Ο ψυχολόγος Jerome Bruner μπορεί να θεωρηθεί ως ένας θεωρητικός που γεφυρώνει διαφορετικές προσεγγίσεις για την ανάπτυξη. Από τη μία πλευρά, υιοθετεί την ιδέα της ποιοτικής αλλαγής στη γνωστική εξέλιξη, όπως αυτή διατυπώθηκε από τον Jean Piaget, και από την άλλη τονίζει ότι η ανάπτυξη δεν πραγματοποιείται σε απομόνωση, αλλά μέσα σε ένα ζωντανό κοινωνικο-πολιτισμικό πλαίσιο που τη διαμορφώνει ουσιαστικά.

Για τον Bruner, το παιδί δεν είναι ένας «μικρός επιστήμονας» που πειραματίζεται μόνο του με τον κόσμο, αλλά ένα ενεργό μέλος μιας κοινότητας και ενός πολιτισμού που επηρεάζει βαθιά τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται και μαθαίνει. Η γνωστική ανάπτυξη μοιάζει με ένα δυναμικό σύστημα κανόνων και στρατηγικών, το οποίο σταδιακά βελτιώνεται ώστε να ενεργοποιείται αποτελεσματικά κάθε φορά που προκύπτει μια νέα πρόκληση. Το παιδί γεννιέται με έμφυτες δυνατότητες, ένα δυναμικό προσαρμογής, το οποίο όμως χρειάζεται τα κατάλληλα ερεθίσματα για να ενεργοποιηθεί. Σε αυτό το σημείο, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν οι γονείς και οι δάσκαλοι, καθώς προσφέρουν εμπειρίες, γλωσσικά εργαλεία και πλαίσια νοήματος που τροφοδοτούν την ανάπτυξη.
Κεντρική έννοια στη θεωρία του Bruner αποτελεί η ενσωμάτωση. Πρόκειται για τη διαδικασία με την οποία το παιδί οργανώνει τις σκέψεις και τις πράξεις του σε ανώτερες κατηγορίες, εμπλουτίζοντάς τες με νέες εμπειρίες και τροποποιώντας τις ήδη υπάρχουσες. Μέσα από αυτή τη συνεχή αναδιοργάνωση, ο νους λειτουργεί ολοένα και πιο αποτελεσματικά: μειώνονται οι πληροφορίες που απαιτούνται για τη λήψη αποφάσεων και γίνεται ευκολότερη η κατανόηση των σχέσεων ανάμεσα σε αντικείμενα και γεγονότα. Ωστόσο, η διαδικασία αυτή δεν είναι ουδέτερη· επηρεάζεται από τις κοινωνικές συμβάσεις και τους κανόνες του πολιτισμού μέσα στον οποίο μεγαλώνει το παιδί.
Ιδιαίτερη σημασία έδωσε ο Bruner στον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά αναπαριστούν τον κόσμο. Αντί να μιλήσει για αυστηρά στάδια ανάπτυξης, πρότεινε τρεις μορφές αναπαράστασης, οι οποίες εμφανίζονται με σταθερή σειρά και η καθεμία βασίζεται στην προηγούμενη, χωρίς όμως να εξαφανίζεται. Οι μορφές αυτές παραμένουν, σε κάποιο βαθμό, ενεργές σε όλη τη διάρκεια της ζωής.
Η πρώτη είναι η ενεργητική αναπαράσταση, κατά την οποία το βρέφος γνωρίζει τον κόσμο μέσα από τη δράση και την άμεση επαφή με τα αντικείμενα. Ακολουθεί η εικονική αναπαράσταση, που εμφανίζεται περίπου στα δύο έτη, όταν το παιδί αρχίζει να χρησιμοποιεί νοερές εικόνες για να κατανοήσει την πραγματικότητα. Η ικανότητα αυτή προετοιμάζει το έδαφος για τη συμβολική αναπαράσταση, την πιο σύνθετη μορφή, όπου κυρίαρχο ρόλο έχει η γλώσσα. Σε αυτό το επίπεδο, το παιδί δεν περιορίζεται στο να φαντάζεται αντικείμενα και γεγονότα, αλλά τα χειρίζεται νοητικά, σχηματίζοντας αφηρημένες έννοιες που ενισχύουν την ικανότητά του να ελέγχει και να κατανοεί το περιβάλλον του.
Η εκπαίδευση κατέχει εξέχουσα θέση στη σκέψη του Bruner. Η νοητική ανάπτυξη συνδέεται με τη διαρκώς αυξανόμενη ικανότητα αναπαράστασης και κατανόησης του κόσμου, ενώ εξαρτάται από τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού συστήματος αποθήκευσης εμπειριών και γνώσεων. Όσο περισσότερες και ποικιλότερες εμπειρίες αποκτούν τα παιδιά, τόσο πιο ευέλικτο και προσαρμοστικό γίνεται το γνωστικό τους σύστημα. Κεντρικό εργαλείο αυτής της διαδικασίας είναι η γλώσσα, η οποία λειτουργεί ως μέσο οργάνωσης της σκέψης και προώθησης της μάθησης.
Τέλος, η νοητική ανάπτυξη αντανακλά την αλληλεπίδραση του παιδιού με τον «δάσκαλο», όρος που περιλαμβάνει κάθε πρόσωπο που συμβάλλει στην κοινωνικοποίησή του. Η χρήση συμβολικών συστημάτων ενισχύει αποφασιστικά τη διδασκαλία και τη μετέπειτα μάθηση, ενώ το παιδί, καθώς αναπτύσσεται, αποκτά την ικανότητα να διαχειρίζεται πολλαπλά και διαδοχικά γεγονότα ταυτόχρονα, γεγονός που σηματοδοτεί την αυξανόμενη πολυπλοκότητα και ωριμότητα της σκέψης του.
Πηγή:
Ρούσσος, Π. 2014. Γνωστική ψυχολογία. Ανώτερες γνωστικές διεργασίες. Εκδόσεις Τόπος.
Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.















