Κυριακή 15 Μαρτίου 2026

Η θεωρία του Jerome Bruner

Ο ψυχολόγος Jerome Bruner μπορεί να θεωρηθεί ως ένας θεωρητικός που γεφυρώνει διαφορετικές προσεγγίσεις για την ανάπτυξη. Από τη μία πλευρά, υιοθετεί την ιδέα της ποιοτικής αλλαγής στη γνωστική εξέλιξη, όπως αυτή διατυπώθηκε από τον Jean Piaget, και από την άλλη τονίζει ότι η ανάπτυξη δεν πραγματοποιείται σε απομόνωση, αλλά μέσα σε ένα ζωντανό κοινωνικο-πολιτισμικό πλαίσιο που τη διαμορφώνει ουσιαστικά.

 

Για τον Bruner, το παιδί δεν είναι ένας «μικρός επιστήμονας» που πειραματίζεται μόνο του με τον κόσμο, αλλά ένα ενεργό μέλος μιας κοινότητας και ενός πολιτισμού που επηρεάζει βαθιά τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται και μαθαίνει. Η γνωστική ανάπτυξη μοιάζει με ένα δυναμικό σύστημα κανόνων και στρατηγικών, το οποίο σταδιακά βελτιώνεται ώστε να ενεργοποιείται αποτελεσματικά κάθε φορά που προκύπτει μια νέα πρόκληση. Το παιδί γεννιέται με έμφυτες δυνατότητες, ένα δυναμικό προσαρμογής, το οποίο όμως χρειάζεται τα κατάλληλα ερεθίσματα για να ενεργοποιηθεί. Σε αυτό το σημείο, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν οι γονείς και οι δάσκαλοι, καθώς προσφέρουν εμπειρίες, γλωσσικά εργαλεία και πλαίσια νοήματος που τροφοδοτούν την ανάπτυξη.

Κεντρική έννοια στη θεωρία του Bruner αποτελεί η ενσωμάτωση. Πρόκειται για τη διαδικασία με την οποία το παιδί οργανώνει τις σκέψεις και τις πράξεις του σε ανώτερες κατηγορίες, εμπλουτίζοντάς τες με νέες εμπειρίες και τροποποιώντας τις ήδη υπάρχουσες. Μέσα από αυτή τη συνεχή αναδιοργάνωση, ο νους λειτουργεί ολοένα και πιο αποτελεσματικά: μειώνονται οι πληροφορίες που απαιτούνται για τη λήψη αποφάσεων και γίνεται ευκολότερη η κατανόηση των σχέσεων ανάμεσα σε αντικείμενα και γεγονότα. Ωστόσο, η διαδικασία αυτή δεν είναι ουδέτερη· επηρεάζεται από τις κοινωνικές συμβάσεις και τους κανόνες του πολιτισμού μέσα στον οποίο μεγαλώνει το παιδί.

Ιδιαίτερη σημασία έδωσε ο Bruner στον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά αναπαριστούν τον κόσμο. Αντί να μιλήσει για αυστηρά στάδια ανάπτυξης, πρότεινε τρεις μορφές αναπαράστασης, οι οποίες εμφανίζονται με σταθερή σειρά και η καθεμία βασίζεται στην προηγούμενη, χωρίς όμως να εξαφανίζεται. Οι μορφές αυτές παραμένουν, σε κάποιο βαθμό, ενεργές σε όλη τη διάρκεια της ζωής.

Η πρώτη είναι η ενεργητική αναπαράσταση, κατά την οποία το βρέφος γνωρίζει τον κόσμο μέσα από τη δράση και την άμεση επαφή με τα αντικείμενα. Ακολουθεί η εικονική αναπαράσταση, που εμφανίζεται περίπου στα δύο έτη, όταν το παιδί αρχίζει να χρησιμοποιεί νοερές εικόνες για να κατανοήσει την πραγματικότητα. Η ικανότητα αυτή προετοιμάζει το έδαφος για τη συμβολική αναπαράσταση, την πιο σύνθετη μορφή, όπου κυρίαρχο ρόλο έχει η γλώσσα. Σε αυτό το επίπεδο, το παιδί δεν περιορίζεται στο να φαντάζεται αντικείμενα και γεγονότα, αλλά τα χειρίζεται νοητικά, σχηματίζοντας αφηρημένες έννοιες που ενισχύουν την ικανότητά του να ελέγχει και να κατανοεί το περιβάλλον του.

Η εκπαίδευση κατέχει εξέχουσα θέση στη σκέψη του Bruner. Η νοητική ανάπτυξη συνδέεται με τη διαρκώς αυξανόμενη ικανότητα αναπαράστασης και κατανόησης του κόσμου, ενώ εξαρτάται από τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού συστήματος αποθήκευσης εμπειριών και γνώσεων. Όσο περισσότερες και ποικιλότερες εμπειρίες αποκτούν τα παιδιά, τόσο πιο ευέλικτο και προσαρμοστικό γίνεται το γνωστικό τους σύστημα. Κεντρικό εργαλείο αυτής της διαδικασίας είναι η γλώσσα, η οποία λειτουργεί ως μέσο οργάνωσης της σκέψης και προώθησης της μάθησης.

Τέλος, η νοητική ανάπτυξη αντανακλά την αλληλεπίδραση του παιδιού με τον «δάσκαλο», όρος που περιλαμβάνει κάθε πρόσωπο που συμβάλλει στην κοινωνικοποίησή του. Η χρήση συμβολικών συστημάτων ενισχύει αποφασιστικά τη διδασκαλία και τη μετέπειτα μάθηση, ενώ το παιδί, καθώς αναπτύσσεται, αποκτά την ικανότητα να διαχειρίζεται πολλαπλά και διαδοχικά γεγονότα ταυτόχρονα, γεγονός που σηματοδοτεί την αυξανόμενη πολυπλοκότητα και ωριμότητα της σκέψης του.

 

Πηγή: 

Ρούσσος, Π. 2014. Γνωστική ψυχολογία. Ανώτερες γνωστικές διεργασίες. Εκδόσεις Τόπος.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Διαβάζοντας το βιβλίο: Γνωστική ψυχολογία. Ανώτερες γνωστικές διεργασίες

«Ο συλλογικός αυτός τόμος αποτελείτο δεύτερο μέρος μιας εισαγωγής στον κλάδο της γνωστικής ψυχολογίας και διαπραγματεύεται τις ανώτερες γνωστικές διεργασίες.

Στο πρώτο κεφάλαιο, ο Θανάσης Πρωτόπαπας κάνει μία ευρεία επισκόπηση των νοητικών διεργασιών που εμπλέκονται στη γλωσσική επικοινωνία, προφορική ή γραπτή. 

 

Τα δύο επόμενα κεφάλαια, του Πέτρου Ρούσσου, αναφέρονται στη σκέψη, με έμφαση στη λύση προβλημάτων και τη συλλογιστική. Στο τέταρτο κεφάλαιο, ο Σπύρος Τάνταρος παρουσιάζει τις σημαντικότερες θεωρίες γνωστικής ανάπτυξης.

Στο πέμπτο, η Μπετίνα Ντάβου διαπραγματεύεται τη σχέση μεταξύ νόησης και συγκινήσεων. Στο τελευταίο κεφάλαιο, ο Νίκος Μακρής κάνει μία εισαγωγή στις θεωρίες της γνωστικής ανάπτυξης για τη συνείδηση.

Το βιβλίο απευθύνεται, κυρίως, σε προπτυχιακούς φοιτητές ψυχολογίας, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί ένα σύγχρονο και φιλικό εγχειρίδιο για εκείνον τον αναγνώστη ο οποίος, χωρίς καμία προηγούμενη επαφή με την επιστήμη της ψυχολογίας, θέλει να μελετήσει τις διεργασίες που μας επιτρέπουν να κατανοούμε τον κόσμο» (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

«Αφασία: η δυσλειτουργία της γλώσσας μετά από εγκεφαλική βλάβη. Προκαλείται από την καταστροφή των περιοχών του εγκεφάλου όπου γίνεται η επεξεργασία της γλώσσας, ή από την καταστροφή των συνδέσεων αυτών των περιοχών μεταξύ τους ή με περιοχές άλλων λειτουργιών. Η καταστροφή μπορεί να οφείλεται σε διαταραχή της κυκλοφορίας του αίματος ή σε άλλες αιτίες, όπως όγκοι και εκφυλιστικά νοσήματα του εγκεφάλου» (σελ. 21).

«Πώς μαθαίνουν τα παιδιά τη γλώσσα τους; Σίγουρα ότι με διδασκαλία, καθώς κανείς δεν χρειάζεται να πάει στο σχολείο για να μάθει να μιλάει. Η απόκτηση της γλωσσικής ικανότητας θεωρείται ότι αποτελεί μέρος της ανθρώπινης φύσης, αρκεί ένα βρέφος να αναπτυχθεί μέσα στο φυσικό του περιβάλλον, δηλαδή μέσα σε μια κοινωνικής ομάδα ανθρώπων που αποτελεί τη γλωσσική του κοινότητα. […]

Τα βρέφη έρχονται στον κόσμο με κάποια γλωσσική εμπειρία, καθώς έχουν εκτεθεί στον ήχο της φωνής της μητέρας τους τελευταίους μήνες της κύησης. Ο ήχος αυτός δεν είναι καθαρός, αφού το έμβρυο βρίσκεται μέσα σε υγρό. Μοιάζει με ομιλία που την ακούμε με το κεφάλι μας κάτω από το νερό ή πίσω από έναν τοίχο. Ακούγεται κυρίως η προσωδία και λιγότερο ή καθόλου το φωνητικό περιεχόμενο. Έχοντας την πληροφορία αυτή από την περίοδο της κύησης, το νεογέννητο μπορεί να αναγνωρίσει τη φωνή της μητέρας. Σύντομα μπορεί να διακρίνει τη γλώσσα της μητέρας από άλλες γλώσσες, ακόμη και όταν ακούγονται από διαφορετικές ομιλητές.

Επίσης, μπορεί να διακρίνει διαφορετικές συλλαβές. Μετά από μερικούς μήνες μπορεί να εντοπίζει συνηθισμένες λέξεις μέσα στην ομιλία και να μαθαίνει ταυτόχρονα νέες λέξεις και τα αντικείμενα στα οποία αυτές αντιστοιχούν» (σελ. 23-24). 

 

Πηγή: 

Ρούσσος, Π. 2014. Γνωστική ψυχολογία. Ανώτερες γνωστικές διεργασίες. Εκδόσεις Τόπος.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Διαβάζοντας το βιβλίο: Αποχαιρετισμός στον λόγο

Του Πωλ Φεγεράμπεντ

 

«Ο ‘’Αποχαιρετισμός στον Λόγο’’ απευθύνει μια ρωμαλέα πρόκληση στον επιστημονικό ορθολογισμό που υπόκειται στα δυτικά ιδεώδη της ‘’προόδου’’ και της ‘’ανάπτυξης’’, των οποίων οι ολέθριες συνέπειες αναγνωρίζονται πλέον ευρέως. Τα δοκίμια αυτού του βιβλίου, παρά την ποικιλία τους ως προς τα θέματα και τις αφορμές για τις οποίες γράφτηκαν, έχουν συνεπή φιλοσοφικό στόχο. Ο Φεγεράμπεντ είτε εξετάζει την ελληνική τέχνη και σκέψη είτε υπερασπίζεται την Εκκλησία στη διαμάχη της με το Γαλιλαίο είτε ερευνά την εξέλιξη της κβαντικής φυσικής είτε εκθέτει τον δογματισμό του Κάρλ Πόπερ, προβάλλει μια ιστοριστική και σχετιστική αντίληψη για τις επιστήμες. Η επίκληση του Λόγου, όπως επιμένει, είναι κενολογία και πρέπει να την αντικαταστήσουμε με μια αντίληψη της επιστήμης που να την υπάγει στις ανάγκες των πολιτών και των κοινωνιών. Προληπτικός, πολεμικός και αυστηρή επιχειρηματολογία, ο ‘’Αποχαιρετισμός στον Λόγο’’ θα εξοργίσει τους επικριτές του Φεγεράμπεντ και θα καταευχαριστήσει τους πολλούς που συμφωνούν μαζί του» (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

«Καμία επιλογή δεν χρειάζεται να επηρεάσει τον ρόλο της επιστήμης στον πολιτισμό μας. Ούτε ισχυρίζομαι ότι μπορούμε να κάνουμε χωρίς τις επιστήμες. Εφόσον επιτρέψαμε ή και συμμετείχαμε στο να κατασκευαστεί ένα περιβάλλον στο προσκήνιο, και από υλικής απόψεως, στα τεχνικά προϊόντα, και από πνευματικής, στις ιδέες που αφήνουμε να καθοδηγούν τις μείζονες αποφάσεις, όλοι εμείς οι επιστήμονες, καθώς και οι απλοί πολίτες του Δυτικού πολιτισμού, είμαστε υποταγμένοι στην κυριαρχία τους. Εντούτοις, οι κοινωνικές συνθήκες αλλάζουν και μαζί τους αλλάζει και η επιστήμη.

Η επιστήμη του δέκατου ένατου αιώνα απαρνήθηκε τα πλεονεκτήματα της πολιτιστικής πολλαπλότητας, η επιστήμη του εικοστού αιώνα, φρονηματισμένη μετά από μια σειρά μάλλον ανατρεπτικών επαναστάσεων, και παρακινημένη από τους κοινωνιολόγους και τους ανθρωπολόγους, τα αναγνωρίζει. Οι ίδιοι, οι πολιτικοί, οι φιλόσοφοι και οι επιστήμονες, που υποστηρίζουν την επιστήμη, αλλάζουν την επιστήμη μέσα από αυτή την ίδια την υποστήριξη, και μαζί αλλάζουν επίσης τον κόσμο.

Ο κόσμος δεν είναι μια στατική οντότητα που κατοικείται από σκεπτόμενα μυρμήγκια τα οποία, έρποντας στις σχισμές της, σταδιακά ανακαλύπτουν τα γνωρίσματά της, δίχως να τα μεταβάλλουν ούτε στο ελάχιστο. Είναι μια δυναμική και πολυεδρική οντότητα που επηρεάζει και αντανακλά τη δραστηριότητα των εξερευνητών της. Ήταν κάποτε ένας κόσμος γεμάτος θεούς, κατόπιν έγινε ένας πληκτικός υλικός κόσμος, υπάρχει δε η ελπίδα πως θα αλλάξει κι άλλο, και θα γίνει ένας ειρηνικότερος κόσμος, όπου θα συνεργάζονται η ύλη και η ζωή, η σκέψη και τα αισθήματα, η ανανέωση και η παράδοση προς όφελος όλων» (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

«Ο πρακτικός σχετικισμός αφορά τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να επηρεάσουν τη ζωή μας απόψεις, έθιμα και παραδόσεις διαφορετικές από τις δικές μας. Έχει ένα πραγματολογικό μέρος, που αναφέρεται στο πώς μπορούμε να επηρεαστούμε καθώς και ένα κανονιστικό μέρος, που πραγματεύεται το πώς πρέπει να επηρεαστούμε» (σελ. 40).

«Το να μιλά κανείς για αξίες είναι έμμεσος τρόπος για να περιγραφεί το είδος ζωής που θέλει να ζήσει ή νομίζει ότι θα έπρεπε να ζει. Οι άνθρωποι όμως έχουν τακτοποιήσει τη ζωή τους με πολλούς και διάφορους τρόπους. Είναι αναμενόμενο, επομένως, πράξεις που φαίνονται απολύτως κανονικές σε έναν πολιτισμό, να απορρίπτονται και να καταδικάζονται σε έναν άλλο» (σελ. 43).

Πηγή:  

Πωλ Φεγεράμπεντ. 2002. Αποχαιρετισμός στον λόγο. Εκδόσεις Εκκρεμές.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Διαβάζοντας το βιβλίο: Ο θάνατος και η ζωή μετά

«Όλοι πρόκειται να πεθάνουμε, ενώ ο κόσμος θα συνεχίσει να υπάρχει και χωρίς εμάς. Σε αυτό το εξαιρετικά πρωτότυπο βιβλίο, ο Samuel Scheffler διερευνά τους ισχυρούς, αλλά συχνά αδιόρατους τρόπους με τους οποίους αυτά τα προφανή γεγονότα επηρεάζουν τις αξίες που διέπουν τις ζωές μας και τα κίνητρα που τις διαμορφώνουν». 

 

Thomas Nagel, NYU, The New York Review of Books

«Η πραγμάτευση των ζητημάτων [από τον Scheffler] με τα οποία αυτός έχει καταπιαστεί είναι καινοφανής και πρωτότυπη [...] Πραγματικά, φαίνεται ότι έχει θέσει, σε ένα αυστηρά φιλοσοφικό πλαίσιο, ορισμένα νέα ερωτήματα. Αν μη τι άλλο, εξ όσων γνωρίζω, κανείς πριν από αυτόν δεν έχει επιχειρήσει να πραγματευτεί αυτά τα ερωτήματα με τόσο συστηματικό τρόπο. Έτσι, φαίνεται ότι έχει τελικά διανοίξει ένα καινούριο και πολλά υποσχόμενο πεδίο φιλοσοφικής διερεύνησης δεν πρόκειται για μικρό κατόρθωμα, σε ένα γνωστικό αντικείμενο στο οποίο πολλές από τις πιο εξέχουσες διάνοιες έχουν ήδη αφιερώσει τον εαυτό τους εδώ και σχεδόν τρεις χιλιάδες χρόνια». Harry G. Frankfurt, Princeton University, από το "Πώς η ζωή μετά από τον θάνατο έχει σημασία" (στον ανά χείρας τόμο)

«Πρόκειται για ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και καλογραμμένα βιβλία φιλοσοφίας που έχω διαβάσει εδώ και πολύ καιρό. Το βιβλίο του Scheffler είναι εντελώς πρωτότυπο ως προς τη θεμελιώδη του σύλληψη, λαμπρό στην ανάλυση και την επιχειρηματολογία του, περιεκτικό και κάποιες φορές όμορφο στη διατύπωσή του». Stephen Darwall, Yale University

«Ένα πραγματικά υπέροχο και πολύ σημαντικό βιβλίο». Derek Parfit, All Souls College, University of Oxford

Ο θάνατος και η ζωή μετά είναι ένα θέμα που απασχολεί τη φιλοσοφία και τη θρησκεία με διαφορετικές προσεγγίσεις, όπως η αθανασία της ψυχής έναντι της ανυπαρξίας μετά. Στο βιβλίο εξετάζεται πως η γνώση ότι ο κόσμος συνεχίζεται χωρίς εμάς επηρεάζει τις αξίες μας αντί για την προσωπική αθανασία.

Το βιβλίο εστιάζει στο πως οι αξίες μας εξαρτώνται από τη συνέχεια της ανθρωπότητας όχι από τη δική μας επιβίωση μετά θάνατον. Ο Σπινόζα αρνείται τη ζωή μετά τον θάνατο υποστηρίζοντας ότι η ψυχή πεθαίνει μαζί με το σώμα και δεν υπάρχει παράδεισος ή κόλαση.

«Έχουμε λόγους να φοβόμαστε τον θάνατο, ανεξάρτητα από το εάν μας ‘’αποστέρει’’ από τα αγαθά της μέλλουσας ζωής, καθώς μας ‘’εξαλείφει’’: επιφέρει την ανυπαρξία μας.

Αν δεν πεθαίνουμε ποτέ, δε θα ζούσαμε καθόλου μια ζωή ή μια ζωή εμφορούμενη από αξίες.

Το να μην πεθαίνουμε ποτέ, αλλά παρόλα αυτά να συνεχίζουμε να διάγουμε μια ζωή ή το να πεθαίνουμε ποτέ, αλλά να συνεχίζουμε να διάγουμε μια ζωή εμφορούμενη από αξίες είναι εννοιολογικά ανακόλουθο.

Το να μην πεθαίνουμε ποτέ θα ήταν για εμάς καταστροφή, καθώς θα μας στερούσε από μια ζωή ή από μια ζωή εμφορούμενη από αξίες» (σελ. 211-212).

 

Πηγή:

Samuel Scheffler. 2019. Ο θάνατος και η ζωή μετά. Εκδόσεις Αρσενίδη.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Διαβάζοντας το βιβλίο: «Για τον χαρακτήρα»

Μια ψυχαναλυτική προσέγγιση

 

«Ο χαρακτήρας συνιστά θυσία του αυθορμητισμού μας. Σήμερα μπορούμε να σκεφθούμε ψυχαναλυτικά τις περιπτώσεις όπου πάσχουν οι διαδικασίες της εσωτερίκευσης και το Εγώ λειτουργεί με ελλείμματα ψυχοποίησης. Στο μέτρο που δεν λειτουργεί επαρκώς η συμβολοποίηση το Εγώ οργανώνει στοιχεία του χαρακτήρα, που αναλαμβάνουν τις λειτουργίες της μητέρας - περιβάλλον. Οργανώνει τις δυσκολίες απαρτίωσης με "διοικητικές αποφάσεις", συνήθεις τρόπους συμπεριφοράς. 

 

Με τα στοιχεία του χαρακτήρα ρυθμίζουμε με "γεωγραφικές λύσεις" την απόσταση από το αντικείμενο που δεν έχουμε επαρκώς εσωτερικεύσει. Θέτουμε τα εξωτερικά αντικείμενα στη θέση των συμβολικών. Τα εμπλέκουμε σε δράσεις και αντιδράσεις. Τα στοιχεία του χαρακτήρα τονίζουν τη δομή της οργάνωσης, όχι τη σύγκρουση. Αντιμετωπίζουν τις εμπειρίες που το Εγώ δεν μπορεί να μεταβολίσει. Αποφεύγουν τις δευτερογενείς απωθήσεις. Συνδέουν "έξω - μέσα". Αφορούν την επεξεργασία των συγκρούσεων αλλά και την εκτόνωση των εντάσεων. Συντίθενται από το Εγώ από λιβιδινικές και τραυματικές πηγές.

Έχουν αμυντικό ρόλο, συγκρατούν έναν τόπο καθήλωσης, όπου θα σταθεί το Εγώ με διάρκεια και σταθερότητα για να αποκρούσει ή να αναδιοργανώσει μια παλινδρόμηση μέσα σε μια μεταβίβαση που θα ανοίξει νέους αναπαραστατικούς δρόμους.

Ο χαρακτήρας με μια "λογική μαφίας" προσφέρει προστασία από τις απειλές που ενεργοποιεί. Οργανώνει επαναλήψεις συμπεριφορών "αυτοθεραπείας" [θεραπείας συμπεριφοράς], μηχανισμών με τους οποίους το Εγώ ελέγχει τις άμυνες εναντίον της απειλής επανατραυματισμού» (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

«Ο ασυνάρτητος χαρακτήρας εξαρτάται από τις δυσκολίες που συναντά το Εγώ ως προς καθέναν από τους τρεις παράγοντες που προαναφέρθηκαν. Οι ασυνάρτητοι χαρακτήρες δεν είναι ικανοί να φέρουν εις πέρας τη λειτουργία της εναρμόνισης των τριών διαφορετικών απαιτήσεων. Το να επιτύχουν τα άτομα τη γενετήσια κυριαρχία είναι η καλύτερη εγγύηση. Η σεξουαλική συμπεριφορά είναι το μοντέλο της γενικής συμπεριφοράς όλου του χαρακτήρα. Όταν έχει κατακτηθεί η γενετήσια κυριαρχία, οι διάφορες συνιστώσες ενορμήσεις εμφανίζονται ως μια απαρτιωμένη οργάνωση» (σελ. 126).

 

Πηγή:

Μανωλόπουλος Σωτήρης. 2012. Για τον χαρακτήρα. Μια ψυχαναλυτική προσέγγιση. Εκδόσεις Μετά.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Κυριακή 8 Μαρτίου 2026

Διαβάζοντας το βιβλίο: Υποδειγματικές οικογένειες

Στο βιβλίο «Υποδειγματικές οικογένειες», ο συγγραφέας παρουσιάζει και σχολιάζει διάφορες «υποδειγματικές» οικογένειες από γνωστά λογοτεχνικά έργα. Μέσα από αυτές τις περιπτώσεις εξερευνά τις σχέσεις ανάμεσα σε γονείς και παιδιά, τις συγκρούσεις μέσα στην οικογένεια, τον ρόλο της οικογένειας στην κοινωνία και τα ηθικά και ψυχολογικά διλήμματα των μελών της.

 

Ο Ζουμπουλάκης χρησιμοποιεί παραδείγματα από την παγκόσμια λογοτεχνία, αναλύοντας χαρακτήρες και οικογενειακές δυναμικές. Οι οικογένειες που παρουσιάζει δεν είναι πάντα «ιδανικές»· πολλές φορές είναι προβληματικές ή τραγικές, αλλά λειτουργούν ως χαρακτηριστικά παραδείγματα των ανθρώπινων σχέσεων.

Το βιβλίο αποτελείται από περίπου 15 μικρές ιστορίες/κεφάλαια, βασισμένες σε πραγματικά περιστατικά οικογενειών που γνώρισε ο συγγραφέας στη διάρκεια της 60χρονης καριέρας του ως παιδίατρος. Κάθε κεφάλαιο παρουσιάζει μια διαφορετική οικογένεια και αναδεικνύει τις δυσκολίες, τις συγκρούσεις και τα συναισθήματα που υπάρχουν μέσα στις οικογενειακές σχέσεις.

Σε κάποια κεφάλαια παρουσιάζονται οικογένειες που αντιμετωπίζουν σοβαρές ασθένειες των παιδιών. Ο συγγραφέας περιγράφει τον φόβο και την αγωνία των γονιών, τη σχέση τους με τον γιατρό και τον τρόπο που η ασθένεια αλλάζει τη συμπεριφορά της οικογένειας. Σημαντικό ρόλο παίζει η αγάπη και η στήριξη μέσα στην οικογένεια. Υπάρχουν και οικογένειες που δείχνουν εξαιρετική αφοσίωση στα παιδιά τους. Μέσα από τις περιγραφές ιστοριών φαίνεται ότι οι γονείς θυσιάζουν χρόνο και προσωπικές ανάγκες, στηρίζουν τα παιδιά τους όταν αντιμετωπίζουν δυσκολίες και προβλήματα και συνεργάζονται με τον γιατρό για τη θεραπεία τους. Επίσης, οι οικογένειες προέρχονται από διαφορετικά κοινωνικά περιβάλλοντα, όπως από φτωχά κοινωνικά στρώματα, από ανώτερα κοινωνικά στρώματα ή από διαφορετικές χώρες. Τα προβλήματα που εμφανίζονται μέσα στην οικογένεια δεν εξαρτώνται μόνο από το κοινωνικο-οικονομικό υπόβαθρο αλλά κυρίως από τις ανθρώπινες σχέσεις.

Ο συγγραφέας καταλήγει πως μετά από τόσες οικογένειες που συνάντησε ως παιδίατρος δεν συνάντησε ποτέ την απόλυτα υποδειγματική οικογένεια. Όλες οι οικογένειες έχουν ατέλειες, αλλά του ζητούμενο είναι να είναι ανθρώπινες.  

 

Πηγή:

Ζουμπουλάκης, Δημήτρης, 2015. Υποδειγματικές οικογένειες. Αθήνα: Εκδόσεις Κοράλλι.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Η κοινωνικο-πολιτισμική θεωρία του Vygotsky

Η κοινωνικο πολιτισμική θεωρία του Vygotsky δίνει έμφαση στον τρόπο με τον οποίο προχωρεί η νοητική ανάπτυξη ως προϊόν των κοινωνικών συναλλαγών ανάμεσα στα μέλη μιας πολιτισμικής ομάδας.

Ο Vygotsky που έζησε μια πολύ σύντομη ζωή (1896-1934) υποστήριξε ότι τα παιδιά αντιλαμβάνονται και κατανοούν τον κόσμο, καθώς συναναστρέφονται με τους ενήλικες και τα άλλα παιδιά στην επίλυση προβλημάτων.

Συγκριτικά με άλλες θεωρίες, η κοινωνικο-πολιτισμική θεωρία τονίζει με έμφαση ότι η ανάπτυξη αποτελεί αμοιβαία συναλλαγή ανάμεσα στο παιδί και τους ανθρώπους στο περιβάλλον του. Ο Vygotsky πίστευε ότι τα πρόσωπα και το περιβαλλοντικό πλαίσιο επηρεάζουν το παιδί, το οποίο με τη σειρά του ασκεί επίδραση στα άτομα και στο πλαίσιο αυτό. Το φαινόμενο αυτό συνεχίζεται σε έναν ατέρμονα κύκλο, καθώς το παιδί αποτελεί αφενός δέκτη των επιδράσεων κοινωνικοποίησης και αφετέρου πηγή της επίδρασης.

Αξιολόγηση της θεωρίας του Vygotsky

Ο Vygotsky ήταν ένας από τους πρώτους θεωρητικούς στην ανθρώπινη ανάπτυξη που αναγνώρισε τη σημασία του πολιτισμικού επιπέδου και, καθώς η σημερινή κοινωνία γίνεται όλο και πιο πολυπολιτισμική, η κοινωνικο-πολιτισμική θεωρία μας βοηθά να αναγνωρίσουμε τον πλούτο και την ποικιλία των παραγόντων που διαμορφώνουν την ανάπτυξη.

Παρόλα αυτά, η κοινωνικο-πολιτισμική θεωρία έχει δεχτεί σημαντική κριτική. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η έμφαση του Vygotsky στον ρόλο του πολιτισμού και της κοινωνικής εμπειρίας τον οδήγησε στο να παραβλέψει τις επιδράσεις των βιολογικών παραγόντων στην ανάπτυξη. Επιπλέον, η προσέγγιση φαίνεται να μειώνει το ρόλο που μπορεί να παίξει το άτομο στη διαμόρφωση του δικού του περιβάλλοντος. Και όπως έχουμε ήδη δει παρουσιάζοντας την ανθρωπιστική προσέγγιση, το κάθε άτομο είναι ικανό να παίξει κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση της πορείας της προσωπικής του ανάπτυξης.

 

Feldman, S.R. 2019. Αναπτυξιακή ψυχολογία. Εκδόσεις Gutenberg.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Διαβάζοντας το βιβλίο: «Ο κύκνος κι αυτός»

Της Μάρως Βαμβουνάκη

 

«’’Ο κύκνος κι αυτός’’ είναι το πρώτο της μυθιστόρημα και κυκλοφόρησε πρώτη φορά το 1979. Περιγράφει τον διχασμό ενός ανθρώπου ανάμεσα στον έναστρο κρυφό κόσμο της πνευματικότητας του και στο μίζερο φανερό κόσμο της προσωπικής του ζωής:

‘’Μπορεί να έχεις την ωραιότερη ιδέα της γης.

Μια ιδέα παγκόσμια, σωτήρια, να σε καίει και να σε παρασέρνει ψηλά. Και στην προσωπική σου ζωή, ένα μικρό γελοίο εμπόδιο, να σου βάζει τρικλοποδιά και να σε εξευτελίζει. Να σε καταδικάζει σε μια καθημερινότητα που όχι μόνο δεν εγκρίνεις μα που περιφρονείς μέχρι θανάτου. Και να τη συνεχίζεις…» (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

«Τα πρόσωπα των επιβατών παίρνουν μιαν όψη τότε!

Μάσκες ακίνητες που κοιτούν κατευθείαν μπρος.

Όχι συγκεκριμένα. Μπρος μόνο. Κατευθείαν μπρος. Κι όλο το ταξίδι τούτο έπαιρνε κάτι το αλλόκοτο, το εξωπραγματικό.

Μια γεύση θανάτου, μια μυρωδιά κάτω κόσμου.

Έχει προσέξει πως οι επιβάτες του υπόγειου τραίνου σπάνια μιλούν μεταξύ τους.

Συνήθως σιωπούν.

Φωτίζονται από το κίτρινο φως των ηλεκτρικών λαμπιονιών και χλωμοί, κοιτάζουν μπρος όπως περνούν από τις στοές.

Σαν κάτι να περιμένουν, κάτι να υπομένουν…» (σελ. 8).

 

Βαμβουνάκη, Μ. 1992. Ο κύκνος κι αυτός. Εκδόσεις Φιλιππότη.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

«Η βία της θετικότητας»

Του Μπιουνγκ- Τσουλ Χαν

 

«Η συσσώρευση του θετικού προκαλεί μια υπερτροφία και στένωση της κυκλοφορίας, η οποία οδηγεί το σύστημα σε έμφραξη. Μετά από ένα ορισμένο σημείο η πληροφορία δεν είναι πια ενημερωτική, η παραγωγή δεν είναι πια παραγωγική, η επικοινωνία δεν είναι πια επικοινωνιακή. Όλα αυξάνονται και διογκώνονται πέρα από τους στόχους τους, πέρα από τους καθορισμούς τους, πέρα από την οικονομία της χρήσης τους. 

 

Έτσι λοιπόν, γράφει ο Μποντριγιάρ: ‘’Υπάρχει μια τρομαχτική συνέπεια της αδιάκοπης παραγωγής θετικότητας, διότι αν η αρνητικότητα γεννά την κρίση και την κριτική, η υπερβολική θετικότητα από τη μεριά της γεννά την καταστροφή. […] Κάθε δομή που καταδιώκει, οστρακίζει, εξορκίζει τα αρνητικά της στοιχεία, διατρέχει τον κίνδυνο μιας καταστροφής μέσω ολικής αναστροφής, όπως κάθε ζωντανός οργανισμός που καταδιώκει και εξαλείφει τα σπέρματά του, τους βακίλους του, τα παράσιτά του, τους βιολογικούς εχθρούς του, διατρέχει τον κίνδυνο της μετάστασης και του καρκίνου, δηλαδή μιας αδηφάγας θετικότητας των δικών του κυττάρων ή τον μολυσματικό κίνδυνο να καταβροχθιστεί από τα δικά του, άεργα πλέον, αντισώματα. Όποιος εξοντώνει το καταραμένο απόθεμά του, υπογράφει τον θάνατό του. Αυτό είναι το θεώρημα του καταραμένου αποθέματος’’. Ο Μποντριγιάρ, εδώ, ακολουθεί με προβληματικό τρόπο το σχήμα της απώθησης και της επιστροφής. Ο αποκλεισμός του Άλλου ή του καταραμένου αποθέματος προκαλεί μιαν άλλη ετερότητα» (σελ. 157-158).

«Σύμφωνα με τη γενεαλογία της εχθρότητας του Μποντριγιάρ, στο πρώτο στάδιο εχθρός είναι ο λύκος. Είναι ένας εξωτερικός εχθρός που επιτίθεται κι εμείς αμυνόμαστε κατασκευάζοντας οχυρά και υψώνοντας τείχη.

Στα επόμενα στάδια, η ορμή και η ορατότητα του εχθρού εξασθενούν όλο και περισσότερο. Ο εχθρός μικραίνει και κρύβεται.

Έτσι, στο επόμενο στάδιο εμφανίζεται ως αρουραίος που διεξάγει τις επιχειρήσεις του στο υπέδαφος, πράγμα το οποίο καθιστά αναγκαία μια άλλη στρατηγική άμυνας. Τα τείχη και οι φράκτες δεν φέρνουν κανένα αποτέλεσμα.

Μόνο η υγιεινή ή οι τεχνικές καθαριότητας απομακρύνουν τον κίνδυνο, που εκπορεύεται από αυτόν.

Μετά το τρίτο στάδιο, αυτό του σκαθαριού, αποκτά τελικά ο εχθρός ιογενή μορφή.

Το τέταρτο στάδιο είναι οι ιοί. Δεν μπορεί να αμυνθείς αποτελεσματικά εναντίον των ιών, καθώς αυτοί βρίσκονται στην καρδιά του συστήματος.

Προκύπτει ένας φασματικός εχθρός, ο οποίος εξαπλώνεται σε όλον τον πλανήτη, ενσταλάζεται παντού όπως ένας ιός και εισχωρεί σε όλες τις ρωγμές της εξουσίας» (σελ. 163-164).

 

Μπιουνγκ- Τσουλ Χαν. 2022. Τοπολογία της βίας. Εκδόσεις Opera.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Η συνεργατική θεραπεία

«Στη συνεργατική θεραπεία η γνώση του πελάτη έχει προεξέχουσα θέση. Ο πελάτης θεωρείται ο ειδικός στη ζωή του και είναι ο δάσκαλος του θεραπευτή. Ο θεραπευτής σέβεται, τιμά, πριμοδοτεί και παίρνει στα σοβαρά την πραγματικότητα του πελάτη. Αυτό περιλαμβάνει το ποια ιστορία, ή ποια μέρη αυτής, ο πελάτης επιλέγει να αφηγηθεί και τον τρόπο με τον οποίο προτιμάει να την εξιστορήσει- πως επιλέγει να εκφράσει τη γνώση του. 

 

Ο θεραπευτής δεν έχει προσδοκίες ότι η ιστορία πρέπει να εκτυλιχτεί με μια συγκεκριμένη σειρά ή με ένα συγκεκριμένο ρυθμό. Ο θεραπευτής δεν περιμένει συγκεκριμένα είδη απαντήσεων και πληροφοριών και δεν ασκεί κριτική για αυτά. Επίσης, ο θεραπευτής δεν αναζητεί, ούτε σκέφτεται με βάση προτεινόμενες από τη θεωρία γλωσσικές νύξεις που τροφοδοτούν τους ορισμούς των προβλημάτων και τις λύσεις τους.

Ο θεραπευτής εμπιστεύεται ότι οι πελάτες γνωρίζουν καλύτερα τους εαυτούς τους και θα μιλήσουν για αυτό ου είναι σημαντικό για εκείνους- καθώς επίσης και πότε και πώς. Αυτή η εξέχουσα θέση της γνώσης του πελάτη έρχεται σε αντιπαράθεση με άλλες θεραπευτικές προσεγγίσεις, στις οποίες η επαγγελματική γνώση που εισάγεται από έξω ορίζει εξωτερικά τα προβλήματα, τις λύσεις, την έκβαση και την επιτυχία –δημιουργώντας διαχωρισμούς ειδικού- μη ειδικού» (σελ. 88-89).

Ο θεραπευτής βρίσκεται μέσα σε σχέση και συζήτηση με τον πελάτη για ένα πολύ μικρό μέρος της ζωής του πελάτη. Ο θεραπευτής καλύπτει τα κενά ή δημιουργεί τα ελλιπή μέρη μιας ιστορίας με βάση τις δικές του γνώσεις. «Η στάση του θεραπευτή προσκαλεί τον πελάτη σε μια αμοιβαία ή κοινή αναζήτηση επάνω στα τρέχοντα θέματα ή ζητούμενα. Αυτή η αναζήτηση ξεκινάει από την είσοδο του θεραπευτή στη σχέση ως μαθητευόμενου και του πελάτη ως δασκάλου του θεραπευτή. Ο θεραπευτής θέλει να μάθει και να κατανοήσει τον πελάτη από την οπτική και με βάση τις προτιμήσεις του δεύτερου. Ο θεραπευτής θέλει να μάθει τη βιωμένη εμπειρία του πελάτη και τα νοήματα και τις κατανοήσεις που σχετίζονται με αυτήν» (σελ. 90).

Ο θεραπευτής δεν γνωρίζει εκ των προτέρων, γνωρίζει μαζί με… «Για να κατανοήσεις τον άλλο όσο πληρέστερα γίνεται ως ένα μοναδικό άτομο με μοναδικές συνθήκες ζωής, απαιτείται να αφήσεις πίσω τη γνώση με τη μοντερνιστική έννοια. Πρέπει να μάθεις για το άτομο από το άτομο» (σελ. 92). «Οι θεραπευτές συχνά μαθαίνουν να λειτουργούν αντλώντας από εσωτερικές, ιδιωτικές σκέψεις, κατανοήσεις όπως διαγνώσεις, κρίσεις ή υποθέσεις. Αυτές οι σκέψεις μπορούν να επηρεάσουν το πώς ο θεραπευτής ακροάζεται και ακούει, και μπορούν να κατευθύνουν τις ερωτήσεις και αποκρίσεις του θεραπευτή. Από μια συνεργατική στάση, οι θεραπευτές είναι ανοιχτοί και κάνουν τις αόρατες σκέψεις ορατές» (σελ. 93).

Θεραπευτής και πελάτης γίνονται αμοιβαία συμμετέχοντες που προσπαθούν να κατανοήσουν και ναν αποκριθούν ο ένας στον άλλο μέσα από τη συζήτηση και τη σχέση. Θεραπευτής και πελάτης διαπλάθονται και αναπλάθονται- διαμορφώνονται και μεταμορφώνονται… Θεραπευτής και πελάτης κατασκευάζουν κάτι καινούργιο μαζί… κάτι που αναδύεται συνεχώς σε όλη τη διάρκεια της συνάντησης… Ο θεραπευτής γίνεται εταίρος στη συζήτηση, δίνει αξία στην αυθεντία του άλλου, συνοδεύει τον πελάτη σε ένα ταξίδι και πορεύεται πλάι του και το καινούργιο αναδύεται μέσα από την τοπική συζήτηση. Έχει έναν αμοιβαίο χαρακτήρα και ταιριάζει με τρόπο μοναδικό στα άτομα που εμπλέκονται.

 

Harlene Anderson & Diane Gehart. 2014. Συνεργατική θεραπεία. Σχέσεις και συζητήσεις που κάνουν τη διαφορά., University Studio Press.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026

Οι επαναλήψεις και η έννοια της μεταβίβασης στην ψυχανάλυση

«Η αποτυχία της ανάλυσης της 18χρονης Dora -Ida Bauer- το 1900, η οποία εγκατέλειψε σε κατάσταση σοκ τον Freud μετά από έντεκα εβδομάδες θεραπείας, οδήγησε στην ανακάλυψη της μεταβίβασης. Ο Freud κατάλαβε εκ των υστέρων ότι σε αυτή την ανάλυση δεν συνειδητοποίησε εγκαίρως μια αντίσταση που πήγαζε από τη μεταβίβαση της εφήβου: ‘’Η μεταβίβαση, που φαίνεται να ορίζεται ως το μεγαλύτερο εμπόδιο, γίνεται ο πιο δυνατός σύμμαχος, εάν η παρουσία της μπορέσει να ανιχνευθεί και εξηγηθεί στην ασθενή’’.

 

Η Dora επισκέφθηκε τον Freud μετά την ερωτική σχέση που ανέπτυξε ο πατέρας της με την κ.Κ., τη γυναίκα ενός φιλικού ζευγαριού. Ο κ. Κ, για να εκδικηθεί την προδοσία, φλέρταρε την Dora, την κόρη του αντιζήλου του, φιλώντας τη μια μέρα ξαφνικά στο στόμα. Αυτό που τη σόκαρε, είπε στον Freud, είναι ότι όταν την έσφιξε ένιωσε το εν στύσει πέος πάνω στο σώμα της. Μετά ανέπτυξε αηδία και σοκ όταν ερχόταν σε επαφή με άνδρες, κατάθλιψη και ιδέες αυτοκτονίας» (σελ. 181).

Ο Sigmund Freud, στην περίπτωση της Dora, φαίνεται να ασκεί και ο ίδιος μια μορφή «σαγήνης», επιβάλλοντας τη δική του ερμηνεία ώστε να επιβεβαιώσει τη θεωρία του ότι τα υστερικά συμπτώματα έχουν σεξουαλική προέλευση και ότι τα όνειρα αποκαλύπτουν τις ασυνείδητες συγκρούσεις. Παρά τη διακοπή της θεραπείας, μετέτρεψε αυτή την αποτυχία σε θεωρητικό κέρδος: διαπίστωσε ότι η Dora μετέφερε στον αναλυτή συναισθήματα και σενάρια από σημαντικά πρόσωπα του παρελθόντος της. Έτσι, η σαγήνη που είχε βιώσει από τον φίλο του πατέρα της αναβίωνε στη σχέση της με τον ίδιο τον αναλυτή, ως συνέχεια μιας ακόμη παλαιότερης εμπειρίας με τον πατέρα της.

Είκοσι χρόνια αργότερα, ο Freud αναθεώρησε εν μέρει τη στάση του. Το 1923 παραδέχθηκε σε υποσημείωση ότι δεν είχε αναγνωρίσει επαρκώς την έντονη ομόφυλη προσκόλληση της Dora στη μητέρα της ούτε τη σημασία του ομόφυλου έρωτα στον ψυχισμό της. Ομολόγησε ότι δεν τη βοήθησε να το συνειδητοποιήσει. Η αδυναμία του αυτή συνδεόταν και με τα θεωρητικά του όρια: ενώ στο κλινικό υλικό αναφερόταν στις πρώιμες εμπειρίες του θηλυκού σώματος και στις εσωτερικές γενετήσιες διεγέρσεις, στη θεωρία του απέρριπτε την ιδέα μιας πρωτογενούς θηλυκότητας, υποστηρίζοντας ότι το μικρό κορίτσι βιώνει τον εαυτό του ως «ευνουχισμένο αγόρι».

Η έννοια της μεταβίβασης είχε ήδη παρουσιαστεί από τον Freud το 1895 στις Μελέτες επί της Υστερίας, όπου περιγράφεται ως η μεταφορά ασυνείδητων αναπαραστάσεων στον αναλυτή — αρχικά θεωρούμενη κυρίως ως μορφή αντίστασης στην ανάκληση τραυματικών αναμνήσεων. Στην Η Ερμηνεία των Ονείρων (1900) μίλησε για «σκέψεις εκ μεταβίβασης»: όταν μια ασυνείδητη αναπαράσταση δεν μπορεί να εισέλθει αυτούσια στο συνειδητό, συνδέεται με μια προσυνειδητή ή συνειδητή παράσταση (όπως τα κατάλοιπα της ημέρας), διοχετεύοντας εκεί τη συναισθηματική της ένταση.

Αργότερα, ο Freud έδωσε έναν πιο δυναμικό ορισμό: οι μεταβιβάσεις είναι νέες εκδοχές παλαιών ενορμήσεων και φαντασιώσεων που ενεργοποιούνται στη θεραπεία και βιώνονται όχι ως αναμνήσεις του παρελθόντος, αλλά ως ζωντανές εμπειρίες που αφορούν τον αναλυτή στο παρόν. Έτσι, ανοίχθηκε ένας νέος δρόμος κατανόησης του ασυνειδήτου.

Η μελέτη της μεταβίβασης εμπλουτίστηκε και από άλλους ψυχαναλυτές, όπως ο Sándor Ferenczi, ο οποίος τόνισε ότι οι ασθενείς συχνά ωθούν τον αναλυτή να ενσαρκώσει τον γονεϊκό ρόλο που ταυτόχρονα αγαπούν, φοβούνται και μισούν. Η μεταβίβαση είναι επομένως αμφιθυμική — θετική και αρνητική μαζί.

Στη σύγχρονη ψυχαναλυτική σκέψη, η μεταβίβαση δεν θεωρείται μόνο επανάληψη του παρελθόντος στο παρόν. Είναι και δημιουργία: μέσα στη θεραπευτική σχέση μπορεί να αναδυθεί και να μορφοποιηθεί ένα βίωμα που ποτέ πριν δεν είχε αναπαρασταθεί, εκφραστεί ή εγγραφεί στην ψυχική ιστορία του υποκειμένου. Έτσι, η μεταβίβαση γίνεται όχι μόνο ανάμνηση, αλλά και πρωτογενής εμπειρία.

 

Πηγή:

Μανωλόπουλος Σωτήρης. 2012. Για τον χαρακτήρα. Μια ψυχαναλυτική προσέγγιση. Εκδόσεις Μετά.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Η νευρωτική –υστερική, ιδεοψυχαναγκαστική- οργάνωση

Η νευρωτική οργάνωση του χαρακτήρα προκύπτει όταν επιμέρους χαρακτηριστικά και στάσεις συνδυάζονται με τρόπο που θυμίζει τις νευρώσεις. Ωστόσο, διαφέρει από τη νεύρωση, γιατί δεν βασίζεται σε σχηματισμούς συμβιβασμού που δημιουργεί το Εγώ για να επιλύσει μια σύγκρουση. Αντίθετα, ο σχηματισμός χαρακτήρα, ακόμη κι όταν βρίσκεται κοντά στη νεύρωση, λειτουργεί και ως τρόπος εκτόνωσης της εσωτερικής έντασης μέσα από τη συμπεριφορά και τις σωματικές εκδηλώσεις.

 

Η αναγνώριση του «νευρωτικού χαρακτήρα» αποτέλεσε σημαντική εξέλιξη: ένα άτομο μπορεί να μην εμφανίζει εμφανή συμπτώματα, αλλά ο τρόπος που αγαπά, εργάζεται και σχετίζεται κοινωνικά να καθορίζεται από ιδεοψυχαναγκαστικούς μηχανισμούς. Η έννοια του χαρακτήρα επιτρέπει να συνδέσουμε την παρατηρήσιμη συμπεριφορά με την εσωτερική ψυχική οργάνωση, λαμβάνοντας υπόψη τις συγκρούσεις, τις σχέσεις αντικειμένου, τις φαντασιώσεις, αλλά και ζητήματα ταυτότητας και οικογενειακών δεσμών.

Ο Jean Baudry διέκρινε σαφώς το σύμπτωμα από το στοιχείο χαρακτήρα. Όρισε τον χαρακτήρα ως ένα ευρύ σύνολο σταθερών και τυπικών γνωρισμάτων και στάσεων που μας επιτρέπουν να αναγνωρίζουμε ένα πρόσωπο. Ο χαρακτήρας λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα σε αυτό που φαίνεται εξωτερικά και σε αυτό που είναι δομικό στον ψυχισμό, υπερβαίνοντας την απλή λογική των συμβιβαστικών σχηματισμών. Τον μελέτησε σε συνάρτηση με το Εγώ, την οργάνωση του ψυχικού οργάνου, την αυτονομία, τις ασυνείδητες φαντασιώσεις, τις σχέσεις αντικειμένου, την παιδική νεύρωση και την προσαρμογή.

Από τη σταθερότητα των συμπεριφορών και των στάσεων μπορούμε να εντοπίσουμε στοιχεία χαρακτήρα. Εφόσον αναγνωρίσουμε αρκετά από αυτά, αναζητούμε έναν βασικό «οργανωτή» που να εξηγεί τη μεταξύ τους συνοχή. Αν αυτός είναι επαρκώς περιεκτικός, συγκροτεί έναν τύπο χαρακτήρα. Μέσα από τη μελέτη τέτοιων τύπων επιχειρείται η διατύπωση γενικών αρχών που εξηγούν τη δομή και την ύπαρξη του χαρακτήρα συνολικά — δηλαδή την οργάνωσή του.

Το πρώτο ψυχαναλυτικό μοντέλο ήταν ο «πρωκτικός χαρακτήρας», όπως περιγράφηκε από τον Sigmund Freud. Μια φαινομενικά απλή τριάδα γνωρισμάτων απέκτησε θεωρητικό βάθος, καθώς συνδέθηκε με έννοιες όπως η ενόρμηση, η άμυνα, η ταύτιση, η επιθετικότητα, το Υπερεγώ, η αντίληψη, η μνήμη, ο ναρκισσισμός και το τραύμα. Σε αντίθεση με λογοτεχνικούς τύπους όπως ο Don Juan, ο πρωκτικός χαρακτήρας δεν μπορεί να κατανοηθεί χωρίς αναφορά στη θεωρία των ενορμήσεων.

Ο Freud επισήμανε ότι οι στάσεις που συγκροτούν τους αμυντικούς μηχανισμούς εμπεριέχουν και ενορμητικά στοιχεία. Η γνωσιακή ιδιοτυπία των ασθενών αντανακλά την αλληλεπίδραση ενόρμησης και άμυνας, ενώ συχνά παρατηρείται έντονη αυτοκριτική και δυσκολία άμεσης έκφρασης της επιθετικότητας.

Σε δομικό επίπεδο, ο χαρακτήρας συνδέεται με το Εγώ αλλά δεν ταυτίζεται με αυτό. Δεν αποτελεί ανεξάρτητη ψυχική λειτουργία με δική της ενέργεια ούτε έχει από μόνος του αιτιώδη δύναμη. Είναι το αποτέλεσμα της συνθετικής και απαρτιωτικής δράσης του Εγώ. Τα στοιχεία του χαρακτήρα είναι το τελικό προϊόν αυτής της επεξεργασίας. Όταν παγιωθούν, το Εγώ γίνεται δύσκαμπτο. Ο Freud τόνισε τον ρόλο των ταυτίσεων στη διαμόρφωση του Εγώ, γεγονός που εγείρει το ερώτημα αν ο χαρακτήρας αποτελεί υποδιαίρεσή του ή ιδιαίτερο γνώρισμα που διαφοροποιεί τη λειτουργία του από άτομο σε άτομο.

Εξ ορισμού, τα στοιχεία του χαρακτήρα υποδηλώνουν σταθερότητα και περιορίζουν την ελευθερία επιλογής, λειτουργώντας ως «διακόπτες» που κατευθύνουν τη συμπεριφορά. Παραμένουν σταθερά ακόμη και σε συνθήκες κινδύνου. Η δυσκαμψία του χαρακτήρα αφορά την αδυναμία αλλαγής συμπεριφοράς, ακόμη κι όταν η αλλαγή θα ήταν προσαρμοστική. Δεν πρόκειται απλώς για πείσμα· το άτομο βιώνει την αλλαγή ως απώλεια της ίδιας του της ταυτότητας.

Η αυτονομία του χαρακτήρα κατακτάται σταδιακά και προσφέρει μια σχετική ανεξαρτησία από τις συγκρούσεις, προστατεύοντας από παλινδρόμηση και αποδιοργάνωση. Ωστόσο, σε συνθήκες έντονης πίεσης μπορεί να εμφανιστούν παροδικές μεταβολές στη συμπεριφορά. Για να μιλήσουμε όμως για πραγματική αλλαγή χαρακτήρα, απαιτείται βαθιά δομική μεταβολή, όπως τροποποίηση μιας ασυνείδητης φαντασίωσης. Τελικά, η αυτονομία του χαρακτήρα συνδέεται με το υποκειμενικό αίσθημα ότι ενεργούμε με σχετική ανεξαρτησία και ελεύθερη βούληση.

 

Πηγή:

Μανωλόπουλος Σωτήρης. 2012. Για τον χαρακτήρα. Μια ψυχαναλυτική προσέγγιση. Εκδόσεις Μετά.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Διαβάζοντας το βιβλίο: «Η γεροντική κατάθλιψη»

«Ποικίλοι ψυχοκοινωνικοί παράγοντες διαπλέκονται και προκαλούν τις διαταραχές του συναισθήματος στις μεγάλες ηλικίες. Διακρίνονται σε παράγοντες ευπάθειας κι επικινδυνότητας. Παράλληλα, μια σειρά από ψυχοκοινωνικούς παράγοντες προστατευτικότητας δρουν αντισταθμιστικά, θωρακίζουν την ψυχική υγεία των ηλικιωμένων και καθιστούν εφικτή την πρόληψη της ψυχικής διαταραχής της κατάθλιψης.

 

Η ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των ηλικιωμένων και των οικογενειών τους σε θέματα σχετικά με την προσαρμογή στο γήρας θα οδηγήσει στην καλύτερη θεραπευτική αντιμετώπιση της καταθλιπτικής διαταραχής, που με τέτοια συχνότητα προσβάλλει τα άτομα των σύγχρονων κοινωνιών στον 21ο αιώνα» (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

«Οι γεροντοκράτες είναι ικανοί να διαχειρίζονται με επιτυχία τις θλίψεις τους, ώστε να μην συσσωρεύουν μέσα τους αρνητικά συναισθήματα. Έτσι, αποφεύγουν να πέσουν στην παγίδα της αντιδραστικής κατάθλιψης λόγω των συσσωρευμένων ματαιώσεων που έχουν βιώσει και του θυμού που τις έχει συνοδεύσει. [..] Οι γεροντοκράτες εκμυστηρεύονται τις θλίψεις τους και τις κάνουν αντικείμενο επεξεργασίας, γιατί γνωρίζουν ότι η άρνηση της θλίψης είναι αυτή που οδηγεί σε κατάθλιψη. Αν προσθέσουμε σε όλα αυτά και την αίσθηση του χιούμορ που χαρακτηρίζει τους γεροντοκράτες, θα κατανοήσουμε γιατί οι ηλικιωμένοι αυτοί σπανίως γίνονται πελάτες των ψυχολόγων και των ψυχιάτρων.

Ωστόσο, οι πιο πολλοί άνθρωποι ανήκουν στη μεγάλη κατηγορία των γεροντοφοβικών. Τούτο γίνεται εμφανές από τις νεότερες ήδη ηλικίες, από τότε που εκφράζουν φόβους για την πιθανή έλευση ασθενειών, ανεπαρκειών, κλπ. Από τότε που υποστηρίζουν ότι η ζωή δεν έχει νόημα να παρατείνεται, αν δεν συνοδεύεται από ποιότητα, δύναμη, στόχους και επιτυχίες. Οι γεροντοφοβικοί δύσκολα δέχονται κάποια αγωγή που θα αποσκοπεί να τους συμφιλιώσει με την ιδέα της απώλειας. Αποκτούν άγχος, αντιδρούν με έντονο παράπονο και είναι πιθανό να εκδηλώσουν αντιδραστική κατάθλιψη. Επίσης, οι δυσάρεστες σκέψεις έρχονται κυρίως το βράδυ. Αυτοί δυσκολεύονται να κοιμηθούν και αναζητούν παρηγοριά στο φαγητό και το ποτό. Η κλασική εκδήλωση αυτής της μορφής κατάθλιψης στους άνδρες είναι η κατανάλωση ποτών, που μπορεί να οδηγήσει στον αλκοολισμό.

Οι γεροντοφοβικοί κινδυνεύουν επίσης να περιπέσουν σε ενδογενή κατάθλιψη. Οι γεροντοφοβικοί κρατούν μέσα τους αισθήματα που δεν εξωτερικεύουν, κοιμισμένα για χρόνια. Ακολουθούν το αίτημα του πολιτισμού μας που δεν εγκρίνει την έκφραση έντονων συναισθημάτων. Δεν μπορούν να κλάψουν όταν στεναχωρούνται και προσποιούνται ότι όλα πάνε καλά- ενώ μέσα τους συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Παραγνωρίζουν τη δύναμη των δακρύων και την ανεκτίμητη αξία τους ως μέσου ανακούφισης από τη λύπη και την ένταση. Αγνοούν ότι τα δάκρυα και η θλίψη αποτελούν μέρος της διαδικασίας συναισθηματικής επούλωσης των τραυμάτων μας. Μην επιτρέποντας στον εαυτό τους να εκφράσουν τη λύπη τους και να κλάψουν, παρεμποδίζουν μια φυσιολογική λειτουργία. Κλείνοντας, μέσα τους τη δυστυχία, οι γεροντοφοβικοί δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ενδογενή κατάθλιψη. Πνίγοντας τα δυσάρεστα συναισθήματά τους, σταματούν τη φυσιολογική διαδικασία του ψυχικού πόνου και δεν αφήνουν τον εαυτό τους να ωριμάσει. Έτσι, όμως, απογυμνώνουν τη ζωή τους από τον πλούτο που έχει ακόμη να τους προσφέρει, αλλά και από τις θλίψεις που αναπόφευκτα θα τους επισκεφθούν» (σελ. 49-51).

 

Πηγή:

Άννα Παγοροπούλου. 2018. Η γεροντική κατάθλιψη. Εκδόσεις Gutenberg.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Η ενδογενής κατάθλιψη στην τρίτη ηλικία

Η ενδογενής κατάθλιψη εκδηλώνεται συχνά αιφνίδια, χωρίς ένα εμφανές εξωτερικό ερέθισμα, παρότι στην πραγματικότητα αποτελεί την κατάληξη μακροχρόνιου στρες και βαθύτερων, παλαιών ψυχικών διεργασιών. Παρατηρείται συνήθως σε άτομα με υψηλό βαθμό αυτοελέγχου και εσωτερικής πειθαρχίας — ανθρώπους που για χρόνια «κρατούν» τα συναισθήματά τους υπό έλεγχο, μέχρι που ο μηχανισμός αυτός εξαντλείται. Σε αντίθεση με την αντιδραστική κατάθλιψη, η οποία συνδέεται εμφανώς με κάποιο γεγονός ζωής και εμφανίζεται συχνότερα στις γυναίκες, η ενδογενής μορφή προσβάλλει άνδρες και γυναίκες σε παρόμοια συχνότητα, ενώ συνολικά οι αντιδραστικές μορφές είναι πολλαπλάσιες σε εμφάνιση.

Η ενδογενής κατάθλιψη χαρακτηρίζεται από έντονη ψυχοκινητική επιβράδυνση — η σκέψη γίνεται αργή και βαριά, οι κινήσεις περιορίζονται, η καθημερινή λειτουργικότητα μειώνεται αισθητά. Συχνά παρατηρείται ανορεξία, πολύ πρωινή αφύπνιση και έντονη επιδείνωση της διάθεσης κατά τις πρωινές ώρες. Τα συμπτώματα αυτά βασανίζουν ιδιαίτερα άτομα με γεροντοφοβικές τάσεις, δηλαδή ανθρώπους που βιώνουν τη γήρανση ως απειλή απώλειας αξίας, δύναμης και ταυτότητας.

Η γεροντοκρατική και η γεροντοφοβική στάση απέναντι στη ζωή δεν αποτελούν δύο απόλυτα διακριτές κατηγορίες, αλλά τα άκρα ενός συνεχούς. Οι περισσότεροι ηλικιωμένοι δεν ανήκουν αποκλειστικά στο ένα ή στο άλλο άκρο· κινούνται ανάμεσά τους, συνδυάζοντας στοιχεία και από τις δύο στάσεις. Όπως συμβαίνει με πολλά ανθρώπινα χαρακτηριστικά, η κατανομή τους ακολουθεί την αρχή της κανονικής κατανομής, όπως περιγράφεται από τον Carl Friedrich Gauss: οι περισσότεροι βρίσκονται γύρω από τον μέσο όρο και λιγότεροι στα άκρα.

Η γεροντοφοβική αντίληψη ενισχύεται όταν οργανικοί παράγοντες (π.χ. σωματικές ασθένειες, νευρολογικές μεταβολές) και ψυχολογικοί παράγοντες (απώλειες, μοναξιά, μείωση ρόλων) δρουν ταυτόχρονα. Καθώς μειώνεται η αντοχή στις αλλαγές, ακόμη και μικρές δυσκολίες βιώνονται ως δυσβάστακτες. Η δυσφορική διάθεση μπορεί να ξεπεράσει τα όρια αντοχής του ατόμου, γεγονός που εξηγεί γιατί η κατάθλιψη στην τρίτη ηλικία θεωρείται δυνητικά αυτοκαταστροφική. Συχνά παρουσιάζει υφέσεις και εξάρσεις που επαναλαμβάνονται, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις διαρκεί χρόνια. Ο κίνδυνος αυτοχειρίας αυξάνεται ιδιαίτερα όταν συνυπάρχει εξάρτηση από το αλκοόλ. Επιβαρυντικοί παράγοντες θεωρούνται επίσης το ανδρικό φύλο, η κοινωνική απομόνωση και ορισμένοι κοινωνικοπολιτισμικοί δείκτες.

Στις γυναίκες, οι καταθλιπτικές διαταραχές εμφανίζονται ήδη από νεότερες ηλικίες και σε μεγαλύτερη συχνότητα συγκριτικά με τους άνδρες. Οι συναισθηματικές τους δυσκολίες εκδηλώνονται συχνότερα και εκφράζονται πιο άμεσα. Ωστόσο, αυτή η εκφραστικότητα λειτουργεί και προστατευτικά: όταν το συναίσθημα βρίσκει λέξεις, αρχίζει ήδη να μετασχηματίζεται. Η λεκτικοποίηση και η συμβολοποίηση της εμπειρίας αποτελούν βασικό βήμα προς τη θεραπεία. Έτσι, οι γυναίκες προσφεύγουν συχνότερα σε ψυχοθεραπευτική βοήθεια και μαθαίνουν να διαχειρίζονται τα αρνητικά τους συναισθήματα.

Αντίθετα, πολλοί άνδρες —ιδίως όσοι θεωρούν στίγμα την αναζήτηση ψυχολογικής υποστήριξης— τείνουν να αποσιωπούν τα συναισθήματά τους. Με τον χρόνο, η συναισθηματική καταπίεση παγιώνεται και η κατάθλιψη βιώνεται ως μια «ήρεμη απόγνωση»: μια σιωπηλή, εσωτερικευμένη οδύνη που παραμένει αβοήθητη. Έτσι, η έλλειψη έκφρασης δεν σημαίνει απουσία πόνου· συχνά σημαίνει ότι ο πόνος έχει βυθιστεί τόσο βαθιά, ώστε γίνεται αόρατος στους άλλους — αλλά όχι λιγότερο επικίνδυνος για το ίδιο το άτομο.

 

Πηγή:

Άννα Παγοροπούλου. 2018. Η γεροντική κατάθλιψη. Εκδόσεις Gutenberg.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Διαβάζοντας το βιβλίο: Η προθετικότητα στον εγκέφαλο και τη συμπεριφορά

«Το βιβλίο ‘’Η Προθετικότητα στον Εγκέφαλο και τη Συμπεριφορά’’ εστιάζεται σε ένα μάλλον παραμελημένο θέμα, που αφορά τόσο στην πλευρά της φιλοσοφίας όσο και σε αυτήν της νευροβιολογίας, σχετικά με την έννοια της «προθετικότητας» (intentionality). Ο όρος προθετικότητα αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο η συνείδηση μπορεί να βρίσκεται «περί» των πραγμάτων. Είναι η ιδιότητα του νου με την οποία οι ψυχικές καταστάσεις κατευθύνονται προς (directed at) ή σχετίζονται με (are about) ή αναφέρονται σε (refer to) καταστάσεις του κόσμου. Η προθετικότητα παίζει σημαντικό ρόλο στην υποκειμενική εμπειρία και διατρέχει όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες. 

Στο βιβλίο συζητείται μια σειρά δυνητικών συνδέσεων του προτεινόμενου προθετικού συστήματος (intentional system) στον εγκέφαλο, παρατηρώντας τα εννοιολογικά και νευροβιολογικά ίχνη της αναφορικότητας (aboutness) και της κατευθυντικότητας (directedness). Προτείνεται επίσης μια σειρά ψυχικών διαταραχών, ως αποτέλεσμα διαταραχής αυτής της νευροφαινομενολογικής «κατασκευής». Θεωρώ ότι η περιήγησή μας στον χώρο αυτόν θα συμβάλει περαιτέρω στην κατανόηση της αλληλεπίδρασης μεταξύ εγκεφάλου και νου, καθώς και της επέκτασης και αλληλεπίδρασής μας με τον κόσμο» (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

«Για τον Searle (1983): ‘’η προθετικότητα είναι η ιδιότητα των ψυχικών καταστάσεων να κατευθύνονται προς ή περί ή για αντικείμενα ή καταστάσεις του περιβάλλοντος. Οι πεποιθήσεις, οι φόβοι, οι ελπίδες και οι επιθυμίες είναι προθετικές, αλλά δεν είναι προθετικές καταστάσεις, όπως η νευρικότητα, η έξαρση ή το πλεονάζον άγχος. Οι πεποιθήσεις και οι επιθυμίες μου κινούνται πάντα προς κάποιο συγκεκριμένο θέμα, αλλά η νευρικότητα και το απροσδιόριστο άγχος κινούνται προς οποιοδήποτε θέμα.

Ο Searle προσθέτει τον όρο ‘’προθετική αιτιότητα’’ νοώντας την προθετικότητα ως μια εσωτερική, ενστικτική ή λογική δομή της αντίληψης και της δράσης. Δίνει επίσης πολλά παραδείγματα καταστάσεων που θα μπορούσαν να είναι προθετικές καταστάσεις, όπως πεποίθηση, φόβος, ελπίδα, επιθυμία, αγάπη, μίσος, αποστροφή, αρέσκεια, δυσαρέσκεια, αμφιβολία, απορία, χαρά, έξαρση, κατάθλιψη, άγχος, υπερηφάνεια, τύψεις, λύπη, θλίψη, ενοχή, αγαλλίαση, ευερεθιστότητα, αμηχανία, αποδοχή, άφεση, εχθρότητα, συναισθηματικότητα, προσδοκία, θυμός, θαυμασμός, περιφρόνηση, σεβασμός, αγανάκτηση, πρόθεση, ευχολογία, θέληση, φαντασίωση, ντροπή, ηδονή, αηδία, έχθρα, τρόμος, ευχαρίστηση, αποστροφή, φιλοδοξία, διασκέδαση, απογοήτευση. Πολλές από τις τρέχουσες εμπειρίες δεν θα ήταν ίσως εφικτές χωρίς την προηγούμενη εμπειρία μας.

Σύμφωνα επίσης με τη θεωρία  για την προθετικότητα που ανέπτυξε ο Searle, η κατεύθυνση προσαρμογής μιας προθετικής δράσης έχει πορεία από τον κόσμο προς τον νου, ενώ η κατεύθυνση αιτιότητα έχει πορεία από τον νου στον κόσμο, όπως για παράδειγμα το βίωμα που προκαλεί την κίνηση. Ο Searle επίσης ορίζει την αντίληψη ως μια προθετική και αιτιώδη συναλλαγή μεταξύ του νου και του κόσμου, όπου η κατεύθυνση προσαρμογής είναι από τον νου στον κόσμο και η αιτιώδης κατεύθυνση από τον κόσμο στον νου. Ανοίγει επίσης τη διερεύνηση του προβλήματος περί προθετικότητας της αντίληψης, χρησιμοποιώντας την έκφραση ‘’βίωμα του’’, και προσδιορίζοντας ότι αυτό το ‘’του’’ είναι ‘’του’’ της προθετικότητας. Υποστηρίζει επίσης ότι υπάρχει διαφορά ανάμεσα στις προηγούμενες προθέσεις και τις προθέσεις κατά τη δράση, αφού οι προηγούμενες προθέσεις είναι αυτές που προκαλούν τις προθέσεις κατά τη δράση, οι οποίες με τη σειρά τους προκαλούν την κίνηση, μια διαδικασία που την ονόμασε μεταβατικότητα της εμπρόθετης αιτιότητας» (σελ. 6-8).

 

Πηγή:

Γιωτάκος, Ο. (2023). Η προθετικότητα στον εγκέφαλο και τη συμπεριφορά. Εκδόσεις Βήτα.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Η προθετικότητα των συναισθημάτων

Σύμφωνα με τη γνωσιακή θεωρία των συναισθημάτων που διατύπωσαν οι Keith Oatley και Philip Johnson-Laird, τα συναισθήματα δεν αποτελούν απλώς υποκειμενικές εμπειρίες, αλλά βασικούς οργανωτικούς μηχανισμούς του νου. Η κύρια λειτουργία τους είναι να ρυθμίζουν και να αναδιοργανώνουν την «αρχιτεκτονική» των γνωσιακών διεργασιών, κατευθύνοντας την προσοχή, τη μνήμη και τη λήψη αποφάσεων. Με εξελικτικούς όρους, τα συναισθήματα διευκολύνουν την προσαρμογή του οργανισμού σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον. Αποτελούν μέρος της προθετικής μας στάσης απέναντι στον κόσμο: μέσω αυτών ανοιγόμαστε σε καταστάσεις, πρόσωπα και γεγονότα και ανταποκρινόμαστε με τρόπο που έχει νόημα για την επιβίωση και τη συνύπαρξη.

 

Οι φαινομενολόγοι τονίζουν ότι η ανθρώπινη εμπειρία δεν εξαντλείται στη σκέψη ή στην αντίληψη αντικειμένων. Ο κόσμος μάς αποκαλύπτεται και συναισθηματικά. Οι διαθέσεις, οι συγκινήσεις και τα συναισθήματα συνδιαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε την πραγματικότητα. Το «νόημα» του κόσμου δεν είναι ουδέτερο· αναδύεται μέσα από τη συναισθηματική μας εμπλοκή. Κάθε ιδιαίτερη συγκίνηση —αγάπη, μίσος, χαρά, λύπη, απογοήτευση— προσδίδει στο αντικείμενό της συγκεκριμένη ποιότητα και αξία. Έτσι, το περιεχόμενο του συναισθήματος δεν είναι απλώς εσωτερικό βίωμα, αλλά τρόπος φανέρωσης του κόσμου.

Τα συναισθήματα μπορούν να ιδωθούν ως δυναμικές διεργασίες που μεσολαβούν ανάμεσα στο άτομο και σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο κοινωνικό περιβάλλον. Έρευνες σε κοινωνικά ζώα έχουν δείξει ότι η συλλογική συναισθηματική συμπεριφορά ενισχύει τη συνοχή της ομάδας και διευκολύνει την επίλυση προβλημάτων. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από άλλους τομείς έρευνας: από τη μελέτη του γλωσσικού λεξιλογίου των συναισθημάτων και των μεταφορών, μέχρι πολιτισμικά φαινόμενα όπως οι κανόνες εθιμοτυπίας, οι μύθοι και οι θρύλοι, που κωδικοποιούν και μεταδίδουν συλλογικές συγκινησιακές εμπειρίες.

Οι θρησκευτικές και τελετουργικές θεωρίες υποστηρίζουν ότι οι τελετουργίες δημιουργούν κοινά συναισθήματα που συνδέονται με σύμβολα. Μέσα από αυτή τη συμβολική φόρτιση θεμελιώνονται οι πεποιθήσεις, η ηθική, η σκέψη και ευρύτερα ο πολιτισμός. Το συναίσθημα, επομένως, δεν είναι μόνο ατομικό αλλά και συλλογικό γεγονός.

Ο Maurice Merleau-Ponty επισήμανε ότι κάθε αντικείμενο αντανακλά και συνδέεται με όλα τα άλλα, υπογραμμίζοντας τη σχεσιακή φύση της εμπειρίας. Ο George Lakoff ανέδειξε τον ρόλο της ενσώματης γνώσης: οι αφηρημένες έννοιες και οι γνωσιακές δομές χαρτογραφούνται πάνω σε σωματικές εμπειρίες μέσω μεταφορών, εικόνων και πρωτοτύπων. Έτσι, ακόμη και οι πιο σύνθετες μορφές σκέψης έχουν ρίζες στη σωματική και συναισθηματική εμπειρία.

Ο John Searle εισήγαγε τη διάκριση ανάμεσα στην ατομική προθετικότητα («εγώ προτίθεμαι να») και στη συλλογική προθετικότητα («εμείς προτιθέμεθα να»). Η δεύτερη δεν ανάγεται απλώς στο άθροισμα ατομικών προθέσεων· αποτελεί ένα πρωτογενές, βιολογικά θεμελιωμένο φαινόμενο. Η συνεργασία προϋποθέτει ότι τα άτομα μοιράζονται μια κοινή πρόθεση και αναγνωρίζουν ότι και οι άλλοι συμμετέχουν σε αυτήν. Πίσω από κάθε μορφή συνεργασίας υπάρχει αυτή η κοινή δομή στον νου των συμμετεχόντων.

Για να καταστεί δυνατή η συλλογική προθετικότητα, απαιτείται μια πιο θεμελιώδης «προ-προθετική» αίσθηση κοινωνικότητας — μια βασική εμπειρία του ανήκειν και της κοινότητας. Σύμφωνα με τον Searle, η φυσική επιλογή ευνόησε τη συνεργατική συμπεριφορά, επειδή αύξανε την προσαρμοστικότητα των μελών του ίδιου είδους. Χωρίς συλλογική προθετικότητα δεν θα μπορούσε να υπάρξει κοινωνική πραγματικότητα· και χωρίς την προ-προθετική αίσθηση κοινότητας δεν θα μπορούσε να υπάρξει συλλογική προθετικότητα.

Συνολικά, οι θεωρήσεις αυτές συγκλίνουν σε ένα κοινό συμπέρασμα: τα συναισθήματα δεν είναι περιφερειακά φαινόμενα της ανθρώπινης ζωής. Αποτελούν θεμελιώδη μηχανισμό οργάνωσης του νου, τρόπο αποκάλυψης του κόσμου και βάση της κοινωνικής πραγματικότητας. Μέσω αυτών συγκροτούνται όχι μόνο οι ατομικές μας εμπειρίες, αλλά και οι συλλογικές μορφές ζωής.

 

Πηγή:

Γιωτάκος, Ο. (2023). Η προθετικότητα στον εγκέφαλο και τη συμπεριφορά. Εκδόσεις Βήτα.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Διαβάζοντας το βιβλίο: Διάβασε την επιθυμία μου

Ο Λακάν εναντίον των ιστορικιστών

 

«Στο "Διάβασε την επιθυμία μου" η Τζόαν Κόπτζεκ σκηνοθετεί μία αναμέτρηση ανάμεσα στη θεωρία του Ζακ Λακάν και στη θεωρία του Μισέλ Φουκώ, πρωταγωνιστών δύο δυναμικών, νεωτερικών επιστημονικών πεδίων -της ψυχανάλυσης και του ιστορικισμού. Κατά κανόνα, οι δρόμοι αυτών των τρόπων σκέψης διασταυρώνονται μόνο μέχρι το σημείο οι ιστορικιστές να κατηγορήσουν την ψυχανάλυση για αδιαφορία απέναντι στην ιστορία, αλλά εδώ η ψυχανάλυση, διαμέσου του Λακάν, περνάει στην επίθεση. Αρνούμενη να εκχωρήσει την ιστορία στους ιστορικιστές, η Κόπτζεκ επιχειρηματολογεί υπέρ της ανωτερότητας της λακανικής ερμηνείας των ιστορικών διαδικασιών και των γενετικών αρχών.

Ο στόχος της είναι να εμπνεύσει ένα νέο είδος πολιτισμικής κριτικής, η οποία να είναι «εγγράμματη ως προς την επιθυμία» και σε θέση να ερμηνεύσει αυτό που είναι ανείπωτο στις πολλαπλές λειτουργίες του πολιτισμού. (Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου). 

 

«Μετά το "Διάβασε την Επιθυμία μου" τίποτα στο πεδίο των πολιτισμικών σπουδών δεν θα παραμείνει ακριβώς το ίδιο: η θεωρία κινηματογράφου, ο φεμινισμός, η φιλοσοφία και η ψυχανάλυση θα πρέπει να συσχετιστούν μεταξύ τους με εντελώς καινούργιο τρόπο. Για πρώτη φορά μία αμερικανίδα συγγραφέας έχει πάρει στα σοβαρά τον Λακάν, υποβαθμίζοντας στην αλυσιτέλεια που της αξίζει την επικρατούσα ιδιοποίηση της λακανικής θεωρίας από τις πολιτισμικές σπουδές. Πέραν της πολιτικής ορθότητας, το βιβλίο είναι θεωρητικά ορθό: αν δεν υπήρχε, θα έπρεπε να το εφεύρουμε!» (Slavoj Zizek).

«Όταν ο Lacan λέει ότι το υποκείμενο δημιουργείται εκ του μηδενός, αναγνωρίζει το γεγονός ότι κάθε εκφερόμενο προετοιμάζει τη δυνατότητα της ίδιας της άρνησής του, το γεγονός ότι η αρχή της ευχαρίστησης οδηγεί αναπόδραστα πέραν του εαυτού της, υπερβαίνει τον εαυτό της παράγοντας αμφιβολία, η οποία, με τη σειρά της, παράγει την πεποίθηση ότι υπάρχει μια πραγματικότητα που κείται πίσω από τη γλώσσα. Το υποκείμενο μπορεί μόνο να αναρωτιέται κατά πόσο αυτό που έχει δοθεί προς ευχαρίστηση είναι αληθινά αυτό που υπάρχει, ή κατά πόσο υπάρχει κάτι που λείπει σε αυτό που έχει προσφερθεί. Η επιθυμία παράγεται όχι σαν ένας αγώνας για κάτι, αλλά μόνο σαν ένας αγώνας για κάτι άλλο ή για κάτι περισσότερο. Απορρέει από το αίσθημα ότι έχουμε πιαστεί κορόιδα από τη γλώσσα, ότι μας έχουν εξαπατήσει σε κάτι, και όχι από το ότι έχει παρουσιαστεί σε εμάς ένα καθορισμένο αντικείμενο ή στόχος, στα οποία μπορούμε να στοχεύουμε. Η επιθυμία δεν έχει κανένα περιεχόμενο- είναι για το τίποτα-, διότι, η γλώσσα δεν μπορεί να παραδώσει σε εμάς καμία αδιάσειστη αλήθεια, κανέναν θετικό στόχο.

Ο λακανικός αφορισμός –επιθυμία είναι η επιθυμία του Άλλου- εκλαμβάνεται συχνά ότι σημαίνει πως το υποκείμενο πλάθει τον εαυτό του κατ’ εικόνα της επιθυμίας του Άλλου. Αυτό έχω εκλάβει σαν μια προβληματική πολιτική θέση, αλλά το ιδιαίτερο ενδιαφέρον μου έγκειται στο πρόβλημα που αυτή η θέση παρουσιάζει για τον φεμινισμό. Διότι όταν αυτή η υπόθεση συνδυάζεται με την αποκάλυψη μιας αρρενωπιστικής προκατάληψης στη διάταξη των κοινωνικών σχέσεων, τότε η γυναίκα μπορεί να γίνει κατανοητή μονάχα ως μια πραγματοποίηση των ανδρικών επιθυμιών, μπορεί μονάχα να θεωρηθεί πως βλέπει τον εαυτό της μέσω της προοπτικής ενός ανδρικού βλέμματος. Η απάντηση του Lacan σε αυτή την λανθασμένη ερμηνεία της διατύπωσής του είναι απλώς ότι δεν έχουμε καμία εικόνα της επιθυμίας του Άλλου και είναι αυτή ακριβώς η έλλειψη που προκαλεί την επιθυμία μας. Είναι πρώτα από όλα, μια ανικανοποίητη επιθυμία που εισάγει τη δική μας, μια που δεν είναι γεμάτη με νόημα ή δεν έχει κανένα σημαινόμενο. Το ότι αυτή η επιθυμία δεν μπορεί να ικανοποιηθεί είναι μια δευτερεύουσα αλήθεια που προκύπτει από αυτή την πρωταρχική προϋπόθεση» (σελ. 101-102).    

 

Πηγή:

Joan Copjec. 2019. Διάβασε την επιθυμία μου. Ο Λακάν εναντίον των ιστορικιστών. Εκδόσεις Πλέθρον.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.