Μπορούν να
μιμηθούν τους άλλους;
Ένα από τα πιο συζητημένα ευρήματα στην αναπτυξιακή
ψυχολογία αφορά την πιθανότητα μίμησης από τη γέννηση.
Κλασικά πειράματα έδειξαν ότι νεογέννητα λίγων ωρών ή
ημερών συχνά ανταποκρίνονταν σε εκφράσεις ενηλίκων, όπως το άνοιγμα του
στόματος ή το βγάλσιμο της γλώσσας, επαναλαμβάνοντας τις ίδιες κινήσεις.
Αν και η ακριβής φύση αυτής της συμπεριφοράς
εξακολουθεί να συζητείται, είναι σαφές ότι τα νεογέννητα δεν είναι παθητικοί παρατηρητές.
Ανταποκρίνονται ενεργά στις ανθρώπινες εκφράσεις και συμμετέχουν από πολύ νωρίς
σε μορφές κοινωνικής αλληλεπίδρασης.
Μπορούν
πραγματικά τα νεογέννητα να μιμούνται;
Η ιδέα ότι τα νεογέννητα μπορούν να μιμούνται τις
εκφράσεις και τις κινήσεις των ενηλίκων έχει απασχολήσει έντονα την αναπτυξιακή
ψυχολογία τις τελευταίες δεκαετίες. Εάν πράγματι τα βρέφη είναι ικανά να
αναπαράγουν συνειδητά τις κινήσεις που παρατηρούν στους άλλους, τότε η
κοινωνική μάθηση ξεκινά πολύ νωρίτερα από ό,τι θεωρούνταν παλαιότερα.
Ωστόσο, το ζήτημα παραμένει αντικείμενο επιστημονικής
συζήτησης. Το βασικό ερώτημα δεν είναι απλώς αν τα νεογέννητα αντιδρούν στις
εκφράσεις των ενηλίκων, αλλά αν αυτές οι αντιδράσεις αποτελούν πραγματική
μίμηση ή αν πρόκειται για γενικότερες ανταποκρίσεις σε κοινωνικά ερεθίσματα.
Η ερευνήτρια Janine Oostenbroek και οι συνεργάτες της
επιχείρησαν να επανεξετάσουν τα κλασικά ευρήματα σχετικά με τη νεογνική μίμηση.
Οι ερευνητές αναρωτήθηκαν αν τα βρέφη βγάζουν τη γλώσσα τους επειδή προσπαθούν
να αντιγράψουν έναν ενήλικα ή αν η συμπεριφορά αυτή αποτελεί μια γενική
αντίδραση σε κάθε μορφή κοινωνικής αλληλεπίδρασης πρόσωπο με πρόσωπο.
Για να απαντήσουν σε αυτό το ερώτημα, σχεδίασαν
πειράματα με αυστηρότερους ελέγχους, στα οποία τα νεογέννητα εκτέθηκαν όχι μόνο
σε κινήσεις της γλώσσας αλλά και σε χαμόγελα, εκφράσεις προσώπου και
χειρονομίες με τα χέρια. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα μωρά έβγαζαν τη γλώσσα
τους ως αντίδραση σε διάφορα κοινωνικά ερεθίσματα και όχι αποκλειστικά όταν
παρατηρούσαν κάποιον να κάνει την ίδια κίνηση.
Τα ευρήματα αυτά οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι η
συμπεριφορά των νεογέννητων δεν μπορεί να ερμηνευθεί εύκολα ως συνειδητή
μίμηση. Αντίθετα, ίσως αντανακλά μια γενικότερη διέγερση και εμπλοκή του
βρέφους κατά τη διάρκεια της κοινωνικής αλληλεπίδρασης.
Νέα δεδομένα
υπέρ της πρώιμης μίμησης
Παρά τις αμφιβολίες που διατυπώθηκαν, η υπόθεση της
νεογνικής μίμησης δεν έχει εγκαταλειφθεί. Αντίθετα, νεότερες έρευνες
υποδεικνύουν ότι ορισμένες μορφές μίμησης ενδέχεται πράγματι να εμφανίζονται
ήδη από τις πρώτες ημέρες της ζωής.
Η Emese Nagy και οι συνεργάτες της πραγματοποίησαν μια
σειρά πειραμάτων σε βρέφη ηλικίας μόλις δύο ημερών. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι
τα νεογέννητα είχαν αυξημένη πιθανότητα να σηκώσουν τον δείκτη τους όταν
έβλεπαν τη μητέρα τους να εκτελεί την ίδια κίνηση. Παρόμοια αποτελέσματα
παρατηρήθηκαν και σε χειρονομίες που περιλάμβαναν δύο δάχτυλα, όπως το γνωστό
«σήμα της ειρήνης».
Ακόμη πιο ενδιαφέρον ήταν το γεγονός ότι οι κινήσεις
των βρεφών γίνονταν σταδιακά πιο ακριβείς με την επανάληψη, γεγονός που
υποδηλώνει την ύπαρξη μηχανισμών μάθησης ήδη από τις πρώτες ημέρες μετά τη
γέννηση.
Επομένως, αν και η ακριβής φύση της νεογνικής μίμησης
παραμένει ανοιχτή προς διερεύνηση, είναι σαφές ότι τα βρέφη παρακολουθούν
προσεκτικά τις κινήσεις των άλλων και ανταποκρίνονται ενεργά σε αυτές.
Η σημασία της
αμοιβαίας μίμησης
Ανεξάρτητα από το αν τα νεογέννητα μιμούνται
συστηματικά τους ενήλικες, φαίνεται ότι επωφελούνται σημαντικά όταν οι ίδιοι οι
ενήλικες μιμούνται τα βρέφη.
Η ψυχολόγος Virginia Slaughter υποστηρίζει ότι η
γονική μίμηση αποτελεί ένα από τα πρώτα και σημαντικότερα εργαλεία κοινωνικής
μάθησης. Οι γονείς συχνά επαναλαμβάνουν τις εκφράσεις, τους ήχους και τις
κινήσεις του μωρού τους χωρίς καν να το συνειδητοποιούν. Μέσα από αυτή τη διαδικασία,
το βρέφος αρχίζει να συνδέει τις δικές του ενέργειες με τις αντιδράσεις των
άλλων ανθρώπων.
Με τον τρόπο αυτό δημιουργούνται οι πρώτες γέφυρες
κοινωνικής κατανόησης και εγκαθίστανται τα θεμέλια της επικοινωνίας, της
αλληλεπίδρασης και της ανάπτυξης της αίσθησης του εαυτού.
Τα πρώτα
σημάδια ενσυναίσθησης
Ένα ακόμη εντυπωσιακό εύρημα της αναπτυξιακής έρευνας
αφορά την πρώιμη εμφάνιση στοιχείων ενσυναίσθησης.
Όποιος έχει βρεθεί σε έναν θάλαμο νεογέννητων έχει
πιθανότατα παρατηρήσει ότι όταν ένα μωρό αρχίζει να κλαίει, σύντομα ακολουθούν
και άλλα. Για πολλά χρόνια οι επιστήμονες υπέθεταν ότι το φαινόμενο αυτό
οφείλεται απλώς στην ενόχληση που προκαλεί ένας δυνατός ήχος.
Οι μελέτες όμως αποκάλυψαν μια πολύ πιο σύνθετη
εικόνα.
Τα νεογέννητα είναι σε θέση να διακρίνουν το δικό τους
κλάμα από το κλάμα άλλων βρεφών. Επιπλέον, διαφοροποιούν το κλάμα ενός
νεογέννητου από το κλάμα ενός μεγαλύτερου βρέφους.
Σε κλασικά πειράματα διαπιστώθηκε ότι νεογέννητα
ηλικίας μίας μόλις ημέρας έκλαιγαν συχνότερα όταν άκουγαν ηχογραφήσεις άλλων
νεογέννητων που βρίσκονταν σε δυσφορία. Αντίθετα, δεν αντιδρούσαν με τον ίδιο
τρόπο όταν άκουγαν ηχογραφήσεις του δικού τους κλάματος ή το κλάμα μεγαλύτερων
παιδιών.
Το εύρημα αυτό υποδηλώνει ότι τα βρέφη δεν
ανταποκρίνονται απλώς σε έναν δυσάρεστο ήχο. Αντιθέτως, φαίνεται να
επηρεάζονται ειδικά από τη συναισθηματική κατάσταση ενός άλλου νεογέννητου.
Η ενσυναίσθηση
ως θεμέλιο της ανθρώπινης κοινωνικότητας
Η ευαισθησία απέναντι στη δυσφορία των άλλων θεωρείται
από πολλούς ερευνητές μία από τις πρώτες μορφές ενσυναίσθησης.
Οι νευροεπιστήμονες Jean Decety και Philip Jackson
υποστηρίζουν ότι η ενσυναίσθηση αποτελείται από διάφορα επίπεδα. Το πιο βασικό
επίπεδο είναι η συναισθηματική συμμετοχή, δηλαδή η ικανότητα να επηρεάζεται
κανείς από τα συναισθήματα ενός άλλου ατόμου.
Τα ευρήματα σχετικά με το μεταδοτικό κλάμα υποδηλώνουν
ότι αυτή η στοιχειώδης μορφή ενσυναίσθησης υπάρχει ήδη από τις πρώτες ημέρες
της ζωής. Αν και τα νεογέννητα δεν μπορούν ακόμη να κατανοήσουν συνειδητά τις
σκέψεις ή τα συναισθήματα των άλλων, φαίνεται ότι διαθέτουν έναν πρωτογενή
μηχανισμό συναισθηματικού συντονισμού.
Εντυπωσιακό είναι επίσης ότι η ευαισθησία αυτή δεν
εξαφανίζεται μετά τις πρώτες ημέρες. Μελέτες έχουν δείξει ότι βρέφη ηλικίας
ενός, τριών, έξι και εννέα μηνών συνεχίζουν να παρουσιάζουν σημάδια δυσφορίας
όταν εκτίθενται στο κλάμα άλλων βρεφών που πονάνε.
Συμπέρασμα
Τα σύγχρονα ερευνητικά δεδομένα ανατρέπουν οριστικά
την παλαιότερη αντίληψη που παρουσίαζε τα νεογέννητα ως παθητικούς οργανισμούς
με περιορισμένες κοινωνικές δυνατότητες.
Από τις πρώτες κιόλας ημέρες της ζωής τους, τα βρέφη
δείχνουν ιδιαίτερη ευαισθησία στις ανθρώπινες εκφράσεις, στις χειρονομίες, στις
φωνές και στα συναισθήματα των άλλων. Παρατηρούν, ανταποκρίνονται, μαθαίνουν
και συμμετέχουν ενεργά στις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις που τα περιβάλλουν.
Παρόλο που η επιστημονική συζήτηση για τη φύση της
νεογνικής μίμησης συνεχίζεται, είναι σαφές ότι τα νεογέννητα δεν είναι
παθητικοί δέκτες φροντίδας. Αντίθετα, αποτελούν ενεργούς κοινωνικούς εταίρους,
προετοιμασμένους να συνδεθούν με τους ανθρώπους γύρω τους, να ανταποκριθούν στα
συναισθήματά τους και να οικοδομήσουν από πολύ νωρίς τις βάσεις της κοινωνικής
νοημοσύνης και της ανθρώπινης επικοινωνίας.
Οι πρώτες αυτές κοινωνικές ικανότητες αποτελούν το
θεμέλιο πάνω στο οποίο θα αναπτυχθούν αργότερα η γλώσσα, η συνεργασία, η
ενσυναίσθηση, η αυτορρύθμιση και οι σύνθετες διαπροσωπικές σχέσεις που
χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη ζωή.
Πηγή:
https://parentingscience.com/newborns-and-the-social-world/
Νίκος Κουραβάνας - Ελένη
Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.