Αποσπάσματα για την παραμυθοθεραπεία
«Μια ουσιαστική συμβολή του παραμυθιού στην ψυχολογική λειτουργία είναι ότι τα παιδιά ταυτίζονται με τους ήρωες των παραμυθιών (Μαλαφάντης, 2014· Bettelheim, 1995). Μέσα από τα παραμύθια τα παιδιά βοηθιούνται στο να προβάλλουν το «Εγώ» τους και επίσης να εκφράσουν κάποιες ονειροπολήσεις τους, φαντασιώσεις τους και επιθυμίες τους. Επιπροσθέτως, μέσα από τα παραμύθια τα παιδιά μπορούν να επεξεργαστούν τα ψυχικά τους βιώματα και να κατανοήσουν τις εσωτερικές συγκρούσεις τους και να τις επιλύσουν μέσα από τη φαντασία τους (Aνασόντζη, 2019· Bettelheim, 1995). Κατά τη διάρκεια της διήγησης, το παιδί ενισχύεται ηθικά και ψυχικά, καθώς επεξεργάζεται τρόπους αντιμετώπισης παρόμοιων καταστάσεων, όπως οι καταστάσεις που οι ήρωες αντιμετωπίζουν στις περιπέτειές τους. Το παραμύθι βιώνεται ως μια ανάγκη από το παιδί, προκειμένου αυτό να καθαρθεί από τα άγχη του και τις αγωνίες του. Μάλιστα, το χαρακτηριστικό κλείσιμο των παραμυθιών από τους αφηγητές, όπως λ.χ. «ήμουν κι εγώ εκεί κι έφαγα και ήπια κι ακόμα στάζουν τα μουστάκια μου κρασί» φανερώνει την αληθοφάνεια όσων αφηγήθηκε, κι αυτό γίνεται επειδή το παιδί έχει ανάγκη να στηρίζεται στην αλήθεια και όχι στο ψέμα (Σακελλαρίου, 2003, σελ. 82-83)».
«Το θεραπευτικό παραμύθι βασίζεται σε μια αφήγηση που συμβάλλει στην ανάδειξη μιας προβληματικής κατάστασης, σε μια συγκεκριμένη εμπειρία, σε συγκεκριμένες περιστάσεις και στην αναζήτηση λύσεων. Το παραμύθι είναι ένα μέσο που δίνει την ευκαιρία στο άτομο να γνωρίσει τον εαυτό του, να έρθει σε επαφή με τα συναισθήματά του και να επεξεργαστεί εμπειρίες, τραύματα και συγκρούσεις που έχει βιώσει στο παρελθόν. Τα παραμύθια μπορούν να έχουν παγκόσμια-καθολικά θέματα και να ειδωθούν ως δραματικές αναπαραστάσεις βασικών ψυχολογικών διεργασιών. Ενθαρρύνουν τη δημιουργική σκέψη, μετατρέπουν σε καθολικά τα προβλήματα, ώστε να είναι αντιληπτά και κατανοητά από όλους, ενώ δημιουργούν μια ελπίδα για το μέλλον (Pasca, 2015·Smirnioti et al., 2017)», σελ. 185.
«Η παραμυθοθεραπεία επιτρέπει στο άτομο να καταλάβει πώς τα συμπτώματα και τα συναισθήματα μέσα από τα παραμύθια μπορεί να τα επεξεργαστεί συμβολικά ή μεταφορικά και εν τέλει να τα αποδεχτεί. Το θεραπευτικό παραμύθι στηρίζεται στην αφήγηση, καθώς αποτελεί έναν σύνδεσμο ανάμεσα σε σώμα και ψυχή. Μέσα από το βίωμα του παραμυθιού, ο θεραπευόμενος σκέφτεται και δρα, ζει και εκφράζεται. Το θεραπευτικό παραμύθι μπορεί να μεσολαβήσει ανάμεσα στον πόνο και την οδύνη. Το άτομο μπορεί να έρθει πιο κοντά στο πρόβλημα που το απασχολεί με έναν συμβολικό τρόπο (Pasca, 2015)», σελ. 186.
«Η αφήγηση ιστοριών επιτρέπει τη μεταφορά της γνώσης με αποτελεσματικό τρόπο, καθώς είναι πιο εύκολο να κατανοηθεί τι λέμε στους άλλους και στους εαυτούς μας για τις εμπειρίες μας. Γνωσιακοί-συμπεριφορικοί θεραπευτές μπορούν να ενσωματώσουν ιστορίες, μεταφορές και αναλογίες στην καθημερινή τους πρακτική. Η ανάπτυξη ιστοριών σε ένα ομαδικό πλαίσιο μπορεί να ενισχύσει τις σχέσεις (την ψυχική επαφή μεταξύ των μελών της ομάδας), να ενεργοποιήσει τα μέλη ώστε αποκτήσουν μια νέα οπτική (Blenkiron, 2005· Ruini et al., 2014·Treadwell et al., 2011)», σελ. 210.
Αποσπάσματα από το βιβλίο:

Κουραβάνας Νίκος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc, MA.






