Τι είναι αυτό το φαινόμενο και ποια είναι η Zeigarnik;

Το Φαινόμενο Zeigarnik αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα της γνωστικής ψυχολογίας, καθώς αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο οι ημιτελείς εργασίες και οι ανεκπλήρωτοι στόχοι επηρεάζουν τη μνήμη, την προσοχή και τη σκέψη. Σύμφωνα με το φαινόμενο αυτό, οι άνθρωποι τείνουν να θυμούνται ευκολότερα τις εργασίες που έχουν διακοπεί ή παραμένουν ανολοκλήρωτες σε σύγκριση με εκείνες που έχουν ολοκληρωθεί. Οι ημιτελείς δραστηριότητες φαίνεται να διατηρούν μια ιδιαίτερη θέση στο μυαλό, καθώς δημιουργούν μια μορφή ψυχολογικής και γνωστικής έντασης που παραμένει ενεργή μέχρι να επιτευχθεί η ολοκλήρωσή τους.
Η βασική ιδέα του φαινομένου είναι ότι κάθε ανολοκλήρωτη εργασία αφήνει ένα «γνωστικό αποτύπωμα» στον νου. Το άτομο συνεχίζει να επεξεργάζεται νοητικά την εκκρεμότητα, ακόμη και όταν ασχολείται με άλλες δραστηριότητες. Ως αποτέλεσμα, οι ανεκπλήρωτοι στόχοι γίνονται πιο προσβάσιμοι στη μνήμη και επανέρχονται συχνότερα στη σκέψη. Αυτό εξηγεί γιατί πολλοί άνθρωποι βασανίζονται από όσα δεν έχουν καταφέρει ακόμη να ολοκληρώσουν, ενώ συχνά ξεχνούν ή υποτιμούν τα επιτεύγματά τους. Ορισμένοι ερευνητές μάλιστα έχουν υποστηρίξει ότι αυτή η συνεχής εστίαση στις εκκρεμότητες μπορεί να συμβάλλει σε αρνητικές αυτοαξιολογήσεις, στην αίσθηση ανεπάρκειας και σε φαινόμενα όπως το σύνδρομο του απατεώνα (impostor syndrome), όπου το άτομο δυσκολεύεται να αναγνωρίσει την πραγματική του επιτυχία.
Η έρευνα έχει δείξει ότι οι ανεκπλήρωτοι στόχοι δεν επηρεάζουν μόνο τη μνήμη αλλά και τη συγκέντρωση. Συχνά δημιουργούν παρεμβατικές σκέψεις που εμφανίζονται ακόμη και όταν το άτομο προσπαθεί να ασχοληθεί με άσχετες εργασίες. Αυτές οι σκέψεις αποσπούν την προσοχή, καταναλώνουν γνωστικούς πόρους και ενδέχεται να μειώσουν την απόδοση σε άλλες δραστηριότητες. Ωστόσο, οι μελέτες έχουν καταδείξει ότι η δημιουργία ενός σαφούς και συγκεκριμένου σχεδίου δράσης για την ολοκλήρωση μιας εκκρεμότητας μπορεί να μειώσει σημαντικά αυτή την ψυχολογική επιβάρυνση. Όταν το άτομο καταγράφει τα επόμενα βήματα και δεσμεύεται σε ένα πλάνο ολοκλήρωσης, ο εγκέφαλος φαίνεται να «απελευθερώνει» μέρος της έντασης που συνδέεται με τον στόχο, επιτρέποντας καλύτερη συγκέντρωση σε άλλες δραστηριότητες. Αυτή η διαπίστωση εξηγεί γιατί οι λίστες υποχρεώσεων και ο προγραμματισμός καθηκόντων αποτελούν αποτελεσματικά εργαλεία οργάνωσης και διαχείρισης του άγχους.
Το φαινόμενο πήρε το όνομά του από τη Σοβιετική ψυχολόγο Bluma Zeigarnik, η οποία το περιέγραψε για πρώτη φορά το 1927. Η έμπνευση για τη μελέτη της προήλθε από μια παρατήρηση του μέντορά της, του διάσημου ψυχολόγου Kurt Lewin. Ο Lewin είχε διαπιστώσει ότι ένας σερβιτόρος μπορούσε να θυμάται με εντυπωσιακή ακρίβεια τις παραγγελίες πελατών που δεν είχαν ακόμη πληρώσει, αλλά ξεχνούσε γρήγορα τις λεπτομέρειες μόλις ολοκληρωνόταν η συναλλαγή. Η Zeigarnik αποφάσισε να διερευνήσει επιστημονικά αυτή την παρατήρηση. Στα πειράματά της ανέθετε στους συμμετέχοντες διάφορες εργασίες, επιτρέποντας σε κάποιους να τις ολοκληρώσουν ενώ σε άλλους διέκοπτε τη διαδικασία πριν φτάσουν στο τέλος. Όταν αργότερα ζητούσε από τους συμμετέχοντες να θυμηθούν τις εργασίες τους, διαπίστωνε ότι θυμούνταν σημαντικά καλύτερα εκείνες που είχαν μείνει ανολοκλήρωτες. Η ερμηνεία της ήταν ότι η διακοπή μιας δραστηριότητας δημιουργεί μια κατάσταση εσωτερικής έντασης που διατηρεί την εργασία ενεργή στη μνήμη μέχρι να ολοκληρωθεί.
Το Φαινόμενο Zeigarnik έχει σημαντικές εφαρμογές στην εκπαίδευση και τη μάθηση. Έρευνες έχουν δείξει ότι η διακοπή της μελέτης σε στρατηγικά σημεία και η επιστροφή σε αυτή μετά από ένα σύντομο διάλειμμα μπορεί να ενισχύσει την ανάκληση πληροφοριών και τη μακροπρόθεσμη μνήμη. Όταν η μαθησιακή διαδικασία διακόπτεται προσωρινά, το υλικό παραμένει ενεργό στο γνωστικό σύστημα, γεγονός που διευκολύνει την εδραίωση της γνώσης. Για τον λόγο αυτό, οι σύντομες περίοδοι ανάπαυσης κατά τη διάρκεια της μελέτης θεωρούνται ιδιαίτερα αποτελεσματικές για τη βελτίωση της μάθησης.
Παράλληλα, το φαινόμενο μπορεί να αξιοποιηθεί για την αντιμετώπιση της αναβλητικότητας. Συχνά, το δυσκολότερο μέρος μιας απαιτητικής εργασίας είναι η έναρξή της. Σύμφωνα με το Φαινόμενο Zeigarnik, ακόμη και ένα μικρό πρώτο βήμα αρκεί για να ενεργοποιήσει τη γνωστική ένταση που σχετίζεται με την εργασία. Μόλις το άτομο ξεκινήσει, ο εγκέφαλος τείνει να διατηρεί την εργασία ενεργή στη σκέψη, αυξάνοντας την πιθανότητα να επιστρέψει σε αυτήν και να την ολοκληρώσει. Έτσι, η στρατηγική του «ξεκινώ έστω και για λίγα λεπτά» μπορεί να αποτελέσει αποτελεσματικό μέσο υπέρβασης της αναβλητικότητας.
Το Φαινόμενο Zeigarnik έχει επίσης εφαρμογές στις διαπροσωπικές σχέσεις. Οι αρνητικές εμπειρίες που δεν έχουν συζητηθεί ή επιλυθεί συχνά παραμένουν ενεργές στη μνήμη και επανέρχονται στη σκέψη με μεγαλύτερη συχνότητα από τις θετικές εμπειρίες. Οι ανεπίλυτες συγκρούσεις, οι παρεξηγήσεις και τα συναισθηματικά τραύματα μπορεί να επαναλαμβάνονται νοητικά, επηρεάζοντας την εμπιστοσύνη και την ποιότητα των σχέσεων. Όσο ένα ζήτημα παραμένει ανοιχτό, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα να συνεχίσει να επιβαρύνει ψυχολογικά τα εμπλεκόμενα άτομα.
Τέλος, το Φαινόμενο Zeigarnik προσφέρει ένα ισχυρό επιχείρημα ενάντια στο multitasking. Όταν οι άνθρωποι προσπαθούν να διαχειριστούν πολλές εργασίες ταυτόχρονα, δημιουργούν έναν μεγάλο αριθμό ανολοκλήρωτων γνωστικών διεργασιών που ανταγωνίζονται για την προσοχή τους. Αυτό αυξάνει τη νοητική κόπωση, μειώνει τη συγκέντρωση και επιβραδύνει την παραγωγικότητα. Αντίθετα, η ολοκλήρωση μίας εργασίας πριν από τη μετάβαση στην επόμενη επιτρέπει την απελευθέρωση γνωστικών πόρων και συμβάλλει σε πιο αποτελεσματική και ποιοτική εργασία.
Ποια είναι η Zeigarnik; Η Bluma Wulfovna Zeigarnik (1901–1988) ήταν μια σημαντική Σοβιετική ψυχολόγος και ψυχίατρος με καταγωγή από τη Λιθουανία. Αναγνωρίζεται ως μία από τις σημαντικές προσωπικότητες στην ιστορία της ψυχολογίας του 20ού αιώνα. Η Zeigarnik σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και ήταν στην ερευνητική ομάδα του Lewin.
Το Φαινόμενο Zeigarnik αποκαλύπτει ότι ο ανθρώπινος νους δεν αντιμετωπίζει όλες τις εμπειρίες με τον ίδιο τρόπο. Οι εκκρεμότητες, οι διακοπές και οι ανεκπλήρωτοι στόχοι έχουν τη δύναμη να παραμένουν ενεργοί στη σκέψη και να επηρεάζουν τη μνήμη, τη μάθηση, τη συμπεριφορά και τις διαπροσωπικές σχέσεις. Η κατανόηση αυτού του μηχανισμού μπορεί να βοηθήσει τα άτομα να οργανώνουν αποτελεσματικότερα τη ζωή τους, να μειώνουν το άγχος, να ενισχύουν τη μάθησή τους και να διαχειρίζονται πιο αποτελεσματικά τις καθημερινές τους υποχρεώσεις.
Πηγές:
https://www.psychologytoday.com/us/basics/zeigarnik-effect.
Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.








