Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026

Παρακολουθώντας την ταινία: Ο ψυχίατρος τρελάθηκε

Μια γενική ανάλυση της ταινίας

 

Η ταινία «Jamais sans mon psy» παρουσιάζει τον Olivier Béranger, έναν επιτυχημένο ψυχαναλυτή, ο οποίος έχει συνηθίσει να βρίσκεται στη θέση του ειδικού και να διαχειρίζεται τα προβλήματα των άλλων. Ο μόνος άνθρωπος που τον δυσκολεύει είναι ο Damien, ένας ιδιαίτερα αγχώδης και επίμονος ασθενής, από τον οποίο προσπαθεί να απαλλαγεί. Τον συμβουλεύει να αναζητήσει τον έρωτα ως λύση στα προβλήματά του, όμως η συμβουλή του έχει απρόβλεπτες συνέπειες, καθώς ο Damien ερωτεύεται την Alice, την κόρη του Olivier.

Από τη στιγμή που ο Damien γίνεται σύντροφος της κόρης του, ο Olivier χάνει την απόσταση και τον έλεγχο που είχε ως θεραπευτής. Ο άνθρωπος που θεωρεί ότι γνωρίζει την ανθρώπινη ψυχολογία και μπορεί να δίνει λύσεις στους άλλους βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με μια προσωπική κατάσταση που δυσκολεύεται να διαχειριστεί. Η ανάγκη του για έλεγχο και η δυσκολία του να αποδεχθεί τις επιλογές της κόρης του αποτελούν βασικές πηγές της κωμωδίας.

Ο Damien, από την άλλη πλευρά, παρουσιάζεται αρχικά ως αγχώδης, φοβισμένος και εξαρτημένος από τον θεραπευτή του. Στην πορεία, όμως, αποκαλύπτεται η ανθρώπινη πλευρά του: αναζητά αγάπη, αποδοχή και συναισθηματική ασφάλεια. Η σχέση του με την Alice τον βοηθά να αποκτήσει μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και να διεκδικήσει μια πιο αυτόνομη θέση στη ζωή του. Έτσι, η ταινία αποφεύγει να τον παρουσιάσει απλώς ως «προβληματικό ασθενή».

Ένα από τα βασικά στοιχεία της ταινίας είναι η αντιστροφή των ρόλων. Ο Olivier, που στην αρχή εμφανίζεται ως ψύχραιμος και λογικός, γίνεται σταδιακά πιο νευρικός και εμμονικός, ενώ ο Damien αποκτά μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Με αυτόν τον τρόπο αμφισβητείται η απλουστευτική διάκριση ανάμεσα στον «υγιή» και τον «προβληματικό». Παράλληλα, η ταινία σχολιάζει τη δυσκολία ενός γονέα να αποδεχθεί ότι το ενήλικο παιδί του έχει πλέον το δικαίωμα να επιλέγει μόνο του τις σχέσεις και τη ζωή του.

Τελικά, το «Jamais sans mon psy», μέσα από την κωμωδία, αγγίζει θέματα όπως το άγχος, η ανασφάλεια, η ανάγκη για αποδοχή και η ανθρώπινη ανάγκη για έλεγχο. Η ειρωνεία βρίσκεται στο γεγονός ότι ο ειδικός, ο οποίος υποτίθεται ότι κατανοεί και διαχειρίζεται τις δυσκολίες των άλλων, δυσκολεύεται να διαχειριστεί τις δικές του. Η ταινία υπενθυμίζει έτσι ότι όλοι οι άνθρωποι, ανεξάρτητα από τον ρόλο ή την κοινωνική τους θέση, έχουν αδυναμίες, φόβους και ανάγκη για ουσιαστικές σχέσεις.

 

Ελένη Παπαδοπούλου και Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA

 

Η Θεωρία της Αβεβαιότητας–Ταυτότητας

Του Hogg 

Η ανάγκη του ανθρώπου να κατανοεί τον εαυτό του και να γνωρίζει ποια είναι η θέση του μέσα στο κοινωνικό περιβάλλον αποτελεί ένα σημαντικό αντικείμενο μελέτης της κοινωνικής ψυχολογίας. Οι άνθρωποι δεν ενδιαφέρονται μόνο για το πώς τους αντιλαμβάνονται οι άλλοι, αλλά και για το να έχουν μια σχετικά σαφή εικόνα για το ποιοι είναι, πώς πρέπει να συμπεριφέρονται και ποια θέση κατέχουν μέσα στις κοινωνικές ομάδες στις οποίες συμμετέχουν.

 Photo: https://www.thoughtco.com/social-identity-theory-4174315

 

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η Θεωρία της Αβεβαιότητας–Ταυτότητας (Uncertainty–Identity Theory), η οποία συνδέεται κυρίως με το έργο του κοινωνικού ψυχολόγου Michael A. Hogg. Η θεωρία εξετάζει τη σχέση ανάμεσα στην κοινωνική αβεβαιότητα, την κοινωνική ταυτότητα και την ένταξη σε ομάδες. Βασική της υπόθεση είναι ότι όταν τα άτομα αισθάνονται αβεβαιότητα σχετικά με τον εαυτό τους και τη θέση τους στον κοινωνικό κόσμο, μπορεί να αναζητούν ομάδες και κοινωνικές κατηγορίες που προσφέρουν σαφήνεια, σταθερότητα και καθοδήγηση.

Η κοινωνική αβεβαιότητα αναφέρεται στην αμφιβολία που μπορεί να βιώνει ένα άτομο σχετικά με το ποιος είναι, πώς πρέπει να συμπεριφέρεται και πώς πρέπει να τοποθετείται απέναντι στους άλλους. Η αβεβαιότητα αυτή μπορεί να αφορά διαφορετικές πλευρές της κοινωνικής ζωής: τις προσωπικές αξίες, τους κοινωνικούς ρόλους, τις σχέσεις με τους άλλους ή τα πρότυπα συμπεριφοράς που θεωρούνται αποδεκτά.

Σε συνθήκες όπου οι κοινωνικοί κανόνες είναι ασαφείς ή μεταβαλλόμενοι, το άτομο μπορεί να δυσκολεύεται περισσότερο να προσδιορίσει τη θέση και τη συμπεριφορά του. Αντίθετα, ένα κοινωνικό περιβάλλον με σαφείς κατηγορίες, κανόνες και προσδοκίες μπορεί να περιορίζει αυτή την αβεβαιότητα.

Σύμφωνα με τη θεωρία του Hogg, επομένως, η αβεβαιότητα δεν είναι απλώς μια δυσάρεστη ψυχολογική κατάσταση. Μπορεί να λειτουργήσει ως κίνητρο που ωθεί το άτομο να αναζητήσει κοινωνικά πλαίσια μέσα στα οποία θα μπορεί να αποκτήσει μια πιο ξεκάθαρη αίσθηση του εαυτού του.

Κεντρική έννοια στη θεωρία είναι η κοινωνική ταυτότητα. Ένα σημαντικό μέρος της εικόνας που έχουμε για τον εαυτό μας προκύπτει από την ένταξή μας σε κοινωνικές ομάδες. Για παράδειγμα, ένα άτομο μπορεί να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως φοιτητή, εργαζόμενο, μέλος μιας αθλητικής ομάδας, μιας επαγγελματικής κοινότητας ή μιας ευρύτερης κοινωνικής ομάδας.

Η ένταξη σε μια ομάδα μπορεί να προσφέρει πληροφορίες σχετικά με το ποιοι είμαστε και ποια συμπεριφορά αναμένεται από εμάς. Οι ομάδες, ιδιαίτερα όταν διαθέτουν σαφή χαρακτηριστικά και όρια, μπορούν να παρέχουν ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο το άτομο αντιλαμβάνεται καλύτερα τον εαυτό του. Έτσι, η κοινωνική ταυτότητα μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός μείωσης της αβεβαιότητας. Αν το άτομο γνωρίζει ότι ανήκει σε μια συγκεκριμένη ομάδα και κατανοεί τους βασικούς κανόνες και τις αξίες της, μπορεί να έχει πιο ξεκάθαρες απαντήσεις σε ερωτήματα όπως «ποιος είμαι;», «πώς πρέπει να συμπεριφέρομαι;» και «τι περιμένουν οι άλλοι από εμένα;».

Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της θεωρίας είναι ότι η ανάγκη για μείωση της αβεβαιότητας μπορεί να αυξήσει την ελκυστικότητα ομάδων που διαθέτουν σαφή, συνεκτική και σχετικά σταθερή δομή. Μια ομάδα με ξεκάθαρους κανόνες μπορεί να προσφέρει στα μέλη της συγκεκριμένες κατευθύνσεις σχετικά με το τι θεωρείται σωστό ή λανθασμένο. Παράλληλα, μια ομάδα με σαφή όρια ανάμεσα στα μέλη και στα μη μέλη μπορεί να διευκολύνει την κατανόηση της κοινωνικής θέσης του ατόμου.

Η ίδια λογική μπορεί να εφαρμοστεί και στις ιεραρχικές δομές. Όταν μια ομάδα διαθέτει σαφείς ρόλους και επίπεδα εξουσίας, τα άτομα μπορεί να γνωρίζουν καλύτερα ποιος έχει την ευθύνη, ποιος λαμβάνει αποφάσεις και ποια συμπεριφορά αναμένεται από κάθε μέλος. Με αυτόν τον τρόπο, η ιεραρχία μπορεί να λειτουργεί ως ένα οργανωτικό πλαίσιο που περιορίζει την αβεβαιότητα. Είναι σημαντικό, ωστόσο, να διευκρινιστεί ότι η θεωρία δεν υποστηρίζει πως όλοι οι άνθρωποι προτιμούν αυστηρές ή ιεραρχικές ομάδες σε όλες τις περιστάσεις. Η βασική ιδέα είναι ότι όταν η ανάγκη για μείωση της αβεβαιότητας είναι έντονη, ομάδες που προσφέρουν σαφή και συνεκτική ταυτότητα μπορεί να αποκτούν μεγαλύτερη ελκυστικότητα.

Η θεωρία του Hogg συνδέει την αβεβαιότητα με την ένταση της ταύτισης με μια ομάδα. Όταν ένα άτομο βρίσκει σε μια ομάδα σαφείς απαντήσεις σχετικά με την κοινωνική του ταυτότητα, μπορεί να αναπτύξει ισχυρότερη αίσθηση του «ανήκειν». Η διαδικασία αυτή μπορεί να περιλαμβάνει την υιοθέτηση κοινών αξιών, κανόνων και τρόπων συμπεριφοράς. Όσο πιο ξεκάθαρη είναι η εικόνα της ομάδας, τόσο πιο εύκολο μπορεί να είναι για το άτομο να αντιληφθεί και τον δικό του ρόλο μέσα σε αυτή. Η ομάδα, επομένως, δεν παρέχει μόνο κοινωνικές σχέσεις. Μπορεί να προσφέρει και ένα γνωστικό πλαίσιο μέσα από το οποίο το άτομο οργανώνει την αντίληψή του για τον εαυτό του και τον κοινωνικό κόσμο.

Ένα απλό παράδειγμα μπορεί να αφορά έναν νέο φοιτητή που ξεκινά τις σπουδές του σε ένα άγνωστο πανεπιστημιακό περιβάλλον. Στην αρχή μπορεί να μην γνωρίζει ποιοι είναι οι κανόνες, ποιες συμπεριφορές θεωρούνται αποδεκτές ή πώς πρέπει να δημιουργήσει κοινωνικές σχέσεις. Σε μια τέτοια κατάσταση μπορεί να αισθάνεται κοινωνική αβεβαιότητα. Εάν ενταχθεί σε μια φοιτητική ομάδα που διαθέτει σαφείς κανόνες, κοινές δραστηριότητες, καθορισμένους ρόλους και ισχυρή αίσθηση συλλογικής ταυτότητας, το πλαίσιο αυτό μπορεί να του προσφέρει μεγαλύτερη σαφήνεια. Μέσα από την ομάδα μπορεί να κατανοήσει καλύτερα τι σημαίνει να είναι μέλος της συγκεκριμένης κοινότητας, ποιες συμπεριφορές αναμένονται από αυτόν και πώς να αλληλεπιδρά με τα υπόλοιπα μέλη. Η διαδικασία αυτή μπορεί να μειώσει την αβεβαιότητα και να ενισχύσει την ταύτισή του με την ομάδα.

Η Θεωρία της Αβεβαιότητας–Ταυτότητας είναι σημαντική επειδή βοηθά να κατανοήσουμε γιατί οι άνθρωποι δεν επιλέγουν πάντα κοινωνικές ομάδες αποκλειστικά με βάση την προσωπική τους ελευθερία ή την ποικιλία επιλογών. Σε ορισμένες συνθήκες, η σαφήνεια και η προβλεψιμότητα μπορεί να αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Η θεωρία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την κατανόηση διαφόρων κοινωνικών φαινομένων, όπως η ισχυρή ταύτιση με οργανωμένες κοινότητες, η προσκόλληση σε ομάδες με σαφείς κανόνες ή η αυξημένη έλξη προς κοινωνικά περιβάλλοντα που προσφέρουν συγκεκριμένους ρόλους και προσδοκίες. Παράλληλα, βοηθά να γίνει κατανοητό γιατί περίοδοι κοινωνικής αλλαγής ή αβεβαιότητας μπορεί να συνοδεύονται από αυξημένη αναζήτηση συλλογικών ταυτοτήτων. Όταν οι παραδοσιακές κατηγορίες και οι κοινωνικοί ρόλοι γίνονται λιγότερο ξεκάθαροι, ορισμένα άτομα μπορεί να αναζητούν ομάδες που προσφέρουν πιο σαφή αίσθηση ταυτότητας και κατεύθυνσης.

Η Θεωρία της Αβεβαιότητας–Ταυτότητας αναδεικνύει τη στενή σχέση ανάμεσα στην ανθρώπινη ανάγκη για σαφή αυτοαντίληψη και στην ένταξη σε κοινωνικές ομάδες. Η κοινωνική αβεβαιότητα μπορεί να δημιουργήσει την ανάγκη για ένα πιο ξεκάθαρο πλαίσιο σχετικά με το ποιοι είμαστε, πώς πρέπει να συμπεριφερόμαστε και ποια είναι η θέση μας απέναντι στους άλλους.

Μέσα από αυτή την οπτική, οι ομάδες με συνεκτική ταυτότητα, σαφείς κανόνες, καθορισμένους ρόλους και ξεκάθαρη δομή μπορεί, υπό συνθήκες αυξημένης αβεβαιότητας, να γίνονται περισσότερο ελκυστικές. Η έλξη αυτή δεν εξηγείται απαραίτητα από την επιθυμία του ατόμου να περιορίσει την ελευθερία του, αλλά μπορεί να σχετίζεται με την ανάγκη του να αποκτήσει σαφήνεια, προβλεψιμότητα και μια σταθερότερη αίσθηση κοινωνικής ταυτότητας. Με αυτόν τον τρόπο, η θεωρία προσφέρει ένα χρήσιμο πλαίσιο για την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η αβεβαιότητα επηρεάζει τις σχέσεις του ατόμου με τις κοινωνικές ομάδες και τον τρόπο με τον οποίο η ομαδική ταύτιση μπορεί να συμβάλλει στην οργάνωση της κοινωνικής εμπειρίας.

 

Πηγή

Hogg, M.A., & Vaughan, G.M. (2023). Κοινωνική Ψυχολογία. Αθήνα: Gutenberg.

 

Ελένη Παπαδοπούλου και Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA

Παρακολουθώντας την ταινία: Το δείπνο των ηλιθίων

Η ταινία Le Dîner de cons του Francis Veber, που κυκλοφόρησε το 1998 και βασίζεται στο ομώνυμο θεατρικό έργο του ίδιου, μπορεί να αναλυθεί όχι μόνο ως μια κωμωδία, αλλά και ως μια κοινωνική και ηθική σάτιρα. Πίσω από το χιούμορ και τις παρεξηγήσεις, η ταινία ασχολείται με σημαντικά ζητήματα, όπως η ταξική υπεροψία, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τα στερεότυπα, η ανάγκη του ανθρώπου να αισθάνεται ανώτερος από τους άλλους και ο τρόπος με τον οποίο κρίνουμε τους ανθρώπους με βάση την κοινωνική τους θέση ή τις ιδιαιτερότητές τους.

 

Η ιστορία επικεντρώνεται στον Pierre Brochant, έναν επιτυχημένο εκδότη, ο οποίος μαζί με τους φίλους του συμμετέχει σε ένα ιδιαίτερο «παιχνίδι». Κάθε εβδομάδα οργανώνουν ένα δείπνο στο οποίο ο καθένας προσκαλεί έναν άνθρωπο που θεωρεί ανόητο, με σκοπό να διασκεδάσουν εις βάρος του χωρίς εκείνος να γνωρίζει τον πραγματικό λόγο για τον οποίο βρίσκεται εκεί. Ο Pierre πιστεύει ότι έχει βρει το ιδανικό θύμα στο πρόσωπο του François Pignon, ενός απλού υπαλλήλου του Υπουργείου Οικονομικών, ο οποίος έχει ως ιδιαίτερο χόμπι την κατασκευή μακετών από σπίρτα.

Ωστόσο, τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως τα έχει σχεδιάσει. Ο Pierre, εξαιτίας ενός έντονου πόνου στη μέση, δεν μπορεί τελικά να πάει στο δείπνο και αναγκάζεται να περάσει τη βραδιά μαζί με τον Pignon. Από εκεί ξεκινά μια σειρά από παρεξηγήσεις και απρόβλεπτες καταστάσεις. Σταδιακά, όμως, οι ρόλοι των δύο ανδρών αρχίζουν να αντιστρέφονται. Ο άνθρωπος που στην αρχή παρουσιάζεται ως «ηλίθιος» αποδεικνύεται ότι διαθέτει καλοσύνη, αυθεντικότητα και διάθεση να βοηθήσει, ενώ εκείνοι που θεωρούν τον εαυτό τους έξυπνο και ανώτερο εμφανίζονται συχνά εγωιστές, κυνικοί και χειριστικοί.

Ένα από τα βασικότερα ερωτήματα που θέτει η ταινία είναι ποιος είναι τελικά ο πραγματικός «ηλίθιος». Στην αρχή, ο χαρακτηρισμός φαίνεται να αφορά ξεκάθαρα τον Pignon. Είναι αφελής, κοινωνικά αδέξιος, μιλάει υπερβολικά για τις μακέτες του και συχνά δεν αντιλαμβάνεται τα υπονοούμενα και τις πραγματικές προθέσεις των ανθρώπων γύρω του. Όμως, όσο εξελίσσεται η ιστορία, αυτή η εικόνα αλλάζει. Ο Pignon μπορεί να μην διαθέτει ιδιαίτερη κοινωνική ευφυΐα, όμως είναι ένας άνθρωπος καλοπροαίρετος, συναισθηματικός και πρόθυμος να βοηθήσει. Αντίθετα, οι μορφωμένοι και κοινωνικά επιτυχημένοι άνθρωποι του κύκλου του Pierre χρησιμοποιούν πολλές φορές την ευφυΐα και την κοινωνική τους θέση για να κοροϊδεύουν και να ταπεινώνουν τους άλλους.

Έτσι, η ταινία δημιουργεί μια σημαντική διάκριση ανάμεσα στη διανοητική ή κοινωνική ευφυΐα και στην ανθρώπινη ή ηθική ευφυΐα. Ένας άνθρωπος μπορεί να είναι μορφωμένος, πλούσιος και κοινωνικά επιτυχημένος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι απαραίτητα καλύτερος ή πιο ανθρώπινος. Αντίστοιχα, κάποιος που θεωρείται κοινωνικά αδέξιος ή διαφορετικός μπορεί να διαθέτει ενσυναίσθηση, καλοσύνη και ειλικρίνεια. Η ταινία, επομένως, μας καλεί να σκεφτούμε αν πραγματικά είναι πιο έξυπνος εκείνος που ξέρει να χειρίζεται τους άλλους ή εκείνος που μπορεί να νοιάζεται για αυτούς.

Παράλληλα, σημαντική είναι η κριτική που ασκείται στην ταξική υπεροψία. Ο Pierre και ο κοινωνικός του κύκλος ανήκουν σε ένα περιβάλλον με οικονομική άνεση, μόρφωση, επαγγελματική επιτυχία και κοινωνικό κύρος. Ο Pignon, αντίθετα, είναι ένας απλός υπάλληλος με ένα ασυνήθιστο χόμπι. Το δείπνο, επομένως, δεν αποτελεί απλώς μια μορφή διασκέδασης, αλλά λειτουργεί ως μια τελετουργία κοινωνικής ανωτερότητας. Οι συμμετέχοντες χωρίζουν τον κόσμο σε «εμάς», τους έξυπνους και επιτυχημένους, και «εκείνους», τους ανθρώπους που θεωρούν κατώτερους και γελοίους. Η ταινία όμως σταδιακά ανατρέπει αυτή την αντίληψη και δείχνει ότι η κοινωνική θέση δεν αποτελεί απαραίτητα ένδειξη ανθρώπινης αξίας.

Στην πραγματικότητα, πίσω από τη συμπεριφορά των πρωταγωνιστών υπάρχει και η ανάγκη να αισθάνονται ανώτεροι. Η κοροϊδία ενός άλλου ανθρώπου μπορεί να λειτουργήσει ως ένας τρόπος ενίσχυσης της προσωπικής αυτοεικόνας. Όταν κάποιος υποτιμά έναν άλλον, μπορεί προσωρινά να αισθανθεί πιο έξυπνος, πιο ικανός ή πιο σημαντικός. Δημιουργείται έτσι ένας κύκλος στον οποίο η υποτίμηση του άλλου οδηγεί σε σύγκριση και στη συνέχεια σε μια αίσθηση προσωπικής ανωτερότητας. Το «δείπνο των ηλιθίων» βασίζεται ακριβώς σε αυτή την ανάγκη: οι συμμετέχοντες διασκεδάζουν επειδή πιστεύουν ότι βρίσκονται σε υψηλότερο επίπεδο από τα άτομα που προσκαλούν.

Η ταινία παρουσιάζει επίσης τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι κοινωνικές κατηγοριοποιήσεις και τα στερεότυπα. Ο Pignon χαρακτηρίζεται από την αρχή ως «ο ηλίθιος» και, από τη στιγμή που του δίνεται αυτή η ετικέτα, σχεδόν κάθε συμπεριφορά του ερμηνεύεται μέσα από αυτήν. Αν μιλάει πολύ, θεωρείται ανόητος. Αν κάνει κάποιο λάθος, αυτό επιβεβαιώνει την εικόνα που έχουν σχηματίσει γι’ αυτόν. Αν δεν κατανοεί ένα κοινωνικό υπονοούμενο, θεωρείται και πάλι απόδειξη της υποτιθέμενης ανοησίας του. Με αυτόν τον τρόπο, η ταινία δείχνει πόσο εύκολα μια αρχική κρίση μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε έναν άνθρωπο.

Σε αυτό το σημείο μπορεί να συνδεθεί η ταινία και με την έννοια της αυτοεκπληρούμενης προφητείας. Όταν ένας άνθρωπος αντιμετωπίζεται συνεχώς ως ανίκανος ή κατώτερος, οι άλλοι μπορεί να μην του δίνουν ποτέ πραγματικά την ευκαιρία να δείξει τις ικανότητες και την προσωπικότητά του. Ο Pignon αντιμετωπίζεται περισσότερο ως μια ετικέτα παρά ως ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος. Ωστόσο, η εξέλιξη της ιστορίας αποδεικνύει ότι η εικόνα που έχουν σχηματίσει οι άλλοι γι’ αυτόν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Ένα ακόμη σημαντικό ζήτημα είναι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Οι πρωταγωνιστές δεν περιορίζονται στο να κάνουν ένα αστείο εις βάρος του Pignon. Τον μετατρέπουν σε αντικείμενο διασκέδασης χωρίς να γνωρίζει ότι βρίσκεται σε μια τέτοια κατάσταση. Με αυτόν τον τρόπο, του αφαιρούν την αξιοπρέπεια και δεν τον αντιμετωπίζουν ως έναν άνθρωπο με συναισθήματα και προσωπικότητα, αλλά ως ένα «θέαμα» που υπάρχει για να διασκεδάσει τους άλλους. Επομένως, πίσω από την κωμωδία υπάρχει ένα αρκετά σοβαρό ηθικό ερώτημα: μέχρι ποιο σημείο έχουμε δικαίωμα να γελάμε με τις αδυναμίες ενός άλλου ανθρώπου;

Η μεγάλη δύναμη της ταινίας βρίσκεται στην αντιστροφή των ρόλων. Στην αρχή, ο Pierre παρουσιάζεται ως ο έξυπνος, επιτυχημένος και κοινωνικά ισχυρός άνθρωπος, ενώ ο Pignon ως ο αφελής και αποτυχημένος «ηλίθιος». Όσο όμως προχωρά η ιστορία, αυτή η εικόνα ανατρέπεται. Ο Pierre παρουσιάζει όλο και περισσότερο στοιχεία εγωισμού, σκληρότητας και χειριστικότητας, ενώ ο Pignon αποκαλύπτεται ως ένας άνθρωπος με καλοσύνη, αφοσίωση και αυθεντικότητα. Επομένως, ο τίτλος της ταινίας αποκτά ειρωνική σημασία. Το ερώτημα δεν είναι πλέον ποιος χαρακτηρίζεται ως ηλίθιος, αλλά ποιος συμπεριφέρεται πραγματικά με τρόπο που δικαιολογεί αυτόν τον χαρακτηρισμό.

Η συμπεριφορά του Pierre μπορεί επίσης να συνδεθεί με την έννοια της γνωστικής ασυμφωνίας. Ο ίδιος έχει δημιουργήσει μια συγκεκριμένη εικόνα για τον εαυτό του ως έξυπνου, καλλιεργημένου και κοινωνικά ανώτερου ανθρώπου. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της ιστορίας, οι πράξεις του έρχονται σε αντίθεση με αυτή την εικόνα. Η συμπεριφορά του απέναντι στον Pignon δείχνει ότι η κοινωνική και διανοητική του ανωτερότητα δεν τον καθιστά απαραίτητα καλύτερο άνθρωπο. Έτσι δημιουργείται μια αντίφαση ανάμεσα στην εικόνα που έχει ο Pierre για τον εαυτό του και στον τρόπο με τον οποίο πραγματικά συμπεριφέρεται.

Αντίθετα, ο Pignon εκπροσωπεί περισσότερο την ενσυναίσθηση και την ανθρώπινη σύνδεση. Παρά την αφέλεια και την κοινωνική του αδεξιότητα, ενδιαφέρεται για τους ανθρώπους γύρω του και προσπαθεί να βοηθήσει τον Pierre ακόμη και όταν δεν αντιμετωπίζεται με τον σεβασμό που του αξίζει. Η αντίθεση αυτή δείχνει ότι η ανθρώπινη αξία δεν μπορεί να μετρηθεί μόνο με βάση τα χρήματα, τη μόρφωση, την κοινωνική θέση ή την ικανότητα κάποιου να χειρίζεται τις κοινωνικές καταστάσεις.

Τέλος, η κωμωδία λειτουργεί ως μέσο κοινωνικής κριτικής. Ο θεατής γελά με τις παρεξηγήσεις, τις ατυχίες και την αμηχανία των χαρακτήρων, αλλά παράλληλα καλείται να επανεξετάσει τον λόγο για τον οποίο γελά. Στην αρχή μπορεί να γελά με τον Pignon, επειδή φαίνεται αδέξιος και διαφορετικός. Σταδιακά, όμως, αντιλαμβάνεται ότι ίσως το πραγματικό αντικείμενο της κριτικής δεν είναι ο Pignon, αλλά η συμπεριφορά εκείνων που τον αντιμετωπίζουν ως αντικείμενο κοροϊδίας. Με αυτόν τον τρόπο, η ταινία δεν απευθύνεται μόνο στους χαρακτήρες της, αλλά και στον ίδιο τον θεατή, ο οποίος καλείται να αναρωτηθεί αν συμμετέχει, έστω και έμμεσα, στην ίδια διαδικασία κοινωνικής απαξίωσης.

Συνολικά, το Le Dîner de cons μπορεί να θεωρηθεί μια κωμωδία που σταδιακά μετατρέπεται σε κοινωνική και ηθική κριτική. Μέσα από την ιστορία του Pierre και του Pignon, η ταινία εξετάζει την ταξική υπεροψία, τα στερεότυπα, την κοινωνική σύγκριση, την ανάγκη για ανωτερότητα και την τάση των ανθρώπων να κρίνουν τους άλλους με βάση την εμφάνιση, την κοινωνική θέση ή τις ιδιαιτερότητές τους. Το σημαντικότερο στοιχείο είναι η ανατροπή της έννοιας του «ηλίθιου». Ο άνθρωπος που θεωρείται κοινωνικά κατώτερος μπορεί τελικά να αποδειχθεί πιο ανθρώπινος από εκείνον που θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο. Έτσι, η ταινία μας οδηγεί σε ένα ουσιαστικό ερώτημα: με ποια κριτήρια χαρακτηρίζουμε έναν άνθρωπο «ηλίθιο» και, τελικά, ποιος έχει πραγματικά το δικαίωμα να το κάνει;

Αν θέλεις, μπορώ να το κάνω και πιο απλό και φοιτητικό, ώστε να φαίνεται περισσότερο σαν προσωπική εργασία και λιγότερο σαν ακαδημαϊκή ανάλυση.

 

Ελένη Παπαδοπούλου και Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026

Διαβάζοντας το βιβλίο: Θεραπεύοντας την κατάθλιψη

Το βιβλίο προσεγγίζει την κατάθλιψη ως ένα σύνθετο πρόβλημα που επηρεάζει τη σκέψη, το συναίσθημα, τη σωματική κατάσταση και την καθημερινή λειτουργικότητα του ανθρώπου. Η αξία του έργου βρίσκεται στην προσπάθειά του να παρουσιάσει την κατάθλιψη με τρόπο κατανοητό και προσιτό, απομακρύνοντας την αντίληψη ότι αποτελεί απλώς μια μορφή αδυναμίας ή έλλειψης θέλησης.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ανάγκη να αναγνωρίζει το άτομο τα συμπτώματα και τους παράγοντες που επιβαρύνουν την ψυχική του κατάσταση και να αναζητά κατάλληλη υποστήριξη. Η αντιμετώπιση της κατάθλιψης παρουσιάζεται ως μια διαδικασία που απαιτεί ενεργό συμμετοχή, αυτοπαρατήρηση και αλλαγές στον τρόπο ζωής, ενώ παράλληλα αναδεικνύεται η σημασία της ψυχολογικής και κοινωνικής υποστήριξης.

Το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί ως μια προσπάθεια να ενισχυθεί η κατανόηση και η αντιμετώπιση της κατάθλιψης χωρίς στιγματισμό. Παράλληλα, υπενθυμίζει ότι η ψυχική υγεία αποτελεί σημαντικό μέρος της συνολικής υγείας του ανθρώπου και ότι η αναζήτηση βοήθειας αποτελεί ουσιαστικό βήμα για την αντιμετώπιση της ψυχικής δυσφορίας.

Σύμφωνα με το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

«Το βιβλίο αυτό περιέχει χρήσιμες πληροφορίες για ένα από τα σημαντικά προβλήματα των ημερών μας, αφού πολλοί πιστεύουν ότι αφήνουμε πίσω τον αιώνα του άγχους και εισερχόμαστε στον αιώνα της Κατάθλιψης.

Τι είναι και τι δεν είναι κατάθλιψη; Πώς εκδηλώνεται και ποιες πλευρές της ζωής μας επηρεάζει;

Πώς μπορεί ο τρόπος σκέψης να οδηγήσει στην Κατάθλιψη ή να την θεραπεύσει;

Τι γνωρίζουμε σήμερα για τους μηχανισμούς της φυσιολογίας του εγκεφάλου που εμπλέκονται στην Κατάθλιψη;

Πότε χρειάζεται η βοήθεια γιατρού ή ψυχολόγου;

Πώς επιλέγει κανείς την κατάλληλη θεραπευτική αντιμετώπιση;

Πώς δρουν τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα;»

Ανεξάρτητα από τις αιτίες που την προκάλεσαν, η κατάθλιψη είναι κι αυτή μια οργανική πάθηση, με επιπτώσεις στον ψυχισμό του ατόμου. Ο ψυχίατρος-συγγραφέας του βιβλίου, με την 25χρονη επιστημονική του πείρα, θεωρείται αυθεντία στον τομέα της κατάθλιψης. Το βιβλίο του περιέχει χρήσιμες πληροφορίες και συμβουλές για ένα από τα σημαντικά προβλήματα της εποχής μας.

 

Πηγή:

Harold Bloomfield. 1996. Θεραπεύοντας την κατάθλιψη. Εκδόσεις Θυμάρι.

 

Ελένη Παπαδοπούλου- Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA

Διαβάζοντας το βιβλίο: Αιδώς, Αγάπη, Αγωνία

Του Αντώνη Χατζημωυσή

 

«Το παρόν βιβλίο μελετάει τρία συναισθήματα: την αιδώ, την αγάπη και την αγωνία. Η αιδώς εξετάζεται ως το κατεξοχήν συναίσθημα που ντρέπεται να πει το όνομά του, η αγάπη στην πολύπλοκη σχέση της με την ηθική και η αγωνία ως θεμελιώδης ανθρώπινη διάθεση, ικανή να αποκαλύψει βασικές αλήθειες για την ανθρώπινη ύπαρξη. 

 

 

Κάθε συναίσθημα συντονίζεται με την κίνηση της ζωής μας από το παρελθόν (όπου συνέβη εκείνο για το οποίο αισθανόμαστε αιδώ) στο παρόν (όπου ενεργείται η αγάπη προς τον άλλο) και στο μέλλον (με την αγωνία που γεννά η απουσία βεβαιοτήτων). Η φιλοσοφική ανάλυση των τριών συναισθημάτων ευελπιστεί να συμβάλει στην εξήγηση γιατί η θυμική εμπειρία, ερμηνευόμενη έλλογα, αποτελεί μέσο ανακάλυψης της πραγματικότητας και πολύτιμη πηγή αυτογνωσίας» (Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

«Όλα τα επεισόδια ντροπής απαιτούν την παρουσία άλλων ατόμων. Από αυτή τη συνθήκη εξηγείται η πληθώρα οφθαλμολογικών μεταφορών –η έμφαση στο βλέμμα, την επικριτική ματιά ή την παραίνεση: Πάρ’ τα μάτια σου από πάνω μου!» (σελ. 15).

«Αγάπη. Ως αποκλειστική σχέση μεταξύ δύο προσώπων όμως η αγάπη φαίνεται να στέκεται στον αντίποδα της ηθικής. Κύριο αίτημα του ηθικού λόηου είναι η απόδοση της ίδιας αξίας σε όλους τους ανθρώπους, απλώς και μόνο λόγω του ότι είναι άνθρωποι, κι η μέριμνα να προστρέχουμε στην ανάγκη τους, εάν και όποτε είναι αυτό εφικτό» (σελ. 31-32).

«Η διαφορά στη χρονικότητα έγκειται στο ότι ο φόβος αφορά το παρόν, ενώ η αγωνία το μέλλον. Η άποψη αυτή ακούγεται εύλογη, αλλά δεν μπορεί να είναι κυριολεκτικά αληθής, για τον απλό λόγο ότι ο φόβος συνιστά θυμική απόκριση σε αυτό που γίνεται αντιληπτό ως επερχόμενη βλάβη. Αν η βλάβη ήταν παρούσα, η αντίστοιχη θυμική κατάσταση δεν θα ήταν φόβος αλλά πόνος» (σελ. 53).

  

 

Πηγή:

Αντώνης Χατζημωυσής. 2020. Αιδώς, Αγάπη, Αγωνία. Εκδόσεις Πατάκη.

 

Ελένη Παπαδοπούλου- Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA

 

Διαβάζοντας το βιβλίο: Το δαχτυλίδι με τα παραμύθια

Του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου

 

«Το Δαχτυλίδι με τα παραμύθια και η Ανθρώπινη δίψα είναι δίδυμοι τόμοι με διηγήματα του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου, παρά την εκδοτική διαφορά των δύο ετών που τα χωρίζει. Με παρεμφερείς θεματικές βάσεις, με κοινές, εν πολλοίς, χωροχρονικές αναφορές, με εκφραστικά μέσα και γλώσσα χωρίς ιδιαίτερες διαφοροποιήσεις, συμπληρώνουν και ολοκληρώνουν, θα λέγαμε, τη θεματολογία που εγκαινιάστηκε με την προηγηθείσα τριλογία του Αστροφεγγιά, Χαμοζωή, Αιχμάλωτοι. Διαθέτουν, μάλιστα, το ιδιότυπο γνώρισμα, παρά την ειδολογική διαφορά τους, να λειτουργούν ερμηνευτικά ή σχολιαστικά στην παραπάνω τριλογία ή να μεγεθύνουν, με επιλεκτικό τρόπο, μοτίβα και σύμβολα, που η μυθιστορηματική οικονομία δεν άφηνε περιθώρια για περαιτέρω επεξεργασία τους.

Το βιβλίο Το δαχτυλίδι με τα παραμύθια εμπεριέχει έξι άρτια μορφολογικά διηγήματα, δοσμένα με τον τρόπο των παραμυθιών, σύμφυτο του τίτλου, ως ψυχωφελείς μύθους, χάρη στην περίτεχνη γραφή του δημιουργού τους.

Κύριο αντικείμενό τους αποτελεί η ανθρώπινη μοίρα και οι απροσδόκητες και συχνά παραπλανητικές για τον άνθρωπο μεταμορφώσεις της, που άλλοτε τον εκμηδενίζουν ή τον καταστρέφουν, με την τραγική έννοια του όρου, και άλλοτε τον καταδικάζουν να υποστεί αναπολόγητος τα δεινά της σκληρότερης μοναξιάς και της τρομακτικότερης εγκατάλειψης.

Κείμενα εκ πρώτης όψεως μελαγχολικά, στο βάθος τους χαιρετίζουν το μεγαλείο του ανθρώπου να προβάλλει αδικαίωτη, έστω, αντίσταση στο ίδιο το πεπρωμένο του και να επιμένει σθεναρά και με προμηθεϊκή απαντοχή για την εξασφάλιση μιας καλύτερης, ανθρωπινότερης, αδέσμευτης από τις ανελεύθερες συμβάσεις ζωής» (Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

Το «Δαχτυλίδι με τα παραμύθια» του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου είναι ένα έργο που συνδυάζει τη γοητεία του παραμυθιού με βαθύτερους προβληματισμούς για τον άνθρωπο, τη ζωή και τις ανθρώπινες σχέσεις. Μέσα από την παραμυθική αφήγηση, ο συγγραφέας δημιουργεί έναν κόσμο όπου το φανταστικό και το πραγματικό συνυπάρχουν, ενώ οι ήρωες έρχονται αντιμέτωποι με δοκιμασίες που αναδεικνύουν αξίες όπως η αγάπη, η καλοσύνη, η πίστη, η δικαιοσύνη και η ελπίδα.

Το δαχτυλίδι λειτουργεί συμβολικά ως αντικείμενο που συνδέει τις ιστορίες και παραπέμπει στη δύναμη της μνήμης, της φαντασίας και της αφήγησης. Τα παραμύθια δεν αποτελούν απλώς μια μορφή ψυχαγωγίας, αλλά έναν τρόπο μέσα από τον οποίο ο άνθρωπος κατανοεί καλύτερα τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του. Ο Παναγιωτόπουλος αξιοποιεί τη γλώσσα και τα χαρακτηριστικά του παραμυθιού για να μεταδώσει διαχρονικά μηνύματα, χωρίς να χάνει τη λογοτεχνική του ευαισθησία.

Ιδιαίτερη αξία έχει το γεγονός ότι το έργο απευθύνεται στη φαντασία αλλά ταυτόχρονα και στον προβληματισμό του αναγνώστη. Πίσω από το φανταστικό στοιχείο κρύβονται ανθρώπινες αλήθειες και συναισθήματα που παραμένουν επίκαιρα. Έτσι, «Το δαχτυλίδι με τα παραμύθια» αναδεικνύεται σε ένα έργο που υπενθυμίζει τη διαχρονική δύναμη του παραμυθιού να ψυχαγωγεί, να συγκινεί και παράλληλα να διδάσκει.

 

Πηγή:

Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος. 2003. Το δαχτυλίδι με τα παραμύθια. Εκδόσεις ΙΜΠ.

 

Ελένη Παπαδοπούλου- Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA

Διαβάζοντας το βιβλίο: Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της

Το μυθιστόρημα της Άλκης Ζέη «Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της» αποτελεί ένα σημαντικό έργο της σύγχρονης ελληνικής παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας, καθώς προσεγγίζει με ευαισθησία και ρεαλισμό ζητήματα που αφορούν την εφηβεία, την οικογένεια, τη μοναξιά, την ανασφάλεια, την ανάγκη για αποδοχή και τις εξαρτήσεις. Η συγγραφέας δεν παρουσιάζει την εφηβεία ως μια απλή μεταβατική περίοδο, αλλά ως μια κρίσιμη φάση κατά την οποία ο νέος άνθρωπος προσπαθεί να διαμορφώσει την ταυτότητά του και να βρει τη θέση του μέσα σε έναν κόσμο που συχνά του φαίνεται ασταθής και αντιφατικός.

 

Κεντρική ηρωίδα είναι η Κωνσταντίνα, ένα κορίτσι που βρίσκεται αντιμέτωπο με μια σειρά από αλλαγές και δυσκολίες. Η ζωή της ανατρέπεται όταν οι γονείς της χωρίζουν και εκείνη αναγκάζεται να απομακρυνθεί από το οικείο περιβάλλον της. Η οικογενειακή διάλυση δημιουργεί μέσα της ένα αίσθημα εγκατάλειψης και ανασφάλειας. Η Κωνσταντίνα δεν αντιμετωπίζει απλώς το γεγονός του χωρισμού των γονιών της, αλλά βιώνει την αίσθηση ότι οι ενήλικες γύρω της έχουν πάψει να αποτελούν ένα σταθερό και ασφαλές σημείο αναφοράς. Η ανάγκη της για συναισθηματική στήριξη γίνεται έτσι ιδιαίτερα έντονη.

Η μετακίνηση της Κωνσταντίνας από την Ελλάδα στο εξωτερικό ενισχύει ακόμη περισσότερο την αίσθηση απομόνωσης. Βρίσκεται σε ένα διαφορετικό κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον, ενώ παράλληλα δυσκολεύεται να επικοινωνήσει ουσιαστικά με τους ανθρώπους γύρω της. Η αλλαγή αυτή συμβολίζει όχι μόνο τη γεωγραφική μετακίνηση, αλλά και την εσωτερική απομάκρυνση της ηρωίδας από όσα μέχρι τότε θεωρούσε δεδομένα. Η Κωνσταντίνα βρίσκεται σε μια κατάσταση κατά την οποία πρέπει να προσαρμοστεί σε έναν νέο κόσμο, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να καταλάβει ποια είναι και τι θέλει.

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός ότι η Κωνσταντίνα δεν βρίσκει εύκολα έναν ασφαλή χώρο για να εκφράσει τα συναισθήματα και τις δυσκολίες της. Η μοναξιά της δεν είναι μόνο κοινωνική αλλά κυρίως συναισθηματική. Μπορεί να βρίσκεται ανάμεσα σε ανθρώπους και παρ’ όλα αυτά να αισθάνεται μόνη. Η κατάσταση αυτή είναι χαρακτηριστική της εφηβείας, όπου η ανάγκη για αποδοχή από τους άλλους είναι ιδιαίτερα έντονη, ενώ ταυτόχρονα ο νέος άνθρωπος συχνά δυσκολεύεται να εκφράσει την ευαλωτότητά του.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εμφανίζεται η ανάγκη της Κωνσταντίνας να ξεφύγει από την πραγματικότητα. Οι «αράχνες» του τίτλου λειτουργούν ως συμβολική αναφορά στον κόσμο του φόβου, της εξάρτησης και της εσωτερικής παγίδευσης. Η ηρωίδα αναζητά έναν τρόπο να ανακουφιστεί από το άγχος, την ανασφάλεια και τη συναισθηματική πίεση που βιώνει. Η χρήση ουσιών παρουσιάζεται έτσι όχι απλώς ως μια «κακή επιλογή» ενός εφήβου, αλλά ως ένα σύνθετο πρόβλημα που συνδέεται με βαθύτερες ψυχολογικές και κοινωνικές ανάγκες. Η εξάρτηση εμφανίζεται ως ένας μηχανισμός φυγής από μια πραγματικότητα που η Κωνσταντίνα δυσκολεύεται να διαχειριστεί.

Η προσέγγιση αυτή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία του βιβλίου. Η Άλκη Ζέη αποφεύγει να παρουσιάσει την ηρωίδα ως «κακό» ή «προβληματικό» παιδί. Αντίθετα, προσπαθεί να δείξει τις συνθήκες που την οδηγούν σε συγκεκριμένες συμπεριφορές. Η Κωνσταντίνα δεν παύει να είναι ένα παιδί που χρειάζεται αγάπη, ασφάλεια, επικοινωνία και κατανόηση. Η εξάρτηση παρουσιάζεται ως ένα πρόβλημα που απαιτεί βοήθεια και όχι απλώς τιμωρία ή ηθική καταδίκη.

Παράλληλα, το βιβλίο αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο της οικογένειας. Οι γονείς της Κωνσταντίνας δεν παρουσιάζονται ως απόλυτα «καλοί» ή «κακοί». Είναι άνθρωποι με τις δικές τους ανάγκες, αδυναμίες, επιλογές και προβλήματα. Ωστόσο, η αδυναμία τους να αντιληφθούν έγκαιρα όσα συμβαίνουν στην κόρη τους έχει σημαντικές συνέπειες. Το βιβλίο θέτει έτσι ένα ουσιαστικό ερώτημα σχετικά με την επικοινωνία ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά: αρκεί να παρέχουμε στο παιδί υλική φροντίδα ή είναι εξίσου σημαντικό να είμαστε πραγματικά παρόντες στη συναισθηματική του ζωή;

Ένα ακόμη σημαντικό θέμα είναι η ανάγκη του εφήβου για ταυτότητα και αποδοχή. Η Κωνσταντίνα προσπαθεί να καταλάβει ποια είναι και ποια θέση έχει μέσα στις σχέσεις της με τους άλλους. Όταν αισθάνεται ότι δεν γίνεται αποδεκτή ή ότι δεν έχει τον έλεγχο της ζωής της, γίνεται περισσότερο ευάλωτη σε εξωτερικές επιρροές. Η ανάγκη να ανήκει κάπου μπορεί να οδηγήσει έναν έφηβο σε επιλογές που υπό διαφορετικές συνθήκες ίσως δεν θα έκανε. Το βιβλίο επομένως αναδεικνύει τη δύναμη της παρέας και του κοινωνικού περιβάλλοντος στη διαμόρφωση της συμπεριφοράς ενός νέου ανθρώπου.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η έννοια της φυγής. Η Κωνσταντίνα προσπαθεί να ξεφύγει από τη μοναξιά, την οικογενειακή αναστάτωση, το άγχος και την αίσθηση ότι δεν μπορεί να ελέγξει τη ζωή της. Η φυγή όμως δεν οδηγεί πραγματικά στην ελευθερία. Αντίθετα, δημιουργεί μια νέα μορφή εγκλωβισμού. Έτσι, το βιβλίο δείχνει ότι η αποφυγή ενός προβλήματος μπορεί προσωρινά να μειώσει τον πόνο, αλλά δεν εξαφανίζει την αιτία του. Η πραγματική αλλαγή απαιτεί την αναγνώριση του προβλήματος, την επικοινωνία και την αναζήτηση βοήθειας.

Στο βιβλίο υπάρχει επίσης μια σημαντική διάσταση κοινωνικής ευθύνης. Η εξάρτηση των νέων δεν αποτελεί αποκλειστικά ατομικό ή οικογενειακό πρόβλημα. Συνδέεται με το κοινωνικό περιβάλλον, την έλλειψη επικοινωνίας, την ανάγκη για αποδοχή, την πίεση των συνομηλίκων και την αδυναμία των ενηλίκων να αναγνωρίσουν εγκαίρως τα σημάδια δυσκολίας. Η Κωνσταντίνα, επομένως, δεν παρουσιάζεται αποκομμένη από την κοινωνία, αλλά ως ένα παιδί που επηρεάζεται βαθιά από το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνει.

Αξιοσημείωτος είναι και ο τρόπος με τον οποίο η Άλκη Ζέη χειρίζεται το θέμα χωρίς διδακτισμό. Δεν προσπαθεί απλώς να δώσει στον αναγνώστη ένα «μάθημα» για τους κινδύνους των ουσιών. Αντίθετα, τον οδηγεί να κατανοήσει την ψυχολογική πορεία της ηρωίδας. Ο αναγνώστης παρακολουθεί την Κωνσταντίνα ως άνθρωπο και όχι ως στερεοτυπικό «παραβατικό» έφηβο. Έτσι, η λογοτεχνία γίνεται μέσο κατανόησης ενός σύνθετου κοινωνικού και ψυχολογικού φαινομένου.

Ο τίτλος «Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της» αποκτά επομένως συμβολική σημασία. Οι «αράχνες» μπορούν να ιδωθούν ως οι φόβοι, οι ανασφάλειες, οι εξαρτήσεις και τα προβλήματα που παγιδεύουν την ηρωίδα. Όπως ο ιστός της αράχνης μπορεί να είναι δύσκολο να διαλυθεί όταν κάποιος έχει ήδη παγιδευτεί σε αυτόν, έτσι και η Κωνσταντίνα βρίσκεται σταδιακά εγκλωβισμένη σε έναν φαύλο κύκλο από τον οποίο δεν μπορεί να βγει εύκολα μόνη της. Η εικόνα αυτή αποδίδει με παραστατικό τρόπο την εμπειρία της ψυχολογικής παγίδευσης.

Τελικά, το βιβλίο δεν μιλά μόνο για την εξάρτηση. Μιλά για τη μοναξιά, την ανάγκη του ανθρώπου να αγαπηθεί και να γίνει αποδεκτός, την οικογένεια, την εφηβεία, την απώλεια της ασφάλειας και τη δυνατότητα της αλλαγής. Η πορεία της Κωνσταντίνας δείχνει ότι πίσω από μια δύσκολη ή αυτοκαταστροφική συμπεριφορά μπορεί να υπάρχει ένας άνθρωπος που υποφέρει και δεν έχει βρει ακόμη έναν αποτελεσματικό τρόπο να εκφράσει τον πόνο του.

Η αξία του έργου βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την ανθρώπινη ματιά. Η Άλκη Ζέη δεν αντιμετωπίζει την Κωνσταντίνα με καταδίκη, αλλά με κατανόηση και ευαισθησία. Παράλληλα, υπενθυμίζει στους ενήλικες τη σημασία της επικοινωνίας και της ουσιαστικής παρουσίας στη ζωή των παιδιών και των εφήβων. Το μήνυμα του βιβλίου δεν είναι ότι η ζωή μπορεί να γίνει χωρίς δυσκολίες, αλλά ότι ο άνθρωπος δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζει μόνος του τις δυσκολίες του. Η αναζήτηση βοήθειας, η επικοινωνία, η αποδοχή και η δημιουργία ουσιαστικών σχέσεων μπορούν να αποτελέσουν σημαντικά βήματα για να σπάσει ο «ιστός» που κρατά τον άνθρωπο παγιδευμένο.

Με αυτή την έννοια, «Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της» είναι ένα βιβλίο για την ευαλωτότητα αλλά και για τη δυνατότητα υπέρβασης. Η Κωνσταντίνα δεν ορίζεται αποκλειστικά από τα λάθη και τις δυσκολίες της. Παραμένει ένας νέος άνθρωπος που αναζητά τον εαυτό του και προσπαθεί να βρει έναν τρόπο να σταθεί ξανά στα πόδια του. Και ακριβώς αυτή η διάσταση κάνει το έργο ιδιαίτερα σημαντικό: μας καλεί να βλέπουμε πίσω από τη συμπεριφορά ενός ανθρώπου, να αναζητούμε τις ανάγκες και τα συναισθήματα που την προκαλούν και να αντιμετωπίζουμε την ψυχική δυσκολία όχι με στιγματισμό, αλλά με κατανόηση, επικοινωνία και υποστήριξη.

 

πηγή:

Άλκη Ζέη. 2010. Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της. Εκδόσεις Κέδρος.  

Ελένη Παπαδοπούλου- Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA

Ποιο είναι το νόημα του άγχους

Του Rollo May

 

«Το άγχος είναι η ανησυχία που πυροδοτείται από μια απειλή σε κάποια αξία που το άτομο θεωρεί ουσιαστική για την ύπαρξή του σαν προσωπικότητα» (σελ. 214). Η απειλή μπορεί να είναι κατά της φυσικής ζωής ή κατά της ψυχολογικής ύπαρξης ή προς κάποια αξία που είναι σημαντική για το άτομο. Το άγχος εμφανίζεται σαν μια υποκειμενική, άνευ αντικειμένου, εμπειρία. «Όταν ο Κίρκεγκωρ τονίζει ότι το άγχος αναφέρεται σε μια εσωτερική κατάσταση και ο Φρόυντ υποστηρίζει ότι στο άγχος το αντικείμενο αγνοείται, δεν σημαίνει ότι η κατάσταση κινδύνου που πυροδοτεί το άγχος είναι ασήμαντη. Ούτε ο όρος ‘’χωρίς αντικείμενο’’ αναφέρεται μόνο στο γεγονός ότι ο κίνδυνος που προκαλεί το άγχος, στην περίπτωση του  νευρωτικού άγχους, απωθείται στο ασυνείδητο. Το άγχος είναι χωρίς αντικείμενο κυρίως γιατί μας προσβάλλει σε εκείνη τη βάση της ψυχολογικής δομής στην οποία συμβαίνει η αντίληψη του εαυτού σαν διάκριτου από τον κόσμο των αντικειμένων» (σελ. 215-216). 

 

Ο Σάλιβαν επισημαίνει ότι το άτομο οφείλει να αναπτύξει τον δυναμισμό του εαυτού του ώστε να μπορέσει να προστατευτεί από το άγχος. Επίσης, το αυξανόμενο άγχος συμβάλλει στη μείωση της επίγνωσης. Όταν το άτομο έχει άγχος είναι λιγότερο ικανό να δει τον εαυτό του σε σχέση με τα ερεθίσματα και είναι λιγότερο ικανό να εκτιμήσει επαρκώς τα ερεθίσματα. Ο Κίρκεγκωρ υποστηρίζει ότι το άγχος είναι ο ‘’φόβος του μηδενός’’, που περιλαμβάνει και τον φόβο της εκμηδένισης του εαυτού.

Επίσης, το άγχος μπορεί να είναι φυσιολογικό ή νευρωτικό. Το φυσιολογικό άγχος είναι εκείνη η αντίδραση που δεν είναι πολύ μεγαλύτερη από την αντικειμενική απειλή, δεν περιλαμβάνει απώθηση ή άλλους μηχανισμούς ενδοψυχικής σύγκρουσης και δεν απαιτεί νευρωτικούς αμυντικούς μηχανισμούς για τον χειρισμό της. Το φυσιολογικό άγχος που σχετίζεται με τον θάνατο δεν συνεπάγεται καθόλου κατάθλιψη ή μελαγχολία. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί δημιουργικά, ενώ η συνειδητοποίηση ότι τελικά θα υπάρξει ένας αποχωρισμός από συνανθρώπους μας μπορεί να είναι ένα κίνητρο για κατάκτηση στενότερων δεσμών με τους άλλους ανθρώπους στο τώρα. Το φυσιολογικό άγχος μπορεί να αποτελέσει και ένα κίνητρο για την πιο υπεύθυνη και σκόπιμη χρήση του χρόνου που θα ζήσουμε. Το φυσιολογικό άγχος ενυπάρχει σε όλες τις εμπειρίες αποχωρισμού, ξεκινώντας από τον αποχωρισμό από τη μητέρα και τελειώνοντας με τον αποχωρισμό από την ανθρώπινη ύπαρξη κατά τον θάνατο. Από την άλλη, το νευρωτικό άγχος είναι μια αντίδραση σε μια απειλή, που είναι δυσανάλογη προς τον αντικειμενικό κίνδυνο, εμπεριέχει απώθηση και άλλες μορφές ενδοψυχικής σύγκρουσης και σαν συνέπεια αντιμετωπίζεται με διάφορους τρόπους περιστολής της δραστηριότητας και της επίγνωσης. Το νευρωτικό άγχος συμβαίνει όταν η ανικανότητα να αντιμετωπιστούν επαρκώς οι απειλές είναι υποκειμενική. Δεν οφείλεται δηλαδή σε αντικειμενική αδυναμία αλλά σε εσωτερικές δομές και συγκρούσεις που παρεμποδίζουν το άτομο να χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις του. Η απώθηση επαυξάνει το αίσθημα αδυναμίας του προσώπου γιατί εμπεριέχει μια περιστολή της αυτονομίας του, έναν εσωτερικό περιορισμό και υπονόμευση της δύναμής του.

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό του άγχους είναι ότι γεννά εχθρότητα. Το άγχος συνοδεύεται συνήθως από αισθήματα αδυναμίας, απομόνωσης και σύγκρουσης, και αποτελεί μια πολύ επώδυνη εμπειρία. Το άτομο μπορεί να θυμώσει ή να γίνει και μνησίκακο προς εκείνους που ευθύνονται για το ρίξιμό του σε μια κατάσταση οδύνης. Η εχθρότητα στο αγχώδες πρόσωπο επαυξάνει το άγχος.

Επομένως, το άγχος είναι η ανησυχία που πυροδοτείται από μια απειλή, όταν το άτομο νιώθει ότι δεν αγαπιέται ή δεν είναι αποδεκτό. Το άγχος μπορεί να είναι χωρίς αντικείμενο, διάχυτο και απειλητικό για την ασφάλεια του ατόμου.

 

Πηγή:

Rollo May. 2010. Το νόημα του άγχους. Εκδόσεις ύψιλον.

 

Ελένη Παπαδοπούλου και Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA

 

Παρακολουθώντας την ταινία: Ο ψυχίατρος τρελάθηκε

Ο Olivier Béranger είναι ένας επιτυχημένος ψυχαναλυτής, παντρεμένος επί 30 χρόνια, ο οποίος έχει μια φαινομενικά τακτοποιημένη ζωή. Το πρόβλημά του είναι ένας ιδιαίτερα αγχώδης και εξαρτητικός ασθενής, ο Damien Leroy, από τον οποίο προσπαθεί απεγνωσμένα να απαλλαγεί. Του προτείνει λοιπόν ότι για να ξεπεράσει τα προβλήματά του πρέπει να βρει τον μεγάλο έρωτα. Η ειρωνεία είναι ότι ο Damien γνωρίζει μέσω διαδικτύου την Alice, η οποία είναι η κόρη του ίδιου του ψυχαναλυτή. Όταν ο Olivier ανακαλύπτει την ταυτότητα του νέου συντρόφου της κόρης του, η επαγγελματική σχέση θεραπευτή-ασθενούς μεταφέρεται ξαφνικά μέσα στην οικογένειά του. 

 

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της ταινίας είναι η σταδιακή ανατροπή των ρόλων «υγιής» και «ασθενής». Στην αρχή της ιστορίας η διάκριση φαίνεται ξεκάθαρη: ο Olivier παρουσιάζεται ως ο ειδικός, ο λογικός, ψύχραιμος και ελεγχόμενος επαγγελματίας, ενώ ο Damien εμφανίζεται ως ο αγχώδης, εξαρτημένος και «προβληματικός» ασθενής που χρειάζεται βοήθεια. Καθώς όμως η ιστορία εξελίσσεται, αυτή η διάκριση γίνεται ολοένα και πιο αμφίβολη. Ο ψυχαναλυτής, ο οποίος υποτίθεται ότι διαθέτει τον έλεγχο και την ψυχραιμία που απαιτεί ο ρόλος του, εμφανίζεται σταδιακά όλο και πιο νευρικός, αυταρχικός, χειριστικός και συναισθηματικά εμπλεκόμενος. Αντίθετα, ο Damien, παρά το έντονο άγχος και τις ανασφάλειές του, παρουσιάζεται ως ένας άνθρωπος που αναζητά σύνδεση, αγάπη, αποδοχή και συναισθηματική ασφάλεια. Με αυτόν τον τρόπο, η ταινία θέτει έμμεσα ένα ουσιαστικό ερώτημα σχετικά με το τι σημαίνει τελικά «ψυχική υγεία» και ποιος έχει πραγματικά το δικαίωμα να θεωρείται «υγιής» ή «προβληματικός». Η διάκριση ανάμεσα στον ειδικό και τον ασθενή αποδεικνύεται πολύ πιο εύθραυστη από όσο φαίνεται αρχικά.

Η σχέση ψυχαναλυτή και ασθενούς είναι εξαρχής ασύμμετρη, καθώς τα δύο πρόσωπα δεν διαθέτουν την ίδια θέση και την ίδια εξουσία. Ο Olivier διαθέτει επιστημονική γνώση, κοινωνικό κύρος και επαγγελματική αυθεντία, ενώ έχει επιπλέον τη δυνατότητα να ερμηνεύει τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις του Damien. Ο Damien βρίσκεται στην αντίθετη θέση: είναι αυτός που ζητά βοήθεια και, ως ασθενής, εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από την κρίση και την ερμηνεία του ειδικού. Η ανισορροπία αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν ο Olivier αρχίζει να χρησιμοποιεί τη θέση του όχι αποκλειστικά για το καλό του ασθενούς, αλλά και για να εξυπηρετήσει προσωπικές του ανάγκες. Προσπαθεί να απαλλαγεί από τον Damien και να τον οδηγήσει σε μια λύση που εξυπηρετεί πρωτίστως τον ίδιο. Με αυτόν τον τρόπο, η ταινία σατιρίζει την κατάχρηση της επαγγελματικής αυθεντίας και δείχνει τον κίνδυνο που προκύπτει όταν η γνώση και η εξουσία ενός ειδικού συνδυάζονται με προσωπικές προκαταλήψεις και συναισθηματικά κίνητρα.

Η συμπεριφορά του Olivier μπορεί επίσης να συνδεθεί με τον μηχανισμό της αυτοεκπληρούμενης προφητείας. Από την αρχή έχει σχηματίσει μια συγκεκριμένη εικόνα για τον Damien: τον θεωρεί έναν προβληματικό και υπερβολικά αγχώδη άνθρωπο που πρέπει να διορθωθεί. Επομένως, τείνει να ερμηνεύει τις συμπεριφορές του μέσα από αυτό το ήδη διαμορφωμένο σχήμα. Όταν κάποιος έχει συγκεκριμένες προσδοκίες για ένα άλλο πρόσωπο, μπορεί να συμπεριφέρεται απέναντί του με τρόπο που τελικά ενισχύει τη συμπεριφορά που περίμενε εξαρχής. Ο Damien αντιμετωπίζεται διαρκώς ως «πρόβλημα» και, κατά συνέπεια, δυσκολεύεται να εμφανιστεί στα μάτια του Olivier ως ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος με ανάγκες, συναισθήματα, δυνατότητες και προσωπική αξία. Η προκατειλημμένη εικόνα του θεραπευτή λειτουργεί έτσι ως φίλτρο μέσα από το οποίο ερμηνεύεται κάθε συμπεριφορά του ασθενούς.

Παράλληλα, η συμπεριφορά του Damien μπορεί να εξεταστεί μέσα από την έννοια της προσκόλλησης και της ανάγκης για αποδοχή. Το έντονο άγχος και η εξάρτησή του από τον θεραπευτή δείχνουν την ανάγκη του να βρει ένα πρόσωπο που θα του προσφέρει ασφάλεια, επιβεβαίωση, αποδοχή και συναισθηματική σταθερότητα. Η ανάγκη αυτή δεν περιορίζεται όμως στη θεραπευτική σχέση. Στην πορεία μεταφέρεται και στην προσωπική του ζωή, ιδιαίτερα στη σχέση του με την Alice. Ο έρωτας μπορεί επομένως να ερμηνευθεί και ως προσπάθεια του Damien να αποκτήσει μια σταθερή συναισθηματική βάση, έναν άνθρωπο δίπλα στον οποίο θα αισθάνεται αποδεκτός και ασφαλής. Η ανάγκη για σύνδεση γίνεται έτσι ένα από τα βασικά στοιχεία που εξηγούν τις επιλογές και τη συμπεριφορά του.

Η ταινία μεταφέρει, επιπλέον, το ψυχολογικό πρόβλημα από το ατομικό επίπεδο στο οικογενειακό. Αρχικά η σχέση έχει τη μορφή θεραπευτή και ασθενούς. Στη συνέχεια, όμως, προστίθεται μια νέα διάσταση: ο Olivier είναι πατέρας, η Alice είναι η κόρη του και ο Damien γίνεται ο σύντροφος της κόρης του. Έτσι, η αρχική σχέση θεραπευτή–ασθενούς μετατρέπεται σε ένα πολύ πιο σύνθετο πλέγμα σχέσεων, στο οποίο συνυπάρχουν οι ρόλοι του θεραπευτή, του ασθενούς, του πατέρα, της κόρης και του υποψήφιου γαμπρού. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί μια έντονη σύγκρουση ρόλων. Ο Olivier δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζει τον Damien αποκλειστικά ως ασθενή, καθώς τον βλέπει πλέον και ως τον άνδρα που έχει ερωτευτεί την κόρη του. Η προσωπική και η επαγγελματική του ταυτότητα συγκρούονται, με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται να διατηρήσει την αντικειμενικότητα και την ψυχραιμία που απαιτεί ο επαγγελματικός του ρόλος.

Στην περίπτωση του Olivier μπορεί επίσης να εντοπιστεί ένας μηχανισμός που παραπέμπει στην έννοια της γνωστικής ασυμφωνίας του Leon Festinger. Ο Olivier θεωρεί τον εαυτό του λογικό, έμπειρο, ψύχραιμο και ικανό να κατανοεί την ανθρώπινη συμπεριφορά. Ωστόσο, όταν ο ασθενής του μετατρέπεται σε σύντροφο της κόρης του, η εικόνα αυτή αρχίζει να κλονίζεται. Δημιουργείται μια αντίφαση ανάμεσα στην αυτοεικόνα του και στη συμπεριφορά του: από τη μία πλευρά θεωρεί ότι είναι ειδικός στην ανθρώπινη ψυχολογία και ότι μπορεί να ελέγχει τις καταστάσεις· από την άλλη, αδυνατεί να διαχειριστεί τα δικά του συναισθήματα απέναντι στον άνθρωπο που θεωρεί προβληματικό. Η αντίφαση αυτή αποτελεί σημαντική πηγή της κωμωδίας, επειδή ο άνθρωπος που υποτίθεται ότι γνωρίζει πώς λειτουργεί η ανθρώπινη ψυχή αποδεικνύεται ανήμπορος όταν καλείται να διαχειριστεί τις δικές του προσωπικές συγκρούσεις.

Η ταινία παίζει επίσης με τα στερεότυπα που αφορούν την ψυχική υγεία. Υπάρχει συχνά η απλουστευτική προσδοκία ότι ο ψυχίατρος ή ψυχαναλυτής είναι ο «λογικός», ενώ ο ασθενής είναι ο «τρελός» ή ο λιγότερο λειτουργικός άνθρωπος. Η ταινία ανατρέπει αυτή την προσδοκία. Ο άνθρωπος που χαρακτηρίζεται «ασθενής» δεν είναι κατ’ ανάγκη ο λιγότερο λειτουργικός χαρακτήρας, ενώ ο ειδικός μπορεί να αποδειχθεί εξίσου ευάλωτος, αγχωμένος ή παράλογος όταν εμπλέκονται προσωπικά του ζητήματα. Έτσι, αμφισβητείται η απλουστευτική διάκριση ανάμεσα στο φυσιολογικό και το παθολογικό. Η ψυχική ευαλωτότητα δεν αποτελεί αποκλειστικό χαρακτηριστικό εκείνου που βρίσκεται στη θέση του ασθενούς, αλλά αποτελεί ανθρώπινη δυνατότητα που μπορεί να εμφανιστεί σε διαφορετικές μορφές και σε διαφορετικές συνθήκες.

Το άγχος αποτελεί, γενικότερα, ένα από τα βασικά θέματα της ταινίας και λειτουργεί ως κινητήρια δύναμη της πλοκής. Ο Damien παρουσιάζεται ως άνθρωπος με έντονες φοβίες και υποχονδριακές ανησυχίες, ο οποίος δυσκολεύεται να διαχειριστεί την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια. Ωστόσο, ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι και ο Olivier βιώνει μια διαφορετική μορφή άγχους. Το άγχος των δύο χαρακτήρων έχει διαφορετικό αντικείμενο, αλλά και στους δύο συνδέεται με την ανασφάλεια και την απώλεια ελέγχου. Ο Damien φαίνεται να φοβάται κυρίως τι μπορεί να του συμβεί και τι κινδύνους μπορεί να κρύβει το μέλλον. Ο Olivier, αντίθετα, φαίνεται να φοβάται τι θα συμβεί αν χάσει τον έλεγχο της ζωής του, της οικογένειάς του και της εικόνας που έχει δημιουργήσει για τον εαυτό του. Έτσι, πίσω από τις διαφορετικές μορφές άγχους των δύο χαρακτήρων υπάρχει μια κοινή ανθρώπινη ανάγκη: η ανάγκη για ασφάλεια και προβλεψιμότητα.

Στο σημείο αυτό συνδέεται και το θέμα του ελέγχου και της ανάγκης για εξουσία. Ο Olivier είναι ένας άνθρωπος που έχει οργανώσει τη ζωή του με τρόπο που του επιτρέπει να αισθάνεται ότι ελέγχει τις καταστάσεις. Η επαγγελματική του θέση, η γνώση του και η οικογενειακή του ταυτότητα τού προσφέρουν μια αίσθηση σταθερότητας. Η εμφάνιση όμως του Damien στην προσωπική του ζωή διαταράσσει αυτή την ισορροπία. Η έντονη αντίδρασή του απέναντι στον Damien δεν αφορά επομένως μόνο τον ίδιο τον ασθενή. Αφορά και τον φόβο του Olivier ότι θα χάσει τον έλεγχο της οικογένειάς του, της σχέσης του με την κόρη του, της εικόνας που έχει για τον εαυτό του και, σε έναν βαθμό, της κοινωνικής του ταυτότητας.

Με αυτόν τον τρόπο, η ταινία μπορεί να διαβαστεί ως μια κωμική αλλά ταυτόχρονα ουσιαστική μελέτη της ανθρώπινης ανάγκης για έλεγχο, αποδοχή και ασφάλεια. Ο Olivier και ο Damien, παρότι βρίσκονται αρχικά σε εντελώς διαφορετικές θέσεις, αποδεικνύεται ότι μοιράζονται περισσότερα κοινά στοιχεία από όσα φαίνονται. Ο ένας εκφράζει το άγχος του μέσα από φοβίες και εξάρτηση, ενώ ο άλλος μέσα από την προσπάθεια να ελέγχει τους ανθρώπους και τις καταστάσεις γύρω του. Η αντιστροφή αυτή αποδυναμώνει τελικά τη σαφή διάκριση ανάμεσα στον «ειδικό» και τον «ασθενή» και αναδεικνύει μια ευρύτερη ανθρώπινη πραγματικότητα: όλοι οι άνθρωποι, ανεξάρτητα από τον κοινωνικό ή επαγγελματικό τους ρόλο, μπορούν να βιώσουν φόβο, ανασφάλεια, ανάγκη για αποδοχή και δυσκολία απέναντι στην απώλεια ελέγχου. Η πραγματική διαφορά δεν βρίσκεται επομένως στην απουσία προβλημάτων, αλλά στον τρόπο με τον οποίο κάθε άνθρωπος τα αντιμετωπίζει και διαχειρίζεται τις σχέσεις, τις επιλογές και τις ευθύνες του.

 

Ελένη Παπαδοπούλου και Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA

 

 

Σθεναρή αισιοδοξία/ αισιόδοξη αντοχή ή ζωή σε κακή πίστη

Με τη ματιά των υπαρξιστών

 

Ο Jean-Paul Sartre αναλύει το υπαρξιακό άγχος μέσα από τρεις θεμελιώδεις εμπειρίες της ανθρώπινης ύπαρξης: την αγωνία, την εγκατάλειψη και την απόγνωση. Οι εμπειρίες αυτές δεν αποτελούν απλώς δυσάρεστες ψυχολογικές καταστάσεις, αλλά συνδέονται άμεσα με τη συνειδητοποίηση της ανθρώπινης ελευθερίας, της ευθύνης και της περατότητας της ύπαρξης.

 

Κάθε άνθρωπος που έχει συνείδηση της ελευθερίας του είναι αναπόφευκτο να βιώσει αγωνία. Η αγωνία προκύπτει από το γεγονός ότι ο άνθρωπος καλείται συνεχώς να επιλέγει, χωρίς να διαθέτει έναν απόλυτο και αδιαμφισβήτητο κανόνα που να του υποδεικνύει εκ των προτέρων τι πρέπει να πράξει. Οι επιλογές μας είναι αναπόφευκτες, αλλά δεν είναι ποτέ απολύτως τέλειες ή απαλλαγμένες από συνέπειες. Μια επιλογή μπορεί να είναι θετική από μια άποψη και ταυτόχρονα να έχει αρνητικές συνέπειες από μια άλλη. Κάθε απόφαση συνεπάγεται, επομένως, την ανάληψη ευθύνης για κάτι που δεν μπορούμε να γνωρίζουμε και να ελέγξουμε πλήρως.

Η αγωνία, λοιπόν, δεν είναι απλώς φόβος απέναντι σε έναν συγκεκριμένο κίνδυνο. Ο φόβος έχει συνήθως ένα συγκεκριμένο αντικείμενο, ενώ η υπαρξιακή αγωνία αφορά την ίδια την ελευθερία και την ευθύνη του ανθρώπου. Ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να μεταθέσει οριστικά σε κάποιον άλλον την ευθύνη για τις επιλογές του. Ακόμη και όταν προσπαθεί να ακολουθήσει κανόνες, παραδόσεις ή εντολές, εξακολουθεί να είναι αυτός που αποφασίζει να τους ακολουθήσει.

Στην αγωνία προστίθεται η εμπειρία της εγκατάλειψης. Με τον όρο αυτό ο Sartre αναφέρεται στην ιδέα ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να στηριχθεί σε ένα δεδομένο, απόλυτο και εξωτερικό σύστημα αξιών που θα του εξασφάλιζε εκ των προτέρων το νόημα της ζωής του. Στον «άθεο υπαρξισμό» του Sartre, η απουσία του Θεού σημαίνει επίσης την απουσία ενός θεϊκά προκαθορισμένου ηθικού νόμου που θα μπορούσε να απαλλάξει το άτομο από την ευθύνη της επιλογής. Ο άνθρωπος βρίσκεται, κατά κάποιον τρόπο, «μόνος» μπροστά στην ελευθερία του και καλείται να αποφασίσει τι θα κάνει με τη ζωή του.

Η τρίτη εμπειρία είναι η απόγνωση. Η απόγνωση συνδέεται με την αναγνώριση των ορίων της ανθρώπινης δύναμης. Δεν μπορούμε να βασιζόμαστε σε όσα βρίσκονται έξω από τον έλεγχό μας ούτε να θεωρούμε βέβαιη την έκβαση των πράξεών μας. Μπορούμε να επιλέξουμε, να σχεδιάσουμε και να δράσουμε, αλλά δεν μπορούμε να εγγυηθούμε το αποτέλεσμα. Ο άνθρωπος οφείλει επομένως να στηρίζεται σε εκείνα που πραγματικά εξαρτώνται από αυτόν και να αποδέχεται την αβεβαιότητα όσων δεν μπορεί να ελέγξει.

Τι πρέπει, λοιπόν, να κάνουμε απέναντι στο υπαρξιακό άγχος και σε όλες αυτές τις εμπειρίες που μπορεί να βιώνονται ως δυσάρεστες; Η υπαρξιστική απάντηση είναι ότι δεν πρέπει να προσπαθούμε να τις εξαφανίσουμε ή να τις συγκαλύψουμε, αλλά να τις αντιμετωπίζουμε ευθέως. Η αγωνία, η εγκατάλειψη και η απόγνωση αποτελούν συνέπειες της ίδιας της ανθρώπινης κατάστασης και μπορούν να λειτουργήσουν ως αφορμές αυτογνωσίας. Το ζητούμενο δεν είναι να απαλλαγεί ο άνθρωπος από την ελευθερία του, αλλά να αποκτήσει επίγνωση της ελευθερίας και της ευθύνης που αυτή συνεπάγεται.

Από αυτή την άποψη, αποτελεί βαθιά υπαρξιακή ευθύνη του ατόμου να αντιμετωπίσει τη δική του θνητότητα, την αβεβαιότητα και την απουσία ενός προκαθορισμένου νοήματος και, παρ’ όλα αυτά, να αναζητήσει και να δημιουργήσει έναν σκοπό για την ύπαρξή του. Το νόημα δεν προσφέρεται έτοιμο στον άνθρωπο· συνδέεται με τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος επιλέγει να ζήσει, να πράξει και να αναλάβει την ευθύνη των επιλογών του. Για τον λόγο αυτό απαιτείται υπαρξιακό θάρρος: η ικανότητα να παραμένει κανείς ενεργός και υπεύθυνος ακόμη και όταν δεν διαθέτει απόλυτες βεβαιότητες.

Υπάρχει, βέβαια, πάντα μια διέξοδος —τουλάχιστον προσωρινή— που δεν απαιτεί ούτε ιδιαίτερο θάρρος ούτε ψυχική αντοχή: η αποφυγή του ίδιου του προβλήματος. Το άτομο μπορεί να αρνηθεί να αναρωτηθεί για το νόημα της ζωής, να παραμείνει στην επιφάνεια των πραγμάτων και να αναζητήσει ασφάλεια μέσα στην κοινωνική σύμβαση. Μπορεί να υιοθετήσει έτοιμες αντιλήψεις για το τι σημαίνει «επιτυχημένη» ή «σωστή» ζωή και να ακολουθήσει τον δρόμο που του υποδεικνύουν οι άλλοι. Πρόκειται για μια μορφή φυγής από την προσωπική ευθύνη, η οποία στον Sartre συνδέεται με την έννοια της «κακής πίστης».

Η κακή πίστη δεν σημαίνει απλώς ότι κάποιος λέει ψέματα στους άλλους. Πρόκειται κυρίως για μια μορφή αυταπάτης απέναντι στον ίδιο τον εαυτό μας. Ο άνθρωπος προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του ότι δεν είναι πραγματικά ελεύθερος ή υπεύθυνος, ότι είναι απλώς ένας κοινωνικός ρόλος, μια ιδιότητα ή ένα σύνολο περιστάσεων. Με αυτόν τον τρόπο αποφεύγει το βάρος της ελευθερίας του. Αντί να αναγνωρίσει ότι έχει επιλογές, προτιμά να θεωρεί ότι «έτσι είναι τα πράγματα» και ότι δεν μπορεί να πράξει διαφορετικά.

Έτσι, η κακή πίστη μπορεί να εκδηλωθεί μέσα από την άκριτη προσκόλληση στην κοινωνική επιτυχία και στην κοινωνική αναγνώριση. Μια καλή δουλειά, ένα μεγάλο αυτοκίνητο, το οικονομικό κύρος, η κοινωνική θέση ή η αποδοχή από τους άλλους μπορούν να αποκτήσουν αξία όχι επειδή το ίδιο το άτομο έχει εξετάσει συνειδητά γιατί τα επιθυμεί, αλλά επειδή η κοινωνία τού έχει μάθει ότι αυτά αποτελούν δείκτες επιτυχίας. Παράλληλα, το άτομο μπορεί να ακολουθεί χωρίς κριτική σκέψη όσα του υπαγορεύουν οι κοινωνικές συμβάσεις, οι συνομήλικοι, η πολιτική προπαγάνδα, τα θρησκευτικά δόγματα, οι διαφημίσεις ή γενικότερα οι κυρίαρχες αντιλήψεις της εποχής του.

Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο ότι κάποιος εργάζεται, αποκτά υλικά αγαθά, ακολουθεί μια παράδοση ή συμμετέχει σε μια κοινωνική ομάδα. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτές οι επιλογές αποτελούν συνειδητές και προσωπικά αναλαμβανόμενες επιλογές ή αν το άτομο τις υιοθετεί μηχανικά, προκειμένου να αποφύγει την ευθύνη της προσωπικής κρίσης. Η υπαρξιστική κριτική, επομένως, δεν στρέφεται εναντίον της κοινωνικής ζωής καθαυτής, αλλά εναντίον της άκριτης παράδοσης του ατόμου σε ρόλους και προσδοκίες που δεν έχει εξετάσει.

Στην περίπτωση αυτή, το άτομο διάγει τον βίο του παθητικά, χωρίς να στοχάζεται ουσιαστικά το νόημα και την κατεύθυνση της ύπαρξής του, τις ευθύνες του, τις επιλογές του και το πεπερασμένο της ζωής. Επιτρέπει στους άλλους να αποφασίζουν, άμεσα ή έμμεσα, τι πρέπει να επιθυμεί, τι πρέπει να θεωρεί σημαντικό και ποιος πρέπει να είναι. Η ασφάλεια που προσφέρει αυτή η στάση μπορεί να είναι προσωρινά ανακουφιστική, αλλά έχει ως τίμημα την απώλεια της αυθεντικής σχέσης του ανθρώπου με την ελευθερία του.

Με αυτόν τον τρόπο, ξεγελώντας τον εαυτό μας, αποφεύγουμε να αναγνωρίσουμε την ελευθερία και την ευθύνη των επιλογών μας. Αντί να αποδεχθούμε ότι είμαστε υπεύθυνοι για τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνουμε τη ζωή μας, κρυβόμαστε πίσω από ρόλους, κοινωνικές προσδοκίες και εξωτερικές δικαιολογίες. Ο Sartre αντιπαραθέτει σε αυτή την κατάσταση την αυθεντικότητα: όχι ως μια κατάσταση τελειότητας ή ως την ανακάλυψη ενός προκαθορισμένου «αληθινού εαυτού», αλλά ως μια διαρκή προσπάθεια να αναγνωρίζουμε την ελευθερία μας, να αναλαμβάνουμε την ευθύνη των επιλογών μας και να μην αρνούμαστε την πραγματική μας κατάσταση.

Η υπαρξιστική στάση, επομένως, δεν υπόσχεται μια ζωή χωρίς αγωνία, αβεβαιότητα ή αποτυχία. Αντίθετα, ξεκινά από την αποδοχή τους. Το ζητούμενο είναι να μην επιτρέψουμε στην αγωνία να μας παραλύσει ούτε στην αβεβαιότητα να μας οδηγήσει σε παθητικότητα. Η ανθρώπινη ελευθερία αποκτά το πραγματικό της βάρος ακριβώς επειδή δεν υπάρχει εγγυημένη απάντηση για το πώς πρέπει να ζήσουμε. Ο άνθρωπος καλείται να επιλέξει, να πράξει, να αναλάβει τις συνέπειες των επιλογών του και, μέσα από αυτές, να δώσει μορφή στη δική του ύπαρξη.

Έτσι, το υπαρξιακό άγχος μπορεί να ιδωθεί όχι μόνο ως βάρος αλλά και ως υπενθύμιση της ελευθερίας. Η αγωνία μας αποκαλύπτει ότι είμαστε ελεύθεροι να επιλέγουμε, η εγκατάλειψη ότι δεν μπορούμε να μεταθέσουμε πλήρως την ευθύνη σε μια ανώτερη αρχή και η απόγνωση ότι πρέπει να δράσουμε χωρίς να έχουμε τον απόλυτο έλεγχο των αποτελεσμάτων. Η αντιμετώπιση αυτών των εμπειριών απαιτεί, επομένως, θάρρος, αυτογνωσία και ενεργό συμμετοχή στη διαμόρφωση της ζωής μας. Η υπαρξιστική πρόκληση είναι να ζούμε όχι σαν παθητικοί θεατές της ζωής μας, αλλά ως υπεύθυνοι φορείς των επιλογών μας.

 

Πηγή:

Funder. 2025. Το παζλ της προσωπικότητας. Εκδόσεις Πεδίο.

 

Ελένη Παπαδοπούλου και Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA