτίμησή σας δεν έχει σημασία ούτε ο πίνακας, ούτε η όρασή σας, αλλά η σωστή απόσταση.


Κατά παρόμοιο τρόπο, κάτι ανάλογο συμβαίνει και στις στενές διαπροσωπικές μας σχέσεις, είτε αυτές είναι φιλικές, είτε συνεργατικές, είτε συντροφικές, συζυγικές κοκ. Με το να είμαστε προσκολλημένοι  επάνω σε κάποιον ή σε κάτι, αυτό σημαίνει ότι δεν δίνουμε τον απαραίτητο χώρο στον άλλο, αλλά κυρίως σε εμάς, προκειμένου να εξηγήσουμε τις συμπεριφορές του άλλου, αλλά και τις δικές μας.  Δεν μπορούμε να δούμε καθαρά και να εξηγήσουμε τα αίτια όσων συμβαίνουν, είτε αυτά είναι θετικά, είτε είναι αρνητικά.  Γινόμαστε εξαρτημένοι από τον άλλον και χάνουμε τον εαυτό μας και την προσωπικότητά μας.


Τι θα πει όμως «χάνω τον εαυτό μου»; Θα πει ότι πλέον δεν εξαρτώμαι από εμένα, αλλά από τον άλλο.  Θα πει επίσης, ότι έχω ξεχάσει το πώς θα βάλω τα δικά μου όρια για το τι θέλω ή για το πώς θέλω να μου συμπεριφέρεται το έτερον πρόσωπο με το οποίο έχω συνάψει μια στενή διαπροσωπική σχέση.



Η απώλεια του εαυτού μέσα στη σχέση είναι ένα σύνηθες φαινόμενο, αλλά τις περισσότερες φορές όχι ευδιάκριτο.  Το καμπανάκι ότι κάτι δεν πάει καλά συνήθως χτυπάει μετά από χρόνια, κι αφότου έχουμε υποστεί αρκετές κακοποιητικές συμπεριφορές τις οποίες τις δεχόμασταν σαν να είμασταν κάποιος σάκος του μποξ που θα έπρεπε να υπομείνει τα πάντα στο όνομα της αγάπης και της υπομονής και της θυσίας που δήθεν συνεπάγεται αυτή. Όμως, είναι αγάπη η ταπείνωση; Είναι αγάπη η υποταγή στα θέλω του άλλου; Που τελικά τελειώνει και που αρχίζει η ελευθερία, ο σεβασμός και η αξιοπρέπεια μέσα σε μια σχέση; 
Αντιλαμβανόμαστε ότι η «αποστασιοποίηση» είναι μια λέξη «κλειδί» που μπορεί να μας βοηθήσει να δούμε υπό ένα διαφορετικό πρίσμα το πώς έχουμε νοηματοδοτήσει τη σχέση μας και να καταλάβουμε καλύτερα εμάς και τον άλλο, αφού μπορούμε να δούμε καλύτερα το γιατί συμβαίνουν αυτές οι συμπεριφορές και γιατί τα όρια σε μια σχέση διαδραματίζουν τον πιο καταλυτικό ρόλο.

Θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι δεν είναι πάντα εύκολο να ξεφύγουμε από την προσκόλληση και να επιτύχουμε την αποστασιοποίηση.  Ενστικτωδώς κι αυθόρμητα, αντιλαμβανόμαστε την αξία της αποστασιοποίησης και γι’ αυτό πολλές φορές ζητάμε από τους άλλους να μας πουν τη γνώμη τους, αφού πρώτα τους έχουμε εξωτερικεύσει ή κατά περιόδους γνωστοποιήσει με αρκετές λεπτομέρειες τα πεπραγμένα των σχέσεών μας.  

Εδώ χρειάζεται μεγάλη προσοχή, διότι ο χρόνος, δηλαδή η διάρκεια ή και τα ευγενικά λόγια και τα πλατιά χαμόγελα δεν αποτελούν αποδείξεις, παρά μόνον ενδείξεις για το αν μπορούμε να εμπιστευθούμε κάποιον. 

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να καταφέρουμε να εξασφαλίσουμε μια εναλλαγή ανάμεσα στην εγγύτητα της σχέσης και την αποστασιοποίηση, ώστε να μπορούμε κάθε στιγμή να βλέπουμε και να αξιολογούμε όλα όσα συμβαίνουν μέσα σ’ αυτή τη σχέση, τα οποία ίσως μας δημιουργούν μια αίσθηση αμφιβολίας, προβληματισμού ή και δυσφορίας. Η εγγύτητα μπορεί να αποτελεί τον σημαντικό στόχο για κάθε σχέση, δεν αξίζει όμως για χάρη της εγγύτητας να βρισκόμαστε μέσα σε σχέσεις, στις οποίες υποφέρουμε και ταλαιπωρούμαστε.

Κυριακή 11 Αυγούστου 2019

Ο πατέρας στη μοντέρνα οικογένεια


«Μια παροιμία της εποχής αντικατοπτρίζει αυτή την ιδέα: ‘’Το σήμερα είναι το αντίθετο αυτού που γινόταν χθες. Ο άνθρωπος σέρνει την άμαξα, το άλογο και τους αμαξηλάτες’’.

«Το πρώτο μέρος της παραπάνω παροιμίας απεικονίζει τη σύγχρονη σκηνή όπου το παιδί βρίσκεται στην πλάτη ενός γονατιστού πατέρα: το σήμερα δεν είναι όπως το χθες. Ο μοντέρνος πατέρας δεν επιβάλλεται πλέον όπως ο παραδοσιακός πατέρας. Έμαθε να τοποθετείται στο επίπεδο του παιδιού. Το προσεγγίζει, συναισθηματικά και σωματικά, εγκαταλείποντας την υπεροχή που του προσδίδει το ύψος του. Επίσης, σε άλλες απεικονίσεις φαίνεται αυτή η εγγύτητα μεταξύ πατέρα και παιδιού. Με πρόσχημα το παιχνίδι, τα σώματά τους αγγίζονται, και μάλιστα σε μεγαλύτερο βαθμό από όσο συμβαίνει με το αγκάλιασμα.

Η απεικόνιση ενός ανθρώπου πεσμένου στα τέσσερα σημαίνει συνήθως υποταγή. Μήπως τελικά το παιδί καθοδηγεί τον πατέρα του; Στη διάρκεια του παιχνιδιού, ναι! Σε αντίθεση όμως με τις εικόνες του αντίστροφου κόσμου, οι σύγχρονες εικόνες που δείχνουν τον πατέρα- αλογάκι δεν έχουν ειρωνική συνυποδήλωση. Ο άνδρας γίνεται αντιληπτός από το παιδικό βλέμμα με την ιδιότητα του καλού πατέρα. Έχοντας χάσει, τουλάχιστον στιγμιαία, τα χαρακτηριστικά της εξουσίας του, και έχοντας αποποιηθεί εκούσια τον ρόλο του αρχηγού, ο πατέρας δεν παραμορφώνεται, αντίθετα, παρουσιάζεται με την εικόνα του ‘καλού πατέρα’. Αν οι σύγχρονοι συγγραφείς είχαν πρόθεση να πλήξουν τον πατέρα, θα είχαν χρησιμοποιήσει μια άλλη αντίστροφη εικόνα, αυτή της τιμωρίας και του ξυλοκοπήματος, όπου ο φορέας εξουσίας –ο πατέρας ή ο δάσκαλος- θα βρισκόταν σε παρόμοια στάση, στα τέσσερα, όμως πιο ταπεινωτική. Ωστόσο, αντίθετα από την παράδοση του αντίστροφου κόσμου, ο πατέρας- αλογάκι δε συνιστά κοινωνική παρατυπία. Οι αντίστροφες εικόνες παρουσιάζουν έναν κόσμο του οποίου η διάρκεια είναι τόσο σύντομη, όσο το Καρναβάλι, που αποτελεί καθιερωμένη παρένθεση ξεφαντώματος, εφόσον όλοι πρέπει στη συνέχεια να επιστρέψουν στην ‘πραγματική’ τους θέση.

Οι εικόνες που αναπαριστούν τον πατέρα- αλογάκι επιτελούν μια κοινωνική λειτουργία: στοχεύουν στο να κοινωνικοποιήσουν τα παιδιά και τους άνδρες σε ένα είδος σχέσης η οποία δε διαμορφώνεται στη βάση της εξουσίας, έστω και αν αυτή η εξουσία χαρακτηρίζεται από καλές προθέσεις. Το λανθάνον μήνυμα δεν εκφράζει μόνο την άποψη σύμφωνα με την οποία ο πατέρας δε διεκδικεί τη διαφορετικότητά του μέσω της φυσικής του απόστασης και δεν επιδεικνύει τη θέση του, εκφράζει επίσης και την άποψη ότι ο πατέρας είναι διαθέσιμος και αφιερώνει χρόνο στα παιδιά του. 


Η απεικόνιση του παιδιού που κάνει αλογάκι τον πατέρα του αποκαλύπτει έναν άνθρωπο που είναι παρών, δίπλα στο παιδί του, απόλυτα αφοσιωμένο στη συγκεκριμένη κατάσταση. Βέβαια ένας άνθρωπος, όντας σε μια παρόμοια στάση, είναι πράγματι δύσκολο να ασχοληθεί με κάτι άλλο προσποιούμενος ότι είναι παρών. Το πρότυπο του νέου πατέρα, που είναι διαθέσιμος και κοντά στα παιδιά του, αντιτίθεται φυσικά σε αυτό του παραδοσιακού πατέρα, που είναι απών και απρόσιτος. Ωστόσο, το πρότυπο αυτό δεν έχει γυναικεία χαρακτηριστικά. Στα παιδικά βιβλία, δεν θα συναντήσουμε καμία ‘μητέρα- αλογάκι’, ή πιο συγκεκριμένα ‘μητέρα- φοραδίτσα’. Στον χώρο των κοινωνικών αναπαραστάσεων, ο μοντέρνος πατέρας είναι πιθανόν να διαφοροποιείται από έναν απρόσιτο πατέρα χωρίς ωστόσο να υιοθετεί τη γυναικεία ταυτότητα, εκτός εάν αποδεχτεί μια για πάντα ότι μια στοργική προσέγγιση είναι ‘’θηλυπρεπής’’ (σελ. 218-220).

Ο ‘πατέρας- ανελκυστήρας’: Πρόκειται για μια απεικόνιση του πατέρα, ο οποίος  τεντώνει τα χέρια του ψηλά κρατώντας το παιδί ου. Ο πατέρας αναγνωρίζει  τη γνησιότητα του παιδιού του, επαναχρησιμοποιείται υπό μια νέα οπτική, η οποία σημειώνεται ιδιαίτερα από την παρουσία και της υπόλοιπης  οικογένειας, της μητέρας που έχει στρέψει το βλέμμα της προς τον σύζυγός της και το μικρό παιδί. Το γεγονός ότι το παΐδι ανασηκώνεται ψηλά από τον πατέρα σηματοδοτεί σε πρώτο επίπεδο τη θέση του παιδιού- βασιλιά στην οικογένεια. Τις περισσότερες φορές ο πατέρας εμφανίζεται όρθιος, ενώ η μητέρα καθιστή, όπως και σε πολλές παλιές οικογενειακές φωτογραφίες. Σε δεύτερο επίπεδο, η χειρονομία για να κρατηθεί ψηλά το παιδί απαιτεί κάποια σωματική προσπάθεια» (σελ. 220).


«Το νόημα των δύο απεικονίσεων παραπέμπουν στις δύο διακριτές φάσεις της μοντέρνας οικογένειας στον δυτικό κόσμο. Η πρώτη χαρακτηρίζεται από μια προοδευτική επικέντρωση στην οικογένεια και στο παιδί και από τη γένεση του αισθήματος του ανήκειν σε μια οικογένεια. Αυτή η περίοδος προσέδωσε αξία στις διαφορές των φύλων και στην κατανομή των εργασιών μεταξύ ανδρών και γυναικών. Το πρότυπο της οικογενειακής οικειότητας και του ευχάριστου οικιακού περιβάλλοντος αναπτύχθηκε παράλληλα με το πρότυπο της νοικοκυράς, της κυρίας του σπιτιού. Κατά την επόμενη περίοδο αυτές οι δύο διαστάσεις – η στοργή και η έμφυλη διαφοροποίηση- δε συμπίπτουν πλέον ή, σε κάθε περίπτωση συμπίπτουν πολύ λιγότερο» (σελ. 221).


DeSingly, F. (2012). Το άτομο, το ζευγάρι, η οικογένεια. Αθήνα: Κριτική. 

Ο εαυτός μέσα στην οικογένεια


Η σύγχρονη οικογένεια είναι ένας κοινωνικός χώρος όπου κυκλοφορεί η αγάπη, ενώ συμβάλλει στη συγκρότηση ταυτότητας των μελών. Πρόκειται για έναν χώρο σταθεροποίησης του εαυτού των ενηλίκων και των παιδιών, ενώ βοηθάει το κάθε μέλος να αποκαλύψει τη λανθάνουσα ταυτότητα. 

«Το σύγχρονο άτομο έχει ανάγκη από το βλέμμα των προσώπων στα οποία το ίδιο προσδίδει σπουδαιότητα και σημασία» (σελ. 36). Έχουμε ανάγκη από τα πρόσωπα των δικών μας ανθρώπων… από τα κοντινά και οικεία μας πρόσωπα… 

Απαραίτητες προϋποθέσεις ώστε ο εαυτός να αποκτήσει την αίσθηση μιας θετικής ύπαρξης:

1. Ανάγκη παρουσίας ενός οικείου προσώπου, το οποίο θα είναι σταθερό και αποκλειστικό. Για τους νέους είναι συνήθως ο γονέας ή για τους ενήλικες ο σύντροφος. Το άτομο μοιάζει με Νάρκισσο, που του αρέσει να ασχοληθεί με τον εαυτό του, διαφορά όμως από αυτόν γιατί χρειάζεται το βλέμμα του άλλου που λειτουργεί ως ειδικός καθρέφτης.

2. Αδυναμία γονέων να συντηρήσουν τον ρόλο του οικείου προσώπου για τα παιδιά που ενηλικιώθηκαν. Από μια ηλικία και μετά οι γονείς δε συμβάλλουν στη σταθεροποίηση της ταυτότητας. Αντίθετα, απειλούν το αίσθημα αυτονομίας που συνιστά τη βάση της σύγχρονης ταυτότητας.


3. Αναποτελεσματικότητα αφοσίωσης στον άλλο. Το άτομο χρειάζεται προσοχή καθώς δεν μπορεί να ικανοποιηθεί από την απλή αφοσίωση.

«Η προσωπική αυτονομία δε θα πρέπει να αποκλείει τη δημιουργία δεσμών συναισθημάτων εξάρτησης ως πηγή ενέργειας για τον εαυτό μας» (σελ. 38).

«Ο εαυτός που δεν έχει ενταχθεί σε μια σχέση αλληλεξάρτησης είναι ελάχιστα ελαστικός τόσο ως προς τον ίδιο όσο και ως προς τους άλλους. Η αγαμία ή μοναχική ζωή δεν αποτελεί μοντέλο αναφοράς σήμερα, έστω και αν εκλαμβάνει θετικά ως απόδειξη την ικανότητα ενός αυτόνομου εαυτού» (σελ. 40).  


DeSingly, F. (2012). Το άτομο, το ζευγάρι, η οικογένεια. Αθήνα: Κριτική.