Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2026

Προκοινωνική συμπεριφορά

Η προκοινωνική συμπεριφορά περιλαμβάνει ένα σύνολο πράξεων που αποσκοπούν στην υποστήριξη, την προστασία και τη βελτίωση της ευημερίας των άλλων ανθρώπων. Σε αυτές τις συμπεριφορές συγκαταλέγονται η παροχή βοήθειας, η παρηγοριά ενός ατόμου που βρίσκεται σε δύσκολη συναισθηματική κατάσταση, η εκδήλωση συμπόνιας, το μοίρασμα, η συνεργασία, η προστασία των πιο ευάλωτων ατόμων, η διάσωση και η υπεράσπιση όσων έχουν ανάγκη. Οι πράξεις αυτές αποτελούν βασικό στοιχείο της κοινωνικής ανάπτυξης, καθώς διευκολύνουν τη δημιουργία θετικών διαπροσωπικών σχέσεων και ενισχύουν τη συνοχή μεταξύ των μελών μιας κοινωνικής ομάδας.

 

Ωστόσο, η προκοινωνική συμπεριφορά δεν περιορίζεται στην απόκτηση κοινωνικών δεξιοτήτων ή στην εκμάθηση κανόνων ευγενικής συμπεριφοράς. Όταν αναπτύσσεται σε μεγαλύτερο βαθμό, συνδέεται με βαθύτερα συναισθήματα, όπως η φιλία, το ενδιαφέρον, η συναισθηματική εγγύτητα και η ουσιαστική μέριμνα για τους άλλους. Σημαντικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία διαδραματίζει η ενσυναίσθηση, δηλαδή η ικανότητα του ατόμου να αντιλαμβάνεται, να κατανοεί και, σε κάποιον βαθμό, να συμμερίζεται τα συναισθήματα και την οπτική των άλλων ανθρώπων.

Για παράδειγμα, όταν ένα παιδί παρατηρεί έναν συνομήλικό του να είναι στενοχωρημένος και αισθάνεται και το ίδιο λύπη, επειδή αντιλαμβάνεται τη συναισθηματική του κατάσταση, εκδηλώνει μια μορφή ενσυναίσθησης. Η κατανόηση αυτή μπορεί να το οδηγήσει σε μια υποστηρικτική πράξη, όπως να πλησιάσει το άλλο παιδί, να το αγκαλιάσει ή να προσπαθήσει να το παρηγορήσει. Η ενσυναίσθηση, επομένως, μπορεί να λειτουργήσει ως κίνητρο για την εκδήλωση προκοινωνικών συμπεριφορών, καθώς βοηθά το παιδί να αναγνωρίζει πότε κάποιος χρειάζεται βοήθεια και να ανταποκρίνεται με ευαισθησία στις ανάγκες του.

Επιπλέον, η ενσυναίσθηση μπορεί να εκδηλώνεται μέσα από διαφορετικές αντιδράσεις, όπως οι εκφράσεις του προσώπου, οι αλλαγές στη συμπεριφορά και οι σωματικές αντιδράσεις που εμφανίζονται όταν το άτομο παρατηρεί κάποιον να υποφέρει ή να βρίσκεται σε δυσκολία. Οι εκδηλώσεις αυτές έχουν συσχετιστεί με την προκοινωνική συμπεριφορά, υποδεικνύοντας ότι τα άτομα που αντιλαμβάνονται και κατανοούν καλύτερα τα συναισθήματα των άλλων είναι πιθανότερο να ανταποκριθούν με γενναιοδωρία, υποστήριξη και διάθεση προσφοράς. Συνεπώς, η ικανότητα αναγνώρισης των συναισθημάτων και των αναγκών των άλλων αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την ανάπτυξη ουσιαστικών κοινωνικών δεσμών.

Η ανάπτυξη της προκοινωνικής συμπεριφοράς ξεκινά ήδη από την πρώιμη παιδική ηλικία, καθώς παρατηρούνται σχετικές εκδηλώσεις ακόμη και σε παιδιά ηλικίας περίπου δύο ετών. Σε αυτό το στάδιο, τα παιδιά αρχίζουν σταδιακά να αντιλαμβάνονται ότι οι άλλοι άνθρωποι έχουν διαφορετικά συναισθήματα και ανάγκες από τα δικά τους και να εκδηλώνουν τις πρώτες μορφές βοήθειας, μοιράσματος ή παρηγοριάς. Καθώς μεγαλώνουν, οι συμπεριφορές αυτές μπορούν να γίνουν πιο σύνθετες και να χαρακτηρίζονται από μεγαλύτερη κατανόηση των συναισθημάτων των άλλων, καλύτερο έλεγχο των προσωπικών αντιδράσεων και πιο συνειδητή πρόθεση προσφοράς.

Καθοριστική είναι η συμβολή του οικογενειακού περιβάλλοντος στη διαμόρφωση αυτών των συμπεριφορών. Οι γονείς, μέσα από τον τρόπο με τον οποίο ανταποκρίνονται στις ανάγκες του παιδιού, εκφράζουν τα συναισθήματά τους και αντιμετωπίζουν τους άλλους ανθρώπους, λειτουργούν ως πρότυπα κοινωνικής συμπεριφοράς. Όταν ενθαρρύνουν την κατανόηση, τη συνεργασία και τη φροντίδα, δημιουργούν ευνοϊκές συνθήκες για την ανάπτυξη της ενσυναίσθησης και της διάθεσης για προσφορά. Αντίστοιχα, τα αδέλφια συμβάλλουν στη διαδικασία αυτή μέσα από τις καθημερινές αλληλεπιδράσεις, τα κοινά παιχνίδια, τη συνεργασία και την αντιμετώπιση συγκρούσεων. Μέσα σε αυτές τις εμπειρίες, τα παιδιά έχουν την ευκαιρία να εξασκηθούν στο μοίρασμα, στην αμοιβαιότητα και στην αναγνώριση των συναισθημάτων των άλλων.

Ιδιαίτερη σημασία έχει, επίσης, η ποιότητα του συναισθηματικού δεσμού που αναπτύσσει το παιδί με τα πρόσωπα φροντίδας. Τα παιδιά που έχουν ασφαλή δεσμό με τους γονείς ή τους βασικούς φροντιστές τους φαίνεται να διαθέτουν ευνοϊκότερες προϋποθέσεις για την ανάπτυξη θετικών σχέσεων με τους συνομηλίκους τους. Η αίσθηση ασφάλειας και εμπιστοσύνης μπορεί να τα βοηθήσει να προσεγγίζουν τους άλλους με μεγαλύτερη άνεση, να συνεργάζονται αποτελεσματικότερα και να ανταποκρίνονται πιο θετικά στις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις. Με αυτόν τον τρόπο, οι πρώιμες σχέσεις φροντίδας μπορούν να συμβάλουν στη διαμόρφωση συμπεριφορών που προάγουν τη συνεργασία και την κοινωνική προσαρμογή.

Παράλληλα, η εκδήλωση προκοινωνικής συμπεριφοράς επηρεάζεται και από τα ατομικά χαρακτηριστικά του παιδιού. Τα παιδιά που έχουν αναπτύξει καλύτερες δεξιότητες συναισθηματικής αυτορρύθμισης είναι συνήθως πιο ικανά να διαχειρίζονται τις παρορμήσεις και τις συναισθηματικές αντιδράσεις τους, με αποτέλεσμα να μπορούν να ανταποκρίνονται αποτελεσματικότερα στις ανάγκες των άλλων. Επιπλέον, η αυξημένη ευαισθησία απέναντι στη συναισθηματική κατάσταση των γύρω τους, η συμπόνια και η ικανότητα να αναγνωρίζουν διαφορετικές επιθυμίες και ενδιαφέροντα συνδέονται με συχνότερες εκδηλώσεις βοήθειας και συνεργασίας.

Συνολικά, η προκοινωνική συμπεριφορά αποτελεί μια σύνθετη αναπτυξιακή διαδικασία, η οποία διαμορφώνεται μέσα από την αλληλεπίδραση των συναισθηματικών, οικογενειακών και ατομικών παραγόντων. Η ενσυναίσθηση, η ποιότητα των σχέσεων με τους γονείς και τα αδέλφια, καθώς και η ικανότητα συναισθηματικής αυτορρύθμισης συμβάλλουν στην ανάπτυξη της διάθεσης για βοήθεια και συνεργασία. Επομένως, η ενίσχυση ενός υποστηρικτικού οικογενειακού περιβάλλοντος και η καλλιέργεια της συναισθηματικής επίγνωσης μπορούν να αποτελέσουν σημαντικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη κοινωνικά υπεύθυνων παιδιών, τα οποία είναι σε θέση να αναγνωρίζουν τις ανάγκες των άλλων και να συμμετέχουν ενεργά στη δημιουργία θετικών διαπροσωπικών σχέσεων.

 

Πηγή:

Dunn, W.L. & Craig, G.J. (2021). Κατανοώντας την ανάπτυξη του ανθρώπου. Εκδόσεις Παπαζήση.

 

Ελένη Παπαδοπούλου και Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA

Η διαδικασία της εσωτερίκευσης

Πώς εσωτερικεύουν τα παιδιά αξίες και κανόνες;

 

«Στην αρχή μπορεί να μιμούνται απλώς λεκτικά σχήματα. Ένα κορίτσι 2 ετών λέει: ‘’όχι, όχι’’, καθώς μουτζουρώνει τον τοίχο με έναν μαρκαδόρο. Συνεχίζει να κάνει αυτό που θέλει αλλά, ταυτοχρόνως, εκδηλώνει την αρχή της αυτοσυγκράτησης λέγοντας στον εαυτό της ότι δεν πρέπει να το κάνει.

Καθώς η ανάπτυξη προχωρά, τα παιδιά αρχίζουν να ενσωματώνουν τις κοινωνικές αντιλήψεις στη δική τους σκέψη, το οποίο συνήθως συνεπάγεται το να κατανοήσουν πώς σκέφτονται και πράττουν τα ίδια, καθώς και οι άλλοι άνθρωποι. Πολλές από αυτές τις έννοιες είναι εξαιρετικά αφηρημένες για τα μικρά παιδιά, αλλά παρόλα αυτά προσπαθούν να τις καταλάβουν στο πλαίσιο του δικού τους γνωστικού επιπέδου.

Τα μικρά παιδιά καθώς μαθαίνουν για τις κοινωνικές αντιλήψεις ρωτούν συχνά: ‘’Γιατί το έκανε αυτό;’’ Οι απαντήσεις περιλαμβάνουν συνήθως προσδιορισμούς για την προσωπικότητα και τον χαρακτήρα. Για παράδειγμα, η ερώτηση ‘’Γιατί μου έδωσε το μπισκότο του ο Γιώργος;’’ μπορεί να λάβει ως απάντηση «Επειδή ο Γιώργος είναι καλό παιδί». Καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν σταδιακά είναι πιθανότερο να θεωρούν ότι οι άλλοι άνθρωποι –όπως και αυτά τα ίδια- έχουν σταθερά χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Με αυτόν τον τρόπο, τα παιδιά αρχίζουν να διαμορφώνουν θετική αυτοαντίληψη, η οποία ορίζει τον τρόπο με τον οποίο σκέφτονται για τον εαυτό τους.

Συγχρόνως, τα μικρά παιδιά πρέπει να μάθουν να καταλαβαίνουν πώς σκέφτονται οι άλλοι- τις προθέσεις, τα συναισθήματα και τις επιθυμίες των άλλων. Η ανάπτυξη της κοινωνικής κατανόησης είναι τόσο σημαντική για την ανάπτυξη του ανθρώπου και αρχίζει τόσο νωρίς, ώστε πολλοί ψυχολόγοι τη θεωρούν έμφυτη ικανότητα, όπως η ικανότητα εκμάθησης της γλώσσας. Η κατανόηση της σκέψης των άλλων σχετίζεται ιδιαίτερα με τη δημιουργία των πρώτων φιλικών σχέσεων και την ελαχιστοποίηση των φιλονικιών» (σελ. 274).

 

Πηγή:

Dunn, W.L. & Craig, G.J. (2021). Κατανοώντας την ανάπτυξη του ανθρώπου. Εκδόσεις Παπαζήση.

 

Ελένη Παπαδοπούλου και Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA

Διδάσκοντας διαφορετικές κοινωνικές συμπεριφορές στα βρέφη

Η κοινωνική αναφορά αποτελεί έναν σημαντικό μηχανισμό μέσω του οποίου οι γονείς μεταδίδουν στα μεγαλύτερα βρέφη και στα νήπια πολιτισμικές αξίες, κοινωνικούς κανόνες και τρόπους συμπεριφοράς. Μέσα από την παρατήρηση των αντιδράσεων των ενηλίκων και τη συμμετοχή τους σε καθημερινές κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, τα παιδιά αρχίζουν να κατανοούν τι θεωρείται αποδεκτό και κατάλληλο στο κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνουν. Παρόλο που σε αυτή την ηλικία συχνά έχουν έναν πιο περιορισμένο ή περιφερειακό ρόλο στην οικογενειακή και κοινοτική ζωή, η παρουσία τους στις κοινωνικές δραστηριότητες συμβάλλει ουσιαστικά στη σταδιακή κοινωνικοποίησή τους.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η έρευνα της Barbara Rogoff και των συνεργατών της, οι οποίοι μελέτησαν τον τρόπο με τον οποίο οι ενήλικες βοηθούν τα νήπια να αποκτήσουν τις κατάλληλες κοινωνικές δεξιότητες σε τέσσερις διαφορετικές πολιτισμικές κοινότητες: σε μια κοινότητα Ινδιάνων Μάγια στη Γουατεμάλα, σε μια μεσοαστική κοινότητα στις Ηνωμένες Πολιτείες, σε ένα χωριό μιας φυλετικής κοινότητας στην Ινδία και σε μια μεσοαστική γειτονιά στην Τουρκία. Στόχος τους ήταν να διερευνήσουν πώς οι πολιτισμικές αντιλήψεις και οι καθημερινές πρακτικές κάθε κοινωνίας επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο τα μικρά παιδιά μαθαίνουν να συμπεριφέρονται και να συμμετέχουν στην κοινωνική ζωή.

Τα ευρήματα έδειξαν ότι η εκμάθηση της κοινωνικής συμπεριφοράς δεν πραγματοποιείται αποκλειστικά μέσω άμεσων οδηγιών ή συστηματικής καθοδήγησης από τους ενηλίκους. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι ενήλικες παρείχαν στα παιδιά συγκεκριμένες οδηγίες και πρακτική βοήθεια. Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις, τα παιδιά αποκτούσαν γνώσεις και δεξιότητες παρατηρώντας προσεκτικά τους ανθρώπους γύρω τους, μιμούμενα τις ενέργειές τους και συμμετέχοντας σταδιακά στις καθημερινές τους δραστηριότητες. Με αυτόν τον τρόπο, η μάθηση προέκυπτε φυσικά μέσα από την κοινωνική αλληλεπίδραση και την ενεργό παρουσία των παιδιών στο περιβάλλον τους.

Για παράδειγμα, τα νήπια συμμετείχαν συχνά στα οικογενειακά γεύματα, γεγονός που τους έδινε τη δυνατότητα να παρατηρούν τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούσαν οι ενήλικες και τα μεγαλύτερα αδέλφια τους. Μέσα από αυτές τις εμπειρίες μάθαιναν να μιμούνται τις συνομιλίες, τις χειρονομίες και τις κοινωνικές συμπεριφορές των άλλων. Παράλληλα, η συμμετοχή τους συνοδευόταν συχνά από θετικά συναισθήματα, όπως η χαρά, η ευχαρίστηση και το γέλιο, τα οποία ενίσχυαν την επιθυμία τους να συμμετέχουν περισσότερο στις κοινές δραστηριότητες. Επιπλέον, ενθαρρύνονταν να αναλαμβάνουν μικρές πρωτοβουλίες που αναπαρήγαν τις συμπεριφορές των ενηλίκων, όπως το να σηκώνουν το ποτήρι τους για να συμμετάσχουν σε μια πρόποση.

Μέσα από τέτοιες καθημερινές εμπειρίες, τα παιδιά δεν αποκτούν απλώς συγκεκριμένες δεξιότητες, αλλά εσωτερικεύουν σταδιακά τις αξίες, τις συνήθειες και τους κανόνες του πολιτισμού τους. Μαθαίνουν να ερμηνεύουν τις κοινωνικές καταστάσεις, να αναγνωρίζουν τις προσδοκίες των άλλων και να διαμορφώνουν τη δική τους συμπεριφορά σύμφωνα με το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο ζουν. Ταυτόχρονα, η συμμετοχή τους στις δραστηριότητες των ενηλίκων ενισχύει την αυτονομία τους, καθώς αρχίζουν να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες, να αναπτύσσουν προσωπικές προτιμήσεις και να διαφοροποιούν σταδιακά τη συμπεριφορά τους από εκείνη των προσώπων που τα φροντίζουν. Επομένως, η κοινωνικοποίηση συνδέεται τόσο με την ένταξη του παιδιού στην πολιτισμική του κοινότητα όσο και με την ανάπτυξη της ανεξαρτησίας και της προσωπικής του ταυτότητας.

Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι ο τρόπος φροντίδας και κοινωνικοποίησης των μικρών παιδιών διαφέρει σημαντικά από πολιτισμό σε πολιτισμό. Σε ορισμένες κοινωνίες, η καθημερινή φροντίδα τους δεν αποτελεί αποκλειστική ευθύνη των γονέων ή άλλων ενηλίκων, αλλά αναλαμβάνεται σε μεγάλο βαθμό από μεγαλύτερα παιδιά, ηλικίας περίπου πέντε έως δέκα ετών. Η πρακτική αυτή αναδεικνύει τον σημαντικό ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν τα αδέλφια και τα υπόλοιπα παιδιά της κοινότητας στη φροντίδα, στη μάθηση και στην κοινωνική ανάπτυξη των μικρότερων παιδιών. Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι η ανάπτυξη και η κοινωνικοποίηση δεν ακολουθούν έναν ενιαίο τρόπο σε όλες τις κοινωνίες, αλλά επηρεάζονται από τις πολιτισμικές αξίες, την οργάνωση της οικογενειακής ζωής και τις μορφές κοινωνικής συμμετοχής που επικρατούν σε κάθε κοινότητα.

 

Πηγή:

Dunn, W.L. & Craig, G.J. (2021). Κατανοώντας την ανάπτυξη του ανθρώπου. Εκδόσεις Παπαζήση.

 

Ελένη Παπαδοπούλου και Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA

Διαβάζοντας το βιβλίο: Από το σωματικό στο συμβολικό

Ψυχοσωματικές καταστάσεις και ψυχικοί μετασχηματισμοί

 

«Το βιβλίο ιχνηλατεί τις ιστορικές θεωρητικές καταβολές της ψυχοσωματικής στην ψυχανάλυση και παράλληλα παρουσιάζει πώς κλινικοί με ψυχαναλυτική εκπαίδευση έχουν επιχειρήσει να κατανοήσουν και να αντιμετωπίσουν ασθενείς με σύνθετα ψυχοσωματικά συμπτώματα. Επανεξετάζει τη σχέση νου-σώματος στην ψυχανάλυση, αποφεύγοντας τις διχοτομήσεις του παρελθόντος ανάμεσα στο ψυχολογικό και το σωματικό, αλλά και τις διακρίσεις του παρόντος ανάμεσα σε ασθενείς που συμβολοποιούν και σε ασθενείς που δεν συμβολοποιούν. Έτσι, επεξεργάζεται θεωρητικά και κλινικά ζητήματα από μια ευρεία και συνθετική οπτική, καθώς οι ψυχοσωματικοί ασθενείς δεν αναμένεται να ωφεληθούν περισσότερο ούτε με τη δίχως διακρίσεις αποδοχή εντυπωσιακών νέων ευρημάτων ούτε με την απόρριψη καθιερωμένων τρόπων για την κατανόησή τους. Το βιβλίο, λοιπόν, αντιπροσωπεύει μια προσέγγιση που αξιοποιεί τόσο την πλούσια ιστορία του παρελθόντος όσο και το συναρπαστικό νέο έργο στις νευροεπιστήμες». (Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

 

«Οι ψυχοσωματικοί ασθενείς εντάσσονται σε ένα νευροαναπτυξιακό συνεχές και ως εκ τούτου παρουσιάζουν διαβαθμισμένης βαρύτητας διαταραχές. Ορισμένοι είχαν σχετικά ικανοποιητικές πρώιμες εμπειρίες προσκόλλησης και ανέπτυξαν κάποιες λειτουργίες συμβολοποίησης και νοητικοποίησης. Ορισμένοι άλλοι ασθενείς, οι οποίοι είχαν την εμπειρία ενός πρώιμου προλεκτικού τραύματος, δεν κατάφεραν ποτέ να αναπτύξουν πραγματικά την ικανότητα υγιούς συμβολοποίησης και νοητικοποίησης και παραμένουν καθηλωμένοι στο επίπεδο λειτουργίας ενός σωματικού Εγώ. Είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου ότι οι ασθενείς χωρίς συμβολικές λειτουργίες φέρουν σοβαρά ψυχικά ελλείμματα και βρίσκονται σε μια θέση εξάρτησης από τον άλλο για την κάλυψη των βασικών αναγκών αυτορρύθμισης» (σελ. 115).

«Πολλές φορές, οι σωματικές αντιδράσεις του ασθενή είναι τόσο συγκαλυμμένες, που ο θεραπευτής πιθανόν να μην τις αναγνωρίσει. Θα μπορούσε να φαίνεται ότι ο ασθενής συνδέεται με τον θεραπευτή στη βάση κοινών ιδεών, αλλά στο θέατρο του σώματος του ασθενή να διαδραματίζεται κάτι εντελώς διαφορετικό. Οποιαδήποτε δομή του εαυτού υπήρχε ενδεχομένως πριν έχει καταρρεύσει. Ο ασθενής έχει σχηματίσει μια συμβιωτική συγχώνευση με τον θεραπευτή προκειμένου να αποτρέψει τον ψυχικό αφανισμό, ενώ ο πρωτογενής εαυτός παραμένει μη συμβολικός, μέσα στη φυσιολογική διέγερση και τα σωματικά συμπτώματα» (σελ. 127).

 

Phyllis L. Sloate (Επιμ.), Από το σωματικό στο συμβολικό. Ψυχοσωματικές καταστάσεις και ψυχικοί μετασχηματισμοί. Εκδόσεις Πεδίο.

 

Ελένη Παπαδοπούλου και Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA

Ο ρόλος της ντοπαμίνης στη μάθηση, την ανταμοιβή και τις συμπεριφορές υψηλού ρίσκου (τζόγος)

Η ντοπαμίνη είναι ένας σημαντικός νευροδιαβιβαστής που συμμετέχει στη διαδικασία της μάθησης μέσω της ανταμοιβής. Ειδικότερα, συμβάλλει στη λειτουργία του σφάλματος πρόβλεψης της ανταμοιβής, δηλαδή στη διαφορά μεταξύ του αποτελέσματος που αναμένει κάποιος και της ανταμοιβής που τελικά λαμβάνει. Όταν η πραγματική ανταμοιβή είναι μεγαλύτερη από την αναμενόμενη, δημιουργείται ένα θετικό σφάλμα πρόβλεψης, το οποίο ενισχύει την πιθανότητα επανάληψης μιας συμπεριφοράς. Αντίθετα, όταν η αναμενόμενη ανταμοιβή δεν εμφανίζεται, προκύπτει ένα αρνητικό σφάλμα πρόβλεψης, με αποτέλεσμα να μειώνεται η πιθανότητα επανάληψης της συγκεκριμένης συμπεριφοράς. Με αυτόν τον τρόπο, το σφάλμα πρόβλεψης λειτουργεί ως μηχανισμός μάθησης, βοηθώντας τον οργανισμό να προσαρμόζει τις επιλογές του ώστε να επιτυγχάνει μεγαλύτερες ανταμοιβές.

 

Σημαντική συμβολή στην κατανόηση αυτού του μηχανισμού είχαν οι πρωτοποριακές έρευνες του Wolfram Schultz και των συνεργατών του. Οι ερευνητές μελέτησαν τη δραστηριότητα των νευρώνων που παράγουν ντοπαμίνη στα κέντρα ανταμοιβής του εγκεφάλου πιθήκων. Διαπίστωσαν ότι η δραστηριότητα αυτών των νευρώνων αυξανόταν όταν τα ζώα λάμβαναν απροσδόκητα ανταμοιβή, όπως χυμό, ενώ μειωνόταν όταν δεν λάμβαναν την ανταμοιβή που περίμεναν. Τα αποτελέσματα αυτά ανέδειξαν τη σημασία της ντοπαμίνης στη δημιουργία σημάτων που ενημερώνουν τον εγκέφαλο για τη διαφορά ανάμεσα στην προσδοκία και την πραγματικότητα. Αντίστοιχα ευρήματα προέκυψαν και από νευροαπεικονιστικές μελέτες σε ανθρώπους, οι οποίες έδειξαν ότι περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με την ανταμοιβή συμμετέχουν στην επεξεργασία των σφαλμάτων πρόβλεψης. Συνολικά, οι έρευνες αυτές υποστηρίζουν ότι η ντοπαμίνη διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο στη μάθηση.

Η σημασία της ντοπαμίνης γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στη νόσο του Parkinson, μια νευρολογική ασθένεια που χαρακτηρίζεται από κινητικές διαταραχές και απώλεια νευρώνων οι οποίοι παράγουν ντοπαμίνη. Για την αντιμετώπισή της χρησιμοποιείται συχνά το φάρμακο L-dopa, το οποίο βοηθά τους εναπομείναντες νευρώνες να παράγουν περισσότερη ντοπαμίνη. Ωστόσο, έρευνες δείχνουν ότι τα άτομα με Parkinson μπορεί να παρουσιάζουν δυσκολίες στη μάθηση που βασίζεται στην ανταμοιβή, καθώς και διαταραχές στα σήματα που σχετίζονται με το σφάλμα πρόβλεψης. Επιπλέον, η φαρμακευτική αγωγή είναι δυνατό να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο οι ασθενείς επεξεργάζονται τις ανταμοιβές και μαθαίνουν από τα αποτελέσματα των επιλογών τους.

Ένα ακόμη ενδιαφέρον εύρημα αφορά την εμφάνιση παρορμητικών και καταναγκαστικών συμπεριφορών σε ορισμένα άτομα με νόσο του Parkinson. Συγκεκριμένα, ορισμένοι ασθενείς αναπτύσσουν προβλήματα που σχετίζονται με τον τζόγο, τις υπερβολικές αγορές και άλλες συμπεριφορές υψηλού ρίσκου. Τα φαινόμενα αυτά φαίνεται να συνδέονται με τη χρήση φαρμάκων που διεγείρουν τους υποδοχείς της ντοπαμίνης. Παράλληλα, νευροαπεικονιστικές μελέτες έχουν εντοπίσει αυξημένες ντοπαμινεργικές αποκρίσεις σε ερεθίσματα που προμηνύουν ανταμοιβή σε ασθενείς οι οποίοι εμφανίζουν καταναγκαστικό τζόγο έπειτα από τη συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή. Τα ευρήματα αυτά υποδεικνύουν ότι η ντοπαμίνη ενδέχεται να επηρεάζει όχι μόνο τη μάθηση, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αξιολογούν τις πιθανές ανταμοιβές και αναλαμβάνουν κινδύνους.

Τη σχέση μεταξύ ντοπαμίνης και ανάληψης κινδύνων εξέτασαν επίσης οι Rigoli et al. (2016), σε μελέτη με τη συμμετοχή υγιών ενηλίκων. Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να επιλέξουν ανάμεσα σε μια εγγυημένη χρηματική ανταμοιβή και σε ένα στοίχημα, το οποίο μπορούσε είτε να τους αποφέρει το διπλάσιο χρηματικό ποσό είτε να μην τους προσφέρει καμία ανταμοιβή. Κατά τη διάρκεια διαφορετικών πειραματικών συνεδριών, στους ίδιους συμμετέχοντες χορηγήθηκε είτε L-dopa είτε εικονικό φάρμακο (placebo), ώστε να εξεταστεί η επίδραση της αύξησης της ντοπαμινεργικής δραστηριότητας στις αποφάσεις τους. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η χορήγηση L-dopa αύξησε τη συνολική προδιάθεση των συμμετεχόντων να επιλέγουν τον τζόγο αντί της εγγυημένης ανταμοιβής.

Συμπερασματικά, η ντοπαμίνη αποτελεί βασικό παράγοντα στη μάθηση μέσω της ανταμοιβής και στη διαμόρφωση της συμπεριφοράς. Παράλληλα, φαίνεται να συνδέεται με τη λήψη αποφάσεων, την ανάληψη κινδύνων και την εμφάνιση ορισμένων παρορμητικών συμπεριφορών. Παρότι οι ακριβείς μηχανισμοί μέσω των οποίων επηρεάζει τη μάθηση και τη νόηση δεν έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως, η περαιτέρω διερεύνησή τους μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην κατανόηση νευρολογικών διαταραχών και των επιδράσεων της φαρμακευτικής αγωγής. Ο συνδυασμός φαρμακευτικών παρεμβάσεων, νευροαπεικονιστικών τεχνικών και ελεγχόμενων πειραμάτων μάθησης αναμένεται να προσφέρει χρήσιμα επιστημονικά ευρήματα και πρακτικές εφαρμογές στο μέλλον.

 

Πηγή: Schacter, Gilbert, Nock, 2025, Ψυχολογία, Gutenberg.

 

Ελένη Παπαδοπούλου και Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA

 

Η Γενιά του Εγώ

Οι περιβαλλοντικές συνθήκες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της ταυτότητας κατά την εφηβεία. Επομένως, είναι εύλογο να θεωρήσουμε ότι οι ευρύτεροι κοινωνικοί και πολιτισμικοί παράγοντες επηρεάζουν την αναπτυξιακή πορεία των εφήβων, δημιουργώντας κοινά πρότυπα που χαρακτηρίζουν ολόκληρες γενιές. Ο αμερικανικός πολιτισμός έχει υποστεί σημαντικές αλλαγές τις τελευταίες δεκαετίες, γεγονός που οδήγησε τα μέσα μαζικής ενημέρωσης να αποδίδουν συγκεκριμένες ονομασίες στις γενιές που διαμορφώθηκαν υπό την επίδραση σημαντικών ιστορικών και κοινωνικών γεγονότων.

Οι Baby Boomers, δηλαδή όσοι γεννήθηκαν από το 1946 έως το 1961, μεγάλωσαν σε μια περίοδο που χαρακτηρίστηκε από τον πόλεμο του Βιετνάμ και τα κινήματα για την προάσπιση των πολιτικών δικαιωμάτων και της ισότητας των φύλων. Οι εμπειρίες αυτές επηρέασαν τις κοινωνικές αντιλήψεις και τη συμπεριφορά τους. Ως γενιά, παρουσίασαν μεγαλύτερη αποδοχή φιλελεύθερων κοινωνικών και σεξουαλικών στάσεων σε σύγκριση με τους γονείς τους, αλλά και με ορισμένους απογόνους τους, γεγονός που συνδέεται με τις κοινωνικές αλλαγές που βίωσαν κατά την εφηβεία τους.

Η γενιά που γεννήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες μεταξύ 1962 και 1981 είναι γνωστή ως Γενιά Χ. Σε σύγκριση με την προηγούμενη γενιά, περιγράφεται ως περισσότερο συντηρητική, με υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο και μεγαλύτερη ποικιλομορφία. Αντίστοιχα, όσοι γεννήθηκαν κατά τις επόμενες δεκαετίες, από τη δεκαετία του 1980 και έπειτα, κατατάσσονται στη Γενιά Υ, η οποία είναι επίσης γνωστή ως Millennials ή «Γενιά του Εγώ».

Το βασικό ερώτημα είναι σε ποιον βαθμό οι αξίες και οι προτεραιότητες της Γενιάς του Εγώ διαφέρουν από εκείνες των προηγούμενων γενεών. Σύμφωνα με ερευνητές που εξετάζουν τις διαφορές μεταξύ των γενεών, τα άτομα αυτής της ομάδας φαίνεται να δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στην προσωπική τους ευημερία, στην ατομική ικανοποίηση και στην επίτευξη των προσωπικών τους στόχων.

Ειδικότερα, οι μελέτες της Jean Twenge και των συνεργατών της δείχνουν ότι οι φοιτητές του 21ου αιώνα αποδίδουν μεγαλύτερη σημασία στην οικονομική επιτυχία σε σχέση με τους φοιτητές προηγούμενων γενεών. Αξιοποιώντας δεδομένα από εκτεταμένες εθνικές έρευνες που πραγματοποιήθηκαν σε εφήβους και αναδυόμενους ενηλίκους, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η οικονομική ευημερία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους στόχους ζωής για τη σύγχρονη γενιά.

Παράλληλα, τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι τα μέλη αυτής της γενιάς εμφανίζουν μικρότερο ενδιαφέρον για τις ανάγκες των άλλων, συμμετέχουν λιγότερο σε κοινωνικές και δημόσιες δραστηριότητες και ενδιαφέρονται λιγότερο για την προστασία του περιβάλλοντος. Επιπλέον, δίνουν μεγαλύτερη βαρύτητα στον ελεύθερο χρόνο και στην επιλογή ενός επαγγέλματος που τους επιτρέπει να συνδυάζουν την επαγγελματική σταδιοδρομία με την προσωπική ζωή.

Αντίθετα, οι Baby Boomers, κατά την περίοδο της αναδυόμενης ενηλικίωσής τους, έδιναν μεγαλύτερη έμφαση σε διαφορετικές μορφές προσωπικής ολοκλήρωσης. Για αυτούς, σημαντικοί στόχοι ήταν η διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης φιλοσοφίας ζωής με ουσιαστικό νόημα, η ενημέρωση για τις πολιτικές εξελίξεις και η ενεργός συμμετοχή σε ζητήματα περιβαλλοντικής προστασίας.

Τα συγκεκριμένα ευρήματα, σε συνδυασμό με αποτελέσματα άλλων ερευνών, υποδηλώνουν ότι οι σύγχρονοι έφηβοι και οι αναδυόμενοι ενήλικοι δίνουν μεγαλύτερη προτεραιότητα στην οικονομική εξασφάλιση και στην προσωπική τους ελευθερία, ενώ ενδιαφέρονται λιγότερο για την πολιτική και τη συμμετοχή στις δημόσιες υποθέσεις σε σύγκριση με τη γενιά των γονιών τους. Παράλληλα, παρατηρείται μείωση της εμπιστοσύνης μεταξύ των πολιτών, καθώς και προς διάφορους κοινωνικούς θεσμούς, όπως τα μέσα ενημέρωσης, οι θρησκευτικές οργανώσεις, οι πολιτικοί και ο ιατρικός τομέας.

Σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα κατά την περίοδο της πρόσφατης οικονομικής κρίσης, διαπιστώθηκε ότι οι αναδυόμενοι ενήλικοι που είχαν αναπτύξει ισχυρή αίσθηση σκοπού στη ζωή παρουσίαζαν και υψηλότερα επίπεδα ψυχικής ανθεκτικότητας. Τα άτομα αυτά μπορούσαν να υπερβούν νοητικά τις άμεσες δυσκολίες της καθημερινότητάς τους και να διατηρούν μια αισιόδοξη προοπτική για το μέλλον.

Η ικανότητά τους να αντιμετωπίζουν τις αντιξοότητες συνδεόταν με την έμφαση που έδιναν στις φιλικές τους σχέσεις, στους δεσμούς με την οικογένειά τους, στη συμμετοχή τους στις τοπικές κοινότητες και στην αίσθηση σύνδεσης με την πατρίδα τους. Επιπλέον, σε ορισμένες περιπτώσεις, επέλεγαν να αποφεύγουν την υπερβολική έκθεση σε αρνητικές ειδήσεις σχετικά με την οικονομική κατάσταση, ώστε να διατηρούν μια πιο θετική στάση απέναντι στη ζωή.

 

Πηγή:

Dunn, W.L. & Craig, G.J. (2021). Κατανοώντας την ανάπτυξη του ανθρώπου. Εκδόσεις Παπαζήση.

 

Ελένη Παπαδοπούλου και Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA


Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026

Συνέντευξη για το νέο μας βιβλίο στο kontra news

Ελένη Παπαδοπούλου – Νίκος Κουραβάνας: «Οι οικογενειακοί δεσμοί μας καθορίζουν σε όλη μας τη ζωή!» Με αφετηρία την ψυχολογία και την πολυετή εμπειρία τους στη συμβουλευτική και την εκπαίδευση, οι δυο συγγραφείς υπογράφουν το βιβλίο «Οικογένεια – Οι δεσμοί που μας μεγαλώνουν», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Αγγελάκη. 

 

Του

Σταύρου Ξηντάρα

 

Η Ελένη Παπαδοπούλου και ο Νίκος Κουραβάνας μιλούν στην kontra news για τις σχέσεις γονιών και παιδιών, τα βιώματα που μεταφέρονται από γενιά σε γενιά, τα όρια που δοκιμάζουν τους οικογενειακούς δεσμούς και τη διαρκή προσπάθεια να κατανοήσουμε καλύτερα τον εαυτό μας μέσα από τους ανθρώπους που μας μεγάλωσαν.

Η οικογένεια είναι ο πρώτος κόσμος που γνωρίζουμε. Μέσα σε αυτήν διαμορφώνουμε τις αντιλήψεις μας για την αγάπη, την ασφάλεια, την αποδοχή και την επικοινωνία, ενώ συχνά αποκτούμε τρόπους συμπεριφοράς που μας ακολουθούν πολύ πέρα από την παιδική ηλικία. Οι σχέσεις με τους γονείς μας, οι προσδοκίες που διαμορφώνονται, οι συγκρούσεις που μένουν άλυτες και οι ανάγκες που δεν βρίσκουν ανταπόκριση μπορούν να επηρεάσουν βαθιά τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε με τους άλλους ως ενήλικες.

Πόσο καλά γνωρίζουμε, όμως, τις οικογενειακές δυναμικές που καθορίζουν τη ζωή μας; Πώς μπορούμε να αναγνωρίσουμε συμπεριφορές που επαναλαμβάνονται από γενιά σε γενιά και να δημιουργήσουμε διαφορετικές, πιο ουσιαστικές σχέσεις με τα παιδιά μας και τους ανθρώπους που αγαπάμε; Και πώς αλλάζει ο ρόλος του γονιού όταν το παιδί ενηλικιώνεται, διεκδικεί την ανεξαρτησία του και χαράζει τη δική του πορεία;

Στο βιβλίο τους «Οικογένεια – Οι δεσμοί που μας μεγαλώνουν», η Ελένη Παπαδοπούλου και ο Νίκος Κουραβάνας προσεγγίζουν την οικογένεια ως ένα ζωντανό σύστημα σχέσεων, το οποίο διαμορφώνεται και εξελίσσεται σε όλη τη διάρκεια της ζωής. Με επίκεντρο τον δια βίου ρόλο του γονιού, αναδεικνύουν τη σημασία της αυτογνωσίας, της συναισθηματικής παρουσίας, της επικοινωνίας και των ορίων, υπογραμμίζοντας ότι οι οικογενειακοί δεσμοί δεν διατηρούνται από μόνοι τους, αλλά χρειάζονται συνεχή φροντίδα και ουσιαστική συμμετοχή.

Οι δύο συγγραφείς, με σπουδές στην ψυχολογία και σε συναφή επιστημονικά πεδία, καθώς και με σημαντική εμπειρία στη συμβουλευτική και την εκπαίδευση, μιλούν στην kontra news για όσα μας συνδέουν με την οικογένεια μέσα στην οποία μεγαλώσαμε, αλλά και για όσα μπορούμε να αλλάξουμε, ώστε να μη μεταφέρουμε στις επόμενες γενιές τα τραύματα και τις δυσκολίες του παρελθόντος.

1. Έχετε και οι δύο μακρά πορεία στον χώρο της ψυχολογίας, της εκπαίδευσης και της συμβουλευτικής, ενώ έχετε ασχοληθεί ιδιαίτερα με τις σχέσεις γονιών και παιδιών. Ποια ανάγκη ή ποια διαπίστωση μέσα από την επαγγελματική σας εμπειρία σας οδήγησε να γράψετε το «Οικογένεια – Οι δεσμοί που μας μεγαλώνουν»;

Ε.Π.: Το παρόν βιβλίο αποτελεί απόσταγμα της επαγγελματικής μας εμπειρίας που αποκτήθηκε μέσα από ατομικές συνεδρίες με ανθρώπους, των οποίων τα αιτήματα αφορούσαν, σε μεγάλο βαθμό, ζητήματα που συνδέονται με την οικογένεια. Σε όποια ηλικία κι αν είναι τα παιδιά, οι γονείς φαινόταν πως έχουν την ίδια αγωνία, το ίδιο νοιάξιμο και την ίδια ανάγκη για φροντίδα, στήριξη ή και παρέμβαση. Μέσα από τις αφηγήσεις των προσωπικών δυσκολιών και προβληματισμών φαίνεται ο καθοριστικός ρόλος που διαδραματίζουν οι οικογενειακές σχέσεις στην ψυχολογική κατάσταση και την ευρύτερη συναισθηματική ανάπτυξη του ατόμου. Παράλληλα, πολύτιμη πηγή γνώσης και έμπνευσης αποτέλεσε η υλοποίηση ομάδων στις Σχολές Γονέων, στο πλαίσιο ενός προγράμματος του Υπουργείου Παιδείας και του ΙΝΕΔΙΒΙΜ, με τη συμμετοχή γονέων παιδιών διαφορετικών ηλικιακών ομάδων, και μέσω ομάδων μεγαλύτερης ηλικίας, τα παιδιά των οποίων είχαν πλέον ενηλικιωθεί, που οργανώνονταν στο πλαίσιο των ΚΑΠΗ, από το ίδιο πρόγραμμα.

Οπότε μέσα από τις σελίδες αυτού του βιβλίου θέλουμε να μιλήσουμε για τους παράγοντες που ευνοούν την ανάπτυξη και την ενίσχυση των οικογενειακών δεσμών, αλλά και εκείνους που μπορούν να οδηγήσουν στη σταδιακή αποδυνάμωσή τους. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον τρόπο με τον οποίο τα βιώματα της παιδικής ηλικίας, η άσκηση των γονεϊκών ρόλων και οι ξεχωριστές εμπειρίες και πορείες ζωής των μελών μιας οικογένειας επηρεάζουν τη διαμόρφωση των σχέσεών τους και καθορίζουν την εξέλιξή τους με την πάροδο του χρόνου. Παράλληλα, διερευνώνται οι ποικίλες εκφάνσεις και οι δυναμικές των οικογενειακών σχέσεων, με έμφαση στην ευθύνη και τη συμβολή των γονέων στη διαμόρφωση του οικογενειακού περιβάλλοντος.

Με αυτή την αφετηρία, η συγγραφή του βιβλίου φιλοδοξεί να προσφέρει στους αναγνώστες το έναυσμα για σκέψη και προσωπικό προβληματισμό, ενθαρρύνοντάς τους να προσεγγίσουν με μεγαλύτερη προσοχή και επίγνωση τις οικογενειακές τους σχέσεις. Απώτερος σκοπός είναι να αναγνωρίσουν τις δυνατότητες βελτίωσής τους και να αναζητήσουν τρόπους με τους οποίους μπορούν να συμβάλουν ενεργά στη διαμόρφωση πιο ουσιαστικών, λειτουργικών και ικανοποιητικών σχέσεων με τα μέλη της οικογένειάς τους.

2. Στο βιβλίο μιλάτε για οικογενειακά μοτίβα, άγραφους νόμους, σιωπηλές συμμαχίες και άλυτες συγκρούσεις. Πόσο συχνά οι άνθρωποι επαναλαμβάνουν μέσα στη δική τους οικογένεια συμπεριφορές που έχουν βιώσει ως παιδιά, ακόμη κι όταν συνειδητά έχουν αποφασίσει να μην τις επαναλάβουν; Και πώς μπορεί να σπάσει ένας τέτοιος κύκλος;

Ν.Κ.: Η οικογένεια μέσα στην οποία μεγαλώνουμε αποτελεί το πρώτο περιβάλλον όπου μαθαίνουμε τι σημαίνει αγάπη, φροντίδα, επικοινωνία, σύγκρουση και όρια. Μέσα από τις σχέσεις με τους γονείς μας διαμορφώνουμε τρόπους να εκφράζουμε τα συναισθήματά μας, να διεκδικούμε τις ανάγκες μας και να αντιμετωπίζουμε τις δυσκολίες. Πολλά από αυτά τα μοτίβα τα υιοθετούμε ασυνείδητα και τα μεταφέρουμε αργότερα στις δικές μας σχέσεις, ακόμη κι όταν έχουμε υποσχεθεί στον εαυτό μας ότι δεν θα επαναλάβουμε τα λάθη των γονιών μας.

Για παράδειγμα, ένας άνθρωπος που μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου οι συγκρούσεις αποφεύγονταν ή αποσιωπούνταν, μπορεί ως ενήλικας να δυσκολεύεται να εκφράσει τη δυσαρέσκειά του, φοβούμενος ότι θα διαταράξει τη σχέση. Αντίστοιχα, κάποιος που βίωσε υπερβολικό έλεγχο μπορεί, χωρίς να το αντιλαμβάνεται, να γίνεται ελεγκτικός με τα δικά του παιδιά, θεωρώντας ότι έτσι τα προστατεύει. Συχνά, μάλιστα, οι συμπεριφορές αυτές δεν αναπαράγονται επειδή οι άνθρωποι επιθυμούν να πληγώσουν τους άλλους, αλλά επειδή αποτελούν τους τρόπους που έχουν μάθει να σχετίζονται.

Ο κύκλος αυτός, ωστόσο, δεν είναι αναπόφευκτος. Το πρώτο βήμα για να σπάσει είναι η αναγνώριση των μοτίβων μας και η κατανόηση της προέλευσής τους. Χρειάζεται να αναρωτηθούμε ποιες συμπεριφορές έχουμε κληρονομήσει από την οικογένειά μας, ποιες ανάγκες εξυπηρετούσαν κάποτε και αν εξακολουθούν να είναι λειτουργικές στη σημερινή μας ζωή. Η αυτογνωσία μάς βοηθά να διακρίνουμε το παρελθόν από το παρόν και να αναλάβουμε την ευθύνη για τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε με τους ανθρώπους που αγαπάμε.

Εξίσου σημαντικό είναι να μάθουμε να επικοινωνούμε ουσιαστικά, να θέτουμε όρια, να αναγνωρίζουμε τα λάθη μας και να αποδεχόμαστε ότι η αλλαγή απαιτεί χρόνο και προσπάθεια. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε όσα βιώσαμε ως παιδιά, μπορούμε όμως να επιλέξουμε τι θα μεταφέρουμε στις επόμενες γενιές. Η ουσιαστική αλλαγή αρχίζει όταν σταματάμε να λειτουργούμε αυτόματα και αποκτούμε τη δυνατότητα να επιλέγουμε συνειδητά διαφορετικές συμπεριφορές. Γιατί τελικά, δεν είμαστε καταδικασμένοι να επαναλαμβάνουμε την οικογενειακή μας ιστορία. Μπορούμε να την κατανοήσουμε, να συμφιλιωθούμε με όσα μας σημάδεψαν και να γράψουμε ένα διαφορετικό κεφάλαιο στις σχέσεις μας με τα παιδιά μας και τους ανθρώπους που αγαπάμε.

3. Υποστηρίζετε ότι ο ρόλος του γονιού είναι δια βίου και ότι η σχέση γονιού και παιδιού δεν τελειώνει όταν το παιδί ενηλικιωθεί. Πού σταματά όμως η γονεϊκή φροντίδα και πού αρχίζει η ανάγκη του ενήλικου παιδιού για αυτονομία; Ποιο είναι το όριο που συχνά δυσκολεύονται να σεβαστούν και οι δύο πλευρές;

Ε.Π.: Ο ρόλος του γονιού είναι πράγματι δια βίου, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι παραμένει ίδιος σε όλες τις φάσεις της ζωής του παιδιού. Καθώς το παιδί μεγαλώνει, η γονεϊκή φροντίδα χρειάζεται να μετασχηματίζεται: από την προστασία και την καθοδήγηση περνά σταδιακά στην υποστήριξη, την εμπιστοσύνη και τον σεβασμό της αυτονομίας του. Ο γονιός καλείται να αποδεχτεί ότι το ενήλικο παιδί του έχει πλέον τη δική του προσωπικότητα, τις δικές του αξίες, τις δικές του επιλογές και το δικαίωμα να χαράξει τη δική του πορεία, ακόμη κι όταν αυτή διαφέρει από τις προσδοκίες του.

Η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στη φροντίδα και τον έλεγχο βρίσκεται στην ελευθερία που αφήνουμε στον άλλον. Η φροντίδα προσφέρεται χωρίς να απαιτεί ανταλλάγματα, υπακοή ή επιβεβαίωση της αγάπης. Αντίθετα, όταν η βοήθεια συνοδεύεται από παρεμβάσεις, ενοχές ή την προσδοκία ότι το παιδί οφείλει να ανταποκριθεί στις επιθυμίες του γονιού, τότε κινδυνεύει να μετατραπεί σε βάρος. Από την άλλη πλευρά, και το ενήλικο παιδί χρειάζεται να αναγνωρίσει ότι η αυτονόμηση δεν προϋποθέτει την απόρριψη των γονιών του. Μπορεί να τους αγαπά, να τους φροντίζει και να διατηρεί ουσιαστική επαφή μαζί τους, χωρίς να αισθάνεται υπεύθυνο για κάθε συναισθηματική τους ανάγκη ή να θυσιάζει τη δική του ισορροπία για να τους ικανοποιεί. Η θέσπιση ορίων δεν αποτελεί ένδειξη αχαριστίας ή έλλειψης αγάπης, αλλά έναν τρόπο να διαμορφωθεί μια πιο ώριμη και ισότιμη σχέση.

Το όριο που δυσκολεύονται συχνά να σεβαστούν και οι δύο πλευρές είναι η διάκριση ανάμεσα στο «νοιάζομαι για σένα» και στο «αποφασίζω για σένα». Ο γονιός χρειάζεται να μάθει να προσφέρει χωρίς να επιβάλλεται, να μην προσπαθεί να ζήσει μέσα από τη ζωή του παιδιού του και να μην προσπαθεί να καλύψει τις δικές του ανάγκες ενώ το παιδί να διεκδικεί την ανεξαρτησία του χωρίς να αισθάνεται διαρκώς ενοχές. Αυτό απαιτεί αμοιβαία κατανόηση, ειλικρινή επικοινωνία και αποδοχή των νέων ρόλων. Τελικά, η ωριμότητα της γονεϊκής αγάπης δεν φαίνεται από το πόσο απαραίτητος παραμένει ο γονιός στη ζωή του παιδιού του, αλλά από το κατά πόσο μπορεί να στέκεται δίπλα του χωρίς να περιορίζει την ελευθερία του. Γιατί ο στόχος δεν είναι το παιδί να παραμένει εξαρτημένο από τον γονιό, αλλά να μπορεί να απομακρύνεται, να εξελίσσεται και να επιστρέφει στη σχέση από δική του επιθυμία. Η αγάπη δεν χάνει την αξία της όταν αφήνει χώρο στην αυτονομία· αντίθετα, τότε μπορεί να γίνει πιο ουσιαστική, ελεύθερη και βαθιά.

4. Η απουσία, οι ανεκπλήρωτες προσδοκίες και τα τραύματα της παιδικής ηλικίας μπορούν να επηρεάσουν τις σχέσεις μας πολλά χρόνια αργότερα. Είναι όμως απαραίτητο να «λύσουμε» όλα όσα συνέβησαν στην οικογένεια που μεγαλώσαμε για να μπορέσουμε να δημιουργήσουμε υγιείς σχέσεις ως ενήλικες;

Ν.Κ.: Δεν είναι απαραίτητο να έχουμε επουλώσει όλες τις πληγές της παιδικής μας ηλικίας για να δημιουργήσουμε υγιείς σχέσεις ως ενήλικες. Η προσωπική εξέλιξη είναι μια συνεχής διαδικασία που απαιτεί προσπάθεια, ωριμότητα και θέληση. Σημαντικό είναι να κατανοήσουμε πώς οι πρώιμες εμπειρίες μας εξακολουθούν να επηρεάζουν τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις σχέσεις μας. Η απουσία ενός γονιού, η συναισθηματική απόσταση ή οι ανεκπλήρωτες ανάγκες μπορεί να αφήσουν βαθιά σημάδια. Έτσι, κάποιος που δεν ένιωσε αποδοχή μπορεί να αναζητά διαρκώς επιβεβαίωση ή να φοβάται την απόρριψη, ενώ κάποιος άλλος μπορεί να δυσκολεύεται να εμπιστευτεί και να εκφράσει τις ανάγκες του. Το παρελθόν δεν επηρεάζει όλους με τον ίδιο τρόπο, μπορεί όμως να καθορίζει τις επιλογές μας χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε. Η αλλαγή αρχίζει όταν αναγνωρίζουμε τι μας έλειψε, ποιες προσδοκίες διατηρούμε και ποιες συμπεριφορές επαναλαμβάνουμε, προσπαθώντας να καλύψουμε παλιές ανάγκες. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να κατηγορούμε τους γονείς μας ή να περιμένουμε από εκείνους να αλλάξουν και να μας προσφέρουν όσα στερηθήκαμε. Κάποιες φορές, δεν μπορούν να κατανοήσουν τον πόνο μας ή να ανταποκριθούν στις ανάγκες μας.

Δεν μπορούμε να αλλάξουμε το παρελθόν, μπορούμε όμως να επιλέξουμε πώς θα επηρεάζει το μέλλον μας. Η διαδικασία αυτή μπορεί να απαιτεί προσωπική προσπάθεια, βοήθεια από έναν ειδικό και επαναπροσδιορισμό των ορίων μας. Ίσως χρειαστεί, επίσης, να αποδεχτούμε ότι ορισμένες οικογενειακές σχέσεις δεν θα γίνουν ποτέ όπως θα θέλαμε. Η αποδοχή δεν σημαίνει δικαιολόγηση ή λήθη, αλλά απελευθέρωση από την αναμονή απαντήσεων που μπορεί να μην έρθουν ποτέ. Δεν χρειάζεται να έχουμε θεραπεύσει κάθε πληγή για να αγαπήσουμε ουσιαστικά. Χρειάζεται, όμως, να αναγνωρίζουμε τις δυσκολίες μας, να αναλαμβάνουμε την ευθύνη των συμπεριφορών μας και να μην αφήνουμε τον παλιό πόνο να καθορίζει τις σχέσεις μας. Η ωριμότητα δεν βρίσκεται στην απουσία δυσκολιών, αλλά στην ικανότητα να τις κατανοούμε και να τις διαχειριζόμαστε συνειδητά. Δεν είμαστε μόνο το αποτέλεσμα της οικογένειάς μας, αλλά και οι άνθρωποι που επιλέγουμε να γίνουμε. Η ουσιαστική ελευθερία της ενηλικίωσης είναι να κρατήσουμε από το παρελθόν όσα μας βοηθούν να εξελιχθούμε, χωρίς να επαναλαμβάνουμε όσα μας πλήγωσαν.

5. Μιλάτε για τη «δια βίου μάθηση των γονιών» ως επένδυση στη σχέση και όχι απλώς στη γνώση. Τι σημαίνει στην πράξη να είναι ένας γονιός πραγματικά παρών –σωματικά, ψυχικά, συναισθηματικά και γνωστικά– και ποιο είναι ίσως το σημαντικότερο λάθος που κάνουν οι γονείς σήμερα χωρίς να αντιλαμβάνονται τις συνέπειές του;

Ε.Π.: Η δια βίου μάθηση των γονιών δεν αφορά μόνο την απόκτηση γνώσεων, αλλά κυρίως τη διάθεση να κατανοούν καλύτερα τον εαυτό τους και τα παιδιά τους, να αναγνωρίζουν τα λάθη τους και να εξελίσσονται μαζί τους. Γιατί το να είσαι γονιός δεν σημαίνει ότι έχεις όλες τις απαντήσεις, αλλά ότι παραμένεις πρόθυμος να ακούσεις και να μάθεις. Στην πράξη, πραγματικά παρών σημαίνει να διαθέτεις χρόνο και ουσιαστική προσοχή στο παιδί σου, να ενδιαφέρεσαι όχι μόνο για όσα κάνει, αλλά και για όσα αισθάνεται και σκέφτεται. Να μπορείς να ακούς χωρίς να κρίνεις, να αποδέχεσαι τα συναισθήματά του χωρίς να σπεύδεις να τα διορθώσεις και να προσπαθείς να κατανοήσεις τον κόσμο μέσα από τη δική του ματιά. Σημαίνει, επίσης, να αποδέχεσαι ότι το παιδί σου είναι ένας ξεχωριστός άνθρωπος, με δικές του ανάγκες, επιθυμίες και επιλογές. Επομένως, ο γονιός θα πρέπει να προσαρμόζεται στις ανάγκες του παιδιού με βάση την ηλικία. Είναι σημαντικό ο γονιός να είναι παρών, διακριτικά και υποστηρικτικά δίπλα στο παιδί. Κάποιες φορές οι γονείς δεν αντιλαμβάνονται ότι τα παιδιά έχουν μεγαλώσει και δεν είναι πλέον μικρά παιδιά.

Ίσως ένα από τα σημαντικότερα λάθη των γονιών σήμερα είναι ότι συγχέουν τη φροντίδα με την κάλυψη των πρακτικών αναγκών του παιδιού. Ασχολούνται με την εκπαίδευση, τις δραστηριότητες και την επιτυχία του, αλλά συχνά παραμελούν την ουσιαστική συναισθηματική επικοινωνία. Μπορεί να γνωρίζουν τι κάνει καθημερινά, χωρίς να γνωρίζουν τι το προβληματίζει ή τι δυσκολεύεται να εκφράσει. Παράλληλα, πολλές φορές σπεύδουν να συμβουλεύσουν ή να διορθώσουν, αντί να ακούσουν πραγματικά. Η ουσιαστική γονεϊκή παρουσία δεν απαιτεί τελειότητα, αλλά διάθεση για αυτογνωσία, αλλαγή και επανόρθωση. Απαιτεί να μπορούμε να αναγνωρίζουμε τα λάθη μας, να ζητάμε συγγνώμη και να προσαρμόζουμε τη στάση μας καθώς το παιδί μεγαλώνει. Τελικά, δεν αρκεί να αγαπάμε τα παιδιά μας· χρειάζεται να τα βοηθάμε να αισθάνονται αυτή την αγάπη. Η μεγαλύτερη επένδυση ενός γονιού είναι να δημιουργήσει μια σχέση στην οποία το παιδί νιώθει ασφάλεια να εκφράζεται ελεύθερα, να διαφωνεί και να εξελίσσεται χωρίς να φοβάται ότι θα χάσει την αποδοχή και την αγάπη του.

6. Το βιβλίο απευθύνεται σε όλους μας, είτε έχουμε τον ρόλο του παιδιού είτε του γονιού. Αν μπορούσατε να αφήσετε στον αναγνώστη μία μόνο σκέψη μετά την ολοκλήρωση του βιβλίου, ποια θα θέλατε να είναι αυτή για την οικογένεια, τους δεσμούς μας και τον τρόπο με τον οποίο μεγαλώνουμε –και συνεχίζουμε να μεγαλώνουμε– ο ένας μέσα από τον άλλον;

Οι οικογενειακοί δεσμοί μας καθορίζουν σε όλη μας τη ζωή!

Η οικογένεια δεν είναι μια σχέση που διαμορφώνεται οριστικά στα πρώτα χρόνια της ζωής μας. Είναι ένας δεσμός που μας συνοδεύει, μας επηρεάζει και μεταβάλλεται μαζί μας, καθώς περνάμε από διαφορετικές ηλικίες και ρόλους. Η κατανόηση του παρελθόντος, η αναγνώριση των προσωπικών μας ορίων και η διάθεση να ακούμε πραγματικά τους ανθρώπους που αγαπάμε αποτελούν σημαντικά βήματα προς πιο ουσιαστικές σχέσεις.

Όπως αναδεικνύουν η Ελένη Παπαδοπούλου και ο Νίκος Κουραβάνας, η οικογένεια δεν χρειάζεται να είναι τέλεια για να αποτελεί πηγή αγάπης και εξέλιξης. Χρειάζεται, όμως, φροντίδα, επίγνωση και τη διάθεση των μελών της να αναγνωρίζουν τις δυσκολίες, να επαναπροσδιορίζουν τους ρόλους τους και να αφήνουν χώρο ο ένας στην προσωπική πορεία του άλλου. Γιατί οι δεσμοί που μας μεγαλώνουν δεν είναι μόνο εκείνοι που μας διαμόρφωσαν, αλλά και εκείνοι που συνεχίζουμε να χτίζουμε σε όλη μας τη ζωή.

INFO

«Οικογένεια – Οι δεσμοί που μας μεγαλώνουν»

Συγγραφείς: Ελένη Παπαδοπούλου και Νίκος Κουραβάνας
Εκδόσεις: Αγγελάκη
Τόπος και έτος έκδοσης: Αθήνα, 2026
Σελίδες: 328
ISBN: 978-960-616-560-3
Τιμή λιανικής: 15,00 €
Τιμή στο ηλεκτρονικό κατάστημα των εκδόσεων: 13,50 €

Περισσότερες πληροφορίες και αγορά: angelakis.gr

Λίγα λόγια για το βιβλίο

Το βιβλίο περιγράφει τις οικογενειακές σχέσεις σε όλες τις ηλικίες, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στον δια βίου ρόλο του γονιού και στις ευθύνες, τις δεσμεύσεις, τα συναισθήματα και τις εντάσεις που τον συνοδεύουν. Αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο οι οικογενειακοί δεσμοί συμβάλλουν στην αυτογνωσία και στη διαμόρφωση της προσωπικότητας, υπογραμμίζοντας τη σημασία της διαρκούς ενασχόλησης με τις σχέσεις και της συναισθηματικής παρουσίας των γονιών.

Μέσα από την προσέγγιση οικογενειακών μοτίβων, άγραφων νόμων, σιωπηλών συμμαχιών, άλυτων συγκρούσεων, τραυμάτων του παρελθόντος και ανεκπλήρωτων προσδοκιών, οι συγγραφείς προσκαλούν τον αναγνώστη να προβληματιστεί και να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του, ανεξάρτητα από το αν βρίσκεται στη θέση του παιδιού ή του γονιού. Κεντρική θέση έχει η άποψη ότι η σχέση γονιού και παιδιού δεν ολοκληρώνεται με την ενηλικίωση, αλλά εξελίσσεται σε όλη τη διάρκεια της ζωής.

Οι συγγραφείς

Νίκος Κουραβάνας

Ο Νίκος Κουραβάνας γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, ενώ έχει ρίζες από τη Λαμία και την Κρήτη. Αποφοίτησε από το τμήμα Ελληνικού Πολιτισμού του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου και σπούδασε Ψυχολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Συνέχισε με μεταπτυχιακές εξειδικεύσεις στις «Επιστήμες της Αγωγής» στο ΕΑΠ, στον «Κοινωνικό αποκλεισμό και ανθρώπινα δικαιώματα» στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και στην Κλινική Ψυχολογία, με κατεύθυνση τη Γνωσιακή-Συμπεριφορική Θεραπεία, στο Hellenic American University.

Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια σχετικά με τη διαχείριση του χωρισμού και του διαζυγίου των γονέων, τη συμβουλευτική και τη θεραπεία ζεύγους και οικογένειας, καθώς και τη Θετική Ψυχολογία. Διατηρεί το ιστολόγιο ψυχολογίας «ευΨυχία» και αρθρογραφεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο.

Σε συνεργασία με τη σύζυγό του, Ελένη Παπαδοπούλου, έχει συγγράψει τα ψυχοθεραπευτικά παραμύθια «Η Χρυσομαλλούσα και το μαγικό στέμμα» και «Λίνα, η γλυκιά κροκοδειλίνα», που αφορούν παρορμητικές συμπεριφορές στα παιδιά, καθώς και τα βιβλία ψυχολογίας «Κράτα μου το χέρι», «Μη σταματάς να πιστεύεις» και «Φωτογραφοθεραπεία και παραμυθοθεραπεία». Διατηρεί ιδιωτικό γραφείο στα Σεπόλια μαζί με τη σύζυγό του.

Ελένη Παπαδοπούλου

Η Ελένη Παπαδοπούλου γεννήθηκε στην Καρδίτσα και μεγάλωσε στο χωριό Μάρκο, πριν μεταβεί στην Αθήνα για τις σπουδές της. Σπούδασε Ψυχολογία, Κοινωνιολογία και Επικοινωνία, Μέσα και Πολιτισμό στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Ολοκλήρωσε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, με αντικείμενο τη «Δυσλεξία – Επικοινωνία σε πολυγλωσσικό περιβάλλον και χρήση νέας τεχνολογίας», ως υπότροφος του ΙΚΥ, καθώς και στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, στον τομέα «Κοινωνικός αποκλεισμός και ανθρώπινα δικαιώματα».

Έχει εκπαιδευτεί στη Γνωσιακή-Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία, στην εκπαίδευση ενηλίκων και ευάλωτων κοινωνικών ομάδων και στη Θετική Ψυχολογία. Έχει εργαστεί ως εκπαιδεύτρια σε ομάδες στις Σχολές Γονέων του ΙΝΕΔΙΒΙΜ και στα Κέντρα Διά Βίου Μάθησης. Διαθέτει άδεια άσκησης επαγγέλματος ψυχολόγου και είναι τακτικό μέλος του Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων (ΣΕΨ).

Διατηρεί το ιστολόγιο ψυχολογίας «ευΨυχία» και αρθρογραφεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο. Μαζί με τον σύζυγό της, Νίκο Κουραβάνα, έχει συγγράψει τα ψυχοθεραπευτικά παραμύθια «Η Χρυσομαλλούσα και το μαγικό στέμμα» και «Λίνα, η γλυκιά κροκοδειλίνα», καθώς και τα βιβλία ψυχολογίας «Κράτα μου το χέρι», «Μη σταματάς να πιστεύεις» και «Φωτογραφοθεραπεία και παραμυθοθεραπεία». Διατηρεί ιδιωτικό γραφείο ψυχολόγου στα Σεπόλια μαζί με τον σύζυγό της.

 

Πηγή: 

https://www.kontranews.gr/politismos/eleni-papadopoulou-nikos-kouravanas-oi-oikogeneiakoi-desmoi-mas-kathorizoun-se-oli-mas-ti-zoi-me-afetiria-tin-psychologia-kai-tin-polyeti-ebeiria-tous-sti-symvouleftiki-kai-tin/