Σάββατο 18 Ιουλίου 2026

Διαβάζοντας το βιβλίο: Η Ψυχαναλυτική προσέγγιση της οικογένειας

Της Αναστασίας Τσαμπαρλή

 

Σύμφωνα με το οπισθόφυλλο του βιβλίου, «Η ψυχαναλυτική θεώρηση της οικογένειας κατέχει μια σημαντική θέση στο στερέωμα των σχολών της οικογενειακής θεραπείας. Η ψυχαναλυτική σχολή οικογένειας διεύρυνε το πεδίο έρευνας των οικογενειακών σχέσεων όχι μόνο διότι έλαβε υπόψη την ασυνείδητη διάσταση στην αλληλεπίδραση μεταξύ των μελών, αλλά και γιατί, όπως και άλλα ιστορικά μοντέλα, συμπεριέλαβε στην εκτίμησή της τη θεμελιώδη διάσταση της ιστορικότητας των σχέσεων των μελών μιας οικογένειας μεταξύ τους αλλά και κάθε μέλους χωριστά με την οικογένειας προέλευσης.

Στο παρόν βιβλίο επιχειρείται η αποτίμηση της ψυχαναλυτικής σχολής οικογενειακής θεραπείας. Γίνεται αναφορά στην ιστορική αναδρομή του ρεύματος της οικογενειακής θεραπείας εν γένει, προσεγγίζονται οι θεωρητικοί πυλώνες της ψυχαναλυτικής σχολής οικογενειακής θεραπείας, πραγματοποιείται γενική εκτίμηση της οικογένειας και περιγράφεται η θεραπευτική παρέμβαση των κυριότερων εκπροσώπων της προσέγγισης αυτής».

Τα τελευταία 60 χρόνια η οικογένεια έχει αποτελέσει βασικό αντικείμενο μελέτης στην ψυχολογία, ενώ η οικογενειακή θεραπεία έχει αναπτυχθεί σημαντικά και έχει αποκτήσει διεθνή αναγνώριση. Πλήθος θεραπευτών, εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, ερευνητικών προγραμμάτων και επιστημονικών εκδόσεων από διαφορετικές θεωρητικές κατευθύνσεις έχουν συμβάλει στην εξάπλωσή της. Ανάμεσα στις σημαντικότερες προσεγγίσεις ξεχωρίζει η Ψυχαναλυτική σχολή, η οποία δίνει έμφαση στον ρόλο των ασυνείδητων διεργασιών και στον τρόπο με τον οποίο αυτές επηρεάζουν τις σχέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας.

Χαρακτηριστικά των συναλλαγών της οικογένειας με κατάθλιψη

«Η σχέση των γονιών δεν είναι ανακλητική, αλλά ναρκισσιστική: τα καλά/ κακά τμήματα του εαυτού προβάλλονται στο παιδί μέσω της προβολικής ταύτισης. Στην κατάθλιψη ο ένας από τους γονείς βιώνεται ως ανεπαρκής και αποτυχημένος. Ο άλλος είναι κυρίαρχος και υποβιβάζει τον αποτυχημένο γονέα, που αντιπροσωπεύει το ανεπαρκές τμήμα του εαυτού του. Ο κυρίαρχος γονέας προβάλλει το καλό τμήμα του εαυτού του στο παιδί, στο οποίο ασκεί πίεση να επιδείξει επιτυχίες. Αν το παιδί τα καταφέρει, ο κυρίαρχος γονέας ταυτίζεται με το παιδί και βιώνει την ικανοποίηση μέσω των επιτυχιών του παιδιού.

Το παιδί αναλαμβάνει λοιπόν τον ρόλο του σωτήρα. Ο κυρίαρχος γονέας μιλά με μεγάλη ναρκισσιστική ικανοποίηση για τις επιτυχίες του παιδιού του, αλλά συχνά δεν τις αναγνωρίζει ευθέως στο παιδί. Αυτό οφείλεται συχνά στο φθόνο που του προκαλεί η επιτυχία του παιδιού. Αυτή θεωρείται δεδομένη, ή οφείλεται στη μοίρα ή στην τύχη. Το έμμεσο μήνυμα είναι να παραμείνει το παιδί αδύναμο, εξαρτημένο, να αποτύχει. Ο Slipp ονομάζει αυτή τη διεργασία διπλοδεσμό της επιτυχίας, διότι το παιδί, είτε πετύχει είτε όχι, δεν μπορεί να βρει αναγνώριση» (σελ. 201-202).

 

Αναστασία Τσαμπαρλή, 2004, Η Ψυχαναλυτική προσέγγιση της οικογένειας, Εκδόσεις Ατραπός.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Μέσα κοινωνικής δικτύωσης -αναρτήσεις μίσους και εγκλήματα μίσους.

Πώς συνδέονται όλα αυτά;

Το 2004 ο Mark Zuckerberg δημιούργησε το Facebook ως ένα απλό μέσο κοινωνικής δικτύωσης για φοιτητές, χωρίς να φαντάζεται ότι θα εξελισσόταν σε μία από τις ισχυρότερες τεχνολογικές εταιρείες στον κόσμο. Αν και η πλατφόρμα προσφέρει δυνατότητες επικοινωνίας και ανταλλαγής προσωπικών στιγμών, δημιουργεί παράλληλα ερωτήματα σχετικά με το αν μπορεί να ενισχύσει και αρνητικές ανθρώπινες συμπεριφορές, όπως η διάδοση μίσους και η υποκίνηση βίας.

 

Οι ψυχολόγοι Karsten Müller και Carlo Schwarz προσπάθησαν να εξετάσουν αυτό το ζήτημα μελετώντας τη σχέση ανάμεσα στις αναρτήσεις μίσους κατά των προσφύγων στο Facebook του γερμανικού ακροδεξιού κόμματος AfD και στα εγκλήματα μίσους εναντίον προσφύγων στη Γερμανία. Αρχικά διαπίστωσαν ότι υπήρχε θετική συσχέτιση: όσο αυξάνονταν οι αναρτήσεις κατά των προσφύγων, αυξάνονταν και τα περιστατικά βίας εναντίον τους.

Ωστόσο, η απλή συσχέτιση δεν αποδεικνύει ότι το ένα φαινόμενο προκαλεί το άλλο. Είναι πιθανό οι αναρτήσεις μίσους να οδηγούν σε εγκλήματα μίσους, αλλά θα μπορούσε επίσης να συμβαίνει το αντίστροφο ή να επηρεάζονται και τα δύο από κάποιον τρίτο παράγοντα. Για να εξετάσουν αν υπήρχε πραγματική αιτιώδης σχέση, οι ερευνητές αξιοποίησαν ένα φυσικό «πείραμα». Οι συχνές διακοπές του διαδικτύου στη Γερμανία είχαν ως αποτέλεσμα το Facebook να τίθεται προσωρινά εκτός λειτουργίας σε τυχαίες χρονικές στιγμές. Όταν το Facebook δεν λειτουργούσε, μειώνονταν τα εγκλήματα μίσους, ενώ όταν επανερχόταν η λειτουργία του, τα εγκλήματα αυξάνονταν ξανά.

Επειδή οι διακοπές αυτές δεν προκαλούνταν από ανθρώπινη επιλογή αλλά συνέβαιναν τυχαία, οι ερευνητές μπόρεσαν να τις χρησιμοποιήσουν σαν πειραματικό χειρισμό. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η έκθεση σε αναρτήσεις μίσους στα κοινωνικά δίκτυα δεν συνδέεται απλώς με αρνητικές στάσεις, αλλά μπορεί να συμβάλλει στην αύξηση πραγματικών πράξεων μίσους.

Η μελέτη αυτή αναδεικνύει ένα σημαντικό πρόβλημα στην ψυχολογική έρευνα: οι ερευνητές συχνά πρέπει να επιλέξουν ανάμεσα στην παρατήρηση πραγματικών φαινομένων χωρίς βεβαιότητα για την αιτία και στα εργαστηριακά πειράματα που προσφέρουν αιτιότητα, αλλά ίσως δεν αντανακλούν πλήρως την πραγματική ζωή. Όταν η ίδια η πραγματικότητα δημιουργεί τυχαίες συνθήκες που επιτρέπουν πειραματική ανάλυση, οι επιστήμονες μπορούν να μελετήσουν πιο αξιόπιστα πολύπλοκα κοινωνικά ζητήματα.

Εν κατακλείδι, η εν λόγω έρευνα δείχνει ότι οι αναρτήσεις μίσους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορούν να έχουν πραγματικές συνέπειες, καθώς ενδέχεται να ενισχύουν την εκδήλωση εγκλημάτων μίσους και όχι μόνο να επηρεάζουν τις στάσεις και τις απόψεις των ανθρώπων. Παράλληλα, αναδεικνύει τη σημασία των φυσικών πειραμάτων στην ψυχολογική έρευνα, επειδή προσφέρουν τη δυνατότητα να διερευνώνται σχέσεις αιτίου-αποτελέσματος σε πραγματικές συνθήκες, όπου τα κλασικά εργαστηριακά πειράματα δεν είναι εφικτά. Τα ευρήματα αυτά υπογραμμίζουν την ανάγκη για υπεύθυνη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, αλλά και για αποτελεσματικές πολιτικές που θα περιορίζουν τη διάδοση του λόγου μίσους και θα προστατεύουν τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.

 

Πηγή:

D.L. Schacter et al., 2025, Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα.

 

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026

Η κοινωνική ψυχολογία του τόπου

Ο δεσμός που αναπτύσσει ένα άτομο με έναν τόπο δημιουργείται μέσα από τις προσωπικές του εμπειρίες, τις αναμνήσεις και τα βιώματά του. Η σχέση αυτή εκφράζεται ως συναισθηματική προσκόλληση, αίσθημα οικειότητας ή επιθυμία να παραμένει κοντά στον συγκεκριμένο τόπο. Δεν αφορά μόνο τα φυσικά χαρακτηριστικά του χώρου, αλλά και τα συναισθήματα, τις αναμνήσεις και τους συμβολισμούς που συνδέονται με αυτόν και επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο το άτομο αντιλαμβάνεται τόσο τον χώρο όσο και τον ίδιο του τον εαυτό.

 

Σύμφωνα με την κοινωνική ψυχολογία του τόπου, οι σημασίες και τα νοήματα που αποδίδουμε σε έναν χώρο επηρεάζουν την ταυτότητά μας, τις στάσεις μας και τις συμπεριφορές μας απέναντί του. Οι προσωπικές εμπειρίες, οι αξιολογήσεις που κάνουμε και η εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας συνδυάζονται και διαμορφώνουν τον βαθμό της συναισθηματικής μας σύνδεσης με έναν τόπο, το πόσο ταυτιζόμαστε μαζί του και το επίπεδο ικανοποίησης που αντλούμε από τη ζωή σε αυτόν.

Παράλληλα, οι συμβολικές σημασίες που αποκτά ένας τόπος λειτουργούν ως μέσο έκφρασης της προσωπικής μας ταυτότητας. Μέσα από τον χώρο προβάλλονται στοιχεία του εαυτού μας, των αξιών, των εμπειριών και της προσωπικής μας ιστορίας, δημιουργώντας μια μοναδική και υποκειμενική αντίληψη για τον συγκεκριμένο τόπο.

Η σχέση αυτή δεν διαμορφώνεται μόνο από εσωτερικούς ψυχολογικούς παράγοντες, αλλά και από τις πραγματικές συνθήκες του περιβάλλοντος, όπως η ποιότητα ζωής, οι κοινωνικές σχέσεις, η ασφάλεια, η πρόσβαση σε υπηρεσίες και οι επιδράσεις τους στην υγεία και την ευημερία των κατοίκων. Η αλληλεπίδραση ανάμεσα στις προσωπικές εμπειρίες και στο φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον συμβάλλει στη διαμόρφωση της ιδιαίτερης πολιτισμικής ταυτότητας και του χαρακτήρα κάθε τόπου.

Η έννοια της ταυτότητας του τόπου χρησιμοποιείται σήμερα ως σημαντικό θεωρητικό και ερευνητικό εργαλείο για την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι βιώνουν τον χώρο, εξηγώντας παράλληλα τις διαφορές που παρατηρούνται μεταξύ περιοχών ως προς την υγεία, την ποιότητα ζωής, τη συμμετοχή των πολιτών στην κοινότητα, καθώς και τη συλλογική κοινωνική δράση.

Η έννοια της λαϊκής γνώσης (lay knowledge) ή λαϊκών πεποιθήσεων αναφέρεται στις αντιλήψεις, τις ερμηνείες και τις εξηγήσεις που διαμορφώνουν οι άνθρωποι για την υγεία, την ασθένεια και την καθημερινή ζωή μέσα από τις προσωπικές τους εμπειρίες, τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις και το πολιτισμικό τους περιβάλλον, ανεξάρτητα από την επιστημονική ή ιατρική γνώση. Σύμφωνα με τους Popay και συνεργάτες (1998), η λαϊκή γνώση δεν αποτελεί μια απλή ή ελλιπή μορφή γνώσης, αλλά έναν ολοκληρωμένο τρόπο κατανόησης της πραγματικότητας, ο οποίος βασίζεται στις αφηγήσεις, στις εμπειρίες και στα νοήματα που αποδίδουν οι άνθρωποι στα γεγονότα της ζωής τους.

Οι λαϊκές πεποιθήσεις διαμορφώνονται μέσα από την οικογένεια, την κοινότητα, τις πολιτισμικές αξίες και τις προσωπικές εμπειρίες και επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα αντιλαμβάνονται τα αίτια της υγείας και της ασθένειας, αξιολογούν τους κινδύνους, λαμβάνουν αποφάσεις σχετικά με τη φροντίδα της υγείας τους και υιοθετούν συγκεκριμένες συμπεριφορές. Με άλλα λόγια, αποτελούν ένα σύστημα γνώσης που καθοδηγεί τις καθημερινές πρακτικές και τις επιλογές των ανθρώπων.

Οι Popay et al. (1998) υποστηρίζουν ότι η κατανόηση των ανισοτήτων στην υγεία δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά σε βιοϊατρικούς ή επιδημιολογικούς δείκτες. Είναι απαραίτητο να λαμβάνονται υπόψη και οι αφηγήσεις των ίδιων των ανθρώπων, καθώς μέσα από αυτές αποκαλύπτονται οι κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές συνθήκες που επηρεάζουν την υγεία και την ευημερία τους. Η λαϊκή γνώση λειτουργεί ως μέσο μέσω του οποίου τα άτομα ερμηνεύουν τις εμπειρίες τους, δίνουν νόημα στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν και αποφασίζουν πώς θα δράσουν στο πλαίσιο της καθημερινής τους ζωής.

Επομένως, η λαϊκή γνώση θεωρείται σήμερα σημαντικό συμπλήρωμα της επιστημονικής γνώσης, καθώς συμβάλλει στην καλύτερη κατανόηση των συμπεριφορών υγείας, της σχέσης των ανθρώπων με το κοινωνικό και φυσικό τους περιβάλλον και των παραγόντων που επηρεάζουν τις αποφάσεις τους. Η αξιοποίηση των εμπειριών και των πεποιθήσεων των πολιτών μπορεί να οδηγήσει στον σχεδιασμό αποτελεσματικότερων παρεμβάσεων και πολιτικών δημόσιας υγείας, οι οποίες ανταποκρίνονται καλύτερα στις πραγματικές ανάγκες των κοινοτήτων.

 

Πηγή

Αναστασία Ζήση, 2013, Κοινωνία, Κοινότητα και Ψυχική Υγεία. Εκδόσεις Gutenberg.

Popay, J., Williams, G., Thomas, C., & Gatrell, T. (1998). Theorising inequalities in health: The place of lay knowledge. Sociology of Health & Illness, 20(5), 619–644.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc., MA.

 

 

Διαβάζοντας το βιβλίο: Κοινωνία, Κοινότητα και Ψυχική Υγεία

Της Αναστασίας Ζήση

 

Το βιβλίο Κοινωνία, Κοινότητα και Ψυχική Υγεία επιχειρεί να εξηγήσει την κοινωνική προέλευση του ψυχικού πόνου, την παραγωγή και την αναπαραγωγή των κοινωνικών ανισοτήτων στην ψυχική υγεία. Συνδέει στοιχεία της κοινωνικής δομής και της κοινωνικής οργάνωσης με τον ψυχικό πόνο, παρουσιάζει τις θεωρίες της ετικετοποίησης και του κοινωνικού κεφαλαίου σε σχέση με την ψυχική υγεία, και συζητά τη σημασία των υποκειμενικών εμπειριών των ανθρώπων με ψυχιατρικό ιστορικό. Το βιβλίο Κοινωνία, Κοινότητα και Ψυχική Υγεία απευθύνεται σε επαγγελματίες-ερευνητές στο πεδίο της ψυχικής υγείας και σε φοιτητές των κοινωνικών επιστημών.

 

Στο βιβλίο περιγράφεται η ταυτότητα του τόπου, η οποία δεν αφορά την ιδιοσυγκρασία μιας τοποθεσίας αλλά την ιδιαίτερη σχέση και τον δεσμό ενός ατόμου με έναν συγκεκριμένο τόπο. «Ο δεσμός με έναν τόπο αναπτύσσεται μέσα από το πως έχουμε βιώσει ή βιώνουμε έναν τόπο, εκφράζεται ως ένα είδος προσκόλλησης ή ως επιθυμία να παραμείνει κανείς κοντά σε αυτόν, περιέχει συγκινήσεις και συμβολισμούς που τροφοδοτούν γνωστικές και συναισθηματικές διεργασίες, έναν τρόπο ερμηνείας του εαυτού μας. […] Η κοινωνική ψυχολογία του τόπου έχει δείξει πως οι σημασίες και τα νοήματα που αποδίδουμε σε έναν ιδιαίτερο τόπο διαμεσολαβούν της σχέσης ταυτότητας, στάσης και συμπεριφοράς σε σχέση με αυτόν» (σελ. 116).

Επίσης, μέσα από δύο θεωρητικούς (Baumeister & Leary, 1995) η συγγραφέας γράφει: «Οι άνθρωποι χαρακτηρίζονται από μια ισχυρή τάση να διαμορφώνουν, ανεξάρτητα των συνθηκών, ψυχολογικών, πολιτισμικών και άλλων παραγόντων, στενές και διαρκείς διαπροσωπικές σχέσεις, ομάδες και κοινότητες προκειμένου να ικανοποιήσουν τη βαθιά τους επιθυμία για σύναψη δεσμών. Η παρόρμηση αυτή των ανθρώπων έχει κυρίως τεκμηριωθεί από μελέτες κοινωνικής απομόνωσης, συναισθηματικής αποστέρησης και εγκατάλειψης οι οποίες έδειξαν ότι η έλλειψη ή η απώλεια συναισθηματικών δεσμών προκαλούν αρνητικές επιπτώσεις, συχνά σοβαρές και μακροχρόνιες, στη σωματική και ψυχική υγεία». Οι θεωρητικοί υποστηρίζουν ότι «η ανάγκη για προσεταιρισμό, δηλαδή να είμαστε σε επαφή με άλλους ανθρώπους, δεν περιορίζεται μόνο στις πρωταρχικές ψυχολογικές λειτουργίες αλλά διέπει τον τρόπο που διαμορφώνονται ευρύτεροι κοινωνικοί σχηματισμοί, πολιτισμικά δίκτυα και δομές της κοινωνίας» (σελ. 139).

 

Πηγή

Αναστασία Ζήση, 2013, Κοινωνία, Κοινότητα και Ψυχική Υγεία. Εκδόσεις Gutenberg.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc., MA.

Διαβάζοντας το βιβλίο: Η ώρα της καρδιάς

Πως συνδεόμαστε στο εδώ και τώρα

Των Irvin Yalom & Benjamin Yalom

 

«Στα ενενηντατρία του χρόνια, αντιμέτωπος με την απώλεια της μνήμης του, καθώς και με τις επιπτώσεις μιας πανδημίας που μετέφερε μεγάλο μέρος της καθημερινής ανθρώπινης επικοινωνίας στο διαδίκτυο, ο δημοφιλής ψυχοθεραπευτής κάνει μια ρηξικέλευθη αλλαγή στον τρόπο που δουλεύει, εστιάζοντας στο τί μπορεί να κατορθωθεί σε μία μοναδική ωριαία συνάντηση μεταξύ θεραπευόμενου και θεραπευτή. Αναζητεί τον πυρήνα του ψυχικού προβλήματος και προτείνει τρόπους συνέχισης της θεραπείας. Ο Γιάλομ δεν δίστασε να δείξει την πορεία της ζωής του χωρίς φτιασίδια και χωρίς αποκλεισμούς. Πιστός στη δύναμη της αυτοαποκάλυψης και στη δέσμευσή του να παρουσιάζεται η αλήθεια και η πραγματική ζωή όπως είναι και όπως συμβαίνει, έγραψε βιβλία όπως Ο δήμιος του έρωτα, Η μάνα και το νόημα της ζωής, Αυτό ήταν η ζωή; Τότε άλλη μια φορά!, Πλάσματα μίας μέρας, Ζήτημα θανάτου και ζωής κ.ά. Σε αυτά τα βιβλία συγκαταλέγεται και το πιο πρόσφατο. Η Ώρα της καρδιάς συμπληρώνει κάτι πολύτιμο, που πολύ σπάνια συναντιέται στη θεραπευτική βιβλιογραφία: τη μαρτυρία ενός μεγάλου θεραπευτή για την αντοχή παρά τη φθορά, την επιμονή παρά τα γηρατειά, και την προσπάθεια να κάνει ό,τι μπορεί για να υπηρετήσει τις ανάγκες των ανθρώπων που συνεχίζουν να το ζητούν, αλλά και τις δυσκολίες και τις εσωτερικές συγκρούσεις που συναντάει σε αυτό το δύσβατο κομμάτι της διαδρομής. Το μήνυμα σε αυτά τα πιο πρόσφατα αφηγήματα του μεγάλου θεραπευτή είναι ότι η βούληση είναι πιο ισχυρή από τον εγκέφαλο, ότι η επιθυμία για ζωή και επαφή βρίσκει τρόπους να ξεπεράσει τις σωματικές ανεπάρκειες, όταν αυτό έχει σημασία για εμάς. Η ψυχή βρίσκει δρόμο και τρόπο. Ο Γιάλομ, πιστός στην επιλογή του να δώσει το παράδειγμα, το ανοίγει στα μάτια μας, με τη συνδρομή του γιου του». (Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

Στην εισαγωγή του βιβλίου ο Γιάλομ γράφει: «Ένα πράγμα το οποίο έχει παραμείνει σταθερό στις έξι πλέον δεκαετίες που εργάζομαι ως ψυχοθεραπευτής είναι ο πόθος για ανθρώπινη επαφή που αποτελεί έναν από τους κυριότερους παράγοντες που ωθούν τους ανθρώπους να ζητήσουν βοήθεια. Οι άνθρωποι λαχταρούν να έχουν πιο στενές, καλύτερες σχέσεις. Για να διαμορφώσει κανείς μια τέτοια πλούσια σχέση, κεντρικό ρόλο παίζει η ικανότητα και η θέληση να ανοιχτεί, να μοιραστεί τον εσωτερικό του χώρο με άλλους» (σελ. 17-18).

Σε ένα άλλο σημείο του βιβλίου γράφει: «Το πένθος πάντα υποχωρεί, αλλά παίρνει χρόνο. Συνήθως, η πορεία του διανύει έναν προβλέψιμο κύκλο. Τον πρώτο χρόνο είναι οξύτερο, όταν περνάς τα πρώτα γενέθλια, τα πρώτα Χριστούγεννα ή την πρώτη παραμονή Πρωτοχρονιάς χωρίς τον σύντροφό σου. Σιγά σιγά όμως, όσο περνάει ο καιρός, ο πόνος λιγοστεύει…» (σελ. 41).

 

Πηγή:

Irvin Yalom & Benjamin Yalom, 2026, Η ώρα της καρδιάς. Πώς συνδεόμαστε στο εδώ και τώρα. Εκδόσεις ΑΓΡΑ.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc., MA.

 


Η συναίνεση για Σεξ με Έναν Άγνωστο…

Μέσα από τη μελέτη ψυχολογικών ερευνών

Έρευνες δείχνουν ότι άνδρες και γυναίκες διαφέρουν, κατά μέσο όρο, ως προς την επιθυμία για σεξουαλική ποικιλία. Ένα από τα πιο γνωστά πειράματα πραγματοποιήθηκε στο Πανεπιστήμιο της Φλόριντα (Clark & Hatfield, 1989). Στην έρευνα αυτή, συνεργάτες των ερευνητών πλησίαζαν άτομα του αντίθετου φύλου και, αφού συστήνονταν, τους έκαναν μία από τρεις προτάσεις: να βγουν ραντεβού, να επισκεφθούν το διαμέρισμά τους ή να κάνουν σεξ την ίδια ημέρα. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι άνδρες και γυναίκες ανταποκρίθηκαν παρόμοια στην πρόταση για ραντεβού (περίπου οι μισοί συμφώνησαν). Ωστόσο, στις πιο άμεσες προτάσεις υπήρξαν μεγάλες διαφορές. Από τις γυναίκες, μόνο το 6% δέχτηκε να πάει στο διαμέρισμα του άγνωστου και καμία δεν δέχτηκε να κάνει σεξ. Αντίθετα, το 69% των ανδρών δέχτηκε την πρόσκληση στο διαμέρισμα και το 75% συμφώνησε να κάνει σεξ.

 

Επιπλέον, οι αντιδράσεις ήταν διαφορετικές. Πολλές γυναίκες ένιωσαν άβολα ή προσβλήθηκαν από την πρόταση για σεξ, ενώ αρκετοί άνδρες τη θεώρησαν κολακευτική. Τα ευρήματα αυτά υποστηρίζουν την εξελικτική άποψη ότι οι άνδρες, κατά μέσο όρο, αναζητούν μεγαλύτερη σεξουαλική ποικιλία από τις γυναίκες. Άλλες έρευνες δείχνουν επίσης ότι οι άνδρες έχουν συχνότερα σεξουαλικές φαντασιώσεις, φαντάζονται περισσότερους από έναν συντρόφους και εμφανίζονται πιο θετικοί απέναντι στο περιστασιακό σεξ. Ωστόσο, η δημοσιογράφος Natalie Angier υποστήριξε ότι οι γυναίκες ίσως απορρίπτουν τέτοιες προτάσεις κυρίως επειδή ανησυχούν για την προσωπική τους ασφάλεια και όχι επειδή έχουν μικρότερη σεξουαλική επιθυμία.

Για να εξετάσει αυτή την εξήγηση, ο Russell Clark επανέλαβε το πείραμα σε άλλο δείγμα και βρήκε σχεδόν τα ίδια αποτελέσματα. Επιπλέον, διαπίστωσε ότι πολλές γυναίκες δέχονταν να βγουν ραντεβού με έναν άγνωστο, γεγονός που δείχνει ότι η ασφάλεια δεν εξηγεί από μόνη της τις διαφορές. Όταν ζητήθηκε από όσους αρνήθηκαν να εξηγήσουν τον λόγο, άνδρες και γυναίκες έδωσαν παρόμοιες απαντήσεις, όπως ότι είχαν ήδη σχέση ή ότι δεν γνώριζαν αρκετά καλά το άλλο άτομο. Παρόμοια αποτελέσματα έχουν βρεθεί και σε άλλες χώρες, όπως η Γαλλία, η Γερμανία και η Δανία, γεγονός που δείχνει ότι το φαινόμενο δεν περιορίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Σε μια άλλη μελέτη, οι ερευνητές προσπάθησαν να μειώσουν τις ανησυχίες για την ασφάλεια. Ένας στενός φίλος των συμμετεχόντων διαβεβαίωνε ότι ο άγνωστος ήταν αξιόπιστος, ευγενικός και ελκυστικός. Σχεδόν όλοι, άνδρες και γυναίκες, δέχτηκαν να βγουν ραντεβού. Όταν όμως η πρόταση αφορούσε σεξ, το 50% των ανδρών συμφώνησε, ενώ μόνο το 5% των γυναικών δέχτηκε. Αυτό δείχνει ότι η αίσθηση ασφάλειας αυξάνει ελαφρώς την αποδοχή των γυναικών, αλλά δεν εξαλείφει τη διαφορά ανάμεσα στα δύο φύλα.

Αργότερα, η ίδια μελέτη επαναλήφθηκε σε τρεις χώρες (Γερμανία, Ιταλία και ΗΠΑ), λαμβάνοντας υπόψη και την ελκυστικότητα του ατόμου που έκανε την πρόταση. Όταν το άτομο θεωρούνταν ιδιαίτερα ελκυστικό, τα ποσοστά αποδοχής αυξάνονταν και για τα δύο φύλα. Παρ' όλα αυτά, οι άνδρες συνέχισαν να αποδέχονται πολύ συχνότερα την πρόταση για σεξ (83%) σε σχέση με τις γυναίκες (24%). Αντίστοιχες διαφορές έχουν βρεθεί και στην επιθυμία για εξωσυζυγικές ή παράλληλες σχέσεις. Σε διάφορες έρευνες, σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό ανδρών, σε σύγκριση με τις γυναίκες, δήλωσε ότι θα επιθυμούσε να έχει ερωτική σχέση με άλλο άτομο εκτός της σταθερής του σχέσης ή του γάμου.

Βέβαια, είναι πιθανό οι γυναίκες να εκφράζουν πιο συγκρατημένα τις πραγματικές τους επιθυμίες λόγω κοινωνικών πιέσεων ή φόβου αρνητικής κριτικής. Παρ' όλα αυτά, επειδή τα ίδια ευρήματα έχουν επαναληφθεί σε πολλές διαφορετικές μελέτες, χώρες και μεθόδους, οι ερευνητές καταλήγουν ότι, κατά μέσο όρο, οι άνδρες εμφανίζουν μεγαλύτερη επιθυμία για ποικιλία σεξουαλικών συντρόφων από ό,τι οι γυναίκες.

Συνοψίζοντας, οι έρευνες δείχνουν ότι, κατά μέσο όρο, οι άνδρες εμφανίζουν μεγαλύτερη προθυμία από τις γυναίκες για περιστασιακές σεξουαλικές σχέσεις και μεγαλύτερη επιθυμία για ποικιλία σεξουαλικών συντρόφων. Η διαφορά αυτή παρατηρείται σε πολλές μελέτες, σε διαφορετικές χώρες και με διαφορετικές ερευνητικές μεθόδους.

Παρότι παράγοντες όπως η προσωπική ασφάλεια, η ελκυστικότητα του πιθανού συντρόφου και οι κοινωνικές πιέσεις επηρεάζουν τις αποφάσεις των γυναικών, δεν φαίνεται να εξηγούν πλήρως τις διαφορές που καταγράφονται. Έτσι, οι ερευνητές θεωρούν ότι οι διαφορές αυτές είναι σταθερές και πιθανόν οφείλονται σε συνδυασμό βιολογικών, εξελικτικών, ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι τα συμπεράσματα αφορούν μέσους όρους μεταξύ των δύο φύλων και όχι κάθε άτομο ξεχωριστά. Υπάρχουν πολλές ατομικές διαφορές και δεν ισχύει ότι όλοι οι άνδρες ή όλες οι γυναίκες συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο.

 

Πηγή:

R.J.Larsen & D. M. Buss, 2020, Ψυχολογία της Προσωπικότητας, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα.  

 

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.


Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

Νεφέλες: Τα ψυχικά οφέλη για τους θεατές

Το έργο διδάχθηκε το 423 π.Χ. και απέτυχε στους δραματικούς αγώνες. Η υπόθεση περιστρέφεται γύρω από τη σύγκρουση του πατέρα, Στρεψιάδη, με τον γιο του, Φειδιππίδη. Ο Στρεψιάδης είναι ένας τσιγκούνης χωρικός, ενώ ο γιος του ένας κομψευόμενος και σπάταλος νέος.

 

Πιεσμένος από τα χρέη του, ο Στρεψιάδης μαθαίνει για το φροντιστήριο του Σωκράτη και του Χαιρεφώντα, όπου διδάσκονται τα τεχνάσματα της ρητορικής. Ελπίζει ότι ο γιος του θα μάθει να ξεγελά τους δανειστές του στα δικαστήρια, ώστε να αποφύγει την αποπληρωμή των χρεών. Ο Φειδιππίδης αρνείται να φοιτήσει και έτσι ο Στρεψιάδης αποφασίζει να γίνει ο ίδιος μαθητής. Ο Σωκράτης τον μυεί στις διδασκαλίες του, όμως ο Στρεψιάδης αδυνατεί να κατανοήσει όσα διδάσκεται και τελικά αποβάλλεται από το φροντιστήριο.

Στη συνέχεια πείθει τον Φειδιππίδη να φοιτήσει. Πατέρας και γιος παρακολουθούν την αντιπαράθεση του Δίκαιου και του Άδικου Λόγου, δύο συμβολικών μορφών που εκπροσωπούν δύο διαφορετικές αντιλήψεις για την αγωγή. Ο Δίκαιος Λόγος υπερασπίζεται την ηθική, την πειθαρχία και τις παραδοσιακές αξίες, ενώ ο Άδικος Λόγος προβάλλει τη δύναμη της ρητορικής, που μπορεί να δικαιολογήσει ακόμη και το άδικο. Τελικά ο Φειδιππίδης επιλέγει να μαθητεύσει κοντά στον Άδικο Λόγο.

Αρχικά ο Στρεψιάδης φαίνεται να πετυχαίνει τον σκοπό του, καθώς χρησιμοποιεί όσα έμαθε για να απομακρύνει τους δανειστές του χωρίς να πληρώσει. Σύντομα όμως έρχεται αντιμέτωπος με τις συνέπειες των επιλογών του. Ο Φειδιππίδης χρησιμοποιεί τη ρητορική για να δικαιολογήσει ακόμη και τη βία απέναντι στον πατέρα του, γεγονός που οδηγεί τον Στρεψιάδη σε μετάνοια. Συνειδητοποιώντας το λάθος του, βάζει φωτιά στο φροντιστήριο του Σωκράτη και αναγκάζει εκείνον και τους μαθητές του να τραπούν σε φυγή.

Στο έργο παρουσιάζεται η αντίθεση ανάμεσα στην παραδοσιακή και τη νέα παιδεία. Η παραδοσιακή εκπαίδευση καλλιεργούσε την πειθαρχία, τις αρετές και την προσφορά προς την πόλη, χωρίς όμως να ενισχύει ιδιαίτερα την κριτική σκέψη. Οι σοφιστές, αντίθετα, προώθησαν τη γνώση και τη ρητορική, προσφέροντας στους νέους νέα πνευματικά ερεθίσματα. Στις Νεφέλες ο Σωκράτης παρουσιάζεται να ασχολείται με την αστρονομία, τη μετεωρολογία, τη γεωλογία και τη γραμματική, ως μέρος της πνευματικής εκπαίδευσης που οδηγεί στη ρητορική.

Ο Αριστοφάνης παρουσιάζει τον Στρεψιάδη να προσεγγίζει αυτή τη γνώση με ανέντιμο σκοπό. Εγκαταλείπει εύκολα τις παραδοσιακές αντιλήψεις, πιστεύοντας ότι η νέα διδασκαλία θα του επιτρέψει να επιτύχει χωρίς ηθικούς φραγμούς. Παράλληλα, στο έργο δεν προβάλλεται κάποια κοινωνική χρησιμότητα της διδασκαλίας του Σωκράτη, γεγονός που φανερώνει την κριτική στάση του Αριστοφάνη απέναντι στη σοφιστική και στον ορθολογικό τρόπο σκέψης. Ωστόσο, η κωμική διάθεση του ποιητή μετριάζει την αυστηρότητα αυτής της κριτικής.

Η εικόνα του Σωκράτη στις Νεφέλες δεν συμφωνεί με όσα γνωρίζουμε από άλλες πηγές. Ο Πλάτωνας και ο Ξενοφών παρουσιάζουν έναν φιλόσοφο που ήταν αντίθετος στα ρητορικά τεχνάσματα και στη διδασκαλία επί πληρωμή, ενώ παρέμενε πιστός στις αξίες της δημοκρατίας. Ο Αριστοφάνης αποδίδει στον Σωκράτη ιδέες και συνήθειες που ανήκαν περισσότερο στους σοφιστές, παραβλέποντας εκείνα τα χαρακτηριστικά που τον ξεχώριζαν.

Πιθανότατα ο ποιητής επέλεξε να παρουσιάσει τον Σωκράτη ως χαρακτηριστικό εκπρόσωπο της σοφιστικής επειδή συνδεόταν με νέους αριστοκρατικής καταγωγής, όπως ο Αλκιβιάδης. Έτσι, στο έργο ταυτίζεται με τους σοφιστές και γίνεται το σύμβολο του νέου πνεύματος που, κατά τον Αριστοφάνη, απειλούσε τις παραδοσιακές αξίες της αθηναϊκής κοινωνίας.

Την εποχή εκείνη τα φιλοσοφικά και επιστημονικά ενδιαφέροντα συνδέονταν συχνά, στα μάτια του απλού κόσμου, με τη ρητορική και την πολιτική φιλοδοξία. Παράλληλα, η ανάπτυξη της επιστημονικής σκέψης αμφισβητούσε τις παραδοσιακές θρησκευτικές αντιλήψεις, προκαλώντας ανησυχία σε πολλούς πολίτες. Ο Αριστοφάνης εκφράζει αυτή την ανησυχία, υπερασπιζόμενος τα έθιμα και τις αξίες του παρελθόντος, γεγονός που δίνει στο έργο έναν έντονα συντηρητικό χαρακτήρα.

Παρά τις ιστορικές ανακρίβειες, οι Νεφέλες αποτελούν σημαντικό έργο, γιατί μέσα από τη σάτιρα παρουσιάζουν τη σύγκρουση ανάμεσα στην παράδοση και την καινοτομία. Η αντιπαράθεση του Δίκαιου και του Άδικου Λόγου συμβολίζει τη σύγκρουση δύο διαφορετικών τρόπων αγωγής και δύο αντιλήψεων για την κοινωνία. Ο Αριστοφάνης υποστηρίζει ότι η εγκατάλειψη της ηθικής και η χρήση της γνώσης χωρίς αξίες οδηγούν στην παρακμή, ενώ για να πετύχει το κωμικό αποτέλεσμα διαστρεβλώνει σκόπιμα την προσωπικότητα του ιστορικού Σωκράτη και ασκεί παράλληλα κριτική στον Ευριπίδη και στη σοφιστική.

Οι Νεφέλες του Αριστοφάνη είναι ένα πολύ αξιόλογο έργο, διότι, μέσα από το χιούμορ και τη σάτιρα, θέτουν διαχρονικά ερωτήματα για την παιδεία, την ηθική και τη σωστή χρήση της γνώσης. Το έργο δείχνει ότι η εξυπνάδα και η ρητορική, όταν χρησιμοποιούνται χωρίς αξίες, μπορούν να οδηγήσουν στην αδικία και στη διάλυση των ανθρώπινων σχέσεων. Ο σημερινός θεατής διδάσκεται τη σημασία της κριτικής σκέψης, της υπευθυνότητας και του σεβασμού απέναντι στους άλλους. Παράλληλα, αντιλαμβάνεται τις συνέπειες της απληστίας και της ανεντιμότητας. Σε ψυχολογικό επίπεδο, η κωμωδία προσφέρει γέλιο και αποφόρτιση, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει τον προβληματισμό και την αυτογνωσία, βοηθώντας τον άνθρωπο να αναθεωρήσει τις επιλογές και τις αξίες του.

 

Πηγές:

Ε. Ανδριανού, Π. Ξιφαρά, Αρχαίο Ελληνικό Θέατρο, Ο Δραματικός Λόγος από τον Αισχύλο ως τον Μένανδρο, Ε.Α.Π., Πάτρα 2001, σ.125.

F.M. Cornford, Η Αττική Κωμωδία, μτφρ. Λ. Ζενάκος, τρίτη έκδοση, εκδ. Δημ. Ν. Παπαδήμα, Ιπποκράτους 8, Αθήνα 1993, στο Παράλληλα Κείμενα, για τη θεματική ενότητα ‘Αρχαίο Ελληνικό Θέατρο’, Ε.Α.Π., Πάτρα 2006, σ.σ. 204,205.

K.J. Dover, Η Κωμωδία του Αριστοφάνη, μτφρ. Φάνης Ι. Κακριδής, 6η ανατύπωση, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής τραπέζης, Αθήνα 2005, σ.σ.147,148,149,150.

 

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

 

Τρίτη 7 Ιουλίου 2026

Πεντάχρονοι «επαναστάτες»

Η ηλικία των πέντε ετών αποτελεί μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περίοδος στην ανάπτυξη του παιδιού. Ο χαρακτηρισμός «πεντάχρονοι επαναστάτες» δεν αναφέρεται σε παιδιά που αντιδρούν από πείσμα ή επιδιώκουν να αμφισβητήσουν τους ενήλικες χωρίς λόγο. Αντίθετα, περιγράφει μια φυσική και εξαιρετικά σημαντική αναπτυξιακή φάση, κατά την οποία τα παιδιά ανακαλύπτουν τη δύναμη της προσωπικότητάς τους, διεκδικούν μεγαλύτερη αυτονομία και προσπαθούν να κατανοήσουν τον κόσμο μέσα από τη δική τους οπτική. Τα πεντάχρονα συχνά μας θυμίζουν μικρούς επαναστάτες, που κάνουν φάρσες, πειραματίζονται με τα όρια και δοκιμάζουν συνεχώς τι είναι αληθινό και τι όχι. Πρόκειται για μια περίοδο έντονης αναζήτησης της πραγματικότητας. Τα παιδιά προσπαθούν να κατανοήσουν πως λειτουργεί ο φυσικός κόσμος, πως κινούνται τα αντικείμενα στον χώρο γύρω τους, ποιες σχέσεις συνδέουν τα γεγονότα και ποιες αιτίες βρίσκονται πίσω από όσα παρατηρούν. 

 

Στην ηλικία των πέντε ετών, το παιδί έχει ήδη κατακτήσει σημαντικές γλωσσικές, γνωστικές και κοινωνικές δεξιότητες. Το ψέμα δεν είναι απαραίτητα μια συνειδητή προσπάθεια εξαπάτησης, αλλά μια νέα γνωστική δυνατότητα που φαίνεται στα παιδιά συναρπαστική. Το παιδί δεν αρκείται πλέον στην απλή συμμόρφωση με τους κανόνες, αλλά αναζητά τις αιτίες πίσω από αυτούς. Το συνεχές «γιατί;» αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτής της ηλικίας. Τα παιδιά δεν αμφισβητούν την εξουσία επειδή θέλουν να την καταρρίψουν· επιδιώκουν να κατανοήσουν τη λογική της. Η περιέργεια, ο πειραματισμός και η συνεχής αναζήτηση εξηγήσεων αποτελούν τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής της ηλικίας και θέτουν τα θεμέλια για τη μετάβαση στη σχολική μάθηση και στην πιο ώριμη λογική σκέψη που θα ακολουθήσει…

Η «επανάσταση» των πεντάχρονων εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους. Θέλουν να κάνουν πράγματα μόνα τους, να επιλέγουν τα ρούχα τους, να εκφράζουν γνώμη, να συμμετέχουν στις αποφάσεις που τα αφορούν, να διαπραγματεύονται τους κανόνες του παιχνιδιού και να υπερασπίζονται αυτό που θεωρούν δίκαιο. Συχνά δοκιμάζουν τα όρια που θέτουν οι ενήλικες, όχι επειδή επιθυμούν τη σύγκρουση, αλλά επειδή μέσα από αυτή τη διαδικασία κατανοούν τα όρια της ελευθερίας τους και τις συνέπειες των πράξεών τους.

Η στάση των ενηλίκων απέναντι σε αυτή τη συμπεριφορά είναι καθοριστική. Όταν οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί αντιμετωπίζουν κάθε αντίρρηση ως ανυπακοή, είναι πιθανό να περιορίσουν την πρωτοβουλία και την αυτοπεποίθηση του παιδιού. Αντίθετα, όταν ακούν με προσοχή, εξηγούν τους κανόνες, δίνουν επιλογές όπου αυτό είναι εφικτό και ενθαρρύνουν τον διάλογο, βοηθούν το παιδί να αναπτύξει υπευθυνότητα, αυτορρύθμιση και σεβασμό προς τους άλλους.

Το παιχνίδι αποτελεί το βασικό πεδίο όπου εκφράζεται αυτή η δημιουργική «επανάσταση». Μέσα από τους ρόλους, τις διαπραγματεύσεις και τις μικρές συγκρούσεις με τους συνομηλίκους τους, τα παιδιά μαθαίνουν να συνεργάζονται, να επιχειρηματολογούν, να επιλύουν προβλήματα και να αναγνωρίζουν τα συναισθήματα των άλλων. Έτσι, η αμφισβήτηση μετατρέπεται σε ευκαιρία μάθησης και κοινωνικής ωρίμανσης.

Οι πεντάχρονοι χρειάζονται όρια, αλλά ταυτόχρονα χρειάζονται και χώρο για πρωτοβουλία. Η ισορροπία ανάμεσα στην ασφάλεια και την ελευθερία αποτελεί βασική προϋπόθεση για την υγιή ανάπτυξή τους. Οι σταθεροί κανόνες, όταν συνοδεύονται από σεβασμό, συνέπεια και ειλικρινή επικοινωνία, δεν καταπιέζουν το παιδί· του προσφέρουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να εξερευνήσει, να δημιουργήσει και να αναπτύξει την προσωπικότητά του.

Τελικά, οι «πεντάχρονοι επαναστάτες» μας υπενθυμίζουν ότι η περιέργεια, η αμφισβήτηση και η επιθυμία για αυτονομία δεν είναι προβλήματα προς εξάλειψη, αλλά πολύτιμα στοιχεία της ανθρώπινης ανάπτυξης. Το ζητούμενο δεν είναι να καταστείλουμε αυτή την εσωτερική δύναμη, αλλά να τη μετατρέψουμε σε δημιουργικότητα, υπευθυνότητα και δημοκρατική συνύπαρξη. Η πραγματική πρόκληση για τους ενήλικες δεν είναι να κερδίσουν τη «μάχη» με το παιδί, αλλά να το συνοδεύσουν στη διαμόρφωση μιας προσωπικότητας που θα μπορεί να σκέφτεται κριτικά, να συνεργάζεται και να ενεργεί με αυτοπεποίθηση και σεβασμό.

 

Πηγή:

https://theobservantmom.com/the-misbehavior-and-growth-of-a-five-year-old/. The Misbehavior and Growth of Five Year Olds. 

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.