Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

Η αντιμετώπιση του φόβου του θανάτου κατά τον Επίκουρο

Η επικούρεια φιλοσοφία υποστηρίζει ότι η αληθινή ευτυχία προϋποθέτει την αποδοχή του γεγονότος ότι ο θάνατος είναι αναπόφευκτο μέρος της ανθρώπινης ύπαρξης, χωρίς όμως να αποτελεί πραγματικό κακό για τον άνθρωπο. Σύμφωνα δηλ. με την επικούρεια φιλοσοφία, «η ευδαιμονική ζωή εμπεριέχει τη συνειδητοποίηση ότι ο θάνατος, “το φρικωδέστατον δεινόν”, αφενός είναι αναπόφευκτος αλλά αφετέρου δεν είναι τίποτα για τον άνθρωπο. Το σκεπτικό του Επίκουρου για την ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση του φόβου του θανάτου προέρχεται από την ατομική φυσική, η οποία ήταν στην εποχή του, όπως και σήμερα, η μόνη συμβατή θεώρηση με τις παρατηρήσεις των φαινομένων» (Επίκουρος, 2016, σ. 51). 

 

Ο Επίκουρος, λοιπόν, βασίζει τη θέση του πως ο θάνατος αν και αναπόφευκτος δεν είναι τίποτα για τον άνθρωπο, στην ατομική θεωρία της φύσης, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος αποτελείται από άτομα που σχηματίζουν το σώμα και την ψυχή του. Με τον θάνατο η σύνθεση αυτή διαλύεται, με αποτέλεσμα να παύουν να υπάρχουν οι αισθήσεις και κάθε δυνατότητα εμπειρίας. Εφόσον κάθε ευχάριστο ή δυσάρεστο γίνεται αντιληπτό μόνο μέσω των αισθήσεων, ο θάνατος δεν μπορεί να βιωθεί από εκείνον που πεθαίνει. Για τον λόγο αυτό, ο Επίκουρος καταλήγει ότι ο φόβος του θανάτου είναι αβάσιμος, αφού όσο ζούμε ο θάνατος δεν είναι παρών και όταν έρθει ο θάνατος δεν υπάρχουμε πλέον εμείς.

Παράλληλα, ο φιλόσοφος θεωρούσε ότι η επίγνωση της θνητότητας δίνει μεγαλύτερη αξία στη ζωή. Η βεβαιότητα ότι ο χρόνος μας είναι περιορισμένος μας ωθεί να αξιοποιούμε κάθε στιγμή και να επιδιώκουμε μια ζωή ποιοτική και ευτυχισμένη, αντί να επιζητούμε απλώς τη μεγαλύτερη διάρκειά της. Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη στάση ζωής έχει η φρόνηση, η οποία βοηθά τον άνθρωπο να ελέγχει τα παράλογα συναισθήματα και τους ασυνείδητους φόβους που διαταράσσουν την ψυχική του ηρεμία.

Ο Επίκουρος πίστευε ακόμη ότι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει κάποιος τον θάνατο εξαρτάται από τον τρόπο που έχει ζήσει. Όποιος έχει συμφιλιωθεί με τους φόβους του μπορεί να δεχτεί το τέλος της ζωής με γαλήνη και αξιοπρέπεια. Αντίθετα, όποιος ζει διαρκώς υπό την κυριαρχία του φόβου είναι πιθανό να παραμείνει δυστυχισμένος μέχρι το τέλος της ζωής του. Η ιστορία δείχνει ότι οι Επικούρειοι, αλλά και αρκετοί μεταγενέστεροι υλιστές φιλόσοφοι που επηρεάστηκαν από τη σκέψη του, αντιμετώπισαν τον θάνατο με ψυχραιμία «όπως ο Χιουμ, ο Ντιντερό, ο Μπένθαμ, ο Μιλ και ο Σανταγιάνα. Αντίθετα, ο μεγάλος φόβος του επερχόμενου θανάτου έχει καταγραφεί για πολλούς ιδεαλιστές φιλοσόφους, όπως ο Καντ, ο Κίρκεγκααρντ, ο Λακάν και ο Ντεριντά, παρ’ όλο που πίστευαν σε παραμυθίες, όπως η μεταθανάτια ζωή και η θεία πρόνοια» (Επίκουρος, 2016, σ.52).

Αντίστοιχες απόψεις διατύπωσε και ο ψυχίατρος Ίρβιν Γιάλομ, ο οποίος υποστηρίζει ότι όταν ο άνθρωπος δεν αναμετριέται συνειδητά με τον φόβο του θανάτου, δυσκολεύεται να ζήσει ουσιαστικά και βιώνει έντονο άγχος. Για να προστατευτεί από αυτή την αγωνία, αναπτύσσει διάφορους ασυνείδητους αμυντικούς μηχανισμούς, όπως η ταύτιση με τα παιδιά ή το έργο του, η προσκόλληση σε θρησκευτικές πεποιθήσεις, οι καταναγκαστικές συμπεριφορές, η υπερβολική εργασία ή η αδιάκοπη επιδίωξη πλούτου και εξουσίας. Ωστόσο, οι μηχανισμοί αυτοί δεν εξαλείφουν πραγματικά τον φόβο, καθώς οι καταπιεσμένες σκέψεις επανέρχονται.

Η επικούρεια φιλοσοφία αποτελεί μια ιδιαίτερα αποτελεσματική υπαρξιακή και ψυχοθεραπευτική προσέγγιση, επειδή βοηθά τον άνθρωπο να αποδεχτεί τη θνητή φύση του και να αντιμετωπίσει συνειδητά τον φόβο του θανάτου. Η αποτελεσματικότητά της βασίζεται στην ικανότητα του ανθρώπινου εγκεφάλου να μαθαίνει, να προσαρμόζεται και να μεταβάλλει τον τρόπο σκέψης του.

Τέλος, ο Επίκουρος, ήδη από την αρχαιότητα, είχε αντιληφθεί τη στενή σχέση ανάμεσα στη βιολογία, την ψυχολογία και τη συμπεριφορά του ανθρώπου. Υποστήριζε ότι η λανθασμένη χρήση της λογικής και των φυσικών μας τάσεων οδηγεί σε φόβους, υπερβολές και δυστυχία. Για τον λόγο αυτό θεωρούσε τη φιλοσοφία θεραπεία της ψυχής, ικανή να βοηθήσει τον άνθρωπο να απαλλαγεί από τις κενοδοξίες, τα ελαττώματα και τους φόβους του και να κατακτήσει την ευδαιμονία.

 

Πηγή:

Φιλόδημος, Περί Παρρησίας, Επικούρεια Ψυχοθεραπεία, μτφρ. Χ. Γιαπιτζάκης, Εκδόσεις Θύραθεν, Θεσσαλονίκη, 2016. 

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Γιατί αποφεύγουμε να νιώσουμε τα συναισθήματά μας;

Η ψυχοθεραπεύτρια Ιζαμπέλ Φιλιοζά στο βιβλίο της με τίτλο «Τι μου συμβαίνει τελικά;» θίγει ένα πολύ σημαντικό ζήτημα που σίγουρα απασχολεί πολύ κόσμο. Έτσι, θέτει αρχικά ένα βασικό ερώτημα: έχετε αναρωτηθεί ποτέ με ποιους τρόπους αποφεύγετε να έρθετε σε επαφή με τα συναισθήματά σας; Και απαντά πως το πρώτο και σημαντικότερο βήμα για να μπορέσουμε να τα διαχειριστούμε είναι να αναγνωρίσουμε ότι υπάρχουν και ότι τα βιώνουμε.

 

Όταν προσπαθούμε να μη νιώθουμε, ουσιαστικά απομακρυνόμαστε από πολύτιμες πληροφορίες για τον εαυτό μας. Ωστόσο, πολλοί άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται ότι ορισμένες καθημερινές συνήθειες λειτουργούν ως μηχανισμοί αποφυγής των συναισθημάτων. Για παράδειγμα, το κάπνισμα, η υπερβολική κατανάλωση φαγητού, το δάγκωμα των νυχιών, η πολύ γρήγορη ομιλία ή οι συνεχείς κινήσεις των ποδιών, μπορούν να χρησιμοποιούνται ασυνείδητα για να αποσπούν την προσοχή από όσα συμβαίνουν στον εσωτερικό μας κόσμο.

Οι συμπεριφορές αυτές εμφανίζονται αυτόματα, χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Με κάποιο εξωτερικό ερέθισμα μεταφέρουμε την προσοχή μας αλλού και αποφεύγουμε να αντιμετωπίσουμε τα πραγματικά μας συναισθήματα. Κοινό χαρακτηριστικό πολλών από αυτές τις αντιδράσεις είναι ότι επηρεάζουν την αναπνοή μας, η οποία γίνεται ρηχή και περιορίζεται στο επάνω μέρος του θώρακα. Όταν θέλουμε να καταστείλουμε ένα συναίσθημα, συχνά περιορίζουμε ασυναίσθητα τη φυσιολογική αναπνοή. Αντί να αναπνέουμε βαθιά, μπλοκάρουμε το διάφραγμα. Το σημείο αυτό είναι συχνά ευαίσθητο και αποτελεί ένδειξη ότι το σώμα συγκρατεί ένταση. Με τον καιρό, οι καταναγκαστικές αυτές συμπεριφορές μπορεί να γίνουν τόσο έντονες, ώστε να καλύπτουν εντελώς τα πραγματικά συναισθήματα. Όταν κάποιος αντιλαμβάνεται απλώς ότι αισθάνεται δυσφορία, συχνά χρησιμοποιεί τη γενική λέξη «άγχος», χωρίς να αναγνωρίζει αν στην πραγματικότητα νιώθει φόβο, θυμό, λύπη, απογοήτευση ή κάποιο άλλο συναίσθημα.

Παρακάτω παρουσιάζονται ορισμένες «συνηθισμένες» συμπεριφορές που μπορεί να λειτουργούν ως τρόποι αποφυγής των συναισθημάτων. Σκεφτείτε ποιες από αυτές σας χαρακτηρίζουν:

Ø  Κρατώ συχνά την αναπνοή μου.

Ø  Πίνω πολύ καφέ.

Ø  Τρώω τα νύχια μου.

Ø  Χτυπώ συνεχώς το πόδι στο πάτωμα ή το στυλό μου στο γραφείο.

Ø  Μετρώ από μέσα μου.

Ø  Μιλώ ασταμάτητα.

Ø  Νιώθω ότι δεν μπορώ να ζήσω χωρίς τσιγάρο, γλυκά, αλκοόλ, σεξ, φάρμακα, δουλειά, τηλεόραση ή διαδίκτυο.

Ø  Οδηγώ πολύ γρήγορα.

Ø  Τακτοποιώ τα πράγματά μου με υπερβολική σχολαστικότητα.

Ø  Κοιμάμαι υπερβολικά.

Ø  Κρίνω ή υποτιμώ τους άλλους.

Ø  Αναλαμβάνω συνεχώς να λύνω τα προβλήματα των άλλων.

Ø  Γίνομαι επιθετικός ή πληγώνω σκόπιμα τους γύρω μου.

Ø  Υποχωρώ συνεχώς και προσπαθώ να ευχαριστώ όλους.

Ø  Μιλώ πολύ γρήγορα.

Ø  Απομονώνομαι από τους άλλους.

Ø  Ασχολούμαι διαρκώς με το σπίτι και την καθαριότητα.

Ø  Κάποια άλλη… επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά.

Όλες αυτές οι αντιδράσεις έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: λειτουργούν καταναγκαστικά. Δηλαδή εμφανίζονται σχεδόν αυτόματα και είναι δύσκολο να τις ελέγξουμε. Σκοπός τους είναι να κρατούν το μυαλό, το σώμα ή τις αισθήσεις απασχολημένα, ώστε να αποφεύγεται η επαφή με τα πραγματικά συναισθήματα.

Ένας τρόπος να αρχίσει κάποιος να αλλάζει αυτή την κατάσταση είναι να περιορίσει, όσο μπορεί, αυτές τις αυτόματες συμπεριφορές και να στρέψει την προσοχή του σε όσα πραγματικά αισθάνεται. Η αναγνώριση και η ονομασία των συναισθημάτων αποτελούν σημαντικό βήμα για την καλύτερη κατανόησή τους. Μια χρήσιμη άσκηση είναι να αφιερώσετε περίπου μία ώρα αποκλειστικά στον εαυτό σας. Επιλέξτε έναν ήσυχο χώρο, απομακρύνετε περισπασμούς, όπως το τηλέφωνο, και αποφύγετε να καταφύγετε σε συνήθειες όπως το κάπνισμα, το φαγητό, η τακτοποίηση του σπιτιού ή άλλες δραστηριότητες που σας αποσπούν. Απλώς καθίστε ήρεμα και παρατηρήστε τι συμβαίνει μέσα σας. Στη συνέχεια, καταγράψτε σε ένα προσωπικό ημερολόγιο τις σκέψεις, τις σωματικές αισθήσεις και τα συναισθήματα που αναδύθηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας.

 

Πηγή:

Isabelle Filliozat, 2003, Τι μου συμβαίνει, τελικά; Για να βιώνεις καλύτερα τα καθημερινά συναισθήματά σου, μτφρ. Δ. Παπαθανασοπούλου, Εκδόσεις Ενάλιος, Αθήνα.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Κάνοντας Διάλειμμα (με περίεργο τρόπο…)

Μια μικρή ιστορία με μεγάλα νοήματα

 

Το να είσαι εργαζόμενη γυναίκα είναι δύσκολο, αλλά το να δουλεύεις και να έχεις και παιδιά είναι ακόμα δυσκολότερο.

Υπάρχει μια ιστορία για μια μητέρα με τρία πολύ ζωηρά αγόρια που έπαιζαν κλέφτες και αστυνόμους στην αυλή, ένα καλοκαιρινό βράδυ.

Ένα από τα αγόρια «πυροβόλησε» τη μητέρα του και φώναξε, «Μπαμ, είσαι νεκρή». Εκείνη έπεσε στο έδαφος και αφού δεν σηκώθηκε αμέσως, ένας γείτονας έτρεξε να δει αν ήταν καλά ή αν είχε χτυπήσει από το πέσιμο.

Όταν ο γείτονας πλησίασε κι έσκυψε πάνω της, τότε η κουρασμένη μητέρα άνοιξε το ένα μάτι της και του είπε: «Σσσς, μη με μαρτυρήσεις, είναι η μόνη μου ευκαιρία να ξεκουραστώ».

 

Πηγή:

The Best of Bits & Pieces. Economics Press, New Jersey, 1994.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Review of the play: For colored girls

“For colored girls who have considered suicide / when the rainbow is enuf” (1976), by Ntozake Shange is a combination of poetry, dance music and monologues, spoken by seven women, each associated with a color of the rainbow. Their voices do not play specific characters, but express common experiences and emotions of black women in the USA. The play deals with issues related to identity, self-esteem, racism and sexism, relationships, love, betrayal, pain, but also strength, solidarity and healing. The play leads towards self-recognition, resilience and hope, while the rainbow symbolizes wholeness and life (Alsanafi et al., 2019· Suganthi & Jose, 2016).  

 

This play is one of the most characteristic examples of Anglophone postmodern Theatre, as it radically challenges the conventions of dramatic writing and redefines the relationship between text, body and stage experience. Shange herself describes the play as a “choreopoem”, a hybrid theatrical discourse that combines poetry, music and dance, placing it at the heart of the discussion about theatre beyond realism. Shange’s play rejects traditional plot and individually defined characters. The performers do not play “specific persons”, but they appear as voices carrying colors, suggesting multiple and intersecting identities. This choice reinforces the collectiveness of the experience and shifts the interest from “what happens” to “how it is experienced” (Richard, 2001· Wilson, 2024).

Thematically, the play examines issues of gender, race, and identity through personal narratives that acquire a political dimension. However, “for colored girls” does not limit itself to highlighting oppression˙ on the contrary, it highlights the power of solidarity and self-awareness as acts of resistance. The emphasis on voice and body transforms the experience into an act of self-determination. The play does not present women as victims, but as subjects claiming voice and presence (Tellini, 2015).

Within the context of the “Contemporary Anglophone Theatre” course, Shange's play functions as a critical example of postmodern and feminist Theatre, demonstrating how late 20th-century Anglophone Theatre expands its boundaries, both aesthetically and politically, while remaining deeply relevant as issues of gender and race preoccupy contemporary multicultural and traditionally patriarchal societies, elements that we have met in both “Mrs. Warren’s Profession by George Bernard Shaw (1902)” and in “The Glass Menagerie by Tennessee Williams (1944)”. Additionally, the stage language of the play is based on rhythmic recitation, the physicality and musicality of speech, making the reception of the play a highly experiential process for the audience, emphasizing the emotional experience of the viewer. In this way, theater does not function simply as a means of representation, but as a meeting place for different art forms, an element that directly connects it to the theme of the course around inter-artism and reminds us the play of “Waiting for Godot” by Samuel Beckett (1953) which it has often been adapted for stage, operas, musicals, television, and theatrical performances across most of Europe and the Americas.

 

References

Alsanafi, I.H., Mohd Noor, S.N.F., & Kadir, Z.A. (2019). ‘Judgemental category’ is the major concept in Ntozake Shange’s “For Colored Girls Who Have Considered Suicide/ When the Rainbow is Enuf. International Journal of Engineering and Advanced Technology (IJEAT), 9 (1), 256-264.

Richard, J.M. (2001). A thematic exploration of “For colored girls who have considered suicide/ When the rainbow is enuf”, by Ntozake Shange. Thesis, The University of Maine. Electronic Theses and Dissertations. 682. https://digitalcommons.library.umaine.edu/etd/682.

Suganthi, V.P.V., & Jose, C. (2016). Separation of soul and gender: A study of for Colored Girls Who Have Considered Suicide/ When the Rainbow is Enuf. The Journal For English Language and Literary Studies, January- March, VI (i), 21-29.

Tellini, S.M. (2015). Experimental Language Deconstructing Patriarchal Discourse in Ntozake Shange’s for colored girls who have considered suicide/ when the rainbow is enuf. American, British and Canadian Studies Journal, 25 (1), 155-170.

Wilson, K.E. (2024). Staging Testimony : The Creation of the Addressable Other in Ntozake Shange’s for colored girls who have considered suicide/when the rainbow is enuf. In S. Brähler & K.A. Münderlein (Eds.), Diversity : Linguistic, Cultural, and Literary Perspectives; Student Conference Proceedings 2024, Bamberg: University of Bamberg Press, p. 77-90.

 

Nicholas Kouravanas & Helen Papadopoulou, Psychologists, MSc, MA

Σάββατο 27 Ιουνίου 2026

Οι ψυχολογικές απόψεις του Τζων Λοκ

Ο Τζων Λοκ υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μορφές του βρετανικού εμπειρισμού. Οι βασικές του ψυχολογικές και φιλοσοφικές απόψεις παρουσιάζονται στο έργο του «Δοκίμιο για την ανθρώπινη νόηση» (1690). Επηρεασμένος από τον Χομπς, υποστήριξε ότι κάθε γνώση προέρχεται από την εμπειρία, διατυπώνοντας την άποψη ότι «δεν υπάρχει τίποτα στον νου που να μην έχει προηγουμένως περάσει από τις αισθήσεις».

 

Σύμφωνα με τον Λοκ, ο ανθρώπινος νους κατά τη γέννηση είναι μια tabula rasa, δηλαδή ένα «άγραφο χαρτί», χωρίς έμφυτες γνώσεις ή ιδέες. Όλες οι γνώσεις αποκτώνται σταδιακά μέσα από τις εμπειρίες που συλλέγει το άτομο κατά τη διάρκεια της ζωής του. Για τον λόγο αυτό απέρριψε την ιδέα ότι ο άνθρωπος γεννιέται με έμφυτες γνώσεις, είτε αυτές προέρχονται από τον Θεό είτε είναι ήδη ενσωματωμένες στη φύση του. Αντίθετα, πίστευε ότι ακόμη και οι έννοιες του Θεού και της ηθικής διαμορφώνονται μέσω της εμπειρίας.

Ο Λοκ έκανε διάκριση ανάμεσα στις αισθήσεις και στις αντιλήψεις. Οι αισθήσεις αποτελούν τα άμεσα ερεθίσματα που λαμβάνουμε από τον εξωτερικό κόσμο, ενώ οι αντιλήψεις δημιουργούνται όταν ο νους επεξεργάζεται και ερμηνεύει αυτά τα αισθητηριακά δεδομένα. Έτσι, οι βασικές μονάδες της σκέψης, δηλαδή οι ιδέες, προέρχονται από τις αισθήσεις και αναπτύσσονται μέσω του αναλογισμού.

Επιπλέον, ο Λοκ διαχώρισε τις ιδιότητες των αντικειμένων σε πρωτεύουσες και δευτερεύουσες. Οι πρωτεύουσες ιδιότητες, όπως το μέγεθος, το σχήμα, ο αριθμός και η κίνηση, υπάρχουν αντικειμενικά στα ίδια τα αντικείμενα. Αντίθετα, οι δευτερεύουσες ιδιότητες, όπως τα χρώματα, οι ήχοι, οι γεύσεις και οι οσμές, δεν υπάρχουν αυτούσιες στα αντικείμενα, αλλά δημιουργούνται στον νου μας κατά τη διαδικασία της αντίληψης.

Η διάκριση αυτή οδήγησε τον Λοκ να εξετάσει τη φύση της πραγματικότητας και να υποστηρίξει ότι υπάρχουν δύο είδη ουσιών. Οι υλικές ουσίες αποτελούν τα αντικείμενα του φυσικού κόσμου, τα οποία γνωρίζουμε μέσω των πρωτευουσών ιδιοτήτων τους. Οι πνευματικές ουσίες, αντίθετα, σχετίζονται με τον νου και αντιστοιχούν στις νοητικές αναπαραστάσεις που σχηματίζουμε για τα αντικείμενα.

Σε αντίθεση με τους Γάλλους αισθησιοκράτες, οι οποίοι θεωρούσαν ότι οι αισθήσεις αρκούν από μόνες τους για τη γνώση και υποβάθμιζαν τον ρόλο του νου, ο Λοκ υποστήριξε ότι ο νους είναι απαραίτητος. Ωστόσο, τον αντιμετώπιζε κυρίως ως παθητικό δέκτη των εμπειριών, αφού δεν δεχόταν την ύπαρξη έμφυτων ιδεών και θεωρούσε ότι η λειτουργία του εξαρτάται από τα αισθητηριακά ερεθίσματα.

Παρ' όλα αυτά, αναγνώρισε στον νου δύο σημαντικές λειτουργίες. Η πρώτη είναι ο συνειρμός, δηλαδή η ικανότητα να συνδέει μεταξύ τους διαφορετικές εμπειρίες και ιδέες. Οι συνδέσεις αυτές μπορεί να βασίζονται σε λογικές σχέσεις μεταξύ των γεγονότων ή να δημιουργούνται τυχαία. Οι τυχαίοι συνειρμοί αντιστοιχούν σε αυτό που σήμερα περιγράφεται ως ενισχυμένη τελετουργική ή προκατειλημμένη συμπεριφορά.

Η δεύτερη λειτουργία είναι ο αναλογισμός. Μέσα από αυτή τη διαδικασία ο νους συνδυάζει απλές ιδέες που προέρχονται από τις αισθήσεις και δημιουργεί νέες, πιο σύνθετες έννοιες. Σε αυτό το σημείο ο Λοκ διαφοροποιείται από τον Χομπς, καθώς θεωρεί ότι ο αναλογισμός αποτελεί μια νοητική διεργασία που δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις αισθήσεις.

Οι απόψεις του Λοκ επηρέασαν σημαντικά την εξέλιξη της ψυχολογίας και της φιλοσοφίας. Η θεωρία του χαρακτηρίζεται ως ορθολογικός εμπειρισμός, επειδή, ενώ υποστήριζε ότι η γνώση προέρχεται από την εμπειρία, διατηρούσε τον ενεργό ρόλο του νου και ταυτόχρονα απομάκρυνε την παραδοσιακή θεολογική έννοια της ψυχής. Μεταγενέστεροι στοχαστές, όπως ο Κοντιγιάκ, υιοθέτησαν τη βασική ιδέα ότι η γνώση προέρχεται από την εμπειρία, αλλά έδωσαν ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στις αισθήσεις, αμφισβητώντας την αναγκαιότητα του ίδιου του νου. Παρ' όλα αυτά, η θεωρία του Λοκ για την καθοριστική επίδραση του περιβάλλοντος αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία αναπτύχθηκε ο βρετανικός εμπειρισμός.

 

Πηγή:

Brennan, J.F. (2009). Ψυχολογία. Ιστορία και Συστήματα. Επ. Επ. Π.Σ. Κορδούτης, Αθήνα: Τόπος

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Ο μεγαλύτερος φόβος του ανθρώπου κατά τον Έριχ Φρομ

Στο βιβλίο του με τίτλο «Ο Φόβος Μπροστά στην Ελευθερία», ο Φρομ αναφέρει τα εξής:

«Οι ανάγκες οι οποίες διαμορφώνονται με βάση τις φυσικές επιταγές δεν είναι και οι μόνες επιτακτικές ανάγκες της ανθρώπινης φύσης. Υπάρχει και μια άλλη κατηγορία εξίσου επιτακτικών αναγκών που δεν είναι ριζωμένες στις οργανικές διαδικασίες, αλλά στον ίδιο τον πυρήνα του ανθρώπινου τρόπου και της πρακτικής ζωής: Είναι οι ανάγκες του ατόμου να σχετιστεί με τον κόσμο γύρω του και να αποφύγει την απομόνωση. Αυτή η αίσθηση της απόλυτης μοναξιάς και της πλήρους απομόνωσης οδηγεί σε ψυχική αποδόμηση, όπως ακριβώς η ασιτία οδηγεί στον θάνατο. Αυτός ο συσχετισμός με τον κόσμο και με τους άλλους δεν είναι ταυτόσημος με την φυσική επαφή. 

 

Ένα άτομο μπορεί να είναι μόνο του υπό φυσική έννοια για πολλά χρόνια, αλλά να σχετίζεται με ιδέες ή με αξίες, ή έστω με κοινωνικά πρότυπα που του δίνουν μια αίσθηση κοινότητας και ανήκειν. Από την άλλη πλευρά, μπορεί να ζει ανάμεσα σε άλλα άτομα και όμως να καταβάλλεται από ένα αίσθημα απόλυτης απομόνωσης, του οποίου συνέπεια είναι, αν μάλιστα το αίσθημα αυτό υπερβεί ένα όριο, μια κατάσταση ψυχικής αστάθειας με εκδήλωση σχιζοφρενικών διαταραχών. Αυτή η απουσία σύνδεσης με κάποιες αξίες, σύμβολα, πρότυπα μπορεί να ονομαστεί κατάσταση ηθικής απομόνωσης και είναι εξίσου αφόρητη με τη φυσική απομόνωση, ή μάλλον η φυσική απομόνωση γίνεται αφόρητη όταν συνδυάζεται και με ηθική απομόνωση. 

Ο πνευματικός συσχετισμός του ατόμου με τον κόσμο μπορεί να λάβει πολλές μορφές˙ ο καλόγερος στο κελί του ο οποίος πιστεύει στον Θεό, όπως και ο πολιτικός κρατούμενος που είναι φυλακισμένος στην απομόνωση, αλλά νιώθει ότι είναι κοντά στους συναγωνιστές του, δεν βιώνουν ηθική μοναξιά. Ούτε και ο Άγγλος ευγενής, ο οποίος φορά το σακάκι του για να δειπνήσει ακόμη και στο πλέον εξωτικό περιβάλλον ή ο μικροαστός, ο οποίος, αν και βαθύτατα απομονωμένος από τους συνανθρώπους του, αισθάνεται ενότητα με το έθνος του ή με τα σύμβολά του. Η μορφή του συσχετισμού με τον κόσμο ενδέχεται να είναι ευγενής ή κοινή, και πάλι όμως είναι προτιμότερο το τελευταίο από το να είναι κάποιος ολομόναχος. Η θρησκεία και ο εθνικισμός, όπως και κάθε έθιμο, και κάθε δοξασία, όσο παράλογα και μειωτικά και αν είναι, από τη στιγμή που συνδέουν το άτομο με τους άλλους αποτελούν καταφύγια απέναντι στον μεγαλύτερο φόβο του ανθρώπου: την απομόνωση» (Φρομ, σ.σ.39,40).

Στα ανωτέρω λόγια ξεδιπλώνεται το βάθος της σκέψης του Φρομ υπογραμμίζοντας ότι η ανάγκη του «ανήκειν» είναι ταυτόχρονα σωτήρια και επικίνδυνη, επειδή μπορεί να οδηγήσει τόσο στην ολοκλήρωση του ανθρώπου όσο και στην απώλεια της ελευθερίας του. Ο Φρομ, λοιπόν, στο απόσπασμα αυτό ασχολείται με την ανάγκη του ανθρώπου για σύνδεση. Η ανάγκη αυτή διαφαίνεται πως δεν αποτελεί απλώς μια ψυχολογική επιθυμία, αλλά έναν θεμελιώδη όρο της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο άνθρωπος δεν συγκροτεί την ταυτότητά του εν κενώ· αποκτά επίγνωση του εαυτού του μέσα από τη σχέση με τον άλλον, μέσα από τον συγχρωτισμό και τη συναναστροφή, ανταλλάσει ιδέες, απόψεις, σκέψεις κι ως εκ τούτου μέσα από αυτή την ανταλλαγή, γίνεται συμμέτοχος σε ένα κοινό πλαίσιο αξιών, πεποιθήσεων, νορμών και στόχων ή σκοπών, νοηματοδοτώντας τη ζωή του.

Η αποκοπή από κάθε τέτοιο πλαίσιο δεν γεννά μόνο μοναξιά, αλλά και υπαρξιακή αβεβαιότητα, καθώς αν επέλθει η αποκοπή και η συναισθηματική ή η σωματική αλλοτρίωση, τότε το άτομο αδυνατεί να προσδώσει συνοχή στις σκέψεις, τις πεποιθήσεις, τις αξίες και τις εμπειρίες του και να εντάξει τη ζωή του σε μια ευρύτερη και πιο αισιόδοξη προοπτική. Συνεπώς, η ανάγκη του ανήκειν δεν εξαντλείται στη συναναστροφή με άλλους ανθρώπους· εκτείνεται στη βαθύτερη αναζήτηση νοήματος, εκεί όπου οι σκοποί, οι στόχοι, οι προσωπικές επιδιώξεις και τα όνειρα συναντούν συλλογικά ιδανικά, πολιτισμικές παραδόσεις ή πνευματικές αναζητήσεις.

Ωστόσο, θα πρέπει κανείς να λάβει σοβαρά υπόψη ότι η ίδια αυτή ανάγκη του ανήκειν, καθιστά τον άνθρωπο ευάλωτο. Προκειμένου να διαφύγει τον φόβο της απομόνωσης, συχνά προσκολλάται άκριτα σε ομάδες, ιδεολογίες ή δόγματα, θυσιάζοντας την αυτονομία και την ελευθερία της σκέψης και της κρίσης του. Η βαθειά αυτή ανάγκη για αποδοχή μπορεί να αποβεί ισχυρότερη από την επιδίωξη της αλήθειας, με αποτέλεσμα το άτομο να συμμορφώνεται σε αντιλήψεις ή πρακτικές που υπό διαφορετικές συνθήκες θα απέρριπτε. Κατά συνέπεια, η ανθρώπινη πρόκληση δεν συνίσταται μόνο στην υπέρβαση της μοναξιάς, αλλά και στην εξεύρεση μορφών σύνδεσης που να διαφυλάσσουν συγχρόνως την ελευθερία, την κριτική σκέψη και την προσωπική ακεραιότητα της προσωπικότητας και του χαρακτήρα του. Η αυθεντική σχέση με τον κόσμο δεν οικοδομείται πάνω στην άκριτη ταύτιση, αλλά στην ελεύθερη και συνειδητή συμμετοχή σε κοινότητες και αξίες που αναγνωρίζουν και σέβονται τη μοναδικότητα του ανθρώπινου προσώπου ή αλλιώς τον αληθινό εαυτό.

Πόσες φορές βλέπουμε ανθρώπους που παραμένουν σε σχέσεις, οι οποίες δεν τους ικανοποιούν κι ακόμη χειρότερα πόσες φορές βλέπουμε συνανθρώπους μας να παραμένουν σε σχέσεις καταπιεστικές, τοξικές, ακόμη και κακοποιητικές; Πόσες φορές δεν πιάσαμε τον ίδιο μας τον εαυτό να υπομένει λόγια προσβλητικά, άδικα, γεμάτα έλλειψη σεβασμού, ή χρωματισμένα με γερές δόσεις ειρωνείας; Κι όμως μείναμε εκεί υπομένοντας και περιμένοντας πως κάτι θα αλλάξει, και προσπαθήσαμε να προσποιηθούμε πως δήθεν καταλάβαμε λάθος, πως κάτι άλλο εννοούσαν αυτοί που μας πρόσβαλλαν. Κι έτσι παραμένουμε εκεί προσπαθώντας να πείσουμε τον εαυτό μας ότι όλη αυτή η αμηχανία και η πικρία που νιώθουμε είναι μια κατασκευή του μυαλού μας, μια πλάνη ή ένα αδικαιολόγητο συναίσθημα πικρίας. Το δίλημμα όμως είναι πολύ συγκεκριμένο: μήπως θυσιάζουμε την ελευθερία και την αξιοπρέπειά μας, εξαιτίας του φόβου της απομόνωσης και της μοναξιάς που μας κυριεύει;

 

Πηγή:

Erich Fromm, 2017, Ο Φόβος μπροστά στην Ελευθερία, Εκδόσεις Διόπτρα, Αθήνα. 

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2026

Το σύνδρομο του άκρου φαντάσματος και η ευπλαστότητα του εγκεφάλου

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά παραδείγματα της λειτουργίας και της προσαρμοστικότητας του ανθρώπινου εγκεφάλου αποτελεί το σύνδρομο του άκρου φαντάσματος. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται σε άτομα που έχουν υποστεί ακρωτηριασμό και εξακολουθούν να αισθάνονται ότι το χαμένο άκρο εξακολουθεί να υπάρχει. Πολλές φορές το άτομο νιώθει πόνο για το ακρωτηριασμένο άκρο. Οι αισθήσεις αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν απλή αίσθηση παρουσίας του άκρου, αίσθηση κίνησης, αλλά και πιο σύνθετες εμπειρίες, όπως η εντύπωση ότι το ανύπαρκτο πλέον χέρι εκτελεί μια χειραψία ή ότι τα δάχτυλα κινούνται φυσιολογικά. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι ασθενείς αναφέρουν ακόμη και έντονο πόνο που φαίνεται να προέρχεται από το ακρωτηριασμένο μέλος, παρά το γεγονός ότι αυτό δεν υπάρχει πλέον.

 

Η ύπαρξη αυτών των αισθήσεων οδήγησε τους επιστήμονες να διερευνήσουν τους νευρωνικούς μηχανισμούς που τις προκαλούν. Για τον σκοπό αυτό, κατέγραψαν την εγκεφαλική δραστηριότητα τόσο σε αρτιμελή άτομα όσο και σε άτομα με ακρωτηριασμό, ενώ εφάρμοζαν ήπια ερεθίσματα αφής σε διαφορετικές περιοχές του σώματος, όπως το πρόσωπο, ο κορμός και τα άνω άκρα. Μέσω σύγχρονων τεχνικών νευροαπεικόνισης κατέστη δυνατός ο εντοπισμός των περιοχών του σωματοαισθητικού φλοιού που ενεργοποιούνταν από κάθε ερέθισμα, επιτρέποντας τη λεπτομερή χαρτογράφηση της αναπαράστασης του σώματος στον εγκέφαλο.

Τα αποτελέσματα των ερευνών αποκάλυψαν ότι στα άτομα με ακρωτηριασμό, η διέγερση ορισμένων περιοχών του προσώπου ή του βραχίονα ενεργοποιούσε τμήματα του σωματοαισθητικού φλοιού τα οποία, πριν από τον ακρωτηριασμό, αντιστοιχούσαν στο χέρι που είχε χαθεί. Με άλλα λόγια, ο εγκέφαλος φαινόταν να επαναχρησιμοποιεί τις περιοχές που δεν λάμβαναν πλέον αισθητηριακές πληροφορίες από το ακρωτηριασμένο μέλος.

Η εξήγηση αυτού του φαινομένου βρίσκεται στην ευπλαστότητα του εγκεφάλου, δηλαδή στην ικανότητά του να αναδιοργανώνεται και να προσαρμόζεται στις αλλαγές. Μετά τον ακρωτηριασμό, οι γειτονικές περιοχές του σωματοαισθητικού φλοιού, όπως εκείνες που αντιπροσωπεύουν το πρόσωπο και τον βραχίονα, μπορούν σταδιακά να επεκταθούν και να καταλάβουν το τμήμα του φλοιού που προηγουμένως ήταν αφιερωμένο στο χαμένο χέρι. Ως αποτέλεσμα, η διέγερση αυτών των περιοχών ενδέχεται να ερμηνεύεται από τον εγκέφαλο ως αίσθηση που προέρχεται από το ακρωτηριασμένο άκρο.

Το σύνδρομο του άκρου φαντάσματος αποτελεί επομένως ένα ισχυρό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ο εγκέφαλος διατηρεί και αναδιοργανώνει τις αναπαραστάσεις του σώματος. Παρά την απώλεια ενός μέλους, τα νευρωνικά δίκτυα που το αντιπροσώπευαν δεν εξαφανίζονται άμεσα, αλλά μπορούν να συνεχίσουν να επηρεάζουν την αντίληψη και την εμπειρία του ατόμου, αναδεικνύοντας τη δυναμική και ευέλικτη φύση του ανθρώπινου νευρικού συστήματος.

 

Πηγή:

Schacter, D.L., Gilbert, D.T. & Nock, M.K. (2025). Ψυχολογία. Εκδόσεις Gutenberg.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.