Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

Τα πέντε θεραπευτικά καθήκοντα για τον ψυχοθεραπευτή, του Bowlby

Μετά το πρωτοποριακό έργο του John Bowlby, η Θεωρία του Δεσμού εξελίχθηκε σημαντικά και εμπλουτίστηκε από διαφορετικές θεωρητικές προσεγγίσεις. Οι μεταγενέστεροι ερευνητές επιχείρησαν να ταξινομήσουν τις συμπεριφορές δεσμού και να αναπτύξουν τρόπους αξιολόγησης και εφαρμογής τους στην ψυχοθεραπεία. Παράλληλα, αναπτύχθηκαν διαφορετικές αντιλήψεις για τη φύση του δεσμού. Ορισμένες προσεγγίσεις αντιμετωπίζουν τον δεσμό ως ένα σχετικά σταθερό χαρακτηριστικό που διαθέτει το άτομο, ενώ άλλες τον θεωρούν μια δυναμική και εξελισσόμενη διαδικασία, η οποία διαμορφώνεται μέσα στις σχέσεις και δεν μπορεί να αποτυπωθεί πλήρως με στατικές μετρήσεις.

Η σύγχρονη προσέγγιση που βασίζεται στο Δυναμικό Μοντέλο Ωρίμανσης Δεσμού και Προσαρμογής (Dynamic Maturational Model – DMM) δίνει έμφαση στον δεσμό ως μια συνεχή διαδικασία προσαρμογής στις απαιτήσεις και τις απειλές του περιβάλλοντος. Υπό αυτό το πρίσμα, η θεωρία του δεσμού συνδέεται στενά με τη λειτουργία του προβλεπτικού εγκεφάλου και των συστημάτων μνήμης, τα οποία συμβάλλουν στη διαμόρφωση των συμπεριφορών που αποσκοπούν στην ασφάλεια και την επιβίωση.

Κεντρικό στοιχείο της θεραπευτικής σκέψης του Bowlby ήταν η έννοια της ασφάλειας. Σε αντίθεση με ορισμένες ψυχαναλυτικές θεωρήσεις της εποχής του, που έδιναν έμφαση στη φαντασίωση ως πηγή τραύματος, ο Bowlby υποστήριξε ότι τα τραυματικά γεγονότα είναι πραγματικές εμπειρίες που επηρεάζουν βαθιά την ψυχική ανάπτυξη. Με βάση αυτή την παραδοχή, διατύπωσε πέντε βασικά θεραπευτικά καθήκοντα για τον ψυχοθεραπευτή:

Να προσφέρει στον θεραπευόμενο μια ασφαλή βάση, μέσα από μια σχέση εμπιστοσύνης, υποστήριξης και αποδοχής.

Να τον βοηθήσει να εξετάσει τον τρόπο με τον οποίο σχετίζεται με σημαντικά πρόσωπα της ζωής του και τις προσδοκίες που διαμορφώνει για τον εαυτό του και τους άλλους.

Να διερευνήσει τη θεραπευτική σχέση ως πεδίο κατανόησης των σχεσιακών του μοτίβων.

Να συνδέσει τις σημερινές του αντιλήψεις και συμπεριφορές με τις πρώιμες εμπειρίες του, ιδιαίτερα με τους γονείς ή άλλους σημαντικούς φροντιστές.

Να αναγνωρίσει ότι οι εικόνες που έχει σχηματίσει για τον εαυτό του και τους άλλους μπορεί να μην ανταποκρίνονται πλέον στην παρούσα πραγματικότητα και να χρειάζονται αναθεώρηση.

Στη σύγχρονη κατανόηση της θεωρίας του δεσμού, η ασφάλεια δεν θεωρείται μια σταθερή κατάσταση που είτε υπάρχει είτε απουσιάζει. Αντίθετα, αποτελεί μια διαρκή διαδικασία προσαρμογής στις απαιτήσεις και τους κινδύνους του περιβάλλοντος. Ο άνθρωπος αξιολογεί συνεχώς πληροφορίες από τον εξωτερικό κόσμο αλλά και από το σώμα του, προκειμένου να εκτιμήσει πιθανές απειλές και να οργανώσει την κατάλληλη συμπεριφορά. Η διαδικασία αυτή βασίζεται στη λειτουργία του «προβλεπτικού εγκεφάλου», ο οποίος χρησιμοποιεί προηγούμενες εμπειρίες για να προβλέψει τι είναι πιθανό να συμβεί και να προετοιμάσει τις κατάλληλες αντιδράσεις. Έτσι, το παρελθόν λειτουργεί ως οδηγός για τη διαχείριση του παρόντος και τη διατήρηση της συναισθηματικής ισορροπίας.

Η θεωρία του δεσμού έχει εξελιχθεί σε μια θεωρία επεξεργασίας πληροφοριών, όπου οι αναμνήσεις και οι εμπειρίες επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τους άλλους και ανταποκρινόμαστε στις σχέσεις μας. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η διαδικαστική ή έμμεση μνήμη, η οποία καθοδηγεί πολλές από τις αντιδράσεις μας χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε συνειδητά.

Όταν το άτομο αντιλαμβάνεται κίνδυνο, συχνά αντιδρά αυτόματα, πριν προλάβει να σκεφτεί λογικά την κατάσταση. Οι αντιδράσεις αυτές βασίζονται σε παλαιότερα μοτίβα μάθησης και εμπειρίας, τα οποία έχουν καταγραφεί στα συστήματα μνήμης. Για τον λόγο αυτό, οι συμπεριφορές που εμφανίζονται στις σχέσεις δεν καθορίζονται μόνο από όσα δηλώνουμε συνειδητά, αλλά και από ασυνείδητες διαδικασίες που έχουν διαμορφωθεί μέσα από τις προηγούμενες εμπειρίες μας.

Στο πεδίο της παιδοψυχιατρικής, η έννοια της ασφαλούς βάσης αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Ωστόσο, η ασφάλεια δεν πρέπει να περιορίζεται αποκλειστικά στη σχέση παιδιού–θεραπευτή. Αντίθετα, βασικός στόχος είναι η δημιουργία ενός επαρκώς ασφαλούς οικογενειακού περιβάλλοντος, μέσα στο οποίο το παιδί θα μπορεί να αναπτυχθεί και να επεξεργαστεί τις δυσκολίες του.

Ο θεραπευτής λειτουργεί ως υποστηρικτικός παράγοντας, βοηθώντας την οικογένεια να διαχειριστεί τις εντάσεις και να δημιουργήσει συνθήκες που ευνοούν τη συναισθηματική ανάπτυξη. Παράλληλα, η θεραπεία εστιάζει στην κατανόηση των αλληλεπιδράσεων μεταξύ των μελών της οικογένειας και των μοτίβων συμπεριφοράς που συντηρούν τις δυσκολίες. Επομένως, η σύγχρονη θεώρηση του δεσμού υπογραμμίζει ότι οι ανθρώπινες σχέσεις, η μνήμη, η επεξεργασία των πληροφοριών και η αναζήτηση ασφάλειας αποτελούν αλληλένδετες διαδικασίες που διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας, τους άλλους και τον κόσμο γύρω μας.

 

Πηγή:

Wilkinson, S.R. (2024). Bowlby’s five therapeutic tasks: Bringing them up to date for children.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Bowlby: Η ζωή του και το έργο του

Ο John Bowlby (1907–1990) υπήρξε διακεκριμένος Βρετανός ψυχολόγος και ψυχίατρος, γνωστός κυρίως για τη διαμόρφωση της Θεωρίας του Δεσμού (Attachment Theory). Το έργο του επηρέασε καθοριστικά τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε τη συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών, αναδεικνύοντας τη σημασία των πρώιμων σχέσεων με τους βασικούς φροντιστές για τη μετέπειτα ψυχική υγεία, τις διαπροσωπικές σχέσεις και τη συναισθηματική ανθεκτικότητα του ατόμου.

Ο Bowlby γεννήθηκε σε μια οικογένεια της βρετανικής μεσαίας τάξης και οι προσωπικές του εμπειρίες κατά την παιδική ηλικία επηρέασαν σημαντικά τις επιστημονικές του αναζητήσεις. Σε ηλικία επτά ετών στάλθηκε σε οικοτροφείο, μια εμπειρία που αργότερα χαρακτήρισε ιδιαίτερα επώδυνη. Ο πρόωρος αποχωρισμός από την οικογένειά του συνέβαλε στη διαμόρφωση των απόψεών του σχετικά με τις αρνητικές συνέπειες της συναισθηματικής στέρησης και της παρατεταμένης απομάκρυνσης των παιδιών από τους γονείς τους.

Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Cambridge και στη συνέχεια εκπαιδεύτηκε στην ψυχιατρική και την ψυχανάλυση. Κατά τα πρώτα επαγγελματικά του βήματα εργάστηκε με παιδιά που παρουσίαζαν συναισθηματικές δυσκολίες και παραβατική συμπεριφορά. Η εμπειρία αυτή τον οδήγησε να εστιάσει στον ρόλο που διαδραματίζουν οι πρώιμες οικογενειακές σχέσεις στη διαμόρφωση της ψυχικής υγείας.

Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Bowlby παρατήρησε τις σοβαρές ψυχολογικές επιπτώσεις που βίωναν τα παιδιά τα οποία είχαν αποχωριστεί τους γονείς τους λόγω των πολεμικών συνθηκών. Οι παρατηρήσεις αυτές αποτέλεσαν τη βάση για την ανάπτυξη της Θεωρίας του Δεσμού, η οποία συνδύασε στοιχεία από την ψυχανάλυση, την εξελικτική βιολογία και την ηθολογία.

Σύμφωνα με τη θεωρία του, οι συμπεριφορές προσκόλλησης των βρεφών – όπως το κλάμα, η αναζήτηση εγγύτητας και η προσκόλληση στον φροντιστή – αποτελούν έμφυτους μηχανισμούς που έχουν εξελικτικό σκοπό: τη διασφάλιση της προστασίας και της επιβίωσης του παιδιού.

Μία από τις σημαντικότερες συνεισφορές του Bowlby είναι η έννοια του «Εσωτερικού Μοντέλου Εργασίας» (Internal Working Model). Μέσα από τις αλληλεπιδράσεις με τον βασικό φροντιστή, το παιδί διαμορφώνει εσωτερικές αναπαραστάσεις για τον εαυτό του και τους άλλους. Οι εμπειρίες αυτές επηρεάζουν τις προσδοκίες του σχετικά με το κατά πόσο οι σημαντικοί άνθρωποι θα είναι διαθέσιμοι και υποστηρικτικοί, καθώς και το αν το ίδιο αξίζει αγάπη, φροντίδα και αποδοχή.

Η θεωρία του Bowlby εμπλουτίστηκε περαιτέρω από το έργο της ψυχολόγου Mary Ainsworth, η οποία προσδιόρισε τέσσερις βασικούς τύπους δεσμού:

Ασφαλής δεσμός: Το παιδί αισθάνεται εμπιστοσύνη ότι ο φροντιστής θα είναι διαθέσιμος και θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες του, γεγονός που ενισχύει την αίσθηση ασφάλειας και αυτοπεποίθησης.

Αγχώδης-Αμφιθυμικός δεσμός: Το παιδί βιώνει έντονη αναστάτωση κατά την απομάκρυνση του φροντιστή και δυσκολεύεται να ηρεμήσει ακόμη και μετά την επιστροφή του, λόγω αβεβαιότητας σχετικά με τη διαθεσιμότητά του.

Αποφευκτικός δεσμός: Το παιδί τείνει να αποφεύγει τη στενή επαφή και δεν αναζητά εύκολα παρηγοριά από τον φροντιστή, καθώς έχει μάθει ότι οι συναισθηματικές του ανάγκες δεν ικανοποιούνται επαρκώς.

Αποδιοργανωμένος δεσμός: Χαρακτηρίζεται από αντιφατικές, συγκεχυμένες ή ασυνεπείς συμπεριφορές απέναντι στον φροντιστή και συνδέεται συχνά με εμπειρίες τραύματος, φόβου ή παραμέλησης.

Η Θεωρία του Δεσμού εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα θεωρητικά πλαίσια στην αναπτυξιακή ψυχολογία, επηρεάζοντας τόσο την έρευνα όσο και την κλινική πρακτική. Οι ιδέες του Bowlby έχουν συμβάλει ουσιαστικά στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι πρώιμες σχέσεις διαμορφώνουν την προσωπικότητα, τις διαπροσωπικές σχέσεις και τη συναισθηματική ευημερία κατά τη διάρκεια ολόκληρης της ζωής.

 

Πηγή:

https://thevoiceofearlychildhood.com/an-introduction-to-john-bowlby/.

Cervone, D. & Pervin, L.A (2013). Προσωπικότητα. Έρευνα και εφαρμογές. Εκδόσεις Gutenberg.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Μια βασική αντίφαση της σύγχρονης ζωής…

Είχε γράψει ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος τα εξής: «Όλοι αναζητούμε τον “πλησίον”, αλλά με τη μικρότερη δυνατή δαπάνη. Άλλοτε ο “πλησίον” μπορούσε να χτυπήσει την πόρτα μας την κάθε στιγμή και να βρει και την πόρτα και την καρδιά ανοιχτή. Τώρα θα πρέπει να προειδοποιήσει για τον ερχομό του, να του πούμε ποια ώρα, ποια μέρα και για πόσο διάστημα χρόνου μπορούμε να βρεθούμε μαζί του. Ακόμη και αν ο  “πλησίον” είναι το πρόσωπο το δικό μας, του πιο στενού οικογενειακού μας κύκλου. Η ανάγκη της ζωής επιβάλλει απάνθρωπες συμπεριφορές. Χτίζουμε σπίτια για πολλούς ανθρώπους, για ολόκληρες πολιτείες. Η μικρή πολιτεία, όπου υπάρχει ακόμη, έχει το δικό της ύφος. Τα σπίτια είναι σπαρμένα εδώ κ’ εκεί, αλλ’ οι άνθρωποι δε βρίσκονται μακριά. Αλληλογνωρίζονται, έχουν τον τρόπο να πουν μια ζεστή  “καλημέρα”, μια “καληνύχτα”». (Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, σ.69)

 

Ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, μέσα από αυτά τα λόγια θίγει μια σημαντική αντίφαση της σύγχρονης ζωής: ενώ ο άνθρωπος έχει ανάγκη από επικοινωνία, συντροφικότητα και ουσιαστικές ανθρώπινες σχέσεις, οι συνθήκες της καθημερινότητας τον οδηγούν συχνά στην απομόνωση και στην απομάκρυνση από τους άλλους. Ο «πλησίον», δηλαδή ο συνάνθρωπος, ο φίλος, ο συγγενής ή ο γείτονας, δεν αποτελεί πλέον μια αυθόρμητη και διαρκώς παρούσα ή εύκολα παρούσα συντροφιά στη ζωή μας. Η επαφή μαζί του προγραμματίζεται, περιορίζεται χρονικά και συχνά υποτάσσεται στις επαγγελματικές και κοινωνικές υποχρεώσεις. Ρωτήστε τους ανθρώπους γύρω σας, να σας πουν αν οι σχέσεις με τους γονείς ή τα αδέλφια τους είναι τυπικές ή ουσιαστικές. Ρωτήστε τους συναδέλφους σας να σας πουν πόσους φίλους έχουν. Πιστεύουμε ότι πραγματικά θα εκπλαγείτε!  

Στο παρελθόν, ιδιαίτερα στις μικρές κοινότητες, οι ανθρώπινες σχέσεις χαρακτηρίζονταν από αμεσότητα και οικειότητα. Οι άνθρωποι είχαν πιο στενούς δεσμούς, γνώριζαν ο ένας τον άλλον και συμμετείχαν ενεργά στη ζωή της κοινότητας. Η πόρτα του σπιτιού, αλλά και η καρδιά των ανθρώπων, ήταν συμβολικά ανοιχτές για τον επισκέπτη. Η αλληλεγγύη, η φιλοξενία και το ενδιαφέρον για τον συνάνθρωπο αποτελούσαν βασικά στοιχεία της καθημερινής ζωής.

Αντίθετα, στη σύγχρονη εποχή της ταχύτητας, της εργασιακής πίεσης, με την κατάργηση του οκταώρου προς αύξηση αντί για μείωση, αλλά κυρίως του ατομικισμού και του ναρκισσισμού, οι ανθρώπινες σχέσεις γίνονται πιο τυπικές και λιγότερο αυθόρμητες. Ακόμη και τα μέλη της ίδιας οικογένειας συχνά δυσκολεύονται να βρουν κοινό χρόνο για επικοινωνία. Η ανάγκη για οργάνωση και αποτελεσματικότητα, η έλλειψη ελεύθερου χρόνου, και η σωματική και κατ’ επέκταση ψυχική κόπωση κι εξάντληση, συχνά στερεί από τους ανθρώπους τη ζεστασιά της αυθόρμητης συνάντησης και της ουσιαστικής επαφής.

Η υπερ-ανάπτυξη των μεγάλων πόλεων δεν συνοδεύεται από ανάπτυξη των ανθρώπινων σχέσεων. Χτίζονται πολυκατοικίες, συνοικίες και ολόκληρες πολιτείες, όμως οι κάτοικοί τους συχνά παραμένουν άγνωστοι μεταξύ τους. Η φυσική εγγύτητα δεν εξασφαλίζει και συναισθηματική εγγύτητα. Έτσι, πολλοί άνθρωποι ζουν δίπλα-δίπλα, χωρίς να επικοινωνούν πραγματικά ή να ενδιαφέρονται ο ένας για τον άλλον.

Αντίθετα, στις μικρές κοινότητες που διατηρούν ακόμη τον παραδοσιακό τους χαρακτήρα, οι άνθρωποι εξακολουθούν να καλλιεργούν σχέσεις αλληλογνωριμίας και αμοιβαίου ενδιαφέροντος. Ένα απλό «καλημέρα» ή «καληνύχτα» δεν είναι μια τυπική κοινωνική σύμβαση, αλλά έκφραση ανθρώπινης επαφής και αναγνώρισης της παρουσίας του άλλου. Μέσα από αυτές τις μικρές καθημερινές πράξεις διατηρείται το αίσθημα της κοινότητας και της ανθρώπινης ζεστασιάς.

Συνεπώς, ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος μας καλεί να αναλογιστούμε αν η πρόοδος και ο σύγχρονος τρόπος ζωής μάς απομακρύνουν από βασικές ανθρώπινες αξίες. Υπενθυμίζει ότι, παρά τις τεχνολογικές και κοινωνικές εξελίξεις, η ανάγκη για ουσιαστική επικοινωνία, αλληλεγγύη και ανθρώπινη παρουσία παραμένει αναλλοίωτη. Η ποιότητα της ζωής δεν εξαρτάται μόνο από την υλική ή τεχνολογική ανάπτυξη, αλλά και από τη δυνατότητα των ανθρώπων να διατηρούν ζωντανούς τους δεσμούς που τους ενώνουν.

 

Πηγή:

Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, Ο Σύγχρονος Άνθρωπος, Οι Εκδόσεις Των Φίλων, Αθήνα, 1983.

Η Ψυχαναλυτική Θεωρία του Freud

Η ψυχοδυναμική προσέγγιση υποστηρίζει ότι η συμπεριφορά του ανθρώπου επηρεάζεται από εσωτερικές δυνάμεις, αναμνήσεις και συγκρούσεις που συνήθως βρίσκονται έξω από τη συνειδητή του επίγνωση. Οι παράγοντες αυτοί δρουν χωρίς το άτομο να τους ελέγχει πλήρως.

 

Σύμφωνα με την ψυχαναλυτική θεωρία του Freud, η προσωπικότητα και η συμπεριφορά διαμορφώνονται κυρίως από ασυνείδητες ψυχικές δυνάμεις. Το ασυνείδητο αποτελεί το τμήμα της προσωπικότητας που δεν γίνεται αντιληπτό από το άτομο. Σε αυτό βρίσκονται επιθυμίες, ανάγκες, αναμνήσεις και συγκρούσεις, κυρίως από την παιδική ηλικία, οι οποίες παραμένουν κρυμμένες επειδή προκαλούν άγχος ή ψυχική αναστάτωση. Ο Freud θεωρούσε ότι το ασυνείδητο επηρεάζει σημαντικά τις καθημερινές μας σκέψεις και πράξεις. Ο Freud πίστευε ότι η προσωπικότητα αποτελείται από τρία βασικά μέρη: το Εκείνο, το Εγώ και το Υπερεγώ.

Το Εκείνο (Id)

Το Εκείνο είναι το πιο πρωτόγονο και έμφυτο μέρος της προσωπικότητας και υπάρχει από τη γέννηση. Περιλαμβάνει τα βασικά ένστικτα και τις βιολογικές ανάγκες, όπως η πείνα, η σεξουαλικότητα, η επιθετικότητα και οι παρορμήσεις. Λειτουργεί σύμφωνα με την αρχή της ηδονής, δηλαδή επιδιώκει την άμεση ικανοποίηση των αναγκών και την αποφυγή της δυσφορίας ή της έντασης.

Το Εγώ (Ego)

Το Εγώ είναι το λογικό και ρεαλιστικό μέρος της προσωπικότητας. Λειτουργεί ως μεσολαβητής ανάμεσα στις απαιτήσεις του Εκείνου και στις απαιτήσεις της πραγματικότητας. Στόχος του είναι να ικανοποιεί τις ανάγκες του ατόμου με τρόπους που είναι κοινωνικά αποδεκτοί και ασφαλείς. Το Εγώ λειτουργεί σύμφωνα με την αρχή της πραγματικότητας.

Το Υπερεγώ (Superego)

Το Υπερεγώ αντιπροσωπεύει την ηθική συνείδηση του ατόμου. Περιλαμβάνει τις αξίες, τους κανόνες και τις αντιλήψεις για το σωστό και το λάθος που αποκτά το παιδί από τους γονείς, τους δασκάλους και το κοινωνικό του περιβάλλον. Η ανάπτυξή του ξεκινά περίπου στην ηλικία των 5-6 ετών και συνεχίζεται σταδιακά.

Η ανάπτυξη της προσωπικότητας

Ο Freud δεν ασχολήθηκε μόνο με τη δομή της προσωπικότητας αλλά και με τον τρόπο που αυτή αναπτύσσεται κατά την παιδική ηλικία. Υποστήριξε ότι η ανάπτυξη πραγματοποιείται μέσα από μια σειρά ψυχοσεξουαλικών σταδίων. Σε κάθε στάδιο η ευχαρίστηση και η ικανοποίηση του παιδιού συνδέονται με μια συγκεκριμένη περιοχή του σώματος.

Στο πρώτο στάδιο, το στοματικό, η ευχαρίστηση σχετίζεται με το στόμα, όπως το θηλασμό και το πιπίλισμα. Στη συνέχεια ακολουθεί το πρωκτικό στάδιο, όπου η ευχαρίστηση συνδέεται με τον έλεγχο των σωματικών λειτουργιών. Αργότερα εμφανίζεται το φαλλικό στάδιο, στο οποίο το ενδιαφέρον στρέφεται στα γεννητικά όργανα. Τέλος, κατά την εφηβεία και την ενήλικη ζωή, το άτομο εισέρχεται στο στάδιο της γενετήσιας λειτουργίας, όπου η σεξουαλική ενέργεια κατευθύνεται προς ώριμες διαπροσωπικές σχέσεις.

Ο Freud θεωρούσε ότι οι εμπειρίες που αποκτά το παιδί σε κάθε ένα από αυτά τα στάδια παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του ενήλικα.

 

Πηγή: 

Feldman, Robert. Αναπτυξιακή ψυχολογία, Δια βίου προσέγγιση, Αθήνα, 2025.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Η Σχολή του Βύρτσμπουργκ

Η τελευταία σημαντική έκφραση της ψυχολογίας που βασιζόταν στις ανθρωπιστικές επιστήμες ήταν η Σχολή του Βύρτσμπουργκ, η οποία συνδέθηκε με τον Όσβαλντ Κούλπε (1862–1915). Η σχολή αυτή επικεντρώθηκε κυρίως στη μελέτη της σκέψης και κατέληξε σε δύο ιδιαίτερα σημαντικά συμπεράσματα. Πρώτον, υποστήριξε ότι οι σκέψεις δεν συνοδεύονται πάντοτε από νοητικές εικόνες, θέση που ερχόταν σε αντίθεση με βασικές αρχές της δομικής ψυχολογίας. Δεύτερον, υποστήριξε ότι η σκέψη δεν μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά μέσω των συνειρμών, όπως πίστευαν πολλοί ψυχολόγοι της εποχής.

  

Παρότι η δράση της Σχολής του Βύρτσμπουργκ διήρκεσε σχετικά λίγο, κατάφερε να αμφισβητήσει σοβαρά τη δομική ψυχολογία χρησιμοποιώντας μάλιστα τις ίδιες περίπου θεωρητικές και ερευνητικές μεθόδους. Οι ψυχολόγοι της σχολής δεν ήταν τόσο ριζοσπαστικοί όσο ο Μπρεντάνο και αποδέχονταν αρκετές από τις απόψεις του Βουντ. Ωστόσο, μέσα από τις έρευνές τους ανέδειξαν σημαντικές αδυναμίες του συστήματός του.

Ο Κούλπε γεννήθηκε στη σημερινή Λετονία και αρχικά σπούδασε ιστορία. Όταν γνώρισε τον Βουντ στη Λειψία, βρέθηκε ανάμεσα σε δύο επιστημονικά ενδιαφέροντα: την ιστορία και την ψυχολογία. Τελικά σπούδασε και τα δύο αντικείμενα και το 1887 απέκτησε το διδακτορικό του στην ψυχολογία υπό την επίβλεψη του Βουντ. Στην αρχή ακολουθούσε πιστά τις ιδέες του δασκάλου του. Όταν όμως ανέλαβε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Βύρτσμπουργκ, στράφηκε στη μελέτη των διαδικασιών της σκέψης. Το 1901 δύο μαθητές του δημοσίευσαν έρευνα για τους συνειρμούς, χρησιμοποιώντας μεθόδους που ξεπερνούσαν την παραδοσιακή ενδοσκόπηση και βασίζονταν και στις αναφορές των συμμετεχόντων σχετικά με τον τρόπο που σκέφτονταν.

Κατά τη διάρκεια της επόμενης δεκαετίας, ο Κούλπε και οι συνεργάτες του συγκέντρωσαν στοιχεία που αμφισβητούσαν τις παραδοσιακές εξηγήσεις της δομικής ψυχολογίας για τη σκέψη. Αν και δεν έδωσαν οριστική λύση στο ζήτημα της «ανεικονικής σκέψης», έδειξαν ότι η συνείδηση πιθανόν να περιλαμβάνει και περιεχόμενα που δεν προέρχονται από τις αισθήσεις.

Παράλληλα, τα ερευνητικά τους δεδομένα έδειχναν ότι λειτουργίες όπως η κρίση και η βούληση δεν ακολουθούν πάντα τις προβλέψιμες και μηχανικές ακολουθίες που πρότεινε η συνειρμική θεωρία. Αντίθετα, φαίνεται ότι στη σκέψη παρεμβαίνουν αυθόρμητοι και εξωτερικοί παράγοντες, γεγονός που αμφισβητούσε τις μέχρι τότε αντιλήψεις για τη λειτουργία του νου.

Όταν ο Κούλπε μετακινήθηκε στη Βόννη το 1909, η Σχολή του Βύρτσμπουργκ ουσιαστικά διαλύθηκε. Εκεί ασχολήθηκε περισσότερο με τη σχέση ψυχολογίας και ιατρικής. Παρά τη σημαντική συμβολή της, η σχολή δεν κατάφερε να δημιουργήσει ένα ολοκληρωμένο εναλλακτικό σύστημα ψυχολογίας που να αντικαταστήσει τη δομική ψυχολογία. Η ουσιαστική ρήξη με το παλαιότερο μοντέλο θα πραγματοποιούνταν αργότερα από την Ψυχολογία της Γκεστάλτ.

Συνολικά, ούτε ο Βουντ ούτε ο Μπρεντάνο κατάφεραν να θεμελιώσουν οριστικά τη σύγχρονη ψυχολογία. Ωστόσο, κρίνοντας εκ των υστέρων, ο Μπρεντάνο φαίνεται πως άσκησε μεγαλύτερη και πιο διαρκή επιρροή, καθώς πολλές από τις ιδέες του διατηρήθηκαν και αξιοποιήθηκαν από μεταγενέστερα ρεύματα. Η ψυχολογία, άλλωστε, χρειάστηκε να αναδιαμορφωθεί πολλές φορές κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα.

 

Το κληροδότημα της Σχολής του Βύρτσμπουργκ

Η γερμανική ψυχολογία διαμορφώθηκε κυρίως από δύο διαφορετικές προσεγγίσεις. Η πρώτη ήταν η ψυχολογία του Βουντ, η οποία αντιμετώπιζε την ψυχολογία ως φυσική επιστήμη και μελετούσε την άμεση εμπειρία μέσω της ελεγχόμενης ενδοσκόπησης. Ο Βουντ ανέπτυξε ένα ενιαίο σύστημα δομικής ψυχολογίας, σύμφωνα με το οποίο τα νοητικά περιεχόμενα προέρχονται αποκλειστικά από τα αισθητηριακά δεδομένα.

Η δεύτερη προσέγγιση αποτελούνταν από διάφορους στοχαστές που, παρά τις διαφορές τους, διαφωνούσαν με τους περιορισμούς του μοντέλου του Βουντ. Ανάμεσά τους ξεχώριζαν ο Μπρεντάνο και ο Στουμπφ, οι οποίοι επιδίωξαν να διευρύνουν το αντικείμενο της ψυχολογίας πέρα από τα στενά όρια που είχε θέσει η δομική ψυχολογία.

Μέσα σε αυτό το κλίμα αναπτύχθηκε η Σχολή του Βύρτσμπουργκ. Υπό την καθοδήγηση του Κούλπε, προσπάθησε να εξηγήσει τη νοητική δραστηριότητα δίνοντας έμφαση σε μορφές συνείδησης που δεν προέρχονται από τις αισθήσεις. Η συζήτηση γύρω από την «ανεικονική σκέψη» συνέβαλε στην ανάπτυξη θεωριών που αναγνώριζαν μεγαλύτερο βαθμό αυτενέργειας στον νου. Ο Κούλπε πίστευε ότι ο νους οργανώνει ενεργητικά τα ερεθίσματα του περιβάλλοντος με βάση κατηγορίες όπως η ποιότητα, η ένταση, ο χρόνος και ο χώρος. Με αυτόν τον τρόπο επανέφερε στη γερμανική ψυχολογία ιδέες που θυμίζουν τις φιλοσοφικές κατηγορίες του Καντ.

Οι ερευνητές της Σχολής του Βύρτσμπουργκ υποστήριζαν ακόμη ότι ο νους διαθέτει ορισμένες προδιαθέσεις, τάσεις ή «καταστάσεις ετοιμότητας», οι οποίες επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε και συνδέουμε τα γεγονότα. Ανάλογα με την ψυχική κατάσταση του ατόμου, οι συνειρμοί μπορούν να ακολουθήσουν διαφορετικές πορείες. Επομένως, η σκέψη δεν είναι απλώς αποτέλεσμα μηχανικών συνδέσεων μεταξύ ιδεών, αλλά εξαρτάται και από τον τρόπο οργάνωσης του ίδιου του νου.

Παρόλο που η Σχολή του Βύρτσμπουργκ δεν δημιούργησε ένα πλήρες και ανταγωνιστικό θεωρητικό σύστημα απέναντι στη δομική ψυχολογία, οι παρατηρήσεις και τα ευρήματά της αποτέλεσαν μια σοβαρή πρόκληση για τις απόψεις του Βουντ. Οι ιδέες της επηρέασαν σημαντικά τους ψυχολόγους της Γκεστάλτ, οι οποίοι συνέχισαν και ανέπτυξαν πιο συστηματικά την κριτική απέναντι στο μοντέλο του Βουντ.

 

Πηγή:

Brennan, J. F. (2010). Ψυχολογία: Ιστορία και συστήματα (Μ. Αλεξανδράκη, Ε. Αρτεμάκη & Α. Αλεξανδράκη, Επιμ.). Εκδόσεις Τόπος. 

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

Το φαινόμενο Zeigarnik

Τι είναι αυτό το φαινόμενο και ποια είναι η Zeigarnik;

 

Το Φαινόμενο Zeigarnik αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα της γνωστικής ψυχολογίας, καθώς αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο οι ημιτελείς εργασίες και οι ανεκπλήρωτοι στόχοι επηρεάζουν τη μνήμη, την προσοχή και τη σκέψη. Σύμφωνα με το φαινόμενο αυτό, οι άνθρωποι τείνουν να θυμούνται ευκολότερα τις εργασίες που έχουν διακοπεί ή παραμένουν ανολοκλήρωτες σε σύγκριση με εκείνες που έχουν ολοκληρωθεί. Οι ημιτελείς δραστηριότητες φαίνεται να διατηρούν μια ιδιαίτερη θέση στο μυαλό, καθώς δημιουργούν μια μορφή ψυχολογικής και γνωστικής έντασης που παραμένει ενεργή μέχρι να επιτευχθεί η ολοκλήρωσή τους.

Η βασική ιδέα του φαινομένου είναι ότι κάθε ανολοκλήρωτη εργασία αφήνει ένα «γνωστικό αποτύπωμα» στον νου. Το άτομο συνεχίζει να επεξεργάζεται νοητικά την εκκρεμότητα, ακόμη και όταν ασχολείται με άλλες δραστηριότητες. Ως αποτέλεσμα, οι ανεκπλήρωτοι στόχοι γίνονται πιο προσβάσιμοι στη μνήμη και επανέρχονται συχνότερα στη σκέψη. Αυτό εξηγεί γιατί πολλοί άνθρωποι βασανίζονται από όσα δεν έχουν καταφέρει ακόμη να ολοκληρώσουν, ενώ συχνά ξεχνούν ή υποτιμούν τα επιτεύγματά τους. Ορισμένοι ερευνητές μάλιστα έχουν υποστηρίξει ότι αυτή η συνεχής εστίαση στις εκκρεμότητες μπορεί να συμβάλλει σε αρνητικές αυτοαξιολογήσεις, στην αίσθηση ανεπάρκειας και σε φαινόμενα όπως το σύνδρομο του απατεώνα (impostor syndrome), όπου το άτομο δυσκολεύεται να αναγνωρίσει την πραγματική του επιτυχία.

Η έρευνα έχει δείξει ότι οι ανεκπλήρωτοι στόχοι δεν επηρεάζουν μόνο τη μνήμη αλλά και τη συγκέντρωση. Συχνά δημιουργούν παρεμβατικές σκέψεις που εμφανίζονται ακόμη και όταν το άτομο προσπαθεί να ασχοληθεί με άσχετες εργασίες. Αυτές οι σκέψεις αποσπούν την προσοχή, καταναλώνουν γνωστικούς πόρους και ενδέχεται να μειώσουν την απόδοση σε άλλες δραστηριότητες. Ωστόσο, οι μελέτες έχουν καταδείξει ότι η δημιουργία ενός σαφούς και συγκεκριμένου σχεδίου δράσης για την ολοκλήρωση μιας εκκρεμότητας μπορεί να μειώσει σημαντικά αυτή την ψυχολογική επιβάρυνση. Όταν το άτομο καταγράφει τα επόμενα βήματα και δεσμεύεται σε ένα πλάνο ολοκλήρωσης, ο εγκέφαλος φαίνεται να «απελευθερώνει» μέρος της έντασης που συνδέεται με τον στόχο, επιτρέποντας καλύτερη συγκέντρωση σε άλλες δραστηριότητες. Αυτή η διαπίστωση εξηγεί γιατί οι λίστες υποχρεώσεων και ο προγραμματισμός καθηκόντων αποτελούν αποτελεσματικά εργαλεία οργάνωσης και διαχείρισης του άγχους.

Το φαινόμενο πήρε το όνομά του από τη Σοβιετική ψυχολόγο Bluma Zeigarnik, η οποία το περιέγραψε για πρώτη φορά το 1927. Η έμπνευση για τη μελέτη της προήλθε από μια παρατήρηση του μέντορά της, του διάσημου ψυχολόγου Kurt Lewin. Ο Lewin είχε διαπιστώσει ότι ένας σερβιτόρος μπορούσε να θυμάται με εντυπωσιακή ακρίβεια τις παραγγελίες πελατών που δεν είχαν ακόμη πληρώσει, αλλά ξεχνούσε γρήγορα τις λεπτομέρειες μόλις ολοκληρωνόταν η συναλλαγή. Η Zeigarnik αποφάσισε να διερευνήσει επιστημονικά αυτή την παρατήρηση. Στα πειράματά της ανέθετε στους συμμετέχοντες διάφορες εργασίες, επιτρέποντας σε κάποιους να τις ολοκληρώσουν ενώ σε άλλους διέκοπτε τη διαδικασία πριν φτάσουν στο τέλος. Όταν αργότερα ζητούσε από τους συμμετέχοντες να θυμηθούν τις εργασίες τους, διαπίστωνε ότι θυμούνταν σημαντικά καλύτερα εκείνες που είχαν μείνει ανολοκλήρωτες. Η ερμηνεία της ήταν ότι η διακοπή μιας δραστηριότητας δημιουργεί μια κατάσταση εσωτερικής έντασης που διατηρεί την εργασία ενεργή στη μνήμη μέχρι να ολοκληρωθεί.

Το Φαινόμενο Zeigarnik έχει σημαντικές εφαρμογές στην εκπαίδευση και τη μάθηση. Έρευνες έχουν δείξει ότι η διακοπή της μελέτης σε στρατηγικά σημεία και η επιστροφή σε αυτή μετά από ένα σύντομο διάλειμμα μπορεί να ενισχύσει την ανάκληση πληροφοριών και τη μακροπρόθεσμη μνήμη. Όταν η μαθησιακή διαδικασία διακόπτεται προσωρινά, το υλικό παραμένει ενεργό στο γνωστικό σύστημα, γεγονός που διευκολύνει την εδραίωση της γνώσης. Για τον λόγο αυτό, οι σύντομες περίοδοι ανάπαυσης κατά τη διάρκεια της μελέτης θεωρούνται ιδιαίτερα αποτελεσματικές για τη βελτίωση της μάθησης.

Παράλληλα, το φαινόμενο μπορεί να αξιοποιηθεί για την αντιμετώπιση της αναβλητικότητας. Συχνά, το δυσκολότερο μέρος μιας απαιτητικής εργασίας είναι η έναρξή της. Σύμφωνα με το Φαινόμενο Zeigarnik, ακόμη και ένα μικρό πρώτο βήμα αρκεί για να ενεργοποιήσει τη γνωστική ένταση που σχετίζεται με την εργασία. Μόλις το άτομο ξεκινήσει, ο εγκέφαλος τείνει να διατηρεί την εργασία ενεργή στη σκέψη, αυξάνοντας την πιθανότητα να επιστρέψει σε αυτήν και να την ολοκληρώσει. Έτσι, η στρατηγική του «ξεκινώ έστω και για λίγα λεπτά» μπορεί να αποτελέσει αποτελεσματικό μέσο υπέρβασης της αναβλητικότητας.

Το Φαινόμενο Zeigarnik έχει επίσης εφαρμογές στις διαπροσωπικές σχέσεις. Οι αρνητικές εμπειρίες που δεν έχουν συζητηθεί ή επιλυθεί συχνά παραμένουν ενεργές στη μνήμη και επανέρχονται στη σκέψη με μεγαλύτερη συχνότητα από τις θετικές εμπειρίες. Οι ανεπίλυτες συγκρούσεις, οι παρεξηγήσεις και τα συναισθηματικά τραύματα μπορεί να επαναλαμβάνονται νοητικά, επηρεάζοντας την εμπιστοσύνη και την ποιότητα των σχέσεων. Όσο ένα ζήτημα παραμένει ανοιχτό, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα να συνεχίσει να επιβαρύνει ψυχολογικά τα εμπλεκόμενα άτομα.

Τέλος, το Φαινόμενο Zeigarnik προσφέρει ένα ισχυρό επιχείρημα ενάντια στο multitasking. Όταν οι άνθρωποι προσπαθούν να διαχειριστούν πολλές εργασίες ταυτόχρονα, δημιουργούν έναν μεγάλο αριθμό ανολοκλήρωτων γνωστικών διεργασιών που ανταγωνίζονται για την προσοχή τους. Αυτό αυξάνει τη νοητική κόπωση, μειώνει τη συγκέντρωση και επιβραδύνει την παραγωγικότητα. Αντίθετα, η ολοκλήρωση μίας εργασίας πριν από τη μετάβαση στην επόμενη επιτρέπει την απελευθέρωση γνωστικών πόρων και συμβάλλει σε πιο αποτελεσματική και ποιοτική εργασία.

Ποια είναι η Zeigarnik; Η Bluma Wulfovna Zeigarnik (1901–1988) ήταν μια σημαντική Σοβιετική ψυχολόγος και ψυχίατρος με καταγωγή από τη Λιθουανία. Αναγνωρίζεται ως μία από τις σημαντικές προσωπικότητες στην ιστορία της ψυχολογίας του 20ού αιώνα. Η Zeigarnik σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και ήταν στην ερευνητική ομάδα του Lewin.

Το Φαινόμενο Zeigarnik αποκαλύπτει ότι ο ανθρώπινος νους δεν αντιμετωπίζει όλες τις εμπειρίες με τον ίδιο τρόπο. Οι εκκρεμότητες, οι διακοπές και οι ανεκπλήρωτοι στόχοι έχουν τη δύναμη να παραμένουν ενεργοί στη σκέψη και να επηρεάζουν τη μνήμη, τη μάθηση, τη συμπεριφορά και τις διαπροσωπικές σχέσεις. Η κατανόηση αυτού του μηχανισμού μπορεί να βοηθήσει τα άτομα να οργανώνουν αποτελεσματικότερα τη ζωή τους, να μειώνουν το άγχος, να ενισχύουν τη μάθησή τους και να διαχειρίζονται πιο αποτελεσματικά τις καθημερινές τους υποχρεώσεις.

 

Πηγές:

https://www.psychologytoday.com/us/basics/zeigarnik-effect.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Zuckerman: Αναζητώντας διεγέρσεις

Ο Marvin Zuckerman υπήρξε ένας σημαντικός ψυχολόγος του 20ού αιώνα και πρωτοπόρος στη μελέτη της προσωπικότητας και της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Ως ομότιμος καθηγητής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Delaware, αφιέρωσε μεγάλο μέρος της ακαδημαϊκής και ερευνητικής του πορείας στη διερεύνηση της αναζήτησης αισθήσεων (sensation seeking), ενός χαρακτηριστικού της προσωπικότητας που σχετίζεται με την επιθυμία για νέες, έντονες, πρωτότυπες και συναρπαστικές εμπειρίες. Η συμβολή του υπήρξε καθοριστική για την κατανόηση των παραγόντων που ωθούν ορισμένους ανθρώπους να αναλαμβάνουν περισσότερους κινδύνους και να επιδιώκουν δραστηριότητες που προσφέρουν έντονη διέγερση και συγκινήσεις.


Ο Zuckerman εντάχθηκε στο διδακτικό προσωπικό του Πανεπιστημίου του Delaware το 1969 και παρέμεινε ενεργός μέχρι τη συνταξιοδότησή του το 2002, οπότε και ανακηρύχθηκε ομότιμος καθηγητής. Κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης ακαδημαϊκής του σταδιοδρομίας απέκτησε διεθνή αναγνώριση χάρη στις πρωτοποριακές έρευνές του σχετικά με τη σχέση ανάμεσα στη βιολογία, την προσωπικότητα και τη συμπεριφορά. Απεβίωσε το 2018 σε ηλικία 90 ετών, αφήνοντας πίσω του ένα πλούσιο επιστημονικό έργο που εξακολουθεί να επηρεάζει τη σύγχρονη ψυχολογική έρευνα.

Το ερευνητικό του ενδιαφέρον επικεντρώθηκε στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η αναζήτηση αισθήσεων επηρεάζει διαφορετικές πτυχές της ανθρώπινης ζωής. Μελέτησε τη σύνδεσή της με τον αθλητισμό και τα επαγγέλματα υψηλού κινδύνου, τις κοινωνικές και ερωτικές σχέσεις, τις συζυγικές αλληλεπιδράσεις, τις καλλιτεχνικές προτιμήσεις, τα μέσα ενημέρωσης, τη φαντασία, το χιούμορ και τη δημιουργικότητα. Παράλληλα, διερεύνησε τη σχέση της με συμπεριφορές όπως το κάπνισμα, η κατανάλωση αλκοόλ, η χρήση ψυχοδραστικών ουσιών και οι διατροφικές συνήθειες. Η έρευνά του επεκτάθηκε επίσης σε ζητήματα ψυχικής υγείας, στρες και ψυχοπαθολογίας, συμβάλλοντας στην κατανόηση των ατομικών διαφορών στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τις προκλήσεις και τις πιέσεις της ζωής.

Η επιστημονική παραγωγή του ήταν ιδιαίτερα εκτεταμένη. Συγγραφέας πολλών σημαντικών βιβλίων και περισσότερων από 170 επιστημονικών άρθρων και ανασκοπήσεων, ο Zuckerman συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση της σύγχρονης θεωρίας της προσωπικότητας. Μέσα από το έργο του ανέπτυξε ένα ψυχοβιολογικό μοντέλο προσωπικότητας, σύμφωνα με το οποίο τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας δεν διαμορφώνονται αποκλειστικά από τις εμπειρίες και το κοινωνικό περιβάλλον, αλλά επηρεάζονται και από γενετικούς, νευροβιολογικούς και ψυχοφυσιολογικούς παράγοντες. Η προσέγγισή του συνέδεσε την ψυχολογία με τις βιολογικές επιστήμες, προσφέροντας μια πιο ολοκληρωμένη κατανόηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η αναζήτηση αισθήσεων αποτελεί ένα σταθερό χαρακτηριστικό της προσωπικότητας που χαρακτηρίζεται από την επιδίωξη εμπειριών και συναισθημάτων τα οποία είναι ποικίλα, πρωτότυπα, πολύπλοκα και έντονα. Τα άτομα με υψηλά επίπεδα αναζήτησης αισθήσεων είναι πρόθυμα να αναλάβουν σωματικούς, κοινωνικούς, οικονομικούς ή ακόμη και νομικούς κινδύνους προκειμένου να αποκτήσουν τέτοιες εμπειρίες. Ωστόσο, ο Zuckerman υποστήριζε ότι αυτά τα άτομα δεν αναζητούν τον κίνδυνο ως αυτοσκοπό. Αντίθετα, αυτό που τα κινητοποιεί είναι η επιθυμία για εξερεύνηση, διέγερση, περιπέτεια, ανακάλυψη και προσωπική ανάπτυξη. Ο κίνδυνος γίνεται αποδεκτός ως πιθανό κόστος της εμπειρίας και όχι ως ο βασικός στόχος της συμπεριφοράς.

Η αναζήτηση αισθήσεων μπορεί να εκδηλωθεί με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Σε ορισμένες περιπτώσεις συνδέεται με δραστηριότητες υψηλής αδρεναλίνης, όπως η ελεύθερη πτώση με αλεξίπτωτο, η αναρρίχηση, οι καταδύσεις, τα ακραία αθλήματα ή τα ταξίδια περιπέτειας. Σε άλλες περιπτώσεις εκφράζεται μέσα από πιο καθημερινές επιλογές, όπως η εκμάθηση νέων δεξιοτήτων, η ενασχόληση με δημιουργικές δραστηριότητες, η γνωριμία με διαφορετικούς πολιτισμούς, η συμμετοχή σε νέες κοινωνικές εμπειρίες ή η ανάληψη απαιτητικών προσωπικών στόχων. Επομένως, η αναζήτηση αισθήσεων δεν περιορίζεται απαραίτητα σε επικίνδυνες συμπεριφορές, αλλά μπορεί να αποτελέσει πηγή δημιουργικότητας, καινοτομίας και προσωπικής εξέλιξης.

Ο Zuckerman τόνισε επίσης ότι η τάση για εξερεύνηση και ανάληψη ρίσκου πιθανότατα διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην εξελικτική πορεία του ανθρώπινου είδους. Χάρη σε άτομα που ήταν πρόθυμα να αντιμετωπίσουν το άγνωστο, να εξερευνήσουν νέες περιοχές και να δοκιμάσουν διαφορετικούς τρόπους ζωής, οι ανθρώπινες κοινωνίες μπόρεσαν να επεκταθούν, να προσαρμοστούν σε νέα περιβάλλοντα και να αναπτύξουν νέες μορφές γνώσης και πολιτισμού. Από αυτή την οπτική, η αναζήτηση αισθήσεων δεν αποτελεί απλώς ένα ατομικό χαρακτηριστικό προσωπικότητας, αλλά μια δύναμη που έχει συμβάλει διαχρονικά στην πρόοδο, την καινοτομία και την εξέλιξη της ανθρωπότητας.

Η κληρονομιά του Marvin Zuckerman παραμένει ιδιαίτερα σημαντική στη σύγχρονη ψυχολογία, καθώς οι θεωρίες και τα ερευνητικά του ευρήματα συνεχίζουν να χρησιμοποιούνται για την κατανόηση της προσωπικότητας, της λήψης αποφάσεων, της ανάληψης κινδύνων και των ατομικών διαφορών στη συμπεριφορά. Το έργο του ανέδειξε ότι η επιθυμία για νέες εμπειρίες αποτελεί ένα βαθιά ριζωμένο ανθρώπινο χαρακτηριστικό, το οποίο μπορεί να επηρεάζει τόσο τις προσωπικές επιλογές όσο και την πορεία των κοινωνιών συνολικά.

 

Πηγές:

https://www.udel.edu/udaily/2018/november/in-memoriam-marvin-zuckerman/.

Schultz, D.P. & Schultz, S.E. (2021). Ψυχολογικές Θεωρίες Προσωπικότητας. Εκδόσεις Πεδίο.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Η ψυχολογική θεωρία του Μαιν ντε Μπιράν (1766-1824)

Σημαντικοί θεωρητικοί που διαμόρφωσαν την επιστήμη της Ψυχολογίας

 


Ο Γουίλιαμ Τζέιμς χαρακτήρισε τον Μαιν ντε Μπιράν ως τον σημαντικότερο ψυχολόγο του 18ου αιώνα. Η πνευματική του πορεία ξεκίνησε μέσα στο πλαίσιο της γαλλικής αισθησιοκρατικής παράδοσης, όμως σταδιακά απομακρύνθηκε από τις αρχικές αυτές θέσεις, επιδιώκοντας τη διαμόρφωση μιας πιο ολοκληρωμένης και δυναμικής αντίληψης για την ψυχολογία. Το έργο του διακρίνεται σε τέσσερις βασικές περιόδους, οι οποίες αντανακλούν την εξέλιξη της σκέψης του.

Κατά την πρώτη περίοδο (1790-1800), ο Μπιράν ήταν μέλος της ομάδας των «Ιδεολόγων», που είχε ιδρυθεί από τον Καμπανί με σκοπό τη διάδοση των ιδεών του Κοντιγιάκ. Εκείνη την εποχή υποστήριζε ότι η ανθρώπινη κατανόηση προέρχεται από τα δίκτυα συνδέσεων που δημιουργούνται στον εγκέφαλο ως αποτέλεσμα των ερεθισμάτων που δέχονται οι νευρικές ίνες από τις κινήσεις του εξωτερικού περιβάλλοντος. Επομένως, θεωρούσε ότι οι ψυχικές λειτουργίες μπορούν να εξηγηθούν κυρίως μέσω των αισθήσεων και των φυσιολογικών διεργασιών.

Το 1805 αποχώρησε από τους Ιδεολόγους και δημοσίευσε τη «Διατριβή επί της αποδόμησης της σκέψεως». Στο έργο αυτό άσκησε κριτική στη λεγόμενη «ψυχολογία των ινών», η οποία ερμήνευε την ανθρώπινη συμπεριφορά αποκλειστικά μέσα από μηχανιστικές αισθητηριακές διεργασίες. Αντίθετα, υποστήριξε ότι η σκέψη αποτελεί μια ενιαία και ολοκληρωμένη πραγματικότητα, η οποία, παρότι συγκροτείται από επιμέρους λειτουργίες, δεν ταυτίζεται με το απλό άθροισμά τους. Παράλληλα, ανέδειξε τον ρόλο της βούλησης ως συνειδητής και σκόπιμης δραστηριότητας που συγκροτεί τον πυρήνα της προσωπικής ταυτότητας. Με αυτή την προσέγγιση, ο άνθρωπος δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως παθητικός αποδέκτης των αισθητηριακών ερεθισμάτων, αλλά ως ενεργό ον που διαθέτει μια εσωτερική πνευματική δύναμη, ικανή να εξηγήσει τη ζωή και τη δράση του.

Κατά την τρίτη φάση της σκέψης του, η οποία είχε ήδη διαμορφωθεί έως το 1810 και ολοκληρώθηκε στο έργο «Δοκίμιο για τα θεμέλια της ψυχολογίας» (1812), ο Μπιράν κατέληξε ότι η ψυχολογία είναι η επιστήμη που μελετά τα άμεσα δεδομένα της συνείδησης. Σε αντίθεση με το καρτεσιανό «Σκέφτομαι, άρα υπάρχω», διατύπωσε τη θέση «Βούλομαι, άρα υπάρχω», τονίζοντας την πρωταρχική σημασία της βούλησης. Για τον ίδιο, αντικείμενο της ψυχολογίας είναι η μελέτη της συνειδητής προθετικότητας του εαυτού. Ως προς τη μεθοδολογία, υποστήριζε την αντικειμενική παρατήρηση του εαυτού μέσα από την προσωπική εμπειρία. Έτσι, ο ενεργός εαυτός ή το εγώ αποτελεί το βασικό αντικείμενο της ψυχολογικής έρευνας, ενώ η ανθρώπινη ευφυΐα συνδέεται άμεσα με τον βαθμό ελευθερίας του ατόμου.

Στην τελευταία περίοδο του έργου του, η οποία ξεκινά περίπου το 1820, ο Μπιράν στράφηκε περισσότερο προς τη θρησκευτική εμπειρία. Προσπάθησε να ενσωματώσει τις πνευματικές και θρησκευτικές διαστάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης στη γενικότερη θεωρία του για την ψυχολογία.

Οι απόψεις του δέχθηκαν κριτική, καθώς μετακινήθηκαν από φυσιολογικές και αισθησιοκρατικές ερμηνείες προς πιο μυστικιστικές προσεγγίσεις. Παρ’ όλα αυτά, η έκταση και ο πλούτος της σκέψης του παραμένουν εντυπωσιακά στοιχεία του έργου του. Η σταδιακή μεταβολή των αντιλήψεών του φαίνεται να οφείλεται στη δυσαρέσκειά του απέναντι στους περιορισμούς των εξηγήσεων που βασίζονταν αποκλειστικά στην αισθητηριακή φυσιολογία. Κεντρικό ρόλο στην εξέλιξη της σκέψης του έπαιξε η έμφαση που έδινε στη μοναδικότητα κάθε ατόμου.

Ο Μπιράν δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τα χαρακτηριστικά που είναι κοινά σε όλους τους ανθρώπους, είτε αυτά αφορούν τη φυσιολογία είτε τις βασικές ψυχολογικές λειτουργίες. Αντίθετα, επικέντρωνε το ενδιαφέρον του στις δημιουργικές και απρόβλεπτες εκφάνσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς, οι οποίες εκφράζουν την ιδιαίτερη προσωπικότητα κάθε ατόμου. Αντίστοιχες προσπάθειες διεύρυνσης της ψυχολογίας προς μια πιο ολοκληρωμένη επιστήμη, ικανή να ερμηνεύσει την ατομική διαφοροποίηση, συναντώνται και στο έργο άλλων σημαντικών μορφών της ιστορίας της ψυχολογίας.

 

Πηγή:

Brennan, J.F. (2009). Ψυχολογία. Ιστορία και Συστήματα. Αθήνα: Τόπος. Danzinger, K. (1990).

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.