Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

Οι συνέπειες των εκρήξεων θυμού στην ενήλικη ζωή

Μια μακροχρόνια έρευνα διάρκειας 40 ετών, που πραγματοποιήθηκε από τους Caspi και συνεργάτες (1987), διερεύνησε κατά πόσο τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας των παιδιών επηρεάζουν την επαγγελματική και κοινωνική τους πορεία ως ενήλικες. Οι ερευνητές εντόπισαν μια ομάδα παιδιών με έντονες και ανεξέλεγκτες εκρήξεις θυμού, βασιζόμενοι στις αναφορές των μητέρων τους. Όταν τα παιδιά ήταν 8, 9 και 11 ετών, οι μητέρες αξιολόγησαν πόσο συχνά και πόσο έντονα εκδήλωναν ξεσπάσματα. Στις συμπεριφορές αυτές περιλαμβάνονταν δαγκώματα, κλωτσιές, χτυπήματα, πέταγμα αντικειμένων, φωνές και κραυγές. Από το σύνολο των παιδιών, το 38% των αγοριών και το 29% των κοριτσιών χαρακτηρίστηκαν ως ιδιαίτερα εκρηκτικά.

Η παρακολούθηση των συμμετεχόντων στην ενήλικη ζωή έδειξε ότι τα χαρακτηριστικά αυτά συνδέονταν με σημαντικές συνέπειες, ιδιαίτερα στους άνδρες. Όσοι είχαν εμφανίσει συχνά και έντονα ξεσπάσματα στην παιδική ηλικία ολοκλήρωναν συνήθως χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο. Επιπλέον, οι πρώτες τους επαγγελματικές θέσεις είχαν μικρότερο κύρος σε σύγκριση με εκείνες των πιο ήρεμων συνομηλίκων τους. Ακόμη, τα παιδιά που προέρχονταν από οικογένειες της μεσαίας τάξης παρουσίαζαν συχνά πτωτική κοινωνική και επαγγελματική πορεία. Στη μέση ηλικία, οι επαγγελματικές τους επιδόσεις δεν ξεπερνούσαν εκείνες των υπόλοιπων συμμετεχόντων. Παράλληλα, άλλαζαν συχνότερα εργασία, αντιμετώπιζαν μεγαλύτερη επαγγελματική αστάθεια, απουσίαζαν συχνότερα από την εργασία τους και περνούσαν περισσότερους μήνες άνεργοι.

Επειδή περίπου το 70% των ανδρών της έρευνας υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία, οι ερευνητές εξέτασαν και τα στρατιωτικά τους αρχεία. Διαπιστώθηκε ότι όσοι είχαν εμφανίσει έντονες εκρήξεις θυμού ως παιδιά κατείχαν χαμηλότερους στρατιωτικούς βαθμούς σε σχέση με τους υπόλοιπους.

Παρόμοια εικόνα εμφανίστηκε και στις προσωπικές τους σχέσεις. Μέχρι την ηλικία των 40 ετών, το 46% των ανδρών με ιστορικό έντονων εκρήξεων θυμού είχε πάρει διαζύγιο, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για όσους δεν παρουσίαζαν τέτοιες συμπεριφορές ήταν μόλις 22%.

Συνολικά, τα ευρήματα της έρευνας δείχνουν ότι ο τρόπος με τον οποίο εκδηλώνεται η προσωπικότητα στην παιδική ηλικία συνδέεται με σημαντικές πτυχές της μετέπειτα ζωής, όπως η επαγγελματική επιτυχία, η σταθερότητα στην εργασία, η στρατιωτική εξέλιξη και η ποιότητα των διαπροσωπικών σχέσεων. Η σχέση αυτή μπορεί να εξηγηθεί από το γεγονός ότι τα άτομα με δυσκολίες στον έλεγχο του θυμού τείνουν να αντιδρούν πιο παρορμητικά στις δυσκολίες και τις απογοητεύσεις της ζωής. Είναι πιθανότερο να συγκρουστούν με προϊσταμένους, να εγκαταλείψουν μια εργασία σε μια στιγμή έντασης ή να αντιμετωπίζουν δυσκολίες στις προσωπικές τους σχέσεις. Τέτοιες συμπεριφορές μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά τόσο την επαγγελματική τους πορεία όσο και τη σταθερότητα των οικογενειακών και συζυγικών τους σχέσεων.

Πηγή:

R. Larsen & D. Buss, Ψυχολογία της Προσωπικότητας, Πεδία γνώσης σχετικά με την ανθρώπινη φύση, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 2020.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Mahatma Gandhi: Ο άνθρωπος που αφιέρωσε τη ζωή του στην ειρήνη, έπεσε θύμα βίας!

Ο Mohandas Karamchand Gandhi γεννήθηκε το 1869 στην Ινδία, σε μια απλή οικογένεια. Η μητέρα του ήταν βαθιά θρησκευόμενη και επηρέασε σημαντικά τη διαμόρφωση του χαρακτήρα και των αξιών του. Στο σπίτι του υπήρχε σεβασμός προς διαφορετικές θρησκείες, καθώς εκτός από τις ινδουιστικές παραδόσεις, διάβαζαν κείμενα του Βουδισμού, του Ισλάμ και του Χριστιανισμού. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ο Gandhi ανέπτυξε μια φιλοσοφία ζωής βασισμένη στην απλότητα, την αυτοθυσία και την προσφορά προς τους άλλους.

 

Αφού σπούδασε νομικά στην Αγγλία και εργάστηκε για λίγα χρόνια ως δικηγόρος στη Νότια Αφρική, επέστρεψε στην πατρίδα του. Εκείνη την εποχή η Ινδία βρισκόταν υπό βρετανική κατοχή και πολλοί Ινδοί επιθυμούσαν την ελευθερία τους. Ο Gandhi αφιερώθηκε στον αγώνα για την ανεξαρτησία της χώρας, προωθώντας την ειρηνική αντίσταση. Όταν οι Βρετανοί απαίτησαν να συλλέξουν τα δακτυλικά αποτυπώματα των Ινδών, εκείνος κάλεσε τον λαό να αρνηθεί ειρηνικά να συμμορφωθεί.

Από το 1919 έως το 1922 οργάνωσε μεγάλες αλλά μη βίαιες κινητοποιήσεις, απεργίες και μποϊκοτάζ. Παρότρυνε τους Ινδούς να μη συνεργάζονται με τις βρετανικές αρχές, να μη φοιτούν σε βρετανικά σχολεία, να μη χρησιμοποιούν τα βρετανικά δικαστήρια και να αποφεύγουν ακόμη και την αγγλική γλώσσα. Οι βρετανικές δυνάμεις συχνά αντέδρασαν βίαια, προκαλώντας τον θάνατο πολλών διαδηλωτών. Παρ’ όλα αυτά, ο Gandhi έγινε ιδιαίτερα αγαπητός στον λαό, ο οποίος τον θεωρούσε πρότυπο. Γι’ αυτό και απέκτησε το προσωνύμιο «Mahatma», που σημαίνει «Μεγάλη Ψυχή».

Το 1930 ηγήθηκε μιας ακόμη σημαντικής πράξης πολιτικής ανυπακοής. Διαμαρτυρόμενος για τον βρετανικό νόμο που απαγόρευε στους Ινδούς να παράγουν δικό τους αλάτι, ξεκίνησε μια πορεία προς τη θάλασσα μαζί με τους υποστηρικτές του. Καθώς η πορεία προχωρούσε, όλο και περισσότεροι άνθρωποι συμμετείχαν. Την ίδια περίοδο χιλιάδες Ινδοί είχαν φυλακιστεί επειδή παραβίαζαν ειρηνικά τους αποικιακούς νόμους. Η κατάσταση αυτή εξέθεσε τη βρετανική διοίκηση διεθνώς και ενίσχυσε το αίτημα για ανεξαρτησία.

Παρότι δεν κατείχε κάποιο επίσημο κυβερνητικό αξίωμα, ο Gandhi έγινε ο βασικός συνομιλητής των Βρετανών στις διαπραγματεύσεις για το μέλλον της Ινδίας. Κατά τη διάρκεια αυτών των συζητήσεων φυλακίστηκε αρκετές φορές, γεγονός που προκάλεσε νέες διαδηλώσεις και συγκρούσεις. Τελικά, το 1947, η Ινδία απέκτησε την ανεξαρτησία της από τη Βρετανία.

Ο Gandhi συνέβαλε καθοριστικά στη μετάβαση της χώρας στην αυτοδιοίκηση με ειρηνικά μέσα. Οι ιδέες του για τη μη βία και την πολιτική ανυπακοή επηρέασαν αργότερα πολλούς λαούς και κινήματα σε όλο τον κόσμο που αγωνίζονταν για ελευθερία και δικαιώματα.

Το 1948 δολοφονήθηκε από έναν ακραίο Ινδουιστή, ο οποίος διαφωνούσε με τη στάση του απέναντι στους μουσουλμάνους. Ο Gandhi υποστήριζε τη συμφιλίωση, την ανοχή και τη συνεργασία μεταξύ των διαφορετικών θρησκευτικών κοινοτήτων της Ινδίας. Έτσι, ένας άνθρωπος που αφιέρωσε τη ζωή του στην ειρήνη έπεσε θύμα της βίας.

Παρά τη μεγάλη του φήμη και τον τίτλο του «Πατέρα της Ινδίας», ο Gandhi παρέμεινε πάντα λιτός και ταπεινός. Ζούσε με απλότητα, αποφεύγοντας τις πολυτέλειες και κατασκευάζοντας ο ίδιος τα ρούχα του. Η αυτάρκεια, η εγκράτεια και η αφοσίωσή του στις αρχές του χαρακτήρισαν ολόκληρη τη ζωή του, ακόμη και όταν βρέθηκε στο επίκεντρο σημαντικών ιστορικών εξελίξεων.

 

Πηγή:

Randy Larsen, David M. Buss, 2020, Ψυχολογία της προσωπικότητας: τα πεδία της γνώσης σχετικά με την ανθρώπινη φύση, επιστημονική επιμέλεια Γρηγόρης Ποταμιάνος, μετάφραση Μαριάννα Μήκου, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα.

 

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Όταν σε χρειάζομαι, θα είσαι εκεί για εμένα;

Η αγάπη είναι το κλειδί…

Γράφει η Sue Jonson ότι: «οι συγκρούσεις του ζευγαριού αποκτούν την αληθινή τους σημασία: είναι φοβισμένες διαμαρτυρίες για τη διαμόρφωση του δεσμού και αίτημα για συναισθηματική επαναδέσμευση». 

 

Επίσης, πως «η αγάπη είναι μια διαρκής διαδικασία συντονισμού, σύνδεσης, παράβλεψης ή λανθασμένης ανάγνωσης των σημάτων, αποσύνδεσης, αποκατάστασης και τελικά βαθύτερης σύνδεσης. Είναι ένας χορός όπου ο ένας συναντάει τον άλλο, απομακρύνονται και ξαναβρίσκονται, λεπτό το λεπτό, μέρα με τη μέρα». Και παρακάτω ότι: «η αγάπη είναι σοφή. Είναι ένα από τα υλικά για τη συνταγή της επιβίωσης και της καλής υγείας, της ευτυχίας, αλλά και της νεότητας. Μια σχέση αγάπης είναι το κλειδί για τη δημιουργία οικογενειών που διδάσκουν στα παιδιά τους τις απαραίτητες δεξιότητες για τη διατήρηση μιας πολιτισμένης κοινωνίας: εμπιστοσύνη, ενσυναίσθηση, συνεργασία».

Πόση σοφία υπάρχει μέσα σε αυτές τις λίγες αράδες; Θα μπορούσαμε να πούμε πως σε αυτά της τα λόγια η Johnson μετατοπίζει το νόημα της σύγκρουσης από αυτό που ο μέσος άνθρωπος αντιλαμβάνεται. Στη συνηθισμένη αντίληψη, ο καβγάς θεωρείται απόδειξη ότι η σχέση δεν λειτουργεί. Εδώ όμως η σύγκρουση ερμηνεύεται ως έκφραση μιας βαθύτερης ανάγκης: της ανάγκης να επιβεβαιωθεί ότι ο άλλος είναι διαθέσιμος, παρών και συναισθηματικά προσβάσιμος. Πίσω από φράσεις όπως «δεν με ακούς ποτέ», «δεν σε νοιάζει» ή «με απορρίπτεις» συχνά κρύβεται το πιο θεμελιώδες ερώτημα: «Είσαι εδώ για μένα όταν σε χρειάζομαι;». Αφού δεν μπορείς να με ακούσεις, θα βρω τον τρόπο να σε αναγκάσω να με ακούσεις, αν κι αυτό δεν μου φτάνει. Δεν μου αρκεί μονάχα να με ακούσεις, θέλω να με αφουγκραστείς, να με νιώσεις, όμως από κάπου θα πρέπει να πιαστώ και δεν ξέρω από που… Θα δοκιμάσω με τον άσχημο τρόπο, εφόσον προσπάθησα τόσο, πάντα προσπαθούσα μα εσύ δεν με καταλάβαινες…

Από αυτή την οπτική, η ωριμότητα μιας σχέσης δεν μετριέται από την απουσία συγκρούσεων, αλλά από την ικανότητα επανόρθωσης μετά τη ρήξη. Η αγάπη δεν είναι μια σταθερή κατάσταση αρμονίας, αλλά μια δυναμική διαδικασία στην οποία οι άνθρωποι αναπόφευκτα παρερμηνεύουν ο ένας τον άλλον, πληγώνονται και απομακρύνονται. Η ποιότητα της σχέσης εξαρτάται από το αν μπορούν να ξαναβρούν τον δρόμο προς τη σύνδεση. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι η εμπιστοσύνη δεν οικοδομείται επειδή δεν υπάρχουν ποτέ αποσυνδέσεις, αλλά επειδή οι αποσυνδέσεις μπορούν να θεραπευτούν.

Ένα παράδειγμα για να αντιληφθούμε καλύτερα αυτό που η Johnson έχει να μας πει είναι το εξής: σκεφτείτε τον εαυτό σας μια ηλιόλουστη μέρα να επιθυμεί να κάνει μια βολτούλα με το ποδήλατο στην ύπαιθρο, κι ότι στη διαδρομή που έχετε επιλέξει ο δρόμος άλλοτε γίνεται ανηφορικός κι άλλοτε κατηφορικός. Επίσης, πρέπει να έχετε το νου σας να μην πέσετε σε κάποια λακούβα ή να μην πατήσετε κάποιο γυαλί που κάποιος ασυνείδητος πέταξε στη μέση του δρόμου. Οπότε, ο ρυθμός σας δεν θα είναι ποτέ ο ίδιος κι ακόμη και ο ίδιος δρόμος ορισμένες φορές μπορεί να γίνει απρόβλεπτος, κι εμπόδια όπως κλαδιά από κάποιο δέντρο που έπεσε ή άλλα εμπόδια μπορούν να εμφανιστούν. Έτσι, ακριβώς και η σχέση δεν αποτελείται από ακινησία αλλά από συνεχή κίνηση και αμοιβαία προσαρμογή. Κανείς δεν ελέγχει απόλυτα τον «ρυθμό» της σχέσης, κάθε συμπεριφορά ή πρόβλημα του ενός επηρεάζει τον άλλο. Με αυτή την έννοια, η αγάπη δεν είναι μόνο συναίσθημα, αλλά και μια μορφή διαλόγου που διεξάγεται συχνά πέρα ή καλύτερα πίσω από τις λέξεις: μέσα από τα βλέμματα, τις σιωπές, τα αγγίγματα, τις προσεγγίσεις και φυσικά τις αποστάσεις.

Ένα ακόμη επίπεδο αφορά τη σχέση ανάμεσα στην προσωπική και την κοινωνική ζωή. Η Johnson υποστηρίζει ότι οι ασφαλείς σχέσεις παράγουν ανθρώπους πιο ικανούς για εμπιστοσύνη, ενσυναίσθηση και συνεργασία. Αυτό σημαίνει ότι η αγάπη δεν είναι απλώς ιδιωτική υπόθεση. Οι πρώτοι δεσμοί που βιώνουμε μέσα στην οικογένεια (οικογενειακά μοτίβα) γίνονται το πρότυπο με το οποίο προσεγγίζουμε αργότερα τους ανθρώπους που ερωτευόμαστε, αλλά και τα άτομα του ευρύτερου περιβάλλοντός μας όπως τους φίλους, τους συνεργάτες, τους συμπολίτες μας. Μια κοινωνία στην οποία οι άνθρωποι έχουν μάθει να συνδέονται με ασφάλεια είναι πιθανότερο να είναι λιγότερο βίαιη, περισσότερο συνεργατική και πιο ανεκτική στη διαφορετικότητα.

Θα μπορούσε επίσης με αφορμή αυτά τα λόγια της Johnson να τονιστεί η υπαρξιακή διάστασή τους. Η ανθρώπινη ζωή χαρακτηρίζεται από ευαλωτότητα: ασθένειες, απώλειες, αποτυχίες, γήρανση, θνητότητα. Η αγάπη αποκτά ιδιαίτερη σημασία, επειδή λειτουργεί ως απάντηση σε αυτή την ευαλωτότητα. Δεν καταργεί τις δυσκολίες της ύπαρξης, αλλά τις καθιστά περισσότερο υποφερτές μέσα από την εμπειρία της σκέψης ότι: «δεν είμαι μόνος/η». Ίσως γι' αυτό η Johnson μιλά για τη σοφία της αγάπης: επειδή δεν είναι απλώς ένα ευχάριστο συναίσθημα, αλλά ένας τρόπος να αντιμετωπίζουμε την ανθρώπινη συνθήκη «στα πάνω της», αλλά κυρίως «στα κάτω της».

Τελικά, πίσω από όλες αυτές τις διατυπώσεις βρίσκεται μια κεντρική ιδέα: η αγάπη δεν είναι κυρίως η ένταση του πάθους, ούτε η απουσία προβλημάτων στις σχέσεις, όπως οι συγκρούσεις. Είναι η δημιουργία ενός ασφαλούς συναισθηματικού καταφυγίου, όπου δύο άνθρωποι μπορούν να είναι ευάλωτοι χωρίς να φοβούνται ότι θα εγκαταλειφθούν αν εκφράσουν το αρνητικό τους συναίσθημα, τον θυμό ή τα νεύρα τους. Και ίσως η βαθύτερη μορφή αγάπης να μην είναι το «σε αγαπώ», αλλά η διαρκής απάντηση στο ερώτημα του άλλου: «όταν σε χρειάζομαι, θα είσαι εκεί για εμένα;».

 

Πηγή:

Sue Johnson. 2016. Το νόημα του έρωτα, Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα.  

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

Τα πέντε θεραπευτικά καθήκοντα για τον ψυχοθεραπευτή, του Bowlby

Μετά το πρωτοποριακό έργο του John Bowlby, η Θεωρία του Δεσμού εξελίχθηκε σημαντικά και εμπλουτίστηκε από διαφορετικές θεωρητικές προσεγγίσεις. Οι μεταγενέστεροι ερευνητές επιχείρησαν να ταξινομήσουν τις συμπεριφορές δεσμού και να αναπτύξουν τρόπους αξιολόγησης και εφαρμογής τους στην ψυχοθεραπεία. Παράλληλα, αναπτύχθηκαν διαφορετικές αντιλήψεις για τη φύση του δεσμού. Ορισμένες προσεγγίσεις αντιμετωπίζουν τον δεσμό ως ένα σχετικά σταθερό χαρακτηριστικό που διαθέτει το άτομο, ενώ άλλες τον θεωρούν μια δυναμική και εξελισσόμενη διαδικασία, η οποία διαμορφώνεται μέσα στις σχέσεις και δεν μπορεί να αποτυπωθεί πλήρως με στατικές μετρήσεις.

Η σύγχρονη προσέγγιση που βασίζεται στο Δυναμικό Μοντέλο Ωρίμανσης Δεσμού και Προσαρμογής (Dynamic Maturational Model – DMM) δίνει έμφαση στον δεσμό ως μια συνεχή διαδικασία προσαρμογής στις απαιτήσεις και τις απειλές του περιβάλλοντος. Υπό αυτό το πρίσμα, η θεωρία του δεσμού συνδέεται στενά με τη λειτουργία του προβλεπτικού εγκεφάλου και των συστημάτων μνήμης, τα οποία συμβάλλουν στη διαμόρφωση των συμπεριφορών που αποσκοπούν στην ασφάλεια και την επιβίωση.

Κεντρικό στοιχείο της θεραπευτικής σκέψης του Bowlby ήταν η έννοια της ασφάλειας. Σε αντίθεση με ορισμένες ψυχαναλυτικές θεωρήσεις της εποχής του, που έδιναν έμφαση στη φαντασίωση ως πηγή τραύματος, ο Bowlby υποστήριξε ότι τα τραυματικά γεγονότα είναι πραγματικές εμπειρίες που επηρεάζουν βαθιά την ψυχική ανάπτυξη. Με βάση αυτή την παραδοχή, διατύπωσε πέντε βασικά θεραπευτικά καθήκοντα για τον ψυχοθεραπευτή:

Να προσφέρει στον θεραπευόμενο μια ασφαλή βάση, μέσα από μια σχέση εμπιστοσύνης, υποστήριξης και αποδοχής.

Να τον βοηθήσει να εξετάσει τον τρόπο με τον οποίο σχετίζεται με σημαντικά πρόσωπα της ζωής του και τις προσδοκίες που διαμορφώνει για τον εαυτό του και τους άλλους.

Να διερευνήσει τη θεραπευτική σχέση ως πεδίο κατανόησης των σχεσιακών του μοτίβων.

Να συνδέσει τις σημερινές του αντιλήψεις και συμπεριφορές με τις πρώιμες εμπειρίες του, ιδιαίτερα με τους γονείς ή άλλους σημαντικούς φροντιστές.

Να αναγνωρίσει ότι οι εικόνες που έχει σχηματίσει για τον εαυτό του και τους άλλους μπορεί να μην ανταποκρίνονται πλέον στην παρούσα πραγματικότητα και να χρειάζονται αναθεώρηση.

Στη σύγχρονη κατανόηση της θεωρίας του δεσμού, η ασφάλεια δεν θεωρείται μια σταθερή κατάσταση που είτε υπάρχει είτε απουσιάζει. Αντίθετα, αποτελεί μια διαρκή διαδικασία προσαρμογής στις απαιτήσεις και τους κινδύνους του περιβάλλοντος. Ο άνθρωπος αξιολογεί συνεχώς πληροφορίες από τον εξωτερικό κόσμο αλλά και από το σώμα του, προκειμένου να εκτιμήσει πιθανές απειλές και να οργανώσει την κατάλληλη συμπεριφορά. Η διαδικασία αυτή βασίζεται στη λειτουργία του «προβλεπτικού εγκεφάλου», ο οποίος χρησιμοποιεί προηγούμενες εμπειρίες για να προβλέψει τι είναι πιθανό να συμβεί και να προετοιμάσει τις κατάλληλες αντιδράσεις. Έτσι, το παρελθόν λειτουργεί ως οδηγός για τη διαχείριση του παρόντος και τη διατήρηση της συναισθηματικής ισορροπίας.

Η θεωρία του δεσμού έχει εξελιχθεί σε μια θεωρία επεξεργασίας πληροφοριών, όπου οι αναμνήσεις και οι εμπειρίες επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τους άλλους και ανταποκρινόμαστε στις σχέσεις μας. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η διαδικαστική ή έμμεση μνήμη, η οποία καθοδηγεί πολλές από τις αντιδράσεις μας χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε συνειδητά.

Όταν το άτομο αντιλαμβάνεται κίνδυνο, συχνά αντιδρά αυτόματα, πριν προλάβει να σκεφτεί λογικά την κατάσταση. Οι αντιδράσεις αυτές βασίζονται σε παλαιότερα μοτίβα μάθησης και εμπειρίας, τα οποία έχουν καταγραφεί στα συστήματα μνήμης. Για τον λόγο αυτό, οι συμπεριφορές που εμφανίζονται στις σχέσεις δεν καθορίζονται μόνο από όσα δηλώνουμε συνειδητά, αλλά και από ασυνείδητες διαδικασίες που έχουν διαμορφωθεί μέσα από τις προηγούμενες εμπειρίες μας.

Στο πεδίο της παιδοψυχιατρικής, η έννοια της ασφαλούς βάσης αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Ωστόσο, η ασφάλεια δεν πρέπει να περιορίζεται αποκλειστικά στη σχέση παιδιού–θεραπευτή. Αντίθετα, βασικός στόχος είναι η δημιουργία ενός επαρκώς ασφαλούς οικογενειακού περιβάλλοντος, μέσα στο οποίο το παιδί θα μπορεί να αναπτυχθεί και να επεξεργαστεί τις δυσκολίες του.

Ο θεραπευτής λειτουργεί ως υποστηρικτικός παράγοντας, βοηθώντας την οικογένεια να διαχειριστεί τις εντάσεις και να δημιουργήσει συνθήκες που ευνοούν τη συναισθηματική ανάπτυξη. Παράλληλα, η θεραπεία εστιάζει στην κατανόηση των αλληλεπιδράσεων μεταξύ των μελών της οικογένειας και των μοτίβων συμπεριφοράς που συντηρούν τις δυσκολίες. Επομένως, η σύγχρονη θεώρηση του δεσμού υπογραμμίζει ότι οι ανθρώπινες σχέσεις, η μνήμη, η επεξεργασία των πληροφοριών και η αναζήτηση ασφάλειας αποτελούν αλληλένδετες διαδικασίες που διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας, τους άλλους και τον κόσμο γύρω μας.

 

Πηγή:

Wilkinson, S.R. (2024). Bowlby’s five therapeutic tasks: Bringing them up to date for children.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Bowlby: Η ζωή του και το έργο του

Ο John Bowlby (1907–1990) υπήρξε διακεκριμένος Βρετανός ψυχολόγος και ψυχίατρος, γνωστός κυρίως για τη διαμόρφωση της Θεωρίας του Δεσμού (Attachment Theory). Το έργο του επηρέασε καθοριστικά τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε τη συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών, αναδεικνύοντας τη σημασία των πρώιμων σχέσεων με τους βασικούς φροντιστές για τη μετέπειτα ψυχική υγεία, τις διαπροσωπικές σχέσεις και τη συναισθηματική ανθεκτικότητα του ατόμου.

Ο Bowlby γεννήθηκε σε μια οικογένεια της βρετανικής μεσαίας τάξης και οι προσωπικές του εμπειρίες κατά την παιδική ηλικία επηρέασαν σημαντικά τις επιστημονικές του αναζητήσεις. Σε ηλικία επτά ετών στάλθηκε σε οικοτροφείο, μια εμπειρία που αργότερα χαρακτήρισε ιδιαίτερα επώδυνη. Ο πρόωρος αποχωρισμός από την οικογένειά του συνέβαλε στη διαμόρφωση των απόψεών του σχετικά με τις αρνητικές συνέπειες της συναισθηματικής στέρησης και της παρατεταμένης απομάκρυνσης των παιδιών από τους γονείς τους.

Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Cambridge και στη συνέχεια εκπαιδεύτηκε στην ψυχιατρική και την ψυχανάλυση. Κατά τα πρώτα επαγγελματικά του βήματα εργάστηκε με παιδιά που παρουσίαζαν συναισθηματικές δυσκολίες και παραβατική συμπεριφορά. Η εμπειρία αυτή τον οδήγησε να εστιάσει στον ρόλο που διαδραματίζουν οι πρώιμες οικογενειακές σχέσεις στη διαμόρφωση της ψυχικής υγείας.

Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Bowlby παρατήρησε τις σοβαρές ψυχολογικές επιπτώσεις που βίωναν τα παιδιά τα οποία είχαν αποχωριστεί τους γονείς τους λόγω των πολεμικών συνθηκών. Οι παρατηρήσεις αυτές αποτέλεσαν τη βάση για την ανάπτυξη της Θεωρίας του Δεσμού, η οποία συνδύασε στοιχεία από την ψυχανάλυση, την εξελικτική βιολογία και την ηθολογία.

Σύμφωνα με τη θεωρία του, οι συμπεριφορές προσκόλλησης των βρεφών – όπως το κλάμα, η αναζήτηση εγγύτητας και η προσκόλληση στον φροντιστή – αποτελούν έμφυτους μηχανισμούς που έχουν εξελικτικό σκοπό: τη διασφάλιση της προστασίας και της επιβίωσης του παιδιού.

Μία από τις σημαντικότερες συνεισφορές του Bowlby είναι η έννοια του «Εσωτερικού Μοντέλου Εργασίας» (Internal Working Model). Μέσα από τις αλληλεπιδράσεις με τον βασικό φροντιστή, το παιδί διαμορφώνει εσωτερικές αναπαραστάσεις για τον εαυτό του και τους άλλους. Οι εμπειρίες αυτές επηρεάζουν τις προσδοκίες του σχετικά με το κατά πόσο οι σημαντικοί άνθρωποι θα είναι διαθέσιμοι και υποστηρικτικοί, καθώς και το αν το ίδιο αξίζει αγάπη, φροντίδα και αποδοχή.

Η θεωρία του Bowlby εμπλουτίστηκε περαιτέρω από το έργο της ψυχολόγου Mary Ainsworth, η οποία προσδιόρισε τέσσερις βασικούς τύπους δεσμού:

Ασφαλής δεσμός: Το παιδί αισθάνεται εμπιστοσύνη ότι ο φροντιστής θα είναι διαθέσιμος και θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες του, γεγονός που ενισχύει την αίσθηση ασφάλειας και αυτοπεποίθησης.

Αγχώδης-Αμφιθυμικός δεσμός: Το παιδί βιώνει έντονη αναστάτωση κατά την απομάκρυνση του φροντιστή και δυσκολεύεται να ηρεμήσει ακόμη και μετά την επιστροφή του, λόγω αβεβαιότητας σχετικά με τη διαθεσιμότητά του.

Αποφευκτικός δεσμός: Το παιδί τείνει να αποφεύγει τη στενή επαφή και δεν αναζητά εύκολα παρηγοριά από τον φροντιστή, καθώς έχει μάθει ότι οι συναισθηματικές του ανάγκες δεν ικανοποιούνται επαρκώς.

Αποδιοργανωμένος δεσμός: Χαρακτηρίζεται από αντιφατικές, συγκεχυμένες ή ασυνεπείς συμπεριφορές απέναντι στον φροντιστή και συνδέεται συχνά με εμπειρίες τραύματος, φόβου ή παραμέλησης.

Η Θεωρία του Δεσμού εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα θεωρητικά πλαίσια στην αναπτυξιακή ψυχολογία, επηρεάζοντας τόσο την έρευνα όσο και την κλινική πρακτική. Οι ιδέες του Bowlby έχουν συμβάλει ουσιαστικά στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι πρώιμες σχέσεις διαμορφώνουν την προσωπικότητα, τις διαπροσωπικές σχέσεις και τη συναισθηματική ευημερία κατά τη διάρκεια ολόκληρης της ζωής.

 

Πηγή:

https://thevoiceofearlychildhood.com/an-introduction-to-john-bowlby/.

Cervone, D. & Pervin, L.A (2013). Προσωπικότητα. Έρευνα και εφαρμογές. Εκδόσεις Gutenberg.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Μια βασική αντίφαση της σύγχρονης ζωής…

Είχε γράψει ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος τα εξής: «Όλοι αναζητούμε τον “πλησίον”, αλλά με τη μικρότερη δυνατή δαπάνη. Άλλοτε ο “πλησίον” μπορούσε να χτυπήσει την πόρτα μας την κάθε στιγμή και να βρει και την πόρτα και την καρδιά ανοιχτή. Τώρα θα πρέπει να προειδοποιήσει για τον ερχομό του, να του πούμε ποια ώρα, ποια μέρα και για πόσο διάστημα χρόνου μπορούμε να βρεθούμε μαζί του. Ακόμη και αν ο  “πλησίον” είναι το πρόσωπο το δικό μας, του πιο στενού οικογενειακού μας κύκλου. Η ανάγκη της ζωής επιβάλλει απάνθρωπες συμπεριφορές. Χτίζουμε σπίτια για πολλούς ανθρώπους, για ολόκληρες πολιτείες. Η μικρή πολιτεία, όπου υπάρχει ακόμη, έχει το δικό της ύφος. Τα σπίτια είναι σπαρμένα εδώ κ’ εκεί, αλλ’ οι άνθρωποι δε βρίσκονται μακριά. Αλληλογνωρίζονται, έχουν τον τρόπο να πουν μια ζεστή  “καλημέρα”, μια “καληνύχτα”». (Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, σ.69)

 

Ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, μέσα από αυτά τα λόγια θίγει μια σημαντική αντίφαση της σύγχρονης ζωής: ενώ ο άνθρωπος έχει ανάγκη από επικοινωνία, συντροφικότητα και ουσιαστικές ανθρώπινες σχέσεις, οι συνθήκες της καθημερινότητας τον οδηγούν συχνά στην απομόνωση και στην απομάκρυνση από τους άλλους. Ο «πλησίον», δηλαδή ο συνάνθρωπος, ο φίλος, ο συγγενής ή ο γείτονας, δεν αποτελεί πλέον μια αυθόρμητη και διαρκώς παρούσα ή εύκολα παρούσα συντροφιά στη ζωή μας. Η επαφή μαζί του προγραμματίζεται, περιορίζεται χρονικά και συχνά υποτάσσεται στις επαγγελματικές και κοινωνικές υποχρεώσεις. Ρωτήστε τους ανθρώπους γύρω σας, να σας πουν αν οι σχέσεις με τους γονείς ή τα αδέλφια τους είναι τυπικές ή ουσιαστικές. Ρωτήστε τους συναδέλφους σας να σας πουν πόσους φίλους έχουν. Πιστεύουμε ότι πραγματικά θα εκπλαγείτε!  

Στο παρελθόν, ιδιαίτερα στις μικρές κοινότητες, οι ανθρώπινες σχέσεις χαρακτηρίζονταν από αμεσότητα και οικειότητα. Οι άνθρωποι είχαν πιο στενούς δεσμούς, γνώριζαν ο ένας τον άλλον και συμμετείχαν ενεργά στη ζωή της κοινότητας. Η πόρτα του σπιτιού, αλλά και η καρδιά των ανθρώπων, ήταν συμβολικά ανοιχτές για τον επισκέπτη. Η αλληλεγγύη, η φιλοξενία και το ενδιαφέρον για τον συνάνθρωπο αποτελούσαν βασικά στοιχεία της καθημερινής ζωής.

Αντίθετα, στη σύγχρονη εποχή της ταχύτητας, της εργασιακής πίεσης, με την κατάργηση του οκταώρου προς αύξηση αντί για μείωση, αλλά κυρίως του ατομικισμού και του ναρκισσισμού, οι ανθρώπινες σχέσεις γίνονται πιο τυπικές και λιγότερο αυθόρμητες. Ακόμη και τα μέλη της ίδιας οικογένειας συχνά δυσκολεύονται να βρουν κοινό χρόνο για επικοινωνία. Η ανάγκη για οργάνωση και αποτελεσματικότητα, η έλλειψη ελεύθερου χρόνου, και η σωματική και κατ’ επέκταση ψυχική κόπωση κι εξάντληση, συχνά στερεί από τους ανθρώπους τη ζεστασιά της αυθόρμητης συνάντησης και της ουσιαστικής επαφής.

Η υπερ-ανάπτυξη των μεγάλων πόλεων δεν συνοδεύεται από ανάπτυξη των ανθρώπινων σχέσεων. Χτίζονται πολυκατοικίες, συνοικίες και ολόκληρες πολιτείες, όμως οι κάτοικοί τους συχνά παραμένουν άγνωστοι μεταξύ τους. Η φυσική εγγύτητα δεν εξασφαλίζει και συναισθηματική εγγύτητα. Έτσι, πολλοί άνθρωποι ζουν δίπλα-δίπλα, χωρίς να επικοινωνούν πραγματικά ή να ενδιαφέρονται ο ένας για τον άλλον.

Αντίθετα, στις μικρές κοινότητες που διατηρούν ακόμη τον παραδοσιακό τους χαρακτήρα, οι άνθρωποι εξακολουθούν να καλλιεργούν σχέσεις αλληλογνωριμίας και αμοιβαίου ενδιαφέροντος. Ένα απλό «καλημέρα» ή «καληνύχτα» δεν είναι μια τυπική κοινωνική σύμβαση, αλλά έκφραση ανθρώπινης επαφής και αναγνώρισης της παρουσίας του άλλου. Μέσα από αυτές τις μικρές καθημερινές πράξεις διατηρείται το αίσθημα της κοινότητας και της ανθρώπινης ζεστασιάς.

Συνεπώς, ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος μας καλεί να αναλογιστούμε αν η πρόοδος και ο σύγχρονος τρόπος ζωής μάς απομακρύνουν από βασικές ανθρώπινες αξίες. Υπενθυμίζει ότι, παρά τις τεχνολογικές και κοινωνικές εξελίξεις, η ανάγκη για ουσιαστική επικοινωνία, αλληλεγγύη και ανθρώπινη παρουσία παραμένει αναλλοίωτη. Η ποιότητα της ζωής δεν εξαρτάται μόνο από την υλική ή τεχνολογική ανάπτυξη, αλλά και από τη δυνατότητα των ανθρώπων να διατηρούν ζωντανούς τους δεσμούς που τους ενώνουν.

 

Πηγή:

Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, Ο Σύγχρονος Άνθρωπος, Οι Εκδόσεις Των Φίλων, Αθήνα, 1983.

Η Ψυχαναλυτική Θεωρία του Freud

Η ψυχοδυναμική προσέγγιση υποστηρίζει ότι η συμπεριφορά του ανθρώπου επηρεάζεται από εσωτερικές δυνάμεις, αναμνήσεις και συγκρούσεις που συνήθως βρίσκονται έξω από τη συνειδητή του επίγνωση. Οι παράγοντες αυτοί δρουν χωρίς το άτομο να τους ελέγχει πλήρως.

 

Σύμφωνα με την ψυχαναλυτική θεωρία του Freud, η προσωπικότητα και η συμπεριφορά διαμορφώνονται κυρίως από ασυνείδητες ψυχικές δυνάμεις. Το ασυνείδητο αποτελεί το τμήμα της προσωπικότητας που δεν γίνεται αντιληπτό από το άτομο. Σε αυτό βρίσκονται επιθυμίες, ανάγκες, αναμνήσεις και συγκρούσεις, κυρίως από την παιδική ηλικία, οι οποίες παραμένουν κρυμμένες επειδή προκαλούν άγχος ή ψυχική αναστάτωση. Ο Freud θεωρούσε ότι το ασυνείδητο επηρεάζει σημαντικά τις καθημερινές μας σκέψεις και πράξεις. Ο Freud πίστευε ότι η προσωπικότητα αποτελείται από τρία βασικά μέρη: το Εκείνο, το Εγώ και το Υπερεγώ.

Το Εκείνο (Id)

Το Εκείνο είναι το πιο πρωτόγονο και έμφυτο μέρος της προσωπικότητας και υπάρχει από τη γέννηση. Περιλαμβάνει τα βασικά ένστικτα και τις βιολογικές ανάγκες, όπως η πείνα, η σεξουαλικότητα, η επιθετικότητα και οι παρορμήσεις. Λειτουργεί σύμφωνα με την αρχή της ηδονής, δηλαδή επιδιώκει την άμεση ικανοποίηση των αναγκών και την αποφυγή της δυσφορίας ή της έντασης.

Το Εγώ (Ego)

Το Εγώ είναι το λογικό και ρεαλιστικό μέρος της προσωπικότητας. Λειτουργεί ως μεσολαβητής ανάμεσα στις απαιτήσεις του Εκείνου και στις απαιτήσεις της πραγματικότητας. Στόχος του είναι να ικανοποιεί τις ανάγκες του ατόμου με τρόπους που είναι κοινωνικά αποδεκτοί και ασφαλείς. Το Εγώ λειτουργεί σύμφωνα με την αρχή της πραγματικότητας.

Το Υπερεγώ (Superego)

Το Υπερεγώ αντιπροσωπεύει την ηθική συνείδηση του ατόμου. Περιλαμβάνει τις αξίες, τους κανόνες και τις αντιλήψεις για το σωστό και το λάθος που αποκτά το παιδί από τους γονείς, τους δασκάλους και το κοινωνικό του περιβάλλον. Η ανάπτυξή του ξεκινά περίπου στην ηλικία των 5-6 ετών και συνεχίζεται σταδιακά.

Η ανάπτυξη της προσωπικότητας

Ο Freud δεν ασχολήθηκε μόνο με τη δομή της προσωπικότητας αλλά και με τον τρόπο που αυτή αναπτύσσεται κατά την παιδική ηλικία. Υποστήριξε ότι η ανάπτυξη πραγματοποιείται μέσα από μια σειρά ψυχοσεξουαλικών σταδίων. Σε κάθε στάδιο η ευχαρίστηση και η ικανοποίηση του παιδιού συνδέονται με μια συγκεκριμένη περιοχή του σώματος.

Στο πρώτο στάδιο, το στοματικό, η ευχαρίστηση σχετίζεται με το στόμα, όπως το θηλασμό και το πιπίλισμα. Στη συνέχεια ακολουθεί το πρωκτικό στάδιο, όπου η ευχαρίστηση συνδέεται με τον έλεγχο των σωματικών λειτουργιών. Αργότερα εμφανίζεται το φαλλικό στάδιο, στο οποίο το ενδιαφέρον στρέφεται στα γεννητικά όργανα. Τέλος, κατά την εφηβεία και την ενήλικη ζωή, το άτομο εισέρχεται στο στάδιο της γενετήσιας λειτουργίας, όπου η σεξουαλική ενέργεια κατευθύνεται προς ώριμες διαπροσωπικές σχέσεις.

Ο Freud θεωρούσε ότι οι εμπειρίες που αποκτά το παιδί σε κάθε ένα από αυτά τα στάδια παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του ενήλικα.

 

Πηγή: 

Feldman, Robert. Αναπτυξιακή ψυχολογία, Δια βίου προσέγγιση, Αθήνα, 2025.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Η Σχολή του Βύρτσμπουργκ

Η τελευταία σημαντική έκφραση της ψυχολογίας που βασιζόταν στις ανθρωπιστικές επιστήμες ήταν η Σχολή του Βύρτσμπουργκ, η οποία συνδέθηκε με τον Όσβαλντ Κούλπε (1862–1915). Η σχολή αυτή επικεντρώθηκε κυρίως στη μελέτη της σκέψης και κατέληξε σε δύο ιδιαίτερα σημαντικά συμπεράσματα. Πρώτον, υποστήριξε ότι οι σκέψεις δεν συνοδεύονται πάντοτε από νοητικές εικόνες, θέση που ερχόταν σε αντίθεση με βασικές αρχές της δομικής ψυχολογίας. Δεύτερον, υποστήριξε ότι η σκέψη δεν μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά μέσω των συνειρμών, όπως πίστευαν πολλοί ψυχολόγοι της εποχής.

  

Παρότι η δράση της Σχολής του Βύρτσμπουργκ διήρκεσε σχετικά λίγο, κατάφερε να αμφισβητήσει σοβαρά τη δομική ψυχολογία χρησιμοποιώντας μάλιστα τις ίδιες περίπου θεωρητικές και ερευνητικές μεθόδους. Οι ψυχολόγοι της σχολής δεν ήταν τόσο ριζοσπαστικοί όσο ο Μπρεντάνο και αποδέχονταν αρκετές από τις απόψεις του Βουντ. Ωστόσο, μέσα από τις έρευνές τους ανέδειξαν σημαντικές αδυναμίες του συστήματός του.

Ο Κούλπε γεννήθηκε στη σημερινή Λετονία και αρχικά σπούδασε ιστορία. Όταν γνώρισε τον Βουντ στη Λειψία, βρέθηκε ανάμεσα σε δύο επιστημονικά ενδιαφέροντα: την ιστορία και την ψυχολογία. Τελικά σπούδασε και τα δύο αντικείμενα και το 1887 απέκτησε το διδακτορικό του στην ψυχολογία υπό την επίβλεψη του Βουντ. Στην αρχή ακολουθούσε πιστά τις ιδέες του δασκάλου του. Όταν όμως ανέλαβε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Βύρτσμπουργκ, στράφηκε στη μελέτη των διαδικασιών της σκέψης. Το 1901 δύο μαθητές του δημοσίευσαν έρευνα για τους συνειρμούς, χρησιμοποιώντας μεθόδους που ξεπερνούσαν την παραδοσιακή ενδοσκόπηση και βασίζονταν και στις αναφορές των συμμετεχόντων σχετικά με τον τρόπο που σκέφτονταν.

Κατά τη διάρκεια της επόμενης δεκαετίας, ο Κούλπε και οι συνεργάτες του συγκέντρωσαν στοιχεία που αμφισβητούσαν τις παραδοσιακές εξηγήσεις της δομικής ψυχολογίας για τη σκέψη. Αν και δεν έδωσαν οριστική λύση στο ζήτημα της «ανεικονικής σκέψης», έδειξαν ότι η συνείδηση πιθανόν να περιλαμβάνει και περιεχόμενα που δεν προέρχονται από τις αισθήσεις.

Παράλληλα, τα ερευνητικά τους δεδομένα έδειχναν ότι λειτουργίες όπως η κρίση και η βούληση δεν ακολουθούν πάντα τις προβλέψιμες και μηχανικές ακολουθίες που πρότεινε η συνειρμική θεωρία. Αντίθετα, φαίνεται ότι στη σκέψη παρεμβαίνουν αυθόρμητοι και εξωτερικοί παράγοντες, γεγονός που αμφισβητούσε τις μέχρι τότε αντιλήψεις για τη λειτουργία του νου.

Όταν ο Κούλπε μετακινήθηκε στη Βόννη το 1909, η Σχολή του Βύρτσμπουργκ ουσιαστικά διαλύθηκε. Εκεί ασχολήθηκε περισσότερο με τη σχέση ψυχολογίας και ιατρικής. Παρά τη σημαντική συμβολή της, η σχολή δεν κατάφερε να δημιουργήσει ένα ολοκληρωμένο εναλλακτικό σύστημα ψυχολογίας που να αντικαταστήσει τη δομική ψυχολογία. Η ουσιαστική ρήξη με το παλαιότερο μοντέλο θα πραγματοποιούνταν αργότερα από την Ψυχολογία της Γκεστάλτ.

Συνολικά, ούτε ο Βουντ ούτε ο Μπρεντάνο κατάφεραν να θεμελιώσουν οριστικά τη σύγχρονη ψυχολογία. Ωστόσο, κρίνοντας εκ των υστέρων, ο Μπρεντάνο φαίνεται πως άσκησε μεγαλύτερη και πιο διαρκή επιρροή, καθώς πολλές από τις ιδέες του διατηρήθηκαν και αξιοποιήθηκαν από μεταγενέστερα ρεύματα. Η ψυχολογία, άλλωστε, χρειάστηκε να αναδιαμορφωθεί πολλές φορές κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα.

 

Το κληροδότημα της Σχολής του Βύρτσμπουργκ

Η γερμανική ψυχολογία διαμορφώθηκε κυρίως από δύο διαφορετικές προσεγγίσεις. Η πρώτη ήταν η ψυχολογία του Βουντ, η οποία αντιμετώπιζε την ψυχολογία ως φυσική επιστήμη και μελετούσε την άμεση εμπειρία μέσω της ελεγχόμενης ενδοσκόπησης. Ο Βουντ ανέπτυξε ένα ενιαίο σύστημα δομικής ψυχολογίας, σύμφωνα με το οποίο τα νοητικά περιεχόμενα προέρχονται αποκλειστικά από τα αισθητηριακά δεδομένα.

Η δεύτερη προσέγγιση αποτελούνταν από διάφορους στοχαστές που, παρά τις διαφορές τους, διαφωνούσαν με τους περιορισμούς του μοντέλου του Βουντ. Ανάμεσά τους ξεχώριζαν ο Μπρεντάνο και ο Στουμπφ, οι οποίοι επιδίωξαν να διευρύνουν το αντικείμενο της ψυχολογίας πέρα από τα στενά όρια που είχε θέσει η δομική ψυχολογία.

Μέσα σε αυτό το κλίμα αναπτύχθηκε η Σχολή του Βύρτσμπουργκ. Υπό την καθοδήγηση του Κούλπε, προσπάθησε να εξηγήσει τη νοητική δραστηριότητα δίνοντας έμφαση σε μορφές συνείδησης που δεν προέρχονται από τις αισθήσεις. Η συζήτηση γύρω από την «ανεικονική σκέψη» συνέβαλε στην ανάπτυξη θεωριών που αναγνώριζαν μεγαλύτερο βαθμό αυτενέργειας στον νου. Ο Κούλπε πίστευε ότι ο νους οργανώνει ενεργητικά τα ερεθίσματα του περιβάλλοντος με βάση κατηγορίες όπως η ποιότητα, η ένταση, ο χρόνος και ο χώρος. Με αυτόν τον τρόπο επανέφερε στη γερμανική ψυχολογία ιδέες που θυμίζουν τις φιλοσοφικές κατηγορίες του Καντ.

Οι ερευνητές της Σχολής του Βύρτσμπουργκ υποστήριζαν ακόμη ότι ο νους διαθέτει ορισμένες προδιαθέσεις, τάσεις ή «καταστάσεις ετοιμότητας», οι οποίες επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε και συνδέουμε τα γεγονότα. Ανάλογα με την ψυχική κατάσταση του ατόμου, οι συνειρμοί μπορούν να ακολουθήσουν διαφορετικές πορείες. Επομένως, η σκέψη δεν είναι απλώς αποτέλεσμα μηχανικών συνδέσεων μεταξύ ιδεών, αλλά εξαρτάται και από τον τρόπο οργάνωσης του ίδιου του νου.

Παρόλο που η Σχολή του Βύρτσμπουργκ δεν δημιούργησε ένα πλήρες και ανταγωνιστικό θεωρητικό σύστημα απέναντι στη δομική ψυχολογία, οι παρατηρήσεις και τα ευρήματά της αποτέλεσαν μια σοβαρή πρόκληση για τις απόψεις του Βουντ. Οι ιδέες της επηρέασαν σημαντικά τους ψυχολόγους της Γκεστάλτ, οι οποίοι συνέχισαν και ανέπτυξαν πιο συστηματικά την κριτική απέναντι στο μοντέλο του Βουντ.

 

Πηγή:

Brennan, J. F. (2010). Ψυχολογία: Ιστορία και συστήματα (Μ. Αλεξανδράκη, Ε. Αρτεμάκη & Α. Αλεξανδράκη, Επιμ.). Εκδόσεις Τόπος. 

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.