Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

Ο κοινωνικός κόσμος των νεογνών

Γιατί τα μωρά γεννιούνται για να μαθαίνουν από την ευαίσθητη, στοργική μας φροντίδα

Τα νεογνά περνούν τον περισσότερο χρόνο τους στον ύπνο και στο φαγητό. Αλλά τα μωρά είναι κάτι περισσότερο από απλές μηχανές επιβίωσης. Κατά τη γέννηση, είναι προετοιμασμένα και έτοιμα για κοινωνική εισροή, και η στοργική μας φροντίδα έχει βαθιές επιπτώσεις στην ανάπτυξή τους.

 

Οι πρώτες κοινωνικές ικανότητες των νεογέννητων: Τι γνωρίζουν τα μωρά από τις πρώτες ημέρες της ζωής τους;                                         

Για πολλές δεκαετίες, οι θεωρίες της ανάπτυξης και της μάθησης αντιμετώπιζαν τα νεογέννητα ως παθητικούς δέκτες ερεθισμάτων. Κυριαρχούσε η άποψη ότι τα βρέφη γεννιούνται ως «κενές πλάκες» (tabula rasa), χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις, προσδοκίες ή κοινωνικές ικανότητες. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, το μυαλό του νεογέννητου ήταν σχεδόν άγραφο και η μάθηση ξεκινούσε ουσιαστικά μόνο μετά τη γέννηση, μέσα από την αλληλεπίδραση με το περιβάλλον.

Η σύγχρονη αναπτυξιακή ψυχολογία και η νευροεπιστήμη έχουν ανατρέψει αυτή την εικόνα. Σήμερα γνωρίζουμε ότι η ανάπτυξη της κοινωνικής αντίληψης αρχίζει πολύ πριν από τη γέννηση. Το έμβρυο δεν είναι ένας παθητικός οργανισμός, αλλά ένας ενεργός μαθητής που συλλέγει πληροφορίες από το περιβάλλον του ήδη μέσα στη μήτρα.

Η μάθηση ξεκινά πριν από τη γέννηση

Κατά τους τελευταίους μήνες της κύησης, το έμβρυο μπορεί να ακούει ήχους από το εξωτερικό περιβάλλον, ιδιαίτερα τη φωνή της μητέρας του. Αν και οι ήχοι φτάνουν εξασθενημένοι μέσα από τα αμνιακά υγρά και τους ιστούς του σώματος, το έμβρυο είναι σε θέση να αντιλαμβάνεται βασικά χαρακτηριστικά της ομιλίας, όπως τον ρυθμό, την προσωδία και τον τονισμό.

Παράλληλα, αναπτύσσεται η αίσθηση της αφής. Το έμβρυο αγγίζει συχνά το πρόσωπο και το σώμα του, αποκτώντας τις πρώτες εμπειρίες σωματικής αυτογνωσίας. Μέσα από αυτές τις αισθητηριακές εμπειρίες συγκεντρώνει πολύτιμες πληροφορίες για τον κόσμο που πρόκειται να συναντήσει μετά τη γέννηση.

Ως αποτέλεσμα, τα νεογέννητα δεν εισέρχονται στη ζωή ως «άδεια δοχεία». Αντίθετα, γεννιούνται ήδη προετοιμασμένα να αναγνωρίζουν ανθρώπους, να ανταποκρίνονται σε κοινωνικά ερεθίσματα και να αναζητούν αλληλεπίδραση.

Αναγνωρίζουν τη φωνή της μητέρας τους

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά ευρήματα της έρευνας είναι ότι τα νεογέννητα αναγνωρίζουν τη φωνή της μητέρας τους από τις πρώτες ώρες της ζωής τους. Οι ερευνητές έχουν χρησιμοποιήσει ευρηματικές μεθόδους για να μελετήσουν τις προτιμήσεις των βρεφών. Σε κλασικά πειράματα, τα νεογέννητα μπορούσαν να ελέγχουν ποια ηχογράφηση θα ακούσουν μέσω του ρυθμού πιπιλίσματος μιας πιπίλας. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα βρέφη προτιμούσαν συστηματικά να ακούν τη φωνή της μητέρας τους αντί για τη φωνή μιας άγνωστης γυναίκας. Η προτίμηση αυτή αποκαλύπτει ότι η προγεννητική εμπειρία αφήνει ισχυρά ίχνη στη μνήμη του βρέφους. Η φωνή της μητέρας αποτελεί ένα οικείο και καθησυχαστικό ερέθισμα, το οποίο το νεογέννητο έχει ήδη επεξεργαστεί κατά τη διάρκεια της κύησης.

Αναγνωρίζουν τη μητρική τους γλώσσα

Η προγεννητική μάθηση δεν περιορίζεται μόνο στη φωνή της μητέρας. Έρευνες έχουν δείξει ότι τα νεογέννητα μπορούν να διακρίνουν τη μητρική τους γλώσσα από άλλες γλώσσες. Σε γνωστό πείραμα, νεογέννητα γαλλόφωνα βρέφη άκουσαν την ίδια ιστορία να διαβάζεται στα γαλλικά και στα ρωσικά. Τα μωρά έδειξαν σαφή προτίμηση για τη γαλλική εκδοχή, παρόλο που είχαν μόλις λίγες ημέρες ζωής. Το εύρημα αυτό υποδηλώνει ότι τα βρέφη έχουν ήδη αποθηκεύσει πληροφορίες σχετικά με τα ηχητικά χαρακτηριστικά της γλώσσας που άκουγαν πριν γεννηθούν, δημιουργώντας τις πρώτες βάσεις για τη μετέπειτα γλωσσική ανάπτυξη.

Η ιδιαίτερη προτίμηση στις ανθρώπινες φωνές

Τα νεογέννητα δεν δείχνουν απλώς ενδιαφέρον για οποιονδήποτε ήχο. Από τις πρώτες ημέρες της ζωής τους προτιμούν τις ανθρώπινες φωνές έναντι άλλων ακουστικών ερεθισμάτων. Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι δείχνουν ιδιαίτερη προτίμηση στην «ομιλία κατευθυνόμενη προς βρέφη» (infant-directed speech), γνωστή και ως «μητρική ομιλία». Πρόκειται για τον χαρακτηριστικό τρόπο με τον οποίο οι ενήλικες μιλούν στα μωρά: πιο αργά, με μεγαλύτερες διακυμάνσεις στον τόνο της φωνής, πιο έντονη εκφραστικότητα και συχνές επαναλήψεις. Αυτός ο τρόπος επικοινωνίας βοηθά τα βρέφη να αναγνωρίζουν συναισθήματα, να εστιάζουν την προσοχή τους και να αποκτούν τις πρώτες γλωσσικές δεξιότητες. Το γεγονός ότι τα νεογέννητα τον προτιμούν ήδη από τις πρώτες ημέρες της ζωής τους δείχνει πόσο καλά προετοιμασμένα είναι για κοινωνική μάθηση.

Τα νεογέννητα έλκονται από τα πρόσωπα

Η ανθρώπινη επικοινωνία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στα πρόσωπα. Εάν τα νεογέννητα ήταν πραγματικά «κενές πλάκες», δεν θα υπήρχε λόγος να προτιμούν ένα πρόσωπο από οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο. Ωστόσο, η έρευνα αποκαλύπτει ακριβώς το αντίθετο. Τα νεογέννητα αφιερώνουν περισσότερο χρόνο κοιτάζοντας πρόσωπα ή σχήματα που μοιάζουν με πρόσωπα. Δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για διαμορφώσεις που περιλαμβάνουν δύο «μάτια» πάνω από ένα «στόμα», ακόμη και όταν πρόκειται για απλά σχέδια. Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι τα βρέφη γεννιούνται με έναν στοιχειώδη μηχανισμό ανίχνευσης προσώπων, ο οποίος τα βοηθά να προσανατολίζουν γρήγορα την προσοχή τους στους ανθρώπους και να ξεκινούν κοινωνικές αλληλεπιδράσεις.

Αναγνωρίζουν το πρόσωπο της μητέρας τους

Παρότι η όραση των νεογέννητων είναι ακόμη περιορισμένη και θολή, φαίνεται ότι μπορούν να αναγνωρίζουν το πρόσωπο της μητέρας τους μέσα στις πρώτες 36 ώρες ζωής. Μελέτες έχουν δείξει ότι τα βρέφη κοιτούν περισσότερο το πρόσωπο της μητέρας τους σε σύγκριση με εκείνο μιας άγνωστης γυναίκας. Για να επιτύχουν αυτή τη διάκριση, πιθανότατα χρησιμοποιούν χαρακτηριστικά όπως το περίγραμμα του προσώπου, το χτένισμα ή το χρώμα των μαλλιών. Η ικανότητα αυτή διευκολύνει τη δημιουργία των πρώτων δεσμών προσκόλλησης και ενισχύει τη συναισθηματική σύνδεση μεταξύ μητέρας και παιδιού.

Η σημασία της οπτικής επαφής

Η οπτική επαφή αποτελεί βασικό στοιχείο της ανθρώπινης επικοινωνίας και φαίνεται ότι τα νεογέννητα είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα σε αυτήν. Όταν τους παρουσιάζονται πρόσωπα που κοιτούν απευθείας προς το μέρος τους και πρόσωπα που κοιτούν αλλού, τα βρέφη προτιμούν σταθερά εκείνα που διατηρούν άμεση βλεμματική επαφή. Μάλιστα, μπορούν να διακρίνουν ακόμη και μικρές αποκλίσεις στην κατεύθυνση του βλέμματος. Η ευαισθησία αυτή θεωρείται κρίσιμη για την ανάπτυξη της κοινωνικής επικοινωνίας, καθώς επιτρέπει στο βρέφος να αναγνωρίζει πότε κάποιος απευθύνεται σε αυτό και πότε επιδιώκει αλληλεπίδραση.

Τα μωρά προτιμούν συναισθηματικά ζωντανά πρόσωπα

Οι ερευνητές έχουν διαπιστώσει ότι ακόμη και πολύ μικρά βρέφη αντιδρούν αρνητικά όταν ένας ενήλικας σταματά ξαφνικά να εκφράζει συναισθήματα. Στο γνωστό «Πείραμα του Ανέκφραστου Προσώπου» (Still Face Paradigm), ο φροντιστής αλληλεπιδρά φυσιολογικά με το βρέφος και στη συνέχεια υιοθετεί μια εντελώς ανέκφραστη έκφραση. Τα μωρά μειώνουν την προσοχή τους, εκδηλώνουν δυσφορία και προσπαθούν να επαναφέρουν την αλληλεπίδραση. Το εύρημα αυτό δείχνει ότι τα βρέφη δεν χρειάζονται μόνο φυσική φροντίδα, αλλά και συναισθηματική ανταπόκριση. Αναζητούν ενεργά πρόσωπα που επικοινωνούν, ανταποκρίνονται και συμμετέχουν σε κοινωνική επαφή.

Συμπέρασμα

Τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα αποκαλύπτουν ότι τα νεογέννητα διαθέτουν πολύ περισσότερες κοινωνικές ικανότητες απ’ ό,τι πιστευόταν παλαιότερα. Από τις πρώτες κιόλας ημέρες της ζωής τους αναγνωρίζουν φωνές, προτιμούν τη μητρική τους γλώσσα, εστιάζουν στα πρόσωπα, ανταποκρίνονται στην οπτική επαφή και αναζητούν συναισθηματική αλληλεπίδραση. Τα βρέφη δεν έρχονται στον κόσμο ως παθητικοί δέκτες εμπειριών. Γεννιούνται έτοιμα να συνδεθούν, να επικοινωνήσουν και να μάθουν. Η κοινωνική τους ανάπτυξη ξεκινά πολύ πριν πουν την πρώτη τους λέξη και βασίζεται σε έναν εντυπωσιακά ανεπτυγμένο μηχανισμό αναζήτησης ανθρώπινης επαφής, ο οποίος αποτελεί το θεμέλιο για όλες τις μελλοντικές σχέσεις και μορφές μάθησης.

 

Πηγή:

https://parentingscience.com/newborns-and-the-social-world/

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Γονική μέριμνα με βάση το μυαλό (Mind-minded parenting)

Βοηθά η διορατική συζήτηση για το μυαλό τα παιδιά να συνδεθούν και να μάθουν;

Η γονική μέριμνα με επίκεντρο το μυαλό (mind-minded parenting) αποτελεί μια σύγχρονη προσέγγιση ανατροφής που δίνει έμφαση στην αναγνώριση του παιδιού ως αυτόνομου ψυχικού υποκειμένου, με δικές του σκέψεις, συναισθήματα, επιθυμίες και προθέσεις. Οι γονείς που υιοθετούν αυτή τη στάση δεν εστιάζουν αποκλειστικά στην εξωτερική συμπεριφορά του παιδιού, αλλά προσπαθούν να κατανοήσουν τα εσωτερικά κίνητρα που την καθοδηγούν. Παρατηρούν προσεκτικά τα λεκτικά και μη λεκτικά μηνύματα του παιδιού, ερμηνεύουν τις συναισθηματικές του καταστάσεις και συζητούν μαζί του για τον κόσμο των σκέψεων και των συναισθημάτων.

 

Η προσέγγιση αυτή έχει συνδεθεί με σημαντικά αναπτυξιακά οφέλη, όπως η δημιουργία ασφαλών δεσμών προσκόλλησης, η ανάπτυξη κοινωνικής νοημοσύνης, η ενίσχυση της ενσυναίσθησης και η καλλιέργεια καλύτερων δεξιοτήτων αυτορρύθμισης και αυτοελέγχου.

Ένα εύλογο ερώτημα είναι αν μπορεί να είναι «πολύ νωρίς» για να αντιμετωπίσουμε ένα βρέφος ως συνομιλητή ή ως πρόσωπο με νοητικές καταστάσεις. Οι ψυχολόγοι Elizabeth Meins και Charles Fernyhough υποστηρίζουν ότι όχι μόνο δεν είναι νωρίς, αλλά ότι το πρώτο έτος ζωής αποτελεί μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο για την ανάπτυξη αυτής της μορφής αλληλεπίδρασης.

Τα βρέφη φαίνεται να ωφελούνται σημαντικά όταν οι γονείς τους θεωρούν ότι διαθέτουν έναν εσωτερικό κόσμο και προσπαθούν να κατανοήσουν τι αισθάνονται ή τι επιδιώκουν να επικοινωνήσουν. Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι γονείς αυτοί χρησιμοποιούν συχνά αυτό που ονομάζεται «κατάλληλα νοητικά σχόλια» (appropriate mind-related comments), δηλαδή λεκτικές παρεμβάσεις που αποτυπώνουν με ακρίβεια την ψυχική κατάσταση του παιδιού.

Για παράδειγμα, μια μητέρα μπορεί να πει: «Μάλλον απογοητεύτηκες επειδή δεν κατάφερες να πιάσεις το παιχνίδι» ή «Βλέπω ότι σε ενδιαφέρει πολύ αυτό που κοιτάζεις». Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα αυτών των σχολίων εξαρτάται από την ακρίβειά τους. Αν το παιδί δείχνει ενθουσιασμένο και ένας γονέας σχολιάσει ότι βαριέται, το σχόλιο δεν αντανακλά την πραγματική του κατάσταση και χάνει την αναπτυξιακή του αξία. Επομένως, το κλειδί δεν είναι απλώς να μιλάμε για σκέψεις και συναισθήματα, αλλά να είμαστε συντονισμένοι με αυτά που πραγματικά βιώνει το παιδί.

Ένα από τα πιο σημαντικά ευρήματα της έρευνας αφορά τη σχέση μεταξύ της γονικής μέριμνας με επίκεντρο το μυαλό και της ασφαλούς προσκόλλησης. Η Elizabeth Meins διαπίστωσε ήδη από το 1998 ότι οι μητέρες που απέδιδαν νόημα στις πρώιμες φωνητικές εκδηλώσεις των βρεφών τους είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα να αναπτύξουν με αυτά ασφαλείς σχέσεις προσκόλλησης. Σε μεταγενέστερες μελέτες, ερευνητές παρατήρησαν μητέρες και βρέφη ηλικίας έξι μηνών κατά τη διάρκεια παιχνιδιού και κατέγραψαν τη συχνότητα των κατάλληλων νοητικών σχολίων.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα βρέφη των οποίων οι μητέρες χρησιμοποιούσαν συχνότερα τέτοιου είδους σχόλια είχαν σημαντικά περισσότερες πιθανότητες να εμφανίζουν ασφαλή προσκόλληση στους δώδεκα μήνες ζωής. Παρόμοια ευρήματα έχουν καταγραφεί τόσο για τις σχέσεις με τους πατέρες όσο και για τις σχέσεις με επαγγελματίες φροντιστές σε βρεφονηπιακούς σταθμούς.

Η ασφαλής προσκόλληση αποτελεί θεμέλιο για τη μετέπειτα ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του παιδιού, καθώς συνδέεται με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, καλύτερη διαχείριση των συναισθημάτων και πιο υγιείς κοινωνικές σχέσεις.

Η ανάπτυξη της θεωρίας του νου και της κοινωνικής νοημοσύνης

Πέρα από τη συναισθηματική σύνδεση, η γονική μέριμνα με επίκεντρο το μυαλό φαίνεται να συμβάλλει σημαντικά στην ανάπτυξη της λεγόμενης «θεωρίας του νου» (Theory of Mind).

Η θεωρία του νου αναφέρεται στην ικανότητα του ατόμου να κατανοεί ότι οι άλλοι άνθρωποι έχουν σκέψεις, πεποιθήσεις, γνώσεις, επιθυμίες και συναισθήματα που μπορεί να διαφέρουν από τα δικά του. Πρόκειται για μια θεμελιώδη δεξιότητα κοινωνικής κατανόησης που επιτρέπει την ανάπτυξη της ενσυναίσθησης, της συνεργασίας και της αποτελεσματικής επικοινωνίας.

Έρευνες έχουν δείξει ότι τα παιδιά που εκτέθηκαν από νωρίς σε κατάλληλη νοητική γλώσσα παρουσιάζουν καλύτερες επιδόσεις σε δοκιμασίες κατανόησης συναισθημάτων και ψευδών πεποιθήσεων. Επιπλέον, αναπτύσσουν μεγαλύτερη ικανότητα να υιοθετούν την οπτική γωνία των άλλων ανθρώπων κατά την προσχολική και σχολική ηλικία.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι μελέτες δείχνουν πως δεν αρκεί οι γονείς να αντιλαμβάνονται το παιδί ως νοητικό ον· καθοριστικό ρόλο φαίνεται να παίζει η ίδια η λεκτική συζήτηση για τις σκέψεις και τα συναισθήματα. Με άλλα λόγια, τα παιδιά μαθαίνουν να κατανοούν τα μυαλά των άλλων μέσα από τις καθημερινές συζητήσεις για τον εσωτερικό κόσμο.

Γονίδια ή περιβάλλον; Ένα σημαντικό ερώτημα που απασχόλησε τους ερευνητές είναι κατά πόσο τα παραπάνω αποτελέσματα οφείλονται στη γονική συμπεριφορά ή σε γενετικούς παράγοντες.

Αν και η γενετική επιρροή δεν μπορεί να αποκλειστεί πλήρως, αρκετά στοιχεία υποδεικνύουν ότι η γονική αλληλεπίδραση διαδραματίζει ανεξάρτητο ρόλο. Για παράδειγμα, παρόμοιες συσχετίσεις έχουν βρεθεί μεταξύ παιδιών και φροντιστών που δεν είχαν καμία βιολογική συγγένεια. Επιπλέον, μελέτες διδύμων έδειξαν ότι οι γενετικοί παράγοντες εξηγούν μόνο ένα μικρό μέρος της ανάπτυξης των δεξιοτήτων θεωρίας του νου.

Παράλληλα, η παρουσία μεγαλύτερων αδελφών φαίνεται να επιταχύνει την ανάπτυξη της κοινωνικής κατανόησης, πιθανότατα επειδή τα μικρότερα παιδιά εκτίθενται συχνότερα σε συζητήσεις για σκέψεις, προθέσεις και συναισθήματα.

Ένα ακόμη ενδιαφέρον εύρημα είναι η πιθανή σχέση της γονικής μέριμνας με επίκεντρο το μυαλό με την ανάπτυξη του αυτοελέγχου.

Τα παιδιά που αναπτύσσουν ασφαλείς σχέσεις προσκόλλησης και καλύτερες δεξιότητες θεωρίας του νου φαίνεται να έχουν μεγαλύτερη ικανότητα αυτορρύθμισης. Είναι πιο αποτελεσματικά στον έλεγχο των παρορμήσεών τους, στην τήρηση κανόνων και στην αναβολή της άμεσης ικανοποίησης για την επίτευξη μεγαλύτερων μελλοντικών ανταμοιβών.

Επιπλέον, η συζήτηση για συναισθήματα, επιθυμίες και σκέψεις προσφέρει στα παιδιά ένα πολύτιμο λεξιλόγιο για να κατανοούν και να διαχειρίζονται τις εσωτερικές τους εμπειρίες. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, αποκτούν σταδιακά τα γνωστικά εργαλεία που απαιτούνται για την αυτοπαρατήρηση και τον αυτοέλεγχο.

Μελέτες σε διαφορετικούς πολιτισμούς έχουν δείξει ότι η νοητική γονική στάση κατά τη βρεφική ηλικία προβλέπει καλύτερες επιδόσεις σε δοκιμασίες αυτορρύθμισης και καθυστέρησης της ικανοποίησης κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής.

Η γονική μέριμνα με επίκεντρο το μυαλό αναδεικνύεται ως μια ιδιαίτερα σημαντική διάσταση της ποιοτικής ανατροφής. Μέσα από τη συντονισμένη παρατήρηση και τη συζήτηση για τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις προθέσεις των παιδιών, οι γονείς συμβάλλουν ουσιαστικά στη δημιουργία ασφαλών συναισθηματικών δεσμών, στην ανάπτυξη κοινωνικής κατανόησης και πιθανώς στην ενίσχυση του αυτοελέγχου.

Τα ερευνητικά δεδομένα υποστηρίζουν ότι τα παιδιά δεν ωφελούνται μόνο από τη φροντίδα των σωματικών τους αναγκών, αλλά και από την αναγνώριση και κατανόηση του εσωτερικού τους κόσμου. Όταν οι γονείς προσπαθούν να «διαβάσουν» με ακρίβεια το μυαλό του παιδιού και να το βοηθήσουν να εκφράσει όσα σκέφτεται και αισθάνεται, δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μια πιο υγιή συναισθηματική, κοινωνική και γνωστική ανάπτυξη.

 

Πηγή:

https://parentingscience.com/mind-minded-parenting/.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Ο φαύλος κύκλος της παραβίασης των ορίων…

Γονείς δίχως εσωτερικά όρια και οι επιπτώσεις της συμπεριφοράς τους στα παιδιά τους…

Η ψυχοθεραπεύτρια Ιζαμπέλ Φιλιοζά στο βιβλίο της με τίτλο: «Δεν υπάρχουν τέλειοι γονείς» αναφέρει μεταξύ πολλών άλλων κάτι εξαιρετικά σημαντικό: «Ορισμένοι γονείς που δεν κατόρθωσαν να γίνουν συγκροτημένοι ενήλικες, που δεν διαθέτουν εσωτερικά όρια, μπορεί να εισβάλουν στην προσωπική ζωή του παιδιού τους χωρίς να συνειδητοποιούν ότι καταπατούν ένα όριο. Για αυτούς, δεν υπάρχουν όρια. Δεν τα θέλουν. Δεν ανέχονται να χάσουν το μικρό τους, να το βλέπουν να μεγαλώνει, να μην έχουν πλέον τον έλεγχο… Έχουν ήδη τόσο λίγο έλεγχο στη ζωή τους. 

 

Όσο περισσότερο σεβασμό βιώσαμε σαν παιδιά, τόσο περισσότερο μπορούμε να σεβαστούμε το παιδί μας. Θα μπορούμε να αναγνωρίσουμε τις παρορμήσεις μας που μας οδηγούν στο να παρέμβουμε και να τις απομακρύνουμε ως τέτοιες. Αντίθετα, αν η μητέρα μας, διάβαζε την αλληλογραφία μας, το ημερολόγιό μας, έμπαινε στο δωμάτιό μας χωρίς να χτυπήσει, και μας έκανε να πιστέψουμε ότι το έκανε για το καλό μας… τότε μπορεί να μπούμε στον πειρασμό να κάνουμε κι εμείς το ίδιο στα παιδιά μας, αφού οι γονείς μας θα έχουν σβήσει όχι μόνο τα όρια, αλλά και τη συνείδηση για την αναγκαιότητά τους» (Φιλιοζά, σ.116).

Στο συγκεκριμένο απόσπασμα, η Φιλιοζά αναδεικνύει τη σημασία των προσωπικών ορίων στη σχέση γονέα–παιδιού και τον τρόπο με τον οποίο οι εμπειρίες της παιδικής ηλικίας επηρεάζουν τη γονεϊκή συμπεριφορά στην ενήλικη ζωή. Σύμφωνα με τον συλλογισμό της, ορισμένοι γονείς δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν και να σεβαστούν την αυτονομία του παιδιού τους, επειδή οι ίδιοι δεν έχουν αναπτύξει επαρκώς την αίσθηση των προσωπικών ορίων. Η υπερβολική παρέμβαση στη ζωή του παιδιού, η ανάγκη συνεχούς ελέγχου και η αδυναμία αποδοχής της ανεξαρτητοποίησής του, συχνά συνδέονται με προσωπικές ανασφάλειες και ελλείμματα που οι γονείς κουβαλούν από τη δική τους παιδική ηλικία.

Η Φιλιοζά λοιπόν, υποστηρίζει ότι η ικανότητα ενός γονέα να σέβεται το παιδί του δεν αναπτύσσεται τυχαία, αλλά επηρεάζεται σημαντικά από τον σεβασμό που ο ίδιος βίωσε κατά την δική του παιδική ηλικία. Όταν ένα παιδί μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον όπου οι σκέψεις, τα συναισθήματα και η ιδιωτικότητά του γίνονται σεβαστά, μαθαίνει ότι κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα στον προσωπικό του χώρο και στην αυτοδιάθεσή του. Ως ενήλικας είναι πιθανότερο να μεταφέρει αυτή τη στάση και στις δικές του σχέσεις, αναγνωρίζοντας πότε μια παρόρμηση για έλεγχο ή παρέμβαση είναι ακατάλληλη και πότε όχι.

Αντίθετα, όταν οι γονείς παραβιάζουν συστηματικά την ιδιωτικότητα του παιδιού , για παράδειγμα διαβάζοντας το ημερολόγιό του, ελέγχοντας τα προσωπικά του αντικείμενα ή εισβάλλοντας στον προσωπικό του χώρο χωρίς άδεια , τότε το παιδί ενδέχεται να μεγαλώσει θεωρώντας (λανθασμένα) αυτές τις συμπεριφορές φυσιολογικές ή ακόμη και ότι αποτελούν ένδειξη φροντίδας. Με αυτόν τον τρόπο αναπαράγεται ένας φαύλος κύκλος, όπου οι παραβιάσεις των ορίων μεταφέρονται από τη μία γενιά στην επόμενη. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι καταπατώνται τα όρια, αλλά ότι σταδιακά χάνεται και η επίγνωση της σημασίας τους.

Το βαθύτερο μήνυμα του αποσπάσματος που επιλέξαμε για να αναδείξουμε ένα τόσο σημαντικό ζήτημα που επηρεάζει τις στενές διαπροσωπικές σχέσεις γονέα – παιδιού, είναι ότι η υγιής γονεϊκότητα απαιτεί αυτογνωσία. Οι γονείς χρειάζεται να αναγνωρίζουν τις δικές τους ανάγκες, φόβους και ανασφάλειες, ώστε να μην τις προβάλλουν στα παιδιά τους. Ο σεβασμός των ορίων δεν σημαίνει αδιαφορία ή έλλειψη ενδιαφέροντος· αντίθετα, αποτελεί ένδειξη εμπιστοσύνης και αναγνώρισης της προσωπικότητας του παιδιού. Όταν το παιδί μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον όπου γίνεται σεβαστή η ιδιωτικότητά του, τότε οι επιλογές και η σταδιακή του αυτονόμηση, έρχονται με πιο απλό και ήπιο τρόπο, ενώ ταυτόχρονα το παιδί αναπτύσσει μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, αίσθηση ευθύνης και υγιέστερες σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους.

Συνεπώς, δεν θα πρέπει να ξεχνούμε ότι η ποιότητα της γονεϊκής συμπεριφοράς συνδέεται στενά με τα βιώματα και τα πρότυπα που οι ίδιοι οι γονείς έχουν εσωτερικεύσει από τη δική τους παιδική ηλικία, και κυρίως ότι ο σεβασμός των ορίων αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για τη συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού.

 

Πηγή:

Ι. Φιλιοζά, 2011, Δεν υπάρχουν τέλειοι γονείς, μτφρ. Έ. Μαργέλη, Εκδόσεις Ενάλιος, Αθήνα.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Η μητέρα του Μέγγιου… Ένας πολύ διδακτικός θρύλος

Ένας από τους θρύλους για τον σπουδαίο Κινέζο φιλόσοφο Μέγγιο που έχει ως θέμα τη μητέρα του αξίζει της προσοχής μας, καθώς μέσα από αυτόν φανερώνεται η σημασία της ορθής εκπαίδευσης των παιδιών. Παραθέτουμε αυτούσιο τον θρύλο κι έπειτα ακολουθούν κάποια δικά μας σχόλια: 

 

https://www.shenyuncollections.com/blogs/blog/the-mother-of-mengzi-one-of-the-four-virtuous-mother

 

«Η μητέρα του Μέγκ Κέ από το Τσόου ήταν γνωστή ως η μητέρα Μέγκ. Το σπίτι της ήταν δίπλα σ’ ένα νεκροταφείο. Μικρό παιδί ο Μέγγιος στα παιχνίδια του υποδύονταν τον νεκροθάφτη κι έδειχνε ζήλο για το σκάψιμο και το χτίσιμο. “Αυτός δεν είναι τόπος για το παιδί μου”, είπε η μητέρα του βλέποντάς τον να παίζει. Άλλαξαν λοιπόν σπίτι και πήγαν να μείνουν δίπλα στην αγορά. Στα παιχνίδια του ο μικρός Μέγγιος υποδύονταν πλέον τον έμπορο, κι άρχισε ν’ αγοράζει και να πουλάει ό, τι έβρισκε. “Αυτός δεν είναι τόπος για το παιδί μου” είπε πάλι η μητέρα του, βλέποντάς τον να παίζει. Άλλαξαν σπίτι άλλη μια φορά και πήγαν να μείνουν δίπλα σ’ ένα σχολείο. Στα παιχνίδια του ο μικρός Μέγγιος υποδύονταν πλέον τον λόγιο της Αυλής κι άρχισε να τηρεί τελετικά. “Αυτός είναι τόπος για το παιδί μου”, είπε η μητέρα του βλέποντάς τον να παίζει και δεν άλλαξαν άλλο σπίτι. Όταν μεγάλωσε ο Μέγγιος, μελέτησε με θέρμη τις Έξι Τέχνες κι έγινε ξακουστός ως ένας από τους μεγάλους κομφουκιανούς…» (Μέγγιος, σ.17).

Διαπιστώνουμε, λοιπόν, ότι ο εν λόγω θρύλος επιχειρεί να αναδείξει τη μεγάλη επίδραση που έχει το περιβάλλον στην ανάπτυξη και τη διαμόρφωση της προσωπικότητας και του χαρακτήρα ενός παιδιού. Μέσα από τον θρύλο για τη μητέρα του Μέγγιου, παρουσιάζεται η ιδέα ότι τα παιδιά μιμούνται όσα βλέπουν γύρω τους και επηρεάζονται έντονα από τα πρότυπα, τις δραστηριότητες και τις αξίες του κοινωνικού τους περιβάλλοντος. Ίσως, αυτό υποτιμάται στις μέρες μας, διότι τονίζονται τα οικογενειακά πρότυπα και η επίδρασή τους, ενώ το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον και η επίδρασή του στα παιδιά υποτιμώνται σε μεγάλο βαθμό.

Η μητέρα του Μέγγιου παρατήρησε ότι ο γιος της αναπαριστούσε στα παιχνίδια του ό,τι κυριαρχούσε στον χώρο όπου ζούσε. Όταν κατοικούσαν κοντά σε νεκροταφείο, μιμούνταν τους νεκροθάφτες. Όταν μετακόμισαν δίπλα στην αγορά, υιοθέτησε συμπεριφορές εμπόρου. Αντίθετα, όταν βρέθηκαν κοντά σε σχολείο, άρχισε να μιμείται τους μορφωμένους ανθρώπους, τους δασκάλους δηλαδή, κι έτσι άρχισε να δείχνει ενδιαφέρον για τη μάθηση και την πνευματική καλλιέργεια. Η μητέρα του αντιλήφθηκε ότι το κατάλληλο περιβάλλον μπορούσε να συμβάλει θετικά στην ανατροφή και την εκπαίδευσή του και γι’ αυτό επέλεξε να παραμείνει κοντά στο σχολείο.

Επεκτείνοντας αυτό τον βασικό συλλογισμό, θα μπορούσαμε να υπογραμμίσουμε ότι η εκπαίδευση ενός παιδιού δεν εξαρτάται μόνο από τη διδασκαλία που λαμβάνει από το σπίτι του, αλλά και από το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνει. Οι γονείς βεβαίως έχουν τον σημαντικότερο ρόλο, καθώς καλούνται να δημιουργούν διαρκώς συνθήκες που θα ενθαρρύνουν τη μάθηση, την ηθική ανάπτυξη και την καλλιέργεια θετικών προτύπων για το παιδί. Το ζητούμενο, λοιπόν, που θα έπρεπε να απασχολήσει πρωταρχικά τους γονείς έχει να κάνει με το πώς θα ελέγξουν αυτό το περιβάλλον, προκειμένου το παιδί να έχει στη διάθεσή του τα κατάλληλα ερεθίσματα κι εκείνες τις προσλαμβάνουσες που θα το βοηθήσουν να ξεδιπλώσει μια σταθερή και συγκροτημένη προσωπικότητα. Η υπερ-έκθεση του παιδιού σε κάθε λογής οθόνες συμβάλλει λόγου χάρη σε αυτό το ζητούμενο;

Ο θρύλος καταλήγει να δείχνει ότι η σωστή ανατροφή και το κατάλληλο περιβάλλον μπορούν να συμβάλουν καθοριστικά στην εξέλιξη ενός παιδιού και στην επίτευξη σημαντικών στόχων στη ζωή του. Ο θρύλος, αναδεικνύει επίσης, έναν βασικό τρόπο μέσα από τον οποίο τα παιδιά μαθαίνουν˙ κυρίως παρατηρώντας, μιμούμενα και αφομοιώνοντας τα ερεθίσματα που δέχονται από τον κόσμο γύρω τους. Οι συμπεριφορές, οι αξίες και οι συνήθειες που επικρατούν στο περιβάλλον τους, επηρεάζουν άμεσα τον τρόπο με τον οποίο κι αυτά θα σκέφτονται, θα παίζουν και θα αντιλαμβάνονται τη ζωή.

Η μητέρα του Μέγγιου παρατηρούσε προσεκτικά τη συμπεριφορά του παιδιού της και αντιλαμβανόταν ότι τα παιχνίδια του αντανακλούσαν όσα έβλεπε καθημερινά. Η μητέρα του, κατανοώντας τη σημασία αυτής της επιρροής, αναζήτησε έναν χώρο που θα παρείχε πιο θετικά και μορφωτικά πρότυπα. Άραγε οι γονείς σήμερα έχουν την παρατηρητικότητα που είχε η μητέρα του Μέγγιου; Όταν τελικά εγκαταστάθηκαν κοντά σε ένα σχολείο, ο μικρός Μέγγιος άρχισε να μιμείται τους λογίους και να δείχνει ενδιαφέρον για τη μάθηση, την πειθαρχία και τις τελετουργικές πρακτικές. Τότε η μητέρα του θεώρησε ότι είχε βρει το κατάλληλο περιβάλλον για την ανατροφή του. Η απόφασή της αυτή αποδείχθηκε σωστή, καθώς ο Μέγγιος μεγάλωσε, αφιερώθηκε στη μελέτη και εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους φιλοσόφους της κινεζικής παράδοσης.

Εν κατακλείδι, η εκπαίδευση των παιδιών δεν περιορίζεται μόνο στη διδασκαλία που προσφέρει η οικογένεια ή το σχολείο. Εξίσου σημαντικό είναι το κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνουν τα παιδιά. Οι γονείς έχουν ευθύνη να επιλέγουν και να διαμορφώνουν συνθήκες που ενισχύουν τη μάθηση, την ηθική καλλιέργεια και την ανάπτυξη θετικών προτύπων. Ο θρύλος υπογραμμίζει ότι ένα υποστηρικτικό και παιδαγωγικά κατάλληλο περιβάλλον μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στην εξέλιξη ενός παιδιού και στην αξιοποίηση των δυνατοτήτων του. Τελικά, η ιστορία αυτή της μητέρας του Μέγγιου αποτελεί ένα διαχρονικό παράδειγμα για τη σημασία της σωστής αγωγής και της προσεκτικής επιλογής των επιρροών που δέχεται ένα παιδί, δείχνοντας ότι το περιβάλλον μπορεί να λειτουργήσει είτε ως παράγοντας ανάπτυξης είτε ως παράγοντας περιορισμού των δυνατοτήτων του. Ας έχουμε υπόψη αυτά και για την ανατροφή των δικών μας παιδιών!

 

Πηγή:

Μέγγιος, Το βιβλίο του Μέγγιου, μτφρ. Σ. Χαλικιάς, Εκδόσεις Ινδίκτος, Αθήνα, 2006.

  

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Οι συνέπειες των εκρήξεων θυμού στην ενήλικη ζωή

Μια μακροχρόνια έρευνα διάρκειας 40 ετών, που πραγματοποιήθηκε από τους Caspi και συνεργάτες (1987), διερεύνησε κατά πόσο τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας των παιδιών επηρεάζουν την επαγγελματική και κοινωνική τους πορεία ως ενήλικες. Οι ερευνητές εντόπισαν μια ομάδα παιδιών με έντονες και ανεξέλεγκτες εκρήξεις θυμού, βασιζόμενοι στις αναφορές των μητέρων τους. Όταν τα παιδιά ήταν 8, 9 και 11 ετών, οι μητέρες αξιολόγησαν πόσο συχνά και πόσο έντονα εκδήλωναν ξεσπάσματα. Στις συμπεριφορές αυτές περιλαμβάνονταν δαγκώματα, κλωτσιές, χτυπήματα, πέταγμα αντικειμένων, φωνές και κραυγές. Από το σύνολο των παιδιών, το 38% των αγοριών και το 29% των κοριτσιών χαρακτηρίστηκαν ως ιδιαίτερα εκρηκτικά.

Η παρακολούθηση των συμμετεχόντων στην ενήλικη ζωή έδειξε ότι τα χαρακτηριστικά αυτά συνδέονταν με σημαντικές συνέπειες, ιδιαίτερα στους άνδρες. Όσοι είχαν εμφανίσει συχνά και έντονα ξεσπάσματα στην παιδική ηλικία ολοκλήρωναν συνήθως χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο. Επιπλέον, οι πρώτες τους επαγγελματικές θέσεις είχαν μικρότερο κύρος σε σύγκριση με εκείνες των πιο ήρεμων συνομηλίκων τους. Ακόμη, τα παιδιά που προέρχονταν από οικογένειες της μεσαίας τάξης παρουσίαζαν συχνά πτωτική κοινωνική και επαγγελματική πορεία. Στη μέση ηλικία, οι επαγγελματικές τους επιδόσεις δεν ξεπερνούσαν εκείνες των υπόλοιπων συμμετεχόντων. Παράλληλα, άλλαζαν συχνότερα εργασία, αντιμετώπιζαν μεγαλύτερη επαγγελματική αστάθεια, απουσίαζαν συχνότερα από την εργασία τους και περνούσαν περισσότερους μήνες άνεργοι.

Επειδή περίπου το 70% των ανδρών της έρευνας υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία, οι ερευνητές εξέτασαν και τα στρατιωτικά τους αρχεία. Διαπιστώθηκε ότι όσοι είχαν εμφανίσει έντονες εκρήξεις θυμού ως παιδιά κατείχαν χαμηλότερους στρατιωτικούς βαθμούς σε σχέση με τους υπόλοιπους.

Παρόμοια εικόνα εμφανίστηκε και στις προσωπικές τους σχέσεις. Μέχρι την ηλικία των 40 ετών, το 46% των ανδρών με ιστορικό έντονων εκρήξεων θυμού είχε πάρει διαζύγιο, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για όσους δεν παρουσίαζαν τέτοιες συμπεριφορές ήταν μόλις 22%.

Συνολικά, τα ευρήματα της έρευνας δείχνουν ότι ο τρόπος με τον οποίο εκδηλώνεται η προσωπικότητα στην παιδική ηλικία συνδέεται με σημαντικές πτυχές της μετέπειτα ζωής, όπως η επαγγελματική επιτυχία, η σταθερότητα στην εργασία, η στρατιωτική εξέλιξη και η ποιότητα των διαπροσωπικών σχέσεων. Η σχέση αυτή μπορεί να εξηγηθεί από το γεγονός ότι τα άτομα με δυσκολίες στον έλεγχο του θυμού τείνουν να αντιδρούν πιο παρορμητικά στις δυσκολίες και τις απογοητεύσεις της ζωής. Είναι πιθανότερο να συγκρουστούν με προϊσταμένους, να εγκαταλείψουν μια εργασία σε μια στιγμή έντασης ή να αντιμετωπίζουν δυσκολίες στις προσωπικές τους σχέσεις. Τέτοιες συμπεριφορές μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά τόσο την επαγγελματική τους πορεία όσο και τη σταθερότητα των οικογενειακών και συζυγικών τους σχέσεων.

Πηγή:

R. Larsen & D. Buss, Ψυχολογία της Προσωπικότητας, Πεδία γνώσης σχετικά με την ανθρώπινη φύση, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 2020.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Mahatma Gandhi: Ο άνθρωπος που αφιέρωσε τη ζωή του στην ειρήνη, έπεσε θύμα βίας!

Ο Mohandas Karamchand Gandhi γεννήθηκε το 1869 στην Ινδία, σε μια απλή οικογένεια. Η μητέρα του ήταν βαθιά θρησκευόμενη και επηρέασε σημαντικά τη διαμόρφωση του χαρακτήρα και των αξιών του. Στο σπίτι του υπήρχε σεβασμός προς διαφορετικές θρησκείες, καθώς εκτός από τις ινδουιστικές παραδόσεις, διάβαζαν κείμενα του Βουδισμού, του Ισλάμ και του Χριστιανισμού. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ο Gandhi ανέπτυξε μια φιλοσοφία ζωής βασισμένη στην απλότητα, την αυτοθυσία και την προσφορά προς τους άλλους.

 

Αφού σπούδασε νομικά στην Αγγλία και εργάστηκε για λίγα χρόνια ως δικηγόρος στη Νότια Αφρική, επέστρεψε στην πατρίδα του. Εκείνη την εποχή η Ινδία βρισκόταν υπό βρετανική κατοχή και πολλοί Ινδοί επιθυμούσαν την ελευθερία τους. Ο Gandhi αφιερώθηκε στον αγώνα για την ανεξαρτησία της χώρας, προωθώντας την ειρηνική αντίσταση. Όταν οι Βρετανοί απαίτησαν να συλλέξουν τα δακτυλικά αποτυπώματα των Ινδών, εκείνος κάλεσε τον λαό να αρνηθεί ειρηνικά να συμμορφωθεί.

Από το 1919 έως το 1922 οργάνωσε μεγάλες αλλά μη βίαιες κινητοποιήσεις, απεργίες και μποϊκοτάζ. Παρότρυνε τους Ινδούς να μη συνεργάζονται με τις βρετανικές αρχές, να μη φοιτούν σε βρετανικά σχολεία, να μη χρησιμοποιούν τα βρετανικά δικαστήρια και να αποφεύγουν ακόμη και την αγγλική γλώσσα. Οι βρετανικές δυνάμεις συχνά αντέδρασαν βίαια, προκαλώντας τον θάνατο πολλών διαδηλωτών. Παρ’ όλα αυτά, ο Gandhi έγινε ιδιαίτερα αγαπητός στον λαό, ο οποίος τον θεωρούσε πρότυπο. Γι’ αυτό και απέκτησε το προσωνύμιο «Mahatma», που σημαίνει «Μεγάλη Ψυχή».

Το 1930 ηγήθηκε μιας ακόμη σημαντικής πράξης πολιτικής ανυπακοής. Διαμαρτυρόμενος για τον βρετανικό νόμο που απαγόρευε στους Ινδούς να παράγουν δικό τους αλάτι, ξεκίνησε μια πορεία προς τη θάλασσα μαζί με τους υποστηρικτές του. Καθώς η πορεία προχωρούσε, όλο και περισσότεροι άνθρωποι συμμετείχαν. Την ίδια περίοδο χιλιάδες Ινδοί είχαν φυλακιστεί επειδή παραβίαζαν ειρηνικά τους αποικιακούς νόμους. Η κατάσταση αυτή εξέθεσε τη βρετανική διοίκηση διεθνώς και ενίσχυσε το αίτημα για ανεξαρτησία.

Παρότι δεν κατείχε κάποιο επίσημο κυβερνητικό αξίωμα, ο Gandhi έγινε ο βασικός συνομιλητής των Βρετανών στις διαπραγματεύσεις για το μέλλον της Ινδίας. Κατά τη διάρκεια αυτών των συζητήσεων φυλακίστηκε αρκετές φορές, γεγονός που προκάλεσε νέες διαδηλώσεις και συγκρούσεις. Τελικά, το 1947, η Ινδία απέκτησε την ανεξαρτησία της από τη Βρετανία.

Ο Gandhi συνέβαλε καθοριστικά στη μετάβαση της χώρας στην αυτοδιοίκηση με ειρηνικά μέσα. Οι ιδέες του για τη μη βία και την πολιτική ανυπακοή επηρέασαν αργότερα πολλούς λαούς και κινήματα σε όλο τον κόσμο που αγωνίζονταν για ελευθερία και δικαιώματα.

Το 1948 δολοφονήθηκε από έναν ακραίο Ινδουιστή, ο οποίος διαφωνούσε με τη στάση του απέναντι στους μουσουλμάνους. Ο Gandhi υποστήριζε τη συμφιλίωση, την ανοχή και τη συνεργασία μεταξύ των διαφορετικών θρησκευτικών κοινοτήτων της Ινδίας. Έτσι, ένας άνθρωπος που αφιέρωσε τη ζωή του στην ειρήνη έπεσε θύμα της βίας.

Παρά τη μεγάλη του φήμη και τον τίτλο του «Πατέρα της Ινδίας», ο Gandhi παρέμεινε πάντα λιτός και ταπεινός. Ζούσε με απλότητα, αποφεύγοντας τις πολυτέλειες και κατασκευάζοντας ο ίδιος τα ρούχα του. Η αυτάρκεια, η εγκράτεια και η αφοσίωσή του στις αρχές του χαρακτήρισαν ολόκληρη τη ζωή του, ακόμη και όταν βρέθηκε στο επίκεντρο σημαντικών ιστορικών εξελίξεων.

 

Πηγή:

Randy Larsen, David M. Buss, 2020, Ψυχολογία της προσωπικότητας: τα πεδία της γνώσης σχετικά με την ανθρώπινη φύση, επιστημονική επιμέλεια Γρηγόρης Ποταμιάνος, μετάφραση Μαριάννα Μήκου, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα.

 

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Όταν σε χρειάζομαι, θα είσαι εκεί για εμένα;

Η αγάπη είναι το κλειδί…

Γράφει η Sue Jonson ότι: «οι συγκρούσεις του ζευγαριού αποκτούν την αληθινή τους σημασία: είναι φοβισμένες διαμαρτυρίες για τη διαμόρφωση του δεσμού και αίτημα για συναισθηματική επαναδέσμευση». 

 

Επίσης, πως «η αγάπη είναι μια διαρκής διαδικασία συντονισμού, σύνδεσης, παράβλεψης ή λανθασμένης ανάγνωσης των σημάτων, αποσύνδεσης, αποκατάστασης και τελικά βαθύτερης σύνδεσης. Είναι ένας χορός όπου ο ένας συναντάει τον άλλο, απομακρύνονται και ξαναβρίσκονται, λεπτό το λεπτό, μέρα με τη μέρα». Και παρακάτω ότι: «η αγάπη είναι σοφή. Είναι ένα από τα υλικά για τη συνταγή της επιβίωσης και της καλής υγείας, της ευτυχίας, αλλά και της νεότητας. Μια σχέση αγάπης είναι το κλειδί για τη δημιουργία οικογενειών που διδάσκουν στα παιδιά τους τις απαραίτητες δεξιότητες για τη διατήρηση μιας πολιτισμένης κοινωνίας: εμπιστοσύνη, ενσυναίσθηση, συνεργασία».

Πόση σοφία υπάρχει μέσα σε αυτές τις λίγες αράδες; Θα μπορούσαμε να πούμε πως σε αυτά της τα λόγια η Johnson μετατοπίζει το νόημα της σύγκρουσης από αυτό που ο μέσος άνθρωπος αντιλαμβάνεται. Στη συνηθισμένη αντίληψη, ο καβγάς θεωρείται απόδειξη ότι η σχέση δεν λειτουργεί. Εδώ όμως η σύγκρουση ερμηνεύεται ως έκφραση μιας βαθύτερης ανάγκης: της ανάγκης να επιβεβαιωθεί ότι ο άλλος είναι διαθέσιμος, παρών και συναισθηματικά προσβάσιμος. Πίσω από φράσεις όπως «δεν με ακούς ποτέ», «δεν σε νοιάζει» ή «με απορρίπτεις» συχνά κρύβεται το πιο θεμελιώδες ερώτημα: «Είσαι εδώ για μένα όταν σε χρειάζομαι;». Αφού δεν μπορείς να με ακούσεις, θα βρω τον τρόπο να σε αναγκάσω να με ακούσεις, αν κι αυτό δεν μου φτάνει. Δεν μου αρκεί μονάχα να με ακούσεις, θέλω να με αφουγκραστείς, να με νιώσεις, όμως από κάπου θα πρέπει να πιαστώ και δεν ξέρω από που… Θα δοκιμάσω με τον άσχημο τρόπο, εφόσον προσπάθησα τόσο, πάντα προσπαθούσα μα εσύ δεν με καταλάβαινες…

Από αυτή την οπτική, η ωριμότητα μιας σχέσης δεν μετριέται από την απουσία συγκρούσεων, αλλά από την ικανότητα επανόρθωσης μετά τη ρήξη. Η αγάπη δεν είναι μια σταθερή κατάσταση αρμονίας, αλλά μια δυναμική διαδικασία στην οποία οι άνθρωποι αναπόφευκτα παρερμηνεύουν ο ένας τον άλλον, πληγώνονται και απομακρύνονται. Η ποιότητα της σχέσης εξαρτάται από το αν μπορούν να ξαναβρούν τον δρόμο προς τη σύνδεση. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι η εμπιστοσύνη δεν οικοδομείται επειδή δεν υπάρχουν ποτέ αποσυνδέσεις, αλλά επειδή οι αποσυνδέσεις μπορούν να θεραπευτούν.

Ένα παράδειγμα για να αντιληφθούμε καλύτερα αυτό που η Johnson έχει να μας πει είναι το εξής: σκεφτείτε τον εαυτό σας μια ηλιόλουστη μέρα να επιθυμεί να κάνει μια βολτούλα με το ποδήλατο στην ύπαιθρο, κι ότι στη διαδρομή που έχετε επιλέξει ο δρόμος άλλοτε γίνεται ανηφορικός κι άλλοτε κατηφορικός. Επίσης, πρέπει να έχετε το νου σας να μην πέσετε σε κάποια λακούβα ή να μην πατήσετε κάποιο γυαλί που κάποιος ασυνείδητος πέταξε στη μέση του δρόμου. Οπότε, ο ρυθμός σας δεν θα είναι ποτέ ο ίδιος κι ακόμη και ο ίδιος δρόμος ορισμένες φορές μπορεί να γίνει απρόβλεπτος, κι εμπόδια όπως κλαδιά από κάποιο δέντρο που έπεσε ή άλλα εμπόδια μπορούν να εμφανιστούν. Έτσι, ακριβώς και η σχέση δεν αποτελείται από ακινησία αλλά από συνεχή κίνηση και αμοιβαία προσαρμογή. Κανείς δεν ελέγχει απόλυτα τον «ρυθμό» της σχέσης, κάθε συμπεριφορά ή πρόβλημα του ενός επηρεάζει τον άλλο. Με αυτή την έννοια, η αγάπη δεν είναι μόνο συναίσθημα, αλλά και μια μορφή διαλόγου που διεξάγεται συχνά πέρα ή καλύτερα πίσω από τις λέξεις: μέσα από τα βλέμματα, τις σιωπές, τα αγγίγματα, τις προσεγγίσεις και φυσικά τις αποστάσεις.

Ένα ακόμη επίπεδο αφορά τη σχέση ανάμεσα στην προσωπική και την κοινωνική ζωή. Η Johnson υποστηρίζει ότι οι ασφαλείς σχέσεις παράγουν ανθρώπους πιο ικανούς για εμπιστοσύνη, ενσυναίσθηση και συνεργασία. Αυτό σημαίνει ότι η αγάπη δεν είναι απλώς ιδιωτική υπόθεση. Οι πρώτοι δεσμοί που βιώνουμε μέσα στην οικογένεια (οικογενειακά μοτίβα) γίνονται το πρότυπο με το οποίο προσεγγίζουμε αργότερα τους ανθρώπους που ερωτευόμαστε, αλλά και τα άτομα του ευρύτερου περιβάλλοντός μας όπως τους φίλους, τους συνεργάτες, τους συμπολίτες μας. Μια κοινωνία στην οποία οι άνθρωποι έχουν μάθει να συνδέονται με ασφάλεια είναι πιθανότερο να είναι λιγότερο βίαιη, περισσότερο συνεργατική και πιο ανεκτική στη διαφορετικότητα.

Θα μπορούσε επίσης με αφορμή αυτά τα λόγια της Johnson να τονιστεί η υπαρξιακή διάστασή τους. Η ανθρώπινη ζωή χαρακτηρίζεται από ευαλωτότητα: ασθένειες, απώλειες, αποτυχίες, γήρανση, θνητότητα. Η αγάπη αποκτά ιδιαίτερη σημασία, επειδή λειτουργεί ως απάντηση σε αυτή την ευαλωτότητα. Δεν καταργεί τις δυσκολίες της ύπαρξης, αλλά τις καθιστά περισσότερο υποφερτές μέσα από την εμπειρία της σκέψης ότι: «δεν είμαι μόνος/η». Ίσως γι' αυτό η Johnson μιλά για τη σοφία της αγάπης: επειδή δεν είναι απλώς ένα ευχάριστο συναίσθημα, αλλά ένας τρόπος να αντιμετωπίζουμε την ανθρώπινη συνθήκη «στα πάνω της», αλλά κυρίως «στα κάτω της».

Τελικά, πίσω από όλες αυτές τις διατυπώσεις βρίσκεται μια κεντρική ιδέα: η αγάπη δεν είναι κυρίως η ένταση του πάθους, ούτε η απουσία προβλημάτων στις σχέσεις, όπως οι συγκρούσεις. Είναι η δημιουργία ενός ασφαλούς συναισθηματικού καταφυγίου, όπου δύο άνθρωποι μπορούν να είναι ευάλωτοι χωρίς να φοβούνται ότι θα εγκαταλειφθούν αν εκφράσουν το αρνητικό τους συναίσθημα, τον θυμό ή τα νεύρα τους. Και ίσως η βαθύτερη μορφή αγάπης να μην είναι το «σε αγαπώ», αλλά η διαρκής απάντηση στο ερώτημα του άλλου: «όταν σε χρειάζομαι, θα είσαι εκεί για εμένα;».

 

Πηγή:

Sue Johnson. 2016. Το νόημα του έρωτα, Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα.  

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

Τα πέντε θεραπευτικά καθήκοντα για τον ψυχοθεραπευτή, του Bowlby

Μετά το πρωτοποριακό έργο του John Bowlby, η Θεωρία του Δεσμού εξελίχθηκε σημαντικά και εμπλουτίστηκε από διαφορετικές θεωρητικές προσεγγίσεις. Οι μεταγενέστεροι ερευνητές επιχείρησαν να ταξινομήσουν τις συμπεριφορές δεσμού και να αναπτύξουν τρόπους αξιολόγησης και εφαρμογής τους στην ψυχοθεραπεία. Παράλληλα, αναπτύχθηκαν διαφορετικές αντιλήψεις για τη φύση του δεσμού. Ορισμένες προσεγγίσεις αντιμετωπίζουν τον δεσμό ως ένα σχετικά σταθερό χαρακτηριστικό που διαθέτει το άτομο, ενώ άλλες τον θεωρούν μια δυναμική και εξελισσόμενη διαδικασία, η οποία διαμορφώνεται μέσα στις σχέσεις και δεν μπορεί να αποτυπωθεί πλήρως με στατικές μετρήσεις.

Η σύγχρονη προσέγγιση που βασίζεται στο Δυναμικό Μοντέλο Ωρίμανσης Δεσμού και Προσαρμογής (Dynamic Maturational Model – DMM) δίνει έμφαση στον δεσμό ως μια συνεχή διαδικασία προσαρμογής στις απαιτήσεις και τις απειλές του περιβάλλοντος. Υπό αυτό το πρίσμα, η θεωρία του δεσμού συνδέεται στενά με τη λειτουργία του προβλεπτικού εγκεφάλου και των συστημάτων μνήμης, τα οποία συμβάλλουν στη διαμόρφωση των συμπεριφορών που αποσκοπούν στην ασφάλεια και την επιβίωση.

Κεντρικό στοιχείο της θεραπευτικής σκέψης του Bowlby ήταν η έννοια της ασφάλειας. Σε αντίθεση με ορισμένες ψυχαναλυτικές θεωρήσεις της εποχής του, που έδιναν έμφαση στη φαντασίωση ως πηγή τραύματος, ο Bowlby υποστήριξε ότι τα τραυματικά γεγονότα είναι πραγματικές εμπειρίες που επηρεάζουν βαθιά την ψυχική ανάπτυξη. Με βάση αυτή την παραδοχή, διατύπωσε πέντε βασικά θεραπευτικά καθήκοντα για τον ψυχοθεραπευτή:

Να προσφέρει στον θεραπευόμενο μια ασφαλή βάση, μέσα από μια σχέση εμπιστοσύνης, υποστήριξης και αποδοχής.

Να τον βοηθήσει να εξετάσει τον τρόπο με τον οποίο σχετίζεται με σημαντικά πρόσωπα της ζωής του και τις προσδοκίες που διαμορφώνει για τον εαυτό του και τους άλλους.

Να διερευνήσει τη θεραπευτική σχέση ως πεδίο κατανόησης των σχεσιακών του μοτίβων.

Να συνδέσει τις σημερινές του αντιλήψεις και συμπεριφορές με τις πρώιμες εμπειρίες του, ιδιαίτερα με τους γονείς ή άλλους σημαντικούς φροντιστές.

Να αναγνωρίσει ότι οι εικόνες που έχει σχηματίσει για τον εαυτό του και τους άλλους μπορεί να μην ανταποκρίνονται πλέον στην παρούσα πραγματικότητα και να χρειάζονται αναθεώρηση.

Στη σύγχρονη κατανόηση της θεωρίας του δεσμού, η ασφάλεια δεν θεωρείται μια σταθερή κατάσταση που είτε υπάρχει είτε απουσιάζει. Αντίθετα, αποτελεί μια διαρκή διαδικασία προσαρμογής στις απαιτήσεις και τους κινδύνους του περιβάλλοντος. Ο άνθρωπος αξιολογεί συνεχώς πληροφορίες από τον εξωτερικό κόσμο αλλά και από το σώμα του, προκειμένου να εκτιμήσει πιθανές απειλές και να οργανώσει την κατάλληλη συμπεριφορά. Η διαδικασία αυτή βασίζεται στη λειτουργία του «προβλεπτικού εγκεφάλου», ο οποίος χρησιμοποιεί προηγούμενες εμπειρίες για να προβλέψει τι είναι πιθανό να συμβεί και να προετοιμάσει τις κατάλληλες αντιδράσεις. Έτσι, το παρελθόν λειτουργεί ως οδηγός για τη διαχείριση του παρόντος και τη διατήρηση της συναισθηματικής ισορροπίας.

Η θεωρία του δεσμού έχει εξελιχθεί σε μια θεωρία επεξεργασίας πληροφοριών, όπου οι αναμνήσεις και οι εμπειρίες επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τους άλλους και ανταποκρινόμαστε στις σχέσεις μας. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η διαδικαστική ή έμμεση μνήμη, η οποία καθοδηγεί πολλές από τις αντιδράσεις μας χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε συνειδητά.

Όταν το άτομο αντιλαμβάνεται κίνδυνο, συχνά αντιδρά αυτόματα, πριν προλάβει να σκεφτεί λογικά την κατάσταση. Οι αντιδράσεις αυτές βασίζονται σε παλαιότερα μοτίβα μάθησης και εμπειρίας, τα οποία έχουν καταγραφεί στα συστήματα μνήμης. Για τον λόγο αυτό, οι συμπεριφορές που εμφανίζονται στις σχέσεις δεν καθορίζονται μόνο από όσα δηλώνουμε συνειδητά, αλλά και από ασυνείδητες διαδικασίες που έχουν διαμορφωθεί μέσα από τις προηγούμενες εμπειρίες μας.

Στο πεδίο της παιδοψυχιατρικής, η έννοια της ασφαλούς βάσης αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Ωστόσο, η ασφάλεια δεν πρέπει να περιορίζεται αποκλειστικά στη σχέση παιδιού–θεραπευτή. Αντίθετα, βασικός στόχος είναι η δημιουργία ενός επαρκώς ασφαλούς οικογενειακού περιβάλλοντος, μέσα στο οποίο το παιδί θα μπορεί να αναπτυχθεί και να επεξεργαστεί τις δυσκολίες του.

Ο θεραπευτής λειτουργεί ως υποστηρικτικός παράγοντας, βοηθώντας την οικογένεια να διαχειριστεί τις εντάσεις και να δημιουργήσει συνθήκες που ευνοούν τη συναισθηματική ανάπτυξη. Παράλληλα, η θεραπεία εστιάζει στην κατανόηση των αλληλεπιδράσεων μεταξύ των μελών της οικογένειας και των μοτίβων συμπεριφοράς που συντηρούν τις δυσκολίες. Επομένως, η σύγχρονη θεώρηση του δεσμού υπογραμμίζει ότι οι ανθρώπινες σχέσεις, η μνήμη, η επεξεργασία των πληροφοριών και η αναζήτηση ασφάλειας αποτελούν αλληλένδετες διαδικασίες που διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας, τους άλλους και τον κόσμο γύρω μας.

 

Πηγή:

Wilkinson, S.R. (2024). Bowlby’s five therapeutic tasks: Bringing them up to date for children.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Bowlby: Η ζωή του και το έργο του

Ο John Bowlby (1907–1990) υπήρξε διακεκριμένος Βρετανός ψυχολόγος και ψυχίατρος, γνωστός κυρίως για τη διαμόρφωση της Θεωρίας του Δεσμού (Attachment Theory). Το έργο του επηρέασε καθοριστικά τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε τη συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών, αναδεικνύοντας τη σημασία των πρώιμων σχέσεων με τους βασικούς φροντιστές για τη μετέπειτα ψυχική υγεία, τις διαπροσωπικές σχέσεις και τη συναισθηματική ανθεκτικότητα του ατόμου.

Ο Bowlby γεννήθηκε σε μια οικογένεια της βρετανικής μεσαίας τάξης και οι προσωπικές του εμπειρίες κατά την παιδική ηλικία επηρέασαν σημαντικά τις επιστημονικές του αναζητήσεις. Σε ηλικία επτά ετών στάλθηκε σε οικοτροφείο, μια εμπειρία που αργότερα χαρακτήρισε ιδιαίτερα επώδυνη. Ο πρόωρος αποχωρισμός από την οικογένειά του συνέβαλε στη διαμόρφωση των απόψεών του σχετικά με τις αρνητικές συνέπειες της συναισθηματικής στέρησης και της παρατεταμένης απομάκρυνσης των παιδιών από τους γονείς τους.

Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Cambridge και στη συνέχεια εκπαιδεύτηκε στην ψυχιατρική και την ψυχανάλυση. Κατά τα πρώτα επαγγελματικά του βήματα εργάστηκε με παιδιά που παρουσίαζαν συναισθηματικές δυσκολίες και παραβατική συμπεριφορά. Η εμπειρία αυτή τον οδήγησε να εστιάσει στον ρόλο που διαδραματίζουν οι πρώιμες οικογενειακές σχέσεις στη διαμόρφωση της ψυχικής υγείας.

Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Bowlby παρατήρησε τις σοβαρές ψυχολογικές επιπτώσεις που βίωναν τα παιδιά τα οποία είχαν αποχωριστεί τους γονείς τους λόγω των πολεμικών συνθηκών. Οι παρατηρήσεις αυτές αποτέλεσαν τη βάση για την ανάπτυξη της Θεωρίας του Δεσμού, η οποία συνδύασε στοιχεία από την ψυχανάλυση, την εξελικτική βιολογία και την ηθολογία.

Σύμφωνα με τη θεωρία του, οι συμπεριφορές προσκόλλησης των βρεφών – όπως το κλάμα, η αναζήτηση εγγύτητας και η προσκόλληση στον φροντιστή – αποτελούν έμφυτους μηχανισμούς που έχουν εξελικτικό σκοπό: τη διασφάλιση της προστασίας και της επιβίωσης του παιδιού.

Μία από τις σημαντικότερες συνεισφορές του Bowlby είναι η έννοια του «Εσωτερικού Μοντέλου Εργασίας» (Internal Working Model). Μέσα από τις αλληλεπιδράσεις με τον βασικό φροντιστή, το παιδί διαμορφώνει εσωτερικές αναπαραστάσεις για τον εαυτό του και τους άλλους. Οι εμπειρίες αυτές επηρεάζουν τις προσδοκίες του σχετικά με το κατά πόσο οι σημαντικοί άνθρωποι θα είναι διαθέσιμοι και υποστηρικτικοί, καθώς και το αν το ίδιο αξίζει αγάπη, φροντίδα και αποδοχή.

Η θεωρία του Bowlby εμπλουτίστηκε περαιτέρω από το έργο της ψυχολόγου Mary Ainsworth, η οποία προσδιόρισε τέσσερις βασικούς τύπους δεσμού:

Ασφαλής δεσμός: Το παιδί αισθάνεται εμπιστοσύνη ότι ο φροντιστής θα είναι διαθέσιμος και θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες του, γεγονός που ενισχύει την αίσθηση ασφάλειας και αυτοπεποίθησης.

Αγχώδης-Αμφιθυμικός δεσμός: Το παιδί βιώνει έντονη αναστάτωση κατά την απομάκρυνση του φροντιστή και δυσκολεύεται να ηρεμήσει ακόμη και μετά την επιστροφή του, λόγω αβεβαιότητας σχετικά με τη διαθεσιμότητά του.

Αποφευκτικός δεσμός: Το παιδί τείνει να αποφεύγει τη στενή επαφή και δεν αναζητά εύκολα παρηγοριά από τον φροντιστή, καθώς έχει μάθει ότι οι συναισθηματικές του ανάγκες δεν ικανοποιούνται επαρκώς.

Αποδιοργανωμένος δεσμός: Χαρακτηρίζεται από αντιφατικές, συγκεχυμένες ή ασυνεπείς συμπεριφορές απέναντι στον φροντιστή και συνδέεται συχνά με εμπειρίες τραύματος, φόβου ή παραμέλησης.

Η Θεωρία του Δεσμού εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα θεωρητικά πλαίσια στην αναπτυξιακή ψυχολογία, επηρεάζοντας τόσο την έρευνα όσο και την κλινική πρακτική. Οι ιδέες του Bowlby έχουν συμβάλει ουσιαστικά στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι πρώιμες σχέσεις διαμορφώνουν την προσωπικότητα, τις διαπροσωπικές σχέσεις και τη συναισθηματική ευημερία κατά τη διάρκεια ολόκληρης της ζωής.

 

Πηγή:

https://thevoiceofearlychildhood.com/an-introduction-to-john-bowlby/.

Cervone, D. & Pervin, L.A (2013). Προσωπικότητα. Έρευνα και εφαρμογές. Εκδόσεις Gutenberg.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.