Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026

Διαβάζοντας το βιβλίο: Θεραπεύοντας την κατάθλιψη

Το βιβλίο προσεγγίζει την κατάθλιψη ως ένα σύνθετο πρόβλημα που επηρεάζει τη σκέψη, το συναίσθημα, τη σωματική κατάσταση και την καθημερινή λειτουργικότητα του ανθρώπου. Η αξία του έργου βρίσκεται στην προσπάθειά του να παρουσιάσει την κατάθλιψη με τρόπο κατανοητό και προσιτό, απομακρύνοντας την αντίληψη ότι αποτελεί απλώς μια μορφή αδυναμίας ή έλλειψης θέλησης.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ανάγκη να αναγνωρίζει το άτομο τα συμπτώματα και τους παράγοντες που επιβαρύνουν την ψυχική του κατάσταση και να αναζητά κατάλληλη υποστήριξη. Η αντιμετώπιση της κατάθλιψης παρουσιάζεται ως μια διαδικασία που απαιτεί ενεργό συμμετοχή, αυτοπαρατήρηση και αλλαγές στον τρόπο ζωής, ενώ παράλληλα αναδεικνύεται η σημασία της ψυχολογικής και κοινωνικής υποστήριξης.

Το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί ως μια προσπάθεια να ενισχυθεί η κατανόηση και η αντιμετώπιση της κατάθλιψης χωρίς στιγματισμό. Παράλληλα, υπενθυμίζει ότι η ψυχική υγεία αποτελεί σημαντικό μέρος της συνολικής υγείας του ανθρώπου και ότι η αναζήτηση βοήθειας αποτελεί ουσιαστικό βήμα για την αντιμετώπιση της ψυχικής δυσφορίας.

Σύμφωνα με το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

«Το βιβλίο αυτό περιέχει χρήσιμες πληροφορίες για ένα από τα σημαντικά προβλήματα των ημερών μας, αφού πολλοί πιστεύουν ότι αφήνουμε πίσω τον αιώνα του άγχους και εισερχόμαστε στον αιώνα της Κατάθλιψης.

Τι είναι και τι δεν είναι κατάθλιψη; Πώς εκδηλώνεται και ποιες πλευρές της ζωής μας επηρεάζει;

Πώς μπορεί ο τρόπος σκέψης να οδηγήσει στην Κατάθλιψη ή να την θεραπεύσει;

Τι γνωρίζουμε σήμερα για τους μηχανισμούς της φυσιολογίας του εγκεφάλου που εμπλέκονται στην Κατάθλιψη;

Πότε χρειάζεται η βοήθεια γιατρού ή ψυχολόγου;

Πώς επιλέγει κανείς την κατάλληλη θεραπευτική αντιμετώπιση;

Πώς δρουν τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα;»

Ανεξάρτητα από τις αιτίες που την προκάλεσαν, η κατάθλιψη είναι κι αυτή μια οργανική πάθηση, με επιπτώσεις στον ψυχισμό του ατόμου. Ο ψυχίατρος-συγγραφέας του βιβλίου, με την 25χρονη επιστημονική του πείρα, θεωρείται αυθεντία στον τομέα της κατάθλιψης. Το βιβλίο του περιέχει χρήσιμες πληροφορίες και συμβουλές για ένα από τα σημαντικά προβλήματα της εποχής μας.

 

Πηγή:

Harold Bloomfield. 1996. Θεραπεύοντας την κατάθλιψη. Εκδόσεις Θυμάρι.

 

Ελένη Παπαδοπούλου- Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA

Διαβάζοντας το βιβλίο: Αιδώς, Αγάπη, Αγωνία

Του Αντώνη Χατζημωυσή

 

«Το παρόν βιβλίο μελετάει τρία συναισθήματα: την αιδώ, την αγάπη και την αγωνία. Η αιδώς εξετάζεται ως το κατεξοχήν συναίσθημα που ντρέπεται να πει το όνομά του, η αγάπη στην πολύπλοκη σχέση της με την ηθική και η αγωνία ως θεμελιώδης ανθρώπινη διάθεση, ικανή να αποκαλύψει βασικές αλήθειες για την ανθρώπινη ύπαρξη. 

 

 

Κάθε συναίσθημα συντονίζεται με την κίνηση της ζωής μας από το παρελθόν (όπου συνέβη εκείνο για το οποίο αισθανόμαστε αιδώ) στο παρόν (όπου ενεργείται η αγάπη προς τον άλλο) και στο μέλλον (με την αγωνία που γεννά η απουσία βεβαιοτήτων). Η φιλοσοφική ανάλυση των τριών συναισθημάτων ευελπιστεί να συμβάλει στην εξήγηση γιατί η θυμική εμπειρία, ερμηνευόμενη έλλογα, αποτελεί μέσο ανακάλυψης της πραγματικότητας και πολύτιμη πηγή αυτογνωσίας» (Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

«Όλα τα επεισόδια ντροπής απαιτούν την παρουσία άλλων ατόμων. Από αυτή τη συνθήκη εξηγείται η πληθώρα οφθαλμολογικών μεταφορών –η έμφαση στο βλέμμα, την επικριτική ματιά ή την παραίνεση: Πάρ’ τα μάτια σου από πάνω μου!» (σελ. 15).

«Αγάπη. Ως αποκλειστική σχέση μεταξύ δύο προσώπων όμως η αγάπη φαίνεται να στέκεται στον αντίποδα της ηθικής. Κύριο αίτημα του ηθικού λόηου είναι η απόδοση της ίδιας αξίας σε όλους τους ανθρώπους, απλώς και μόνο λόγω του ότι είναι άνθρωποι, κι η μέριμνα να προστρέχουμε στην ανάγκη τους, εάν και όποτε είναι αυτό εφικτό» (σελ. 31-32).

«Η διαφορά στη χρονικότητα έγκειται στο ότι ο φόβος αφορά το παρόν, ενώ η αγωνία το μέλλον. Η άποψη αυτή ακούγεται εύλογη, αλλά δεν μπορεί να είναι κυριολεκτικά αληθής, για τον απλό λόγο ότι ο φόβος συνιστά θυμική απόκριση σε αυτό που γίνεται αντιληπτό ως επερχόμενη βλάβη. Αν η βλάβη ήταν παρούσα, η αντίστοιχη θυμική κατάσταση δεν θα ήταν φόβος αλλά πόνος» (σελ. 53).

  

 

Πηγή:

Αντώνης Χατζημωυσής. 2020. Αιδώς, Αγάπη, Αγωνία. Εκδόσεις Πατάκη.

 

Ελένη Παπαδοπούλου- Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA

 

Διαβάζοντας το βιβλίο: Το δαχτυλίδι με τα παραμύθια

Του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου

 

«Το Δαχτυλίδι με τα παραμύθια και η Ανθρώπινη δίψα είναι δίδυμοι τόμοι με διηγήματα του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου, παρά την εκδοτική διαφορά των δύο ετών που τα χωρίζει. Με παρεμφερείς θεματικές βάσεις, με κοινές, εν πολλοίς, χωροχρονικές αναφορές, με εκφραστικά μέσα και γλώσσα χωρίς ιδιαίτερες διαφοροποιήσεις, συμπληρώνουν και ολοκληρώνουν, θα λέγαμε, τη θεματολογία που εγκαινιάστηκε με την προηγηθείσα τριλογία του Αστροφεγγιά, Χαμοζωή, Αιχμάλωτοι. Διαθέτουν, μάλιστα, το ιδιότυπο γνώρισμα, παρά την ειδολογική διαφορά τους, να λειτουργούν ερμηνευτικά ή σχολιαστικά στην παραπάνω τριλογία ή να μεγεθύνουν, με επιλεκτικό τρόπο, μοτίβα και σύμβολα, που η μυθιστορηματική οικονομία δεν άφηνε περιθώρια για περαιτέρω επεξεργασία τους.

Το βιβλίο Το δαχτυλίδι με τα παραμύθια εμπεριέχει έξι άρτια μορφολογικά διηγήματα, δοσμένα με τον τρόπο των παραμυθιών, σύμφυτο του τίτλου, ως ψυχωφελείς μύθους, χάρη στην περίτεχνη γραφή του δημιουργού τους.

Κύριο αντικείμενό τους αποτελεί η ανθρώπινη μοίρα και οι απροσδόκητες και συχνά παραπλανητικές για τον άνθρωπο μεταμορφώσεις της, που άλλοτε τον εκμηδενίζουν ή τον καταστρέφουν, με την τραγική έννοια του όρου, και άλλοτε τον καταδικάζουν να υποστεί αναπολόγητος τα δεινά της σκληρότερης μοναξιάς και της τρομακτικότερης εγκατάλειψης.

Κείμενα εκ πρώτης όψεως μελαγχολικά, στο βάθος τους χαιρετίζουν το μεγαλείο του ανθρώπου να προβάλλει αδικαίωτη, έστω, αντίσταση στο ίδιο το πεπρωμένο του και να επιμένει σθεναρά και με προμηθεϊκή απαντοχή για την εξασφάλιση μιας καλύτερης, ανθρωπινότερης, αδέσμευτης από τις ανελεύθερες συμβάσεις ζωής» (Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

Το «Δαχτυλίδι με τα παραμύθια» του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου είναι ένα έργο που συνδυάζει τη γοητεία του παραμυθιού με βαθύτερους προβληματισμούς για τον άνθρωπο, τη ζωή και τις ανθρώπινες σχέσεις. Μέσα από την παραμυθική αφήγηση, ο συγγραφέας δημιουργεί έναν κόσμο όπου το φανταστικό και το πραγματικό συνυπάρχουν, ενώ οι ήρωες έρχονται αντιμέτωποι με δοκιμασίες που αναδεικνύουν αξίες όπως η αγάπη, η καλοσύνη, η πίστη, η δικαιοσύνη και η ελπίδα.

Το δαχτυλίδι λειτουργεί συμβολικά ως αντικείμενο που συνδέει τις ιστορίες και παραπέμπει στη δύναμη της μνήμης, της φαντασίας και της αφήγησης. Τα παραμύθια δεν αποτελούν απλώς μια μορφή ψυχαγωγίας, αλλά έναν τρόπο μέσα από τον οποίο ο άνθρωπος κατανοεί καλύτερα τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του. Ο Παναγιωτόπουλος αξιοποιεί τη γλώσσα και τα χαρακτηριστικά του παραμυθιού για να μεταδώσει διαχρονικά μηνύματα, χωρίς να χάνει τη λογοτεχνική του ευαισθησία.

Ιδιαίτερη αξία έχει το γεγονός ότι το έργο απευθύνεται στη φαντασία αλλά ταυτόχρονα και στον προβληματισμό του αναγνώστη. Πίσω από το φανταστικό στοιχείο κρύβονται ανθρώπινες αλήθειες και συναισθήματα που παραμένουν επίκαιρα. Έτσι, «Το δαχτυλίδι με τα παραμύθια» αναδεικνύεται σε ένα έργο που υπενθυμίζει τη διαχρονική δύναμη του παραμυθιού να ψυχαγωγεί, να συγκινεί και παράλληλα να διδάσκει.

 

Πηγή:

Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος. 2003. Το δαχτυλίδι με τα παραμύθια. Εκδόσεις ΙΜΠ.

 

Ελένη Παπαδοπούλου- Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA

Διαβάζοντας το βιβλίο: Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της

Το μυθιστόρημα της Άλκης Ζέη «Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της» αποτελεί ένα σημαντικό έργο της σύγχρονης ελληνικής παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας, καθώς προσεγγίζει με ευαισθησία και ρεαλισμό ζητήματα που αφορούν την εφηβεία, την οικογένεια, τη μοναξιά, την ανασφάλεια, την ανάγκη για αποδοχή και τις εξαρτήσεις. Η συγγραφέας δεν παρουσιάζει την εφηβεία ως μια απλή μεταβατική περίοδο, αλλά ως μια κρίσιμη φάση κατά την οποία ο νέος άνθρωπος προσπαθεί να διαμορφώσει την ταυτότητά του και να βρει τη θέση του μέσα σε έναν κόσμο που συχνά του φαίνεται ασταθής και αντιφατικός.

 

Κεντρική ηρωίδα είναι η Κωνσταντίνα, ένα κορίτσι που βρίσκεται αντιμέτωπο με μια σειρά από αλλαγές και δυσκολίες. Η ζωή της ανατρέπεται όταν οι γονείς της χωρίζουν και εκείνη αναγκάζεται να απομακρυνθεί από το οικείο περιβάλλον της. Η οικογενειακή διάλυση δημιουργεί μέσα της ένα αίσθημα εγκατάλειψης και ανασφάλειας. Η Κωνσταντίνα δεν αντιμετωπίζει απλώς το γεγονός του χωρισμού των γονιών της, αλλά βιώνει την αίσθηση ότι οι ενήλικες γύρω της έχουν πάψει να αποτελούν ένα σταθερό και ασφαλές σημείο αναφοράς. Η ανάγκη της για συναισθηματική στήριξη γίνεται έτσι ιδιαίτερα έντονη.

Η μετακίνηση της Κωνσταντίνας από την Ελλάδα στο εξωτερικό ενισχύει ακόμη περισσότερο την αίσθηση απομόνωσης. Βρίσκεται σε ένα διαφορετικό κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον, ενώ παράλληλα δυσκολεύεται να επικοινωνήσει ουσιαστικά με τους ανθρώπους γύρω της. Η αλλαγή αυτή συμβολίζει όχι μόνο τη γεωγραφική μετακίνηση, αλλά και την εσωτερική απομάκρυνση της ηρωίδας από όσα μέχρι τότε θεωρούσε δεδομένα. Η Κωνσταντίνα βρίσκεται σε μια κατάσταση κατά την οποία πρέπει να προσαρμοστεί σε έναν νέο κόσμο, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να καταλάβει ποια είναι και τι θέλει.

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός ότι η Κωνσταντίνα δεν βρίσκει εύκολα έναν ασφαλή χώρο για να εκφράσει τα συναισθήματα και τις δυσκολίες της. Η μοναξιά της δεν είναι μόνο κοινωνική αλλά κυρίως συναισθηματική. Μπορεί να βρίσκεται ανάμεσα σε ανθρώπους και παρ’ όλα αυτά να αισθάνεται μόνη. Η κατάσταση αυτή είναι χαρακτηριστική της εφηβείας, όπου η ανάγκη για αποδοχή από τους άλλους είναι ιδιαίτερα έντονη, ενώ ταυτόχρονα ο νέος άνθρωπος συχνά δυσκολεύεται να εκφράσει την ευαλωτότητά του.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εμφανίζεται η ανάγκη της Κωνσταντίνας να ξεφύγει από την πραγματικότητα. Οι «αράχνες» του τίτλου λειτουργούν ως συμβολική αναφορά στον κόσμο του φόβου, της εξάρτησης και της εσωτερικής παγίδευσης. Η ηρωίδα αναζητά έναν τρόπο να ανακουφιστεί από το άγχος, την ανασφάλεια και τη συναισθηματική πίεση που βιώνει. Η χρήση ουσιών παρουσιάζεται έτσι όχι απλώς ως μια «κακή επιλογή» ενός εφήβου, αλλά ως ένα σύνθετο πρόβλημα που συνδέεται με βαθύτερες ψυχολογικές και κοινωνικές ανάγκες. Η εξάρτηση εμφανίζεται ως ένας μηχανισμός φυγής από μια πραγματικότητα που η Κωνσταντίνα δυσκολεύεται να διαχειριστεί.

Η προσέγγιση αυτή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία του βιβλίου. Η Άλκη Ζέη αποφεύγει να παρουσιάσει την ηρωίδα ως «κακό» ή «προβληματικό» παιδί. Αντίθετα, προσπαθεί να δείξει τις συνθήκες που την οδηγούν σε συγκεκριμένες συμπεριφορές. Η Κωνσταντίνα δεν παύει να είναι ένα παιδί που χρειάζεται αγάπη, ασφάλεια, επικοινωνία και κατανόηση. Η εξάρτηση παρουσιάζεται ως ένα πρόβλημα που απαιτεί βοήθεια και όχι απλώς τιμωρία ή ηθική καταδίκη.

Παράλληλα, το βιβλίο αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο της οικογένειας. Οι γονείς της Κωνσταντίνας δεν παρουσιάζονται ως απόλυτα «καλοί» ή «κακοί». Είναι άνθρωποι με τις δικές τους ανάγκες, αδυναμίες, επιλογές και προβλήματα. Ωστόσο, η αδυναμία τους να αντιληφθούν έγκαιρα όσα συμβαίνουν στην κόρη τους έχει σημαντικές συνέπειες. Το βιβλίο θέτει έτσι ένα ουσιαστικό ερώτημα σχετικά με την επικοινωνία ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά: αρκεί να παρέχουμε στο παιδί υλική φροντίδα ή είναι εξίσου σημαντικό να είμαστε πραγματικά παρόντες στη συναισθηματική του ζωή;

Ένα ακόμη σημαντικό θέμα είναι η ανάγκη του εφήβου για ταυτότητα και αποδοχή. Η Κωνσταντίνα προσπαθεί να καταλάβει ποια είναι και ποια θέση έχει μέσα στις σχέσεις της με τους άλλους. Όταν αισθάνεται ότι δεν γίνεται αποδεκτή ή ότι δεν έχει τον έλεγχο της ζωής της, γίνεται περισσότερο ευάλωτη σε εξωτερικές επιρροές. Η ανάγκη να ανήκει κάπου μπορεί να οδηγήσει έναν έφηβο σε επιλογές που υπό διαφορετικές συνθήκες ίσως δεν θα έκανε. Το βιβλίο επομένως αναδεικνύει τη δύναμη της παρέας και του κοινωνικού περιβάλλοντος στη διαμόρφωση της συμπεριφοράς ενός νέου ανθρώπου.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η έννοια της φυγής. Η Κωνσταντίνα προσπαθεί να ξεφύγει από τη μοναξιά, την οικογενειακή αναστάτωση, το άγχος και την αίσθηση ότι δεν μπορεί να ελέγξει τη ζωή της. Η φυγή όμως δεν οδηγεί πραγματικά στην ελευθερία. Αντίθετα, δημιουργεί μια νέα μορφή εγκλωβισμού. Έτσι, το βιβλίο δείχνει ότι η αποφυγή ενός προβλήματος μπορεί προσωρινά να μειώσει τον πόνο, αλλά δεν εξαφανίζει την αιτία του. Η πραγματική αλλαγή απαιτεί την αναγνώριση του προβλήματος, την επικοινωνία και την αναζήτηση βοήθειας.

Στο βιβλίο υπάρχει επίσης μια σημαντική διάσταση κοινωνικής ευθύνης. Η εξάρτηση των νέων δεν αποτελεί αποκλειστικά ατομικό ή οικογενειακό πρόβλημα. Συνδέεται με το κοινωνικό περιβάλλον, την έλλειψη επικοινωνίας, την ανάγκη για αποδοχή, την πίεση των συνομηλίκων και την αδυναμία των ενηλίκων να αναγνωρίσουν εγκαίρως τα σημάδια δυσκολίας. Η Κωνσταντίνα, επομένως, δεν παρουσιάζεται αποκομμένη από την κοινωνία, αλλά ως ένα παιδί που επηρεάζεται βαθιά από το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνει.

Αξιοσημείωτος είναι και ο τρόπος με τον οποίο η Άλκη Ζέη χειρίζεται το θέμα χωρίς διδακτισμό. Δεν προσπαθεί απλώς να δώσει στον αναγνώστη ένα «μάθημα» για τους κινδύνους των ουσιών. Αντίθετα, τον οδηγεί να κατανοήσει την ψυχολογική πορεία της ηρωίδας. Ο αναγνώστης παρακολουθεί την Κωνσταντίνα ως άνθρωπο και όχι ως στερεοτυπικό «παραβατικό» έφηβο. Έτσι, η λογοτεχνία γίνεται μέσο κατανόησης ενός σύνθετου κοινωνικού και ψυχολογικού φαινομένου.

Ο τίτλος «Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της» αποκτά επομένως συμβολική σημασία. Οι «αράχνες» μπορούν να ιδωθούν ως οι φόβοι, οι ανασφάλειες, οι εξαρτήσεις και τα προβλήματα που παγιδεύουν την ηρωίδα. Όπως ο ιστός της αράχνης μπορεί να είναι δύσκολο να διαλυθεί όταν κάποιος έχει ήδη παγιδευτεί σε αυτόν, έτσι και η Κωνσταντίνα βρίσκεται σταδιακά εγκλωβισμένη σε έναν φαύλο κύκλο από τον οποίο δεν μπορεί να βγει εύκολα μόνη της. Η εικόνα αυτή αποδίδει με παραστατικό τρόπο την εμπειρία της ψυχολογικής παγίδευσης.

Τελικά, το βιβλίο δεν μιλά μόνο για την εξάρτηση. Μιλά για τη μοναξιά, την ανάγκη του ανθρώπου να αγαπηθεί και να γίνει αποδεκτός, την οικογένεια, την εφηβεία, την απώλεια της ασφάλειας και τη δυνατότητα της αλλαγής. Η πορεία της Κωνσταντίνας δείχνει ότι πίσω από μια δύσκολη ή αυτοκαταστροφική συμπεριφορά μπορεί να υπάρχει ένας άνθρωπος που υποφέρει και δεν έχει βρει ακόμη έναν αποτελεσματικό τρόπο να εκφράσει τον πόνο του.

Η αξία του έργου βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την ανθρώπινη ματιά. Η Άλκη Ζέη δεν αντιμετωπίζει την Κωνσταντίνα με καταδίκη, αλλά με κατανόηση και ευαισθησία. Παράλληλα, υπενθυμίζει στους ενήλικες τη σημασία της επικοινωνίας και της ουσιαστικής παρουσίας στη ζωή των παιδιών και των εφήβων. Το μήνυμα του βιβλίου δεν είναι ότι η ζωή μπορεί να γίνει χωρίς δυσκολίες, αλλά ότι ο άνθρωπος δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζει μόνος του τις δυσκολίες του. Η αναζήτηση βοήθειας, η επικοινωνία, η αποδοχή και η δημιουργία ουσιαστικών σχέσεων μπορούν να αποτελέσουν σημαντικά βήματα για να σπάσει ο «ιστός» που κρατά τον άνθρωπο παγιδευμένο.

Με αυτή την έννοια, «Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της» είναι ένα βιβλίο για την ευαλωτότητα αλλά και για τη δυνατότητα υπέρβασης. Η Κωνσταντίνα δεν ορίζεται αποκλειστικά από τα λάθη και τις δυσκολίες της. Παραμένει ένας νέος άνθρωπος που αναζητά τον εαυτό του και προσπαθεί να βρει έναν τρόπο να σταθεί ξανά στα πόδια του. Και ακριβώς αυτή η διάσταση κάνει το έργο ιδιαίτερα σημαντικό: μας καλεί να βλέπουμε πίσω από τη συμπεριφορά ενός ανθρώπου, να αναζητούμε τις ανάγκες και τα συναισθήματα που την προκαλούν και να αντιμετωπίζουμε την ψυχική δυσκολία όχι με στιγματισμό, αλλά με κατανόηση, επικοινωνία και υποστήριξη.

 

πηγή:

Άλκη Ζέη. 2010. Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της. Εκδόσεις Κέδρος.  

Ελένη Παπαδοπούλου- Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA

Ποιο είναι το νόημα του άγχους

Του Rollo May

 

«Το άγχος είναι η ανησυχία που πυροδοτείται από μια απειλή σε κάποια αξία που το άτομο θεωρεί ουσιαστική για την ύπαρξή του σαν προσωπικότητα» (σελ. 214). Η απειλή μπορεί να είναι κατά της φυσικής ζωής ή κατά της ψυχολογικής ύπαρξης ή προς κάποια αξία που είναι σημαντική για το άτομο. Το άγχος εμφανίζεται σαν μια υποκειμενική, άνευ αντικειμένου, εμπειρία. «Όταν ο Κίρκεγκωρ τονίζει ότι το άγχος αναφέρεται σε μια εσωτερική κατάσταση και ο Φρόυντ υποστηρίζει ότι στο άγχος το αντικείμενο αγνοείται, δεν σημαίνει ότι η κατάσταση κινδύνου που πυροδοτεί το άγχος είναι ασήμαντη. Ούτε ο όρος ‘’χωρίς αντικείμενο’’ αναφέρεται μόνο στο γεγονός ότι ο κίνδυνος που προκαλεί το άγχος, στην περίπτωση του  νευρωτικού άγχους, απωθείται στο ασυνείδητο. Το άγχος είναι χωρίς αντικείμενο κυρίως γιατί μας προσβάλλει σε εκείνη τη βάση της ψυχολογικής δομής στην οποία συμβαίνει η αντίληψη του εαυτού σαν διάκριτου από τον κόσμο των αντικειμένων» (σελ. 215-216). 

 

Ο Σάλιβαν επισημαίνει ότι το άτομο οφείλει να αναπτύξει τον δυναμισμό του εαυτού του ώστε να μπορέσει να προστατευτεί από το άγχος. Επίσης, το αυξανόμενο άγχος συμβάλλει στη μείωση της επίγνωσης. Όταν το άτομο έχει άγχος είναι λιγότερο ικανό να δει τον εαυτό του σε σχέση με τα ερεθίσματα και είναι λιγότερο ικανό να εκτιμήσει επαρκώς τα ερεθίσματα. Ο Κίρκεγκωρ υποστηρίζει ότι το άγχος είναι ο ‘’φόβος του μηδενός’’, που περιλαμβάνει και τον φόβο της εκμηδένισης του εαυτού.

Επίσης, το άγχος μπορεί να είναι φυσιολογικό ή νευρωτικό. Το φυσιολογικό άγχος είναι εκείνη η αντίδραση που δεν είναι πολύ μεγαλύτερη από την αντικειμενική απειλή, δεν περιλαμβάνει απώθηση ή άλλους μηχανισμούς ενδοψυχικής σύγκρουσης και δεν απαιτεί νευρωτικούς αμυντικούς μηχανισμούς για τον χειρισμό της. Το φυσιολογικό άγχος που σχετίζεται με τον θάνατο δεν συνεπάγεται καθόλου κατάθλιψη ή μελαγχολία. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί δημιουργικά, ενώ η συνειδητοποίηση ότι τελικά θα υπάρξει ένας αποχωρισμός από συνανθρώπους μας μπορεί να είναι ένα κίνητρο για κατάκτηση στενότερων δεσμών με τους άλλους ανθρώπους στο τώρα. Το φυσιολογικό άγχος μπορεί να αποτελέσει και ένα κίνητρο για την πιο υπεύθυνη και σκόπιμη χρήση του χρόνου που θα ζήσουμε. Το φυσιολογικό άγχος ενυπάρχει σε όλες τις εμπειρίες αποχωρισμού, ξεκινώντας από τον αποχωρισμό από τη μητέρα και τελειώνοντας με τον αποχωρισμό από την ανθρώπινη ύπαρξη κατά τον θάνατο. Από την άλλη, το νευρωτικό άγχος είναι μια αντίδραση σε μια απειλή, που είναι δυσανάλογη προς τον αντικειμενικό κίνδυνο, εμπεριέχει απώθηση και άλλες μορφές ενδοψυχικής σύγκρουσης και σαν συνέπεια αντιμετωπίζεται με διάφορους τρόπους περιστολής της δραστηριότητας και της επίγνωσης. Το νευρωτικό άγχος συμβαίνει όταν η ανικανότητα να αντιμετωπιστούν επαρκώς οι απειλές είναι υποκειμενική. Δεν οφείλεται δηλαδή σε αντικειμενική αδυναμία αλλά σε εσωτερικές δομές και συγκρούσεις που παρεμποδίζουν το άτομο να χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις του. Η απώθηση επαυξάνει το αίσθημα αδυναμίας του προσώπου γιατί εμπεριέχει μια περιστολή της αυτονομίας του, έναν εσωτερικό περιορισμό και υπονόμευση της δύναμής του.

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό του άγχους είναι ότι γεννά εχθρότητα. Το άγχος συνοδεύεται συνήθως από αισθήματα αδυναμίας, απομόνωσης και σύγκρουσης, και αποτελεί μια πολύ επώδυνη εμπειρία. Το άτομο μπορεί να θυμώσει ή να γίνει και μνησίκακο προς εκείνους που ευθύνονται για το ρίξιμό του σε μια κατάσταση οδύνης. Η εχθρότητα στο αγχώδες πρόσωπο επαυξάνει το άγχος.

Επομένως, το άγχος είναι η ανησυχία που πυροδοτείται από μια απειλή, όταν το άτομο νιώθει ότι δεν αγαπιέται ή δεν είναι αποδεκτό. Το άγχος μπορεί να είναι χωρίς αντικείμενο, διάχυτο και απειλητικό για την ασφάλεια του ατόμου.

 

Πηγή:

Rollo May. 2010. Το νόημα του άγχους. Εκδόσεις ύψιλον.

 

Ελένη Παπαδοπούλου και Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA

 

Παρακολουθώντας την ταινία: Ο ψυχίατρος τρελάθηκε

Ο Olivier Béranger είναι ένας επιτυχημένος ψυχαναλυτής, παντρεμένος επί 30 χρόνια, ο οποίος έχει μια φαινομενικά τακτοποιημένη ζωή. Το πρόβλημά του είναι ένας ιδιαίτερα αγχώδης και εξαρτητικός ασθενής, ο Damien Leroy, από τον οποίο προσπαθεί απεγνωσμένα να απαλλαγεί. Του προτείνει λοιπόν ότι για να ξεπεράσει τα προβλήματά του πρέπει να βρει τον μεγάλο έρωτα. Η ειρωνεία είναι ότι ο Damien γνωρίζει μέσω διαδικτύου την Alice, η οποία είναι η κόρη του ίδιου του ψυχαναλυτή. Όταν ο Olivier ανακαλύπτει την ταυτότητα του νέου συντρόφου της κόρης του, η επαγγελματική σχέση θεραπευτή-ασθενούς μεταφέρεται ξαφνικά μέσα στην οικογένειά του. 

 

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της ταινίας είναι η σταδιακή ανατροπή των ρόλων «υγιής» και «ασθενής». Στην αρχή της ιστορίας η διάκριση φαίνεται ξεκάθαρη: ο Olivier παρουσιάζεται ως ο ειδικός, ο λογικός, ψύχραιμος και ελεγχόμενος επαγγελματίας, ενώ ο Damien εμφανίζεται ως ο αγχώδης, εξαρτημένος και «προβληματικός» ασθενής που χρειάζεται βοήθεια. Καθώς όμως η ιστορία εξελίσσεται, αυτή η διάκριση γίνεται ολοένα και πιο αμφίβολη. Ο ψυχαναλυτής, ο οποίος υποτίθεται ότι διαθέτει τον έλεγχο και την ψυχραιμία που απαιτεί ο ρόλος του, εμφανίζεται σταδιακά όλο και πιο νευρικός, αυταρχικός, χειριστικός και συναισθηματικά εμπλεκόμενος. Αντίθετα, ο Damien, παρά το έντονο άγχος και τις ανασφάλειές του, παρουσιάζεται ως ένας άνθρωπος που αναζητά σύνδεση, αγάπη, αποδοχή και συναισθηματική ασφάλεια. Με αυτόν τον τρόπο, η ταινία θέτει έμμεσα ένα ουσιαστικό ερώτημα σχετικά με το τι σημαίνει τελικά «ψυχική υγεία» και ποιος έχει πραγματικά το δικαίωμα να θεωρείται «υγιής» ή «προβληματικός». Η διάκριση ανάμεσα στον ειδικό και τον ασθενή αποδεικνύεται πολύ πιο εύθραυστη από όσο φαίνεται αρχικά.

Η σχέση ψυχαναλυτή και ασθενούς είναι εξαρχής ασύμμετρη, καθώς τα δύο πρόσωπα δεν διαθέτουν την ίδια θέση και την ίδια εξουσία. Ο Olivier διαθέτει επιστημονική γνώση, κοινωνικό κύρος και επαγγελματική αυθεντία, ενώ έχει επιπλέον τη δυνατότητα να ερμηνεύει τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις του Damien. Ο Damien βρίσκεται στην αντίθετη θέση: είναι αυτός που ζητά βοήθεια και, ως ασθενής, εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από την κρίση και την ερμηνεία του ειδικού. Η ανισορροπία αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν ο Olivier αρχίζει να χρησιμοποιεί τη θέση του όχι αποκλειστικά για το καλό του ασθενούς, αλλά και για να εξυπηρετήσει προσωπικές του ανάγκες. Προσπαθεί να απαλλαγεί από τον Damien και να τον οδηγήσει σε μια λύση που εξυπηρετεί πρωτίστως τον ίδιο. Με αυτόν τον τρόπο, η ταινία σατιρίζει την κατάχρηση της επαγγελματικής αυθεντίας και δείχνει τον κίνδυνο που προκύπτει όταν η γνώση και η εξουσία ενός ειδικού συνδυάζονται με προσωπικές προκαταλήψεις και συναισθηματικά κίνητρα.

Η συμπεριφορά του Olivier μπορεί επίσης να συνδεθεί με τον μηχανισμό της αυτοεκπληρούμενης προφητείας. Από την αρχή έχει σχηματίσει μια συγκεκριμένη εικόνα για τον Damien: τον θεωρεί έναν προβληματικό και υπερβολικά αγχώδη άνθρωπο που πρέπει να διορθωθεί. Επομένως, τείνει να ερμηνεύει τις συμπεριφορές του μέσα από αυτό το ήδη διαμορφωμένο σχήμα. Όταν κάποιος έχει συγκεκριμένες προσδοκίες για ένα άλλο πρόσωπο, μπορεί να συμπεριφέρεται απέναντί του με τρόπο που τελικά ενισχύει τη συμπεριφορά που περίμενε εξαρχής. Ο Damien αντιμετωπίζεται διαρκώς ως «πρόβλημα» και, κατά συνέπεια, δυσκολεύεται να εμφανιστεί στα μάτια του Olivier ως ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος με ανάγκες, συναισθήματα, δυνατότητες και προσωπική αξία. Η προκατειλημμένη εικόνα του θεραπευτή λειτουργεί έτσι ως φίλτρο μέσα από το οποίο ερμηνεύεται κάθε συμπεριφορά του ασθενούς.

Παράλληλα, η συμπεριφορά του Damien μπορεί να εξεταστεί μέσα από την έννοια της προσκόλλησης και της ανάγκης για αποδοχή. Το έντονο άγχος και η εξάρτησή του από τον θεραπευτή δείχνουν την ανάγκη του να βρει ένα πρόσωπο που θα του προσφέρει ασφάλεια, επιβεβαίωση, αποδοχή και συναισθηματική σταθερότητα. Η ανάγκη αυτή δεν περιορίζεται όμως στη θεραπευτική σχέση. Στην πορεία μεταφέρεται και στην προσωπική του ζωή, ιδιαίτερα στη σχέση του με την Alice. Ο έρωτας μπορεί επομένως να ερμηνευθεί και ως προσπάθεια του Damien να αποκτήσει μια σταθερή συναισθηματική βάση, έναν άνθρωπο δίπλα στον οποίο θα αισθάνεται αποδεκτός και ασφαλής. Η ανάγκη για σύνδεση γίνεται έτσι ένα από τα βασικά στοιχεία που εξηγούν τις επιλογές και τη συμπεριφορά του.

Η ταινία μεταφέρει, επιπλέον, το ψυχολογικό πρόβλημα από το ατομικό επίπεδο στο οικογενειακό. Αρχικά η σχέση έχει τη μορφή θεραπευτή και ασθενούς. Στη συνέχεια, όμως, προστίθεται μια νέα διάσταση: ο Olivier είναι πατέρας, η Alice είναι η κόρη του και ο Damien γίνεται ο σύντροφος της κόρης του. Έτσι, η αρχική σχέση θεραπευτή–ασθενούς μετατρέπεται σε ένα πολύ πιο σύνθετο πλέγμα σχέσεων, στο οποίο συνυπάρχουν οι ρόλοι του θεραπευτή, του ασθενούς, του πατέρα, της κόρης και του υποψήφιου γαμπρού. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί μια έντονη σύγκρουση ρόλων. Ο Olivier δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζει τον Damien αποκλειστικά ως ασθενή, καθώς τον βλέπει πλέον και ως τον άνδρα που έχει ερωτευτεί την κόρη του. Η προσωπική και η επαγγελματική του ταυτότητα συγκρούονται, με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται να διατηρήσει την αντικειμενικότητα και την ψυχραιμία που απαιτεί ο επαγγελματικός του ρόλος.

Στην περίπτωση του Olivier μπορεί επίσης να εντοπιστεί ένας μηχανισμός που παραπέμπει στην έννοια της γνωστικής ασυμφωνίας του Leon Festinger. Ο Olivier θεωρεί τον εαυτό του λογικό, έμπειρο, ψύχραιμο και ικανό να κατανοεί την ανθρώπινη συμπεριφορά. Ωστόσο, όταν ο ασθενής του μετατρέπεται σε σύντροφο της κόρης του, η εικόνα αυτή αρχίζει να κλονίζεται. Δημιουργείται μια αντίφαση ανάμεσα στην αυτοεικόνα του και στη συμπεριφορά του: από τη μία πλευρά θεωρεί ότι είναι ειδικός στην ανθρώπινη ψυχολογία και ότι μπορεί να ελέγχει τις καταστάσεις· από την άλλη, αδυνατεί να διαχειριστεί τα δικά του συναισθήματα απέναντι στον άνθρωπο που θεωρεί προβληματικό. Η αντίφαση αυτή αποτελεί σημαντική πηγή της κωμωδίας, επειδή ο άνθρωπος που υποτίθεται ότι γνωρίζει πώς λειτουργεί η ανθρώπινη ψυχή αποδεικνύεται ανήμπορος όταν καλείται να διαχειριστεί τις δικές του προσωπικές συγκρούσεις.

Η ταινία παίζει επίσης με τα στερεότυπα που αφορούν την ψυχική υγεία. Υπάρχει συχνά η απλουστευτική προσδοκία ότι ο ψυχίατρος ή ψυχαναλυτής είναι ο «λογικός», ενώ ο ασθενής είναι ο «τρελός» ή ο λιγότερο λειτουργικός άνθρωπος. Η ταινία ανατρέπει αυτή την προσδοκία. Ο άνθρωπος που χαρακτηρίζεται «ασθενής» δεν είναι κατ’ ανάγκη ο λιγότερο λειτουργικός χαρακτήρας, ενώ ο ειδικός μπορεί να αποδειχθεί εξίσου ευάλωτος, αγχωμένος ή παράλογος όταν εμπλέκονται προσωπικά του ζητήματα. Έτσι, αμφισβητείται η απλουστευτική διάκριση ανάμεσα στο φυσιολογικό και το παθολογικό. Η ψυχική ευαλωτότητα δεν αποτελεί αποκλειστικό χαρακτηριστικό εκείνου που βρίσκεται στη θέση του ασθενούς, αλλά αποτελεί ανθρώπινη δυνατότητα που μπορεί να εμφανιστεί σε διαφορετικές μορφές και σε διαφορετικές συνθήκες.

Το άγχος αποτελεί, γενικότερα, ένα από τα βασικά θέματα της ταινίας και λειτουργεί ως κινητήρια δύναμη της πλοκής. Ο Damien παρουσιάζεται ως άνθρωπος με έντονες φοβίες και υποχονδριακές ανησυχίες, ο οποίος δυσκολεύεται να διαχειριστεί την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια. Ωστόσο, ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι και ο Olivier βιώνει μια διαφορετική μορφή άγχους. Το άγχος των δύο χαρακτήρων έχει διαφορετικό αντικείμενο, αλλά και στους δύο συνδέεται με την ανασφάλεια και την απώλεια ελέγχου. Ο Damien φαίνεται να φοβάται κυρίως τι μπορεί να του συμβεί και τι κινδύνους μπορεί να κρύβει το μέλλον. Ο Olivier, αντίθετα, φαίνεται να φοβάται τι θα συμβεί αν χάσει τον έλεγχο της ζωής του, της οικογένειάς του και της εικόνας που έχει δημιουργήσει για τον εαυτό του. Έτσι, πίσω από τις διαφορετικές μορφές άγχους των δύο χαρακτήρων υπάρχει μια κοινή ανθρώπινη ανάγκη: η ανάγκη για ασφάλεια και προβλεψιμότητα.

Στο σημείο αυτό συνδέεται και το θέμα του ελέγχου και της ανάγκης για εξουσία. Ο Olivier είναι ένας άνθρωπος που έχει οργανώσει τη ζωή του με τρόπο που του επιτρέπει να αισθάνεται ότι ελέγχει τις καταστάσεις. Η επαγγελματική του θέση, η γνώση του και η οικογενειακή του ταυτότητα τού προσφέρουν μια αίσθηση σταθερότητας. Η εμφάνιση όμως του Damien στην προσωπική του ζωή διαταράσσει αυτή την ισορροπία. Η έντονη αντίδρασή του απέναντι στον Damien δεν αφορά επομένως μόνο τον ίδιο τον ασθενή. Αφορά και τον φόβο του Olivier ότι θα χάσει τον έλεγχο της οικογένειάς του, της σχέσης του με την κόρη του, της εικόνας που έχει για τον εαυτό του και, σε έναν βαθμό, της κοινωνικής του ταυτότητας.

Με αυτόν τον τρόπο, η ταινία μπορεί να διαβαστεί ως μια κωμική αλλά ταυτόχρονα ουσιαστική μελέτη της ανθρώπινης ανάγκης για έλεγχο, αποδοχή και ασφάλεια. Ο Olivier και ο Damien, παρότι βρίσκονται αρχικά σε εντελώς διαφορετικές θέσεις, αποδεικνύεται ότι μοιράζονται περισσότερα κοινά στοιχεία από όσα φαίνονται. Ο ένας εκφράζει το άγχος του μέσα από φοβίες και εξάρτηση, ενώ ο άλλος μέσα από την προσπάθεια να ελέγχει τους ανθρώπους και τις καταστάσεις γύρω του. Η αντιστροφή αυτή αποδυναμώνει τελικά τη σαφή διάκριση ανάμεσα στον «ειδικό» και τον «ασθενή» και αναδεικνύει μια ευρύτερη ανθρώπινη πραγματικότητα: όλοι οι άνθρωποι, ανεξάρτητα από τον κοινωνικό ή επαγγελματικό τους ρόλο, μπορούν να βιώσουν φόβο, ανασφάλεια, ανάγκη για αποδοχή και δυσκολία απέναντι στην απώλεια ελέγχου. Η πραγματική διαφορά δεν βρίσκεται επομένως στην απουσία προβλημάτων, αλλά στον τρόπο με τον οποίο κάθε άνθρωπος τα αντιμετωπίζει και διαχειρίζεται τις σχέσεις, τις επιλογές και τις ευθύνες του.

 

Ελένη Παπαδοπούλου και Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA

 

 

Σθεναρή αισιοδοξία/ αισιόδοξη αντοχή ή ζωή σε κακή πίστη

Με τη ματιά των υπαρξιστών

 

Ο Jean-Paul Sartre αναλύει το υπαρξιακό άγχος μέσα από τρεις θεμελιώδεις εμπειρίες της ανθρώπινης ύπαρξης: την αγωνία, την εγκατάλειψη και την απόγνωση. Οι εμπειρίες αυτές δεν αποτελούν απλώς δυσάρεστες ψυχολογικές καταστάσεις, αλλά συνδέονται άμεσα με τη συνειδητοποίηση της ανθρώπινης ελευθερίας, της ευθύνης και της περατότητας της ύπαρξης.

 

Κάθε άνθρωπος που έχει συνείδηση της ελευθερίας του είναι αναπόφευκτο να βιώσει αγωνία. Η αγωνία προκύπτει από το γεγονός ότι ο άνθρωπος καλείται συνεχώς να επιλέγει, χωρίς να διαθέτει έναν απόλυτο και αδιαμφισβήτητο κανόνα που να του υποδεικνύει εκ των προτέρων τι πρέπει να πράξει. Οι επιλογές μας είναι αναπόφευκτες, αλλά δεν είναι ποτέ απολύτως τέλειες ή απαλλαγμένες από συνέπειες. Μια επιλογή μπορεί να είναι θετική από μια άποψη και ταυτόχρονα να έχει αρνητικές συνέπειες από μια άλλη. Κάθε απόφαση συνεπάγεται, επομένως, την ανάληψη ευθύνης για κάτι που δεν μπορούμε να γνωρίζουμε και να ελέγξουμε πλήρως.

Η αγωνία, λοιπόν, δεν είναι απλώς φόβος απέναντι σε έναν συγκεκριμένο κίνδυνο. Ο φόβος έχει συνήθως ένα συγκεκριμένο αντικείμενο, ενώ η υπαρξιακή αγωνία αφορά την ίδια την ελευθερία και την ευθύνη του ανθρώπου. Ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να μεταθέσει οριστικά σε κάποιον άλλον την ευθύνη για τις επιλογές του. Ακόμη και όταν προσπαθεί να ακολουθήσει κανόνες, παραδόσεις ή εντολές, εξακολουθεί να είναι αυτός που αποφασίζει να τους ακολουθήσει.

Στην αγωνία προστίθεται η εμπειρία της εγκατάλειψης. Με τον όρο αυτό ο Sartre αναφέρεται στην ιδέα ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να στηριχθεί σε ένα δεδομένο, απόλυτο και εξωτερικό σύστημα αξιών που θα του εξασφάλιζε εκ των προτέρων το νόημα της ζωής του. Στον «άθεο υπαρξισμό» του Sartre, η απουσία του Θεού σημαίνει επίσης την απουσία ενός θεϊκά προκαθορισμένου ηθικού νόμου που θα μπορούσε να απαλλάξει το άτομο από την ευθύνη της επιλογής. Ο άνθρωπος βρίσκεται, κατά κάποιον τρόπο, «μόνος» μπροστά στην ελευθερία του και καλείται να αποφασίσει τι θα κάνει με τη ζωή του.

Η τρίτη εμπειρία είναι η απόγνωση. Η απόγνωση συνδέεται με την αναγνώριση των ορίων της ανθρώπινης δύναμης. Δεν μπορούμε να βασιζόμαστε σε όσα βρίσκονται έξω από τον έλεγχό μας ούτε να θεωρούμε βέβαιη την έκβαση των πράξεών μας. Μπορούμε να επιλέξουμε, να σχεδιάσουμε και να δράσουμε, αλλά δεν μπορούμε να εγγυηθούμε το αποτέλεσμα. Ο άνθρωπος οφείλει επομένως να στηρίζεται σε εκείνα που πραγματικά εξαρτώνται από αυτόν και να αποδέχεται την αβεβαιότητα όσων δεν μπορεί να ελέγξει.

Τι πρέπει, λοιπόν, να κάνουμε απέναντι στο υπαρξιακό άγχος και σε όλες αυτές τις εμπειρίες που μπορεί να βιώνονται ως δυσάρεστες; Η υπαρξιστική απάντηση είναι ότι δεν πρέπει να προσπαθούμε να τις εξαφανίσουμε ή να τις συγκαλύψουμε, αλλά να τις αντιμετωπίζουμε ευθέως. Η αγωνία, η εγκατάλειψη και η απόγνωση αποτελούν συνέπειες της ίδιας της ανθρώπινης κατάστασης και μπορούν να λειτουργήσουν ως αφορμές αυτογνωσίας. Το ζητούμενο δεν είναι να απαλλαγεί ο άνθρωπος από την ελευθερία του, αλλά να αποκτήσει επίγνωση της ελευθερίας και της ευθύνης που αυτή συνεπάγεται.

Από αυτή την άποψη, αποτελεί βαθιά υπαρξιακή ευθύνη του ατόμου να αντιμετωπίσει τη δική του θνητότητα, την αβεβαιότητα και την απουσία ενός προκαθορισμένου νοήματος και, παρ’ όλα αυτά, να αναζητήσει και να δημιουργήσει έναν σκοπό για την ύπαρξή του. Το νόημα δεν προσφέρεται έτοιμο στον άνθρωπο· συνδέεται με τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος επιλέγει να ζήσει, να πράξει και να αναλάβει την ευθύνη των επιλογών του. Για τον λόγο αυτό απαιτείται υπαρξιακό θάρρος: η ικανότητα να παραμένει κανείς ενεργός και υπεύθυνος ακόμη και όταν δεν διαθέτει απόλυτες βεβαιότητες.

Υπάρχει, βέβαια, πάντα μια διέξοδος —τουλάχιστον προσωρινή— που δεν απαιτεί ούτε ιδιαίτερο θάρρος ούτε ψυχική αντοχή: η αποφυγή του ίδιου του προβλήματος. Το άτομο μπορεί να αρνηθεί να αναρωτηθεί για το νόημα της ζωής, να παραμείνει στην επιφάνεια των πραγμάτων και να αναζητήσει ασφάλεια μέσα στην κοινωνική σύμβαση. Μπορεί να υιοθετήσει έτοιμες αντιλήψεις για το τι σημαίνει «επιτυχημένη» ή «σωστή» ζωή και να ακολουθήσει τον δρόμο που του υποδεικνύουν οι άλλοι. Πρόκειται για μια μορφή φυγής από την προσωπική ευθύνη, η οποία στον Sartre συνδέεται με την έννοια της «κακής πίστης».

Η κακή πίστη δεν σημαίνει απλώς ότι κάποιος λέει ψέματα στους άλλους. Πρόκειται κυρίως για μια μορφή αυταπάτης απέναντι στον ίδιο τον εαυτό μας. Ο άνθρωπος προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του ότι δεν είναι πραγματικά ελεύθερος ή υπεύθυνος, ότι είναι απλώς ένας κοινωνικός ρόλος, μια ιδιότητα ή ένα σύνολο περιστάσεων. Με αυτόν τον τρόπο αποφεύγει το βάρος της ελευθερίας του. Αντί να αναγνωρίσει ότι έχει επιλογές, προτιμά να θεωρεί ότι «έτσι είναι τα πράγματα» και ότι δεν μπορεί να πράξει διαφορετικά.

Έτσι, η κακή πίστη μπορεί να εκδηλωθεί μέσα από την άκριτη προσκόλληση στην κοινωνική επιτυχία και στην κοινωνική αναγνώριση. Μια καλή δουλειά, ένα μεγάλο αυτοκίνητο, το οικονομικό κύρος, η κοινωνική θέση ή η αποδοχή από τους άλλους μπορούν να αποκτήσουν αξία όχι επειδή το ίδιο το άτομο έχει εξετάσει συνειδητά γιατί τα επιθυμεί, αλλά επειδή η κοινωνία τού έχει μάθει ότι αυτά αποτελούν δείκτες επιτυχίας. Παράλληλα, το άτομο μπορεί να ακολουθεί χωρίς κριτική σκέψη όσα του υπαγορεύουν οι κοινωνικές συμβάσεις, οι συνομήλικοι, η πολιτική προπαγάνδα, τα θρησκευτικά δόγματα, οι διαφημίσεις ή γενικότερα οι κυρίαρχες αντιλήψεις της εποχής του.

Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο ότι κάποιος εργάζεται, αποκτά υλικά αγαθά, ακολουθεί μια παράδοση ή συμμετέχει σε μια κοινωνική ομάδα. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτές οι επιλογές αποτελούν συνειδητές και προσωπικά αναλαμβανόμενες επιλογές ή αν το άτομο τις υιοθετεί μηχανικά, προκειμένου να αποφύγει την ευθύνη της προσωπικής κρίσης. Η υπαρξιστική κριτική, επομένως, δεν στρέφεται εναντίον της κοινωνικής ζωής καθαυτής, αλλά εναντίον της άκριτης παράδοσης του ατόμου σε ρόλους και προσδοκίες που δεν έχει εξετάσει.

Στην περίπτωση αυτή, το άτομο διάγει τον βίο του παθητικά, χωρίς να στοχάζεται ουσιαστικά το νόημα και την κατεύθυνση της ύπαρξής του, τις ευθύνες του, τις επιλογές του και το πεπερασμένο της ζωής. Επιτρέπει στους άλλους να αποφασίζουν, άμεσα ή έμμεσα, τι πρέπει να επιθυμεί, τι πρέπει να θεωρεί σημαντικό και ποιος πρέπει να είναι. Η ασφάλεια που προσφέρει αυτή η στάση μπορεί να είναι προσωρινά ανακουφιστική, αλλά έχει ως τίμημα την απώλεια της αυθεντικής σχέσης του ανθρώπου με την ελευθερία του.

Με αυτόν τον τρόπο, ξεγελώντας τον εαυτό μας, αποφεύγουμε να αναγνωρίσουμε την ελευθερία και την ευθύνη των επιλογών μας. Αντί να αποδεχθούμε ότι είμαστε υπεύθυνοι για τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνουμε τη ζωή μας, κρυβόμαστε πίσω από ρόλους, κοινωνικές προσδοκίες και εξωτερικές δικαιολογίες. Ο Sartre αντιπαραθέτει σε αυτή την κατάσταση την αυθεντικότητα: όχι ως μια κατάσταση τελειότητας ή ως την ανακάλυψη ενός προκαθορισμένου «αληθινού εαυτού», αλλά ως μια διαρκή προσπάθεια να αναγνωρίζουμε την ελευθερία μας, να αναλαμβάνουμε την ευθύνη των επιλογών μας και να μην αρνούμαστε την πραγματική μας κατάσταση.

Η υπαρξιστική στάση, επομένως, δεν υπόσχεται μια ζωή χωρίς αγωνία, αβεβαιότητα ή αποτυχία. Αντίθετα, ξεκινά από την αποδοχή τους. Το ζητούμενο είναι να μην επιτρέψουμε στην αγωνία να μας παραλύσει ούτε στην αβεβαιότητα να μας οδηγήσει σε παθητικότητα. Η ανθρώπινη ελευθερία αποκτά το πραγματικό της βάρος ακριβώς επειδή δεν υπάρχει εγγυημένη απάντηση για το πώς πρέπει να ζήσουμε. Ο άνθρωπος καλείται να επιλέξει, να πράξει, να αναλάβει τις συνέπειες των επιλογών του και, μέσα από αυτές, να δώσει μορφή στη δική του ύπαρξη.

Έτσι, το υπαρξιακό άγχος μπορεί να ιδωθεί όχι μόνο ως βάρος αλλά και ως υπενθύμιση της ελευθερίας. Η αγωνία μας αποκαλύπτει ότι είμαστε ελεύθεροι να επιλέγουμε, η εγκατάλειψη ότι δεν μπορούμε να μεταθέσουμε πλήρως την ευθύνη σε μια ανώτερη αρχή και η απόγνωση ότι πρέπει να δράσουμε χωρίς να έχουμε τον απόλυτο έλεγχο των αποτελεσμάτων. Η αντιμετώπιση αυτών των εμπειριών απαιτεί, επομένως, θάρρος, αυτογνωσία και ενεργό συμμετοχή στη διαμόρφωση της ζωής μας. Η υπαρξιστική πρόκληση είναι να ζούμε όχι σαν παθητικοί θεατές της ζωής μας, αλλά ως υπεύθυνοι φορείς των επιλογών μας.

 

Πηγή:

Funder. 2025. Το παζλ της προσωπικότητας. Εκδόσεις Πεδίο.

 

Ελένη Παπαδοπούλου και Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA