Κυριακή, 11 Αυγούστου 2019

Ο πατέρας στη μοντέρνα οικογένεια


«Μια παροιμία της εποχής αντικατοπτρίζει αυτή την ιδέα: ‘’Το σήμερα είναι το αντίθετο αυτού που γινόταν χθες. Ο άνθρωπος σέρνει την άμαξα, το άλογο και τους αμαξηλάτες’’.

«Το πρώτο μέρος της παραπάνω παροιμίας απεικονίζει τη σύγχρονη σκηνή όπου το παιδί βρίσκεται στην πλάτη ενός γονατιστού πατέρα: το σήμερα δεν είναι όπως το χθες. Ο μοντέρνος πατέρας δεν επιβάλλεται πλέον όπως ο παραδοσιακός πατέρας. Έμαθε να τοποθετείται στο επίπεδο του παιδιού. Το προσεγγίζει, συναισθηματικά και σωματικά, εγκαταλείποντας την υπεροχή που του προσδίδει το ύψος του. Επίσης, σε άλλες απεικονίσεις φαίνεται αυτή η εγγύτητα μεταξύ πατέρα και παιδιού. Με πρόσχημα το παιχνίδι, τα σώματά τους αγγίζονται, και μάλιστα σε μεγαλύτερο βαθμό από όσο συμβαίνει με το αγκάλιασμα.

Η απεικόνιση ενός ανθρώπου πεσμένου στα τέσσερα σημαίνει συνήθως υποταγή. Μήπως τελικά το παιδί καθοδηγεί τον πατέρα του; Στη διάρκεια του παιχνιδιού, ναι! Σε αντίθεση όμως με τις εικόνες του αντίστροφου κόσμου, οι σύγχρονες εικόνες που δείχνουν τον πατέρα- αλογάκι δεν έχουν ειρωνική συνυποδήλωση. Ο άνδρας γίνεται αντιληπτός από το παιδικό βλέμμα με την ιδιότητα του καλού πατέρα. Έχοντας χάσει, τουλάχιστον στιγμιαία, τα χαρακτηριστικά της εξουσίας του, και έχοντας αποποιηθεί εκούσια τον ρόλο του αρχηγού, ο πατέρας δεν παραμορφώνεται, αντίθετα, παρουσιάζεται με την εικόνα του ‘καλού πατέρα’. Αν οι σύγχρονοι συγγραφείς είχαν πρόθεση να πλήξουν τον πατέρα, θα είχαν χρησιμοποιήσει μια άλλη αντίστροφη εικόνα, αυτή της τιμωρίας και του ξυλοκοπήματος, όπου ο φορέας εξουσίας –ο πατέρας ή ο δάσκαλος- θα βρισκόταν σε παρόμοια στάση, στα τέσσερα, όμως πιο ταπεινωτική. Ωστόσο, αντίθετα από την παράδοση του αντίστροφου κόσμου, ο πατέρας- αλογάκι δε συνιστά κοινωνική παρατυπία. Οι αντίστροφες εικόνες παρουσιάζουν έναν κόσμο του οποίου η διάρκεια είναι τόσο σύντομη, όσο το Καρναβάλι, που αποτελεί καθιερωμένη παρένθεση ξεφαντώματος, εφόσον όλοι πρέπει στη συνέχεια να επιστρέψουν στην ‘πραγματική’ τους θέση.

Οι εικόνες που αναπαριστούν τον πατέρα- αλογάκι επιτελούν μια κοινωνική λειτουργία: στοχεύουν στο να κοινωνικοποιήσουν τα παιδιά και τους άνδρες σε ένα είδος σχέσης η οποία δε διαμορφώνεται στη βάση της εξουσίας, έστω και αν αυτή η εξουσία χαρακτηρίζεται από καλές προθέσεις. Το λανθάνον μήνυμα δεν εκφράζει μόνο την άποψη σύμφωνα με την οποία ο πατέρας δε διεκδικεί τη διαφορετικότητά του μέσω της φυσικής του απόστασης και δεν επιδεικνύει τη θέση του, εκφράζει επίσης και την άποψη ότι ο πατέρας είναι διαθέσιμος και αφιερώνει χρόνο στα παιδιά του. 


Η απεικόνιση του παιδιού που κάνει αλογάκι τον πατέρα του αποκαλύπτει έναν άνθρωπο που είναι παρών, δίπλα στο παιδί του, απόλυτα αφοσιωμένο στη συγκεκριμένη κατάσταση. Βέβαια ένας άνθρωπος, όντας σε μια παρόμοια στάση, είναι πράγματι δύσκολο να ασχοληθεί με κάτι άλλο προσποιούμενος ότι είναι παρών. Το πρότυπο του νέου πατέρα, που είναι διαθέσιμος και κοντά στα παιδιά του, αντιτίθεται φυσικά σε αυτό του παραδοσιακού πατέρα, που είναι απών και απρόσιτος. Ωστόσο, το πρότυπο αυτό δεν έχει γυναικεία χαρακτηριστικά. Στα παιδικά βιβλία, δεν θα συναντήσουμε καμία ‘μητέρα- αλογάκι’, ή πιο συγκεκριμένα ‘μητέρα- φοραδίτσα’. Στον χώρο των κοινωνικών αναπαραστάσεων, ο μοντέρνος πατέρας είναι πιθανόν να διαφοροποιείται από έναν απρόσιτο πατέρα χωρίς ωστόσο να υιοθετεί τη γυναικεία ταυτότητα, εκτός εάν αποδεχτεί μια για πάντα ότι μια στοργική προσέγγιση είναι ‘’θηλυπρεπής’’ (σελ. 218-220).

Ο ‘πατέρας- ανελκυστήρας’: Πρόκειται για μια απεικόνιση του πατέρα, ο οποίος  τεντώνει τα χέρια του ψηλά κρατώντας το παιδί ου. Ο πατέρας αναγνωρίζει  τη γνησιότητα του παιδιού του, επαναχρησιμοποιείται υπό μια νέα οπτική, η οποία σημειώνεται ιδιαίτερα από την παρουσία και της υπόλοιπης  οικογένειας, της μητέρας που έχει στρέψει το βλέμμα της προς τον σύζυγός της και το μικρό παιδί. Το γεγονός ότι το παΐδι ανασηκώνεται ψηλά από τον πατέρα σηματοδοτεί σε πρώτο επίπεδο τη θέση του παιδιού- βασιλιά στην οικογένεια. Τις περισσότερες φορές ο πατέρας εμφανίζεται όρθιος, ενώ η μητέρα καθιστή, όπως και σε πολλές παλιές οικογενειακές φωτογραφίες. Σε δεύτερο επίπεδο, η χειρονομία για να κρατηθεί ψηλά το παιδί απαιτεί κάποια σωματική προσπάθεια» (σελ. 220).


«Το νόημα των δύο απεικονίσεων παραπέμπουν στις δύο διακριτές φάσεις της μοντέρνας οικογένειας στον δυτικό κόσμο. Η πρώτη χαρακτηρίζεται από μια προοδευτική επικέντρωση στην οικογένεια και στο παιδί και από τη γένεση του αισθήματος του ανήκειν σε μια οικογένεια. Αυτή η περίοδος προσέδωσε αξία στις διαφορές των φύλων και στην κατανομή των εργασιών μεταξύ ανδρών και γυναικών. Το πρότυπο της οικογενειακής οικειότητας και του ευχάριστου οικιακού περιβάλλοντος αναπτύχθηκε παράλληλα με το πρότυπο της νοικοκυράς, της κυρίας του σπιτιού. Κατά την επόμενη περίοδο αυτές οι δύο διαστάσεις – η στοργή και η έμφυλη διαφοροποίηση- δε συμπίπτουν πλέον ή, σε κάθε περίπτωση συμπίπτουν πολύ λιγότερο» (σελ. 221).


DeSingly, F. (2012). Το άτομο, το ζευγάρι, η οικογένεια. Αθήνα: Κριτική. 

Ο εαυτός μέσα στην οικογένεια


Η σύγχρονη οικογένεια είναι ένας κοινωνικός χώρος όπου κυκλοφορεί η αγάπη, ενώ συμβάλλει στη συγκρότηση ταυτότητας των μελών. Πρόκειται για έναν χώρο σταθεροποίησης του εαυτού των ενηλίκων και των παιδιών, ενώ βοηθάει το κάθε μέλος να αποκαλύψει τη λανθάνουσα ταυτότητα. 

«Το σύγχρονο άτομο έχει ανάγκη από το βλέμμα των προσώπων στα οποία το ίδιο προσδίδει σπουδαιότητα και σημασία» (σελ. 36). Έχουμε ανάγκη από τα πρόσωπα των δικών μας ανθρώπων… από τα κοντινά και οικεία μας πρόσωπα… 

Απαραίτητες προϋποθέσεις ώστε ο εαυτός να αποκτήσει την αίσθηση μιας θετικής ύπαρξης:

1. Ανάγκη παρουσίας ενός οικείου προσώπου, το οποίο θα είναι σταθερό και αποκλειστικό. Για τους νέους είναι συνήθως ο γονέας ή για τους ενήλικες ο σύντροφος. Το άτομο μοιάζει με Νάρκισσο, που του αρέσει να ασχοληθεί με τον εαυτό του, διαφορά όμως από αυτόν γιατί χρειάζεται το βλέμμα του άλλου που λειτουργεί ως ειδικός καθρέφτης.

2. Αδυναμία γονέων να συντηρήσουν τον ρόλο του οικείου προσώπου για τα παιδιά που ενηλικιώθηκαν. Από μια ηλικία και μετά οι γονείς δε συμβάλλουν στη σταθεροποίηση της ταυτότητας. Αντίθετα, απειλούν το αίσθημα αυτονομίας που συνιστά τη βάση της σύγχρονης ταυτότητας.


3. Αναποτελεσματικότητα αφοσίωσης στον άλλο. Το άτομο χρειάζεται προσοχή καθώς δεν μπορεί να ικανοποιηθεί από την απλή αφοσίωση.

«Η προσωπική αυτονομία δε θα πρέπει να αποκλείει τη δημιουργία δεσμών συναισθημάτων εξάρτησης ως πηγή ενέργειας για τον εαυτό μας» (σελ. 38).

«Ο εαυτός που δεν έχει ενταχθεί σε μια σχέση αλληλεξάρτησης είναι ελάχιστα ελαστικός τόσο ως προς τον ίδιο όσο και ως προς τους άλλους. Η αγαμία ή μοναχική ζωή δεν αποτελεί μοντέλο αναφοράς σήμερα, έστω και αν εκλαμβάνει θετικά ως απόδειξη την ικανότητα ενός αυτόνομου εαυτού» (σελ. 40).  


DeSingly, F. (2012). Το άτομο, το ζευγάρι, η οικογένεια. Αθήνα: Κριτική.  

Η οικογένεια και τα οικογενειακά συμπλέγματα


Τι είναι η οικογένεια;

1. Το σύμπλεγμα του αποθηλασμού, παγιώνει στον ψυχισμό τη σχέση της διατροφικής εξάρτησης υπό την παρασιτική μορφή που απαιτούν οι ανάγκες της πρώτης παιδικής ηλικίας του ανθρώπου. Αντιπροσωπεύει την πρωταρχική μορφή της μητρικής imago. Πρόκειται για το πλέον αρχέγονο σύμπλεγμα της ψυχικής ανάπτυξης, που συνδυάζεται με όλα τα μεταγενέστερα συμπλέγματα (σελ. 29).

Ο αποθηλασμός αποτελεί μέσα στον ψυχισμό του ανθρώπου «το μόνιμο ίχνος της βιολογικής σχέσης, την οποία διακόπτει» (σελ. 30). «Κατά τον θηλασμό, τον εναγκαλισμό και την ενατένιση του παιδιού, η μητέρα, ταυτόχρονα, δέχεται και ικανοποιεί την πιο αρχέγονη από όλες τις επιθυμίες. Ακόμα και αυτή την ανεκτικότητα του πόνου της γέννας μπορούμε να κατανοήσουμε σαν αποτέλεσμα μιας αντιστάθμισης, η οποία αντιπροσωπεύει το πρώτο σε εμφάνιση από τα συναισθηματικά φαινόμενα: το άγχος, γεννημένο μαζί με τη ζωή. Μόνο η εικόνα που εντυπώνει στα βάθη της ψυχής τον σύγχρονο με τη γέννηση αποθηλασμό του ανθρώπου μπορεί να εξηγήσει τη δύναμη και τη διάρκεια του μητρικού αισθήματος» (σελ. 35).


Ο αποθηλασμός μπορεί να προκαλέσει τραύματα, που θα οδηγήσουν στην εκδήλωση ψυχογενών ανορεξιών, τοξομανιών μέσω της στοματικής οδού και γαστρικών νευρώσεων. Κατά τον αποθηλασμό το υποκείμενο βιώνει μια κρίση με βιολογική βάση που διπλασιάζεται από μια κρίση του ψυχισμού. «Η άρνηση του θηλασμού θεμελιώνει το θετικό του συμπλέγματος, δηλαδή την imago  της διατροφικής σχέσης, την οποία τείνει να παλινορθώσει» (σελ. 31).

2. Το σύμπλεγμα της παρείσφρησης, που αφορά την εμπειρία του αρχέγονου υποκειμένου να δομεί την οικιακή σχέση, μέσα από τη γνωριμία κάποιων αδελφών, βλέποντας δηλαδή έναν ή περισσότερους από τους ομοίους του. Η ανάδυση της παιδικής ζήλιας συνδέεται άμεσα με τη γένεση της κοινωνικότητας. Η ζήλια αντιπροσωπεύει στο βάθος της μια διανοητική ταύτιση. Η imago του άλλου είναι συνδεδεμένη με τη δομή του ίδιου του σώματος και ειδικότερα με τις σχεσιακές λειτουργίες της.

Η αναγνώριση από το Υποκείμενο της εικόνας του μέσα στον καθρέφτη είναι διπλά σημαντικό φαινόμενο για αυτό το στάδιο. Το εγώ συγκροτείται ταυτόχρονα με τον άλλο, μέσα στο δράμα της ζήλιας. Το Υποκείμενο βιώνει μια δυσαρμονία που επεμβαίνει στην ικανοποίηση εξαιτίας της τάσης που η ικανοποίηση υποβάλλει. Το Υποκείμενο δεσμευμένο μέσα στη ζήλια μέσω της ταύτισης καταλήγει είτε στην επανεύρεση του μητρικού αντικειμένου είτε οδηγείται σε κάποιο άλλο αντικείμενο και αναγνωρίζει τον άλλο με τον οποίο αρχίζει η πάλη ή το σύμφωνο.

3. Το σύμπλεγμα του Οιδίποδα. Εδώ τοποθετείται η ύπαρξη και εμφάνιση της παιδικής σεξουαλικότητας. Ο γονιός του ίδιου φύλου εμφανίζεται ως ο φορέας της σεξουαλικής απαγόρευσης και το παράδειγμα της παραβίασης. Η ένταση που συσσωρεύεται εκφορτίζεται με την απώθηση  της σεξουαλικής τάσης που έκτοτε μένει λανθάνουσα μέχρι και την εφηβεία με τη μετουσίωση της πατρικής εικόνας που θα οδηγήσει σε ένα αντιπροσωπευτικό ιδανικό. Η οιδιπόδεια επιθυμία εμφανίζεται πιο έντονη στο αγόρι προς τη μητέρα. Η καταπίεση για μη βίωση του οιδιποδείου προκαλεί προβλήματα που αργότερα θα εκδηλωθούν (σελ. 52-53).  

Λακάν, Ζ. (1987). Η οικογένεια. Τα οικογενειακά συμπλέγματα στη διαμόρφωσης του ατόμου. Αθήνα: Καστανιώτης.  


Σάββατο, 10 Αυγούστου 2019

Η ερωτική αγάπη, κατά τον Φρομ




Η ερωτική αγάπη «εκφράζεται στη βαθιά επιθυμία για πλήρη συνταύτιση και ένωση μ’ ένα άλλο πρόσωπο».

«Η σεξουαλική επιθυμία έχει στόχο της τη συνένωση. Και ασφαλώς δεν είναι μόνο μια σωματική επιθυμία, η ανακούφιση από μια οδυνηρή ένταση. Ωστόσο, όμως, η σεξουαλική επιθυμία μπορεί να προκληθεί τόσο από την αγωνία της μοναξιάς, από τον πόθο να κατακτήσεις ή να κατακτηθείς, από ματαιοδοξία, από την επιθυμία να πληγώσεις ή και να καταστρέψεις, όσο κι από την αγάπη. Φαίνεται πως η σεξουαλική επιθυμία εύκολα μπορεί να αναμιχθεί ή να διεγερθεί από οποιαδήποτε δυνατή συγκίνηση, μια από τις οποίες είναι η αγάπη.
 
Εξαιτίας του ότι η σεξουαλική επιθυμία είναι στο μυαλό τω περισσότερων ανθρώπων ζευγαρωμένη με την ιδέα της αγάπης, εύκολα οδηγούνται από λαθεμένο συμπέρασμα ότι αγαπάνε ο ένας τον άλλο, όταν ποθούνται σωματικά. Η αγάπη μπορεί να εμπνεύσει την επιθυμία για σεξουαλική ένωση. Σ’ αυτή την περίπτωση η σωματική σχέση δε χαρακτηρίζεται από την απληστία ούτε από την επιθυμία να κατακτήσεις ή να κατακτηθείς αλλά είναι γεμάτη τρυφερότητα. Αν η επιθυμία για σωματική ένωση δεν προκαλείται από την αγάπη, αν η ερωτική αγάπη δεν είναι επίσης αδερφική, ποτέ δεν οδηγεί τη συνένωση σε κάτι περισσότερο  από ένα οργιαστικό, παροδικό αίσθημα. Η σεξουαλική έλξη δημιουργεί προσωρινά την ψευδαίσθηση της συνένωσης. Ωστόσο, χωρίς αγάπη αυτή η ‘ένωση’ αφήνει το ζευγάρι τόσο ξένους τον ένα με τον άλλο, όσο και πριν. Κάποτε τους κάνει να ντρέπονται ή και να μισούν ο ένας τον άλλο, γιατί όταν η αυταπάτη φύγει, νιώθουν ακόμη πιο δυνατά από πριν την αποξένωσή τους…


Στην ερωτική αγάπη υπάρχει η αποκλειστικότητα που λείπει από την αδερφική και μητρική αγάπη… Είναι δύο άνθρωποι που ταυτίζονται μεταξύ τους και διογκώνουν το ένα άτομο σε δύο για να λύσουν το πρόβλημα του χωρισμού. Νιώθουν την εμπειρία της υπερνίκησης της μοναξιάς. Κι ωστόσο, αφού είναι ξεκομμένοι από τους υπόλοιπους συνανθρώπους τους, παραμένουν ξεκομμένοι ο ένας από τον άλλο και αποξενωμένοι από τους εαυτούς τους. Η εμπειρία της ένωσής τους είναι μια αυταπάτη. Η ερωτική αγάπη είναι αποκλειστική στο αγαπημένο πρόσωπο, όμως αναφέρεται σε όλο το ανθρώπινο γένος, σε καθετί που είναι ζωντανό. Είναι αποκλειστική μόνο με την έννοια ότι μπορώ να συνενώσω ολοκληρωτικά και έντονα τον εαυτό μου με ένα μόνο πρόσωπο. Η ερωτική αγάπη αποκλείει την αγάπη για όλους μόνο με την έννοια της ερωτικής συνένωσης και της συμπόρευσης σ’ όλους τους δρόμους της ζωής κι όχι με την έννοια της βαθιάς αδερφικής αγάπης» (σελ. 66-70).


Έριχ Φρομ. (1978). Η τέχνη της αγάπης. Αθήνα: Μπουκουμάνης, σελ. 66-72.