Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026

Σθεναρή αισιοδοξία/ αισιόδοξη αντοχή ή ζωή σε κακή πίστη

Με τη ματιά των υπαρξιστών

 

Ο Jean-Paul Sartre αναλύει το υπαρξιακό άγχος μέσα από τρεις θεμελιώδεις εμπειρίες της ανθρώπινης ύπαρξης: την αγωνία, την εγκατάλειψη και την απόγνωση. Οι εμπειρίες αυτές δεν αποτελούν απλώς δυσάρεστες ψυχολογικές καταστάσεις, αλλά συνδέονται άμεσα με τη συνειδητοποίηση της ανθρώπινης ελευθερίας, της ευθύνης και της περατότητας της ύπαρξης.

 

Κάθε άνθρωπος που έχει συνείδηση της ελευθερίας του είναι αναπόφευκτο να βιώσει αγωνία. Η αγωνία προκύπτει από το γεγονός ότι ο άνθρωπος καλείται συνεχώς να επιλέγει, χωρίς να διαθέτει έναν απόλυτο και αδιαμφισβήτητο κανόνα που να του υποδεικνύει εκ των προτέρων τι πρέπει να πράξει. Οι επιλογές μας είναι αναπόφευκτες, αλλά δεν είναι ποτέ απολύτως τέλειες ή απαλλαγμένες από συνέπειες. Μια επιλογή μπορεί να είναι θετική από μια άποψη και ταυτόχρονα να έχει αρνητικές συνέπειες από μια άλλη. Κάθε απόφαση συνεπάγεται, επομένως, την ανάληψη ευθύνης για κάτι που δεν μπορούμε να γνωρίζουμε και να ελέγξουμε πλήρως.

Η αγωνία, λοιπόν, δεν είναι απλώς φόβος απέναντι σε έναν συγκεκριμένο κίνδυνο. Ο φόβος έχει συνήθως ένα συγκεκριμένο αντικείμενο, ενώ η υπαρξιακή αγωνία αφορά την ίδια την ελευθερία και την ευθύνη του ανθρώπου. Ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να μεταθέσει οριστικά σε κάποιον άλλον την ευθύνη για τις επιλογές του. Ακόμη και όταν προσπαθεί να ακολουθήσει κανόνες, παραδόσεις ή εντολές, εξακολουθεί να είναι αυτός που αποφασίζει να τους ακολουθήσει.

Στην αγωνία προστίθεται η εμπειρία της εγκατάλειψης. Με τον όρο αυτό ο Sartre αναφέρεται στην ιδέα ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να στηριχθεί σε ένα δεδομένο, απόλυτο και εξωτερικό σύστημα αξιών που θα του εξασφάλιζε εκ των προτέρων το νόημα της ζωής του. Στον «άθεο υπαρξισμό» του Sartre, η απουσία του Θεού σημαίνει επίσης την απουσία ενός θεϊκά προκαθορισμένου ηθικού νόμου που θα μπορούσε να απαλλάξει το άτομο από την ευθύνη της επιλογής. Ο άνθρωπος βρίσκεται, κατά κάποιον τρόπο, «μόνος» μπροστά στην ελευθερία του και καλείται να αποφασίσει τι θα κάνει με τη ζωή του.

Η τρίτη εμπειρία είναι η απόγνωση. Η απόγνωση συνδέεται με την αναγνώριση των ορίων της ανθρώπινης δύναμης. Δεν μπορούμε να βασιζόμαστε σε όσα βρίσκονται έξω από τον έλεγχό μας ούτε να θεωρούμε βέβαιη την έκβαση των πράξεών μας. Μπορούμε να επιλέξουμε, να σχεδιάσουμε και να δράσουμε, αλλά δεν μπορούμε να εγγυηθούμε το αποτέλεσμα. Ο άνθρωπος οφείλει επομένως να στηρίζεται σε εκείνα που πραγματικά εξαρτώνται από αυτόν και να αποδέχεται την αβεβαιότητα όσων δεν μπορεί να ελέγξει.

Τι πρέπει, λοιπόν, να κάνουμε απέναντι στο υπαρξιακό άγχος και σε όλες αυτές τις εμπειρίες που μπορεί να βιώνονται ως δυσάρεστες; Η υπαρξιστική απάντηση είναι ότι δεν πρέπει να προσπαθούμε να τις εξαφανίσουμε ή να τις συγκαλύψουμε, αλλά να τις αντιμετωπίζουμε ευθέως. Η αγωνία, η εγκατάλειψη και η απόγνωση αποτελούν συνέπειες της ίδιας της ανθρώπινης κατάστασης και μπορούν να λειτουργήσουν ως αφορμές αυτογνωσίας. Το ζητούμενο δεν είναι να απαλλαγεί ο άνθρωπος από την ελευθερία του, αλλά να αποκτήσει επίγνωση της ελευθερίας και της ευθύνης που αυτή συνεπάγεται.

Από αυτή την άποψη, αποτελεί βαθιά υπαρξιακή ευθύνη του ατόμου να αντιμετωπίσει τη δική του θνητότητα, την αβεβαιότητα και την απουσία ενός προκαθορισμένου νοήματος και, παρ’ όλα αυτά, να αναζητήσει και να δημιουργήσει έναν σκοπό για την ύπαρξή του. Το νόημα δεν προσφέρεται έτοιμο στον άνθρωπο· συνδέεται με τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος επιλέγει να ζήσει, να πράξει και να αναλάβει την ευθύνη των επιλογών του. Για τον λόγο αυτό απαιτείται υπαρξιακό θάρρος: η ικανότητα να παραμένει κανείς ενεργός και υπεύθυνος ακόμη και όταν δεν διαθέτει απόλυτες βεβαιότητες.

Υπάρχει, βέβαια, πάντα μια διέξοδος —τουλάχιστον προσωρινή— που δεν απαιτεί ούτε ιδιαίτερο θάρρος ούτε ψυχική αντοχή: η αποφυγή του ίδιου του προβλήματος. Το άτομο μπορεί να αρνηθεί να αναρωτηθεί για το νόημα της ζωής, να παραμείνει στην επιφάνεια των πραγμάτων και να αναζητήσει ασφάλεια μέσα στην κοινωνική σύμβαση. Μπορεί να υιοθετήσει έτοιμες αντιλήψεις για το τι σημαίνει «επιτυχημένη» ή «σωστή» ζωή και να ακολουθήσει τον δρόμο που του υποδεικνύουν οι άλλοι. Πρόκειται για μια μορφή φυγής από την προσωπική ευθύνη, η οποία στον Sartre συνδέεται με την έννοια της «κακής πίστης».

Η κακή πίστη δεν σημαίνει απλώς ότι κάποιος λέει ψέματα στους άλλους. Πρόκειται κυρίως για μια μορφή αυταπάτης απέναντι στον ίδιο τον εαυτό μας. Ο άνθρωπος προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του ότι δεν είναι πραγματικά ελεύθερος ή υπεύθυνος, ότι είναι απλώς ένας κοινωνικός ρόλος, μια ιδιότητα ή ένα σύνολο περιστάσεων. Με αυτόν τον τρόπο αποφεύγει το βάρος της ελευθερίας του. Αντί να αναγνωρίσει ότι έχει επιλογές, προτιμά να θεωρεί ότι «έτσι είναι τα πράγματα» και ότι δεν μπορεί να πράξει διαφορετικά.

Έτσι, η κακή πίστη μπορεί να εκδηλωθεί μέσα από την άκριτη προσκόλληση στην κοινωνική επιτυχία και στην κοινωνική αναγνώριση. Μια καλή δουλειά, ένα μεγάλο αυτοκίνητο, το οικονομικό κύρος, η κοινωνική θέση ή η αποδοχή από τους άλλους μπορούν να αποκτήσουν αξία όχι επειδή το ίδιο το άτομο έχει εξετάσει συνειδητά γιατί τα επιθυμεί, αλλά επειδή η κοινωνία τού έχει μάθει ότι αυτά αποτελούν δείκτες επιτυχίας. Παράλληλα, το άτομο μπορεί να ακολουθεί χωρίς κριτική σκέψη όσα του υπαγορεύουν οι κοινωνικές συμβάσεις, οι συνομήλικοι, η πολιτική προπαγάνδα, τα θρησκευτικά δόγματα, οι διαφημίσεις ή γενικότερα οι κυρίαρχες αντιλήψεις της εποχής του.

Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο ότι κάποιος εργάζεται, αποκτά υλικά αγαθά, ακολουθεί μια παράδοση ή συμμετέχει σε μια κοινωνική ομάδα. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτές οι επιλογές αποτελούν συνειδητές και προσωπικά αναλαμβανόμενες επιλογές ή αν το άτομο τις υιοθετεί μηχανικά, προκειμένου να αποφύγει την ευθύνη της προσωπικής κρίσης. Η υπαρξιστική κριτική, επομένως, δεν στρέφεται εναντίον της κοινωνικής ζωής καθαυτής, αλλά εναντίον της άκριτης παράδοσης του ατόμου σε ρόλους και προσδοκίες που δεν έχει εξετάσει.

Στην περίπτωση αυτή, το άτομο διάγει τον βίο του παθητικά, χωρίς να στοχάζεται ουσιαστικά το νόημα και την κατεύθυνση της ύπαρξής του, τις ευθύνες του, τις επιλογές του και το πεπερασμένο της ζωής. Επιτρέπει στους άλλους να αποφασίζουν, άμεσα ή έμμεσα, τι πρέπει να επιθυμεί, τι πρέπει να θεωρεί σημαντικό και ποιος πρέπει να είναι. Η ασφάλεια που προσφέρει αυτή η στάση μπορεί να είναι προσωρινά ανακουφιστική, αλλά έχει ως τίμημα την απώλεια της αυθεντικής σχέσης του ανθρώπου με την ελευθερία του.

Με αυτόν τον τρόπο, ξεγελώντας τον εαυτό μας, αποφεύγουμε να αναγνωρίσουμε την ελευθερία και την ευθύνη των επιλογών μας. Αντί να αποδεχθούμε ότι είμαστε υπεύθυνοι για τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνουμε τη ζωή μας, κρυβόμαστε πίσω από ρόλους, κοινωνικές προσδοκίες και εξωτερικές δικαιολογίες. Ο Sartre αντιπαραθέτει σε αυτή την κατάσταση την αυθεντικότητα: όχι ως μια κατάσταση τελειότητας ή ως την ανακάλυψη ενός προκαθορισμένου «αληθινού εαυτού», αλλά ως μια διαρκή προσπάθεια να αναγνωρίζουμε την ελευθερία μας, να αναλαμβάνουμε την ευθύνη των επιλογών μας και να μην αρνούμαστε την πραγματική μας κατάσταση.

Η υπαρξιστική στάση, επομένως, δεν υπόσχεται μια ζωή χωρίς αγωνία, αβεβαιότητα ή αποτυχία. Αντίθετα, ξεκινά από την αποδοχή τους. Το ζητούμενο είναι να μην επιτρέψουμε στην αγωνία να μας παραλύσει ούτε στην αβεβαιότητα να μας οδηγήσει σε παθητικότητα. Η ανθρώπινη ελευθερία αποκτά το πραγματικό της βάρος ακριβώς επειδή δεν υπάρχει εγγυημένη απάντηση για το πώς πρέπει να ζήσουμε. Ο άνθρωπος καλείται να επιλέξει, να πράξει, να αναλάβει τις συνέπειες των επιλογών του και, μέσα από αυτές, να δώσει μορφή στη δική του ύπαρξη.

Έτσι, το υπαρξιακό άγχος μπορεί να ιδωθεί όχι μόνο ως βάρος αλλά και ως υπενθύμιση της ελευθερίας. Η αγωνία μας αποκαλύπτει ότι είμαστε ελεύθεροι να επιλέγουμε, η εγκατάλειψη ότι δεν μπορούμε να μεταθέσουμε πλήρως την ευθύνη σε μια ανώτερη αρχή και η απόγνωση ότι πρέπει να δράσουμε χωρίς να έχουμε τον απόλυτο έλεγχο των αποτελεσμάτων. Η αντιμετώπιση αυτών των εμπειριών απαιτεί, επομένως, θάρρος, αυτογνωσία και ενεργό συμμετοχή στη διαμόρφωση της ζωής μας. Η υπαρξιστική πρόκληση είναι να ζούμε όχι σαν παθητικοί θεατές της ζωής μας, αλλά ως υπεύθυνοι φορείς των επιλογών μας.

 

Πηγή:

Funder. 2025. Το παζλ της προσωπικότητας. Εκδόσεις Πεδίο.

 

Ελένη Παπαδοπούλου και Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA


Παρακολουθώντας την ταινία: Το χαμόγελο της Μόνα Λίζα

Μια κοινωνιοψυχολογική ματιά

 

Η ταινία Το Χαμόγελο της Μόνα Λίζα διαδραματίζεται τη δεκαετία του 1950 στο Wellesley College, ένα ιδιαίτερα συντηρητικό και ελίτ εκπαιδευτικό ίδρυμα για γυναίκες. Η κεντρική ηρωίδα, η καθηγήτρια Ιστορίας της Τέχνης Katherine Watson, έρχεται αντιμέτωπη με ένα κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο οι γυναίκες έχουν εκπαιδευτεί να θεωρούν ως βασικό στόχο της ζωής τους τον γάμο, την οικογένεια και την υποστήριξη του συζύγου τους.

 

Στην ταινία, η κυρίαρχη νόρμα είναι ότι μια «καλή γυναίκα» πρέπει να είναι μορφωμένη, καλλιεργημένη και κυρίως κατάλληλη για γάμο. Η εκπαίδευση δεν παρουσιάζεται απαραίτητα ως μέσο προσωπικής ανάπτυξης ή επαγγελματικής ανεξαρτησίας, αλλά ως στοιχείο που θα κάνει μια γυναίκα καλύτερη σύζυγο. Χαρακτηριστικό είναι ότι οι φοιτήτριες γνωρίζουν ήδη πολύ καλά τι αναμένεται από αυτές και συχνά προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους στις συγκεκριμένες προσδοκίες.

Η ταινία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα συμμόρφωσης. Οι φοιτήτριες προσαρμόζουν τις στάσεις και τις επιλογές τους στις προσδοκίες της ομάδας. Δεν χρειάζεται πάντα να υπάρχει άμεση πίεση. Η κοινωνική πίεση λειτουργεί έμμεσα: οι γυναίκες γνωρίζουν τι θεωρείται «σωστό» και τι μπορεί να θεωρηθεί αποκλίνουσα συμπεριφορά. Η συμμόρφωση γίνεται εμφανής όταν η επιλογή μιας γυναίκας να μην παντρευτεί ή να επιδιώξει επαγγελματική καριέρα αντιμετωπίζεται ως κάτι ασυνήθιστο ή προβληματικό.

Το Wellesley λειτουργεί ως ένα ισχυρό κοινωνικό πλαίσιο που καθορίζει τι σημαίνει να είσαι «σωστή» γυναίκα. Η ταυτότητα επομένως δεν διαμορφώνεται αποκλειστικά ατομικά. Το άτομο μαθαίνει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του μέσα από τις κατηγορίες που προσφέρει η κοινωνία: γυναίκα, κόρη, σύζυγος, μητέρα κ.λ.π. Η Katherine επιχειρεί να διευρύνει αυτές τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι μια γυναίκα μπορεί να έχει και άλλους ρόλους και στόχους.

Το στερεότυπο που παρουσιάζεται είναι: γυναίκα → σύζυγος → μητέρα → νοικοκυρά, ενώ η επαγγελματική ή ακαδημαϊκή επιτυχία θεωρείται δευτερεύουσα. Η Katherine αμφισβητεί ακριβώς αυτό το στερεότυπο. Δεν υποστηρίζει απαραίτητα ότι ο γάμος ή η οικογένεια είναι λανθασμένες επιλογές• αμφισβητεί την ιδέα ότι αποτελούν τη μοναδική αποδεκτή επιλογή.

Οι φοιτήτριες έχουν μάθει από την οικογένεια, το σχολείο και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον ποιες συμπεριφορές αναμένονται από αυτές. Οι κοινωνικές προσδοκίες έχουν εσωτερικευτεί τόσο πολύ, ώστε πολλές φορές δεν χρειάζεται κάποιος να τις επιβάλει εξωτερικά. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό: η κοινωνική επιρροή είναι αποτελεσματική όταν το άτομο αυτορρυθμίζει τη συμπεριφορά του σύμφωνα με τους κανόνες που έχει εσωτερικεύσει.

Η ταινία συνδέεται έντονα με την κανονιστική κοινωνική επιρροή. Οι άνθρωποι συμμορφώνονται επειδή θέλουν να ανήκουν στην ομάδα, να γίνονται αποδεκτοί και να αποφεύγουν την απόρριψη. Για μια φοιτήτρια του Wellesley, το να αμφισβητήσει τις κυρίαρχες αντιλήψεις μπορεί να έχει κοινωνικό κόστος. Επομένως, η συμμόρφωση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι συμφωνεί πραγματικά με τον κανόνα. Μπορεί να σημαίνει ότι φοβάται τις συνέπειες της απόκλισης.

Η Katherine μπορεί να θεωρηθεί ως φορέας κοινωνικής επιρροής και αλλαγής. Δεν προσπαθεί απλώς να μεταδώσει γνώσεις Ιστορίας της Τέχνης. Προσπαθεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο οι φοιτήτριες αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους και τις δυνατότητές τους. Η βασική της θέση είναι ότι: η κοινωνία δεν πρέπει να καθορίζει εκ των προτέρων ποια ζωή είναι κατάλληλη για μια γυναίκα. Έτσι, η Katherine λειτουργεί ως μειοψηφική επιρροή: αποτελεί μια σχετικά μικρή, διαφορετική φωνή μέσα σε ένα ισχυρά ομοιογενές περιβάλλον. Η σταθερότητα της στάσης της μπορεί σταδιακά να προκαλέσει αμφισβήτηση των κυρίαρχων κανόνων.

Το Χαμόγελο της Μόνα Λίζα μπορεί επομένως να ιδωθεί ως μια ταινία για τη δύναμη της κοινωνικής επιρροής στη διαμόρφωση της ταυτότητας και της συμπεριφοράς. Μέσα από τις φοιτήτριες του Wellesley βλέπουμε πώς οι κοινωνικές νόρμες, τα στερεότυπα φύλου, η κοινωνικοποίηση και η ανάγκη για αποδοχή μπορούν να περιορίσουν τις ατομικές επιλογές. Παράλληλα, η Katherine Watson δείχνει ότι η κοινωνική επιρροή δεν οδηγεί μόνο στη συμμόρφωση αλλά μπορεί να λειτουργήσει και προς την αντίθετη κατεύθυνση: ένα άτομο μπορεί να αμφισβητήσει τις κυρίαρχες νόρμες και να λειτουργήσει ως

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2026

Διαβάζοντας το βιβλίο: Η Ψυχολογία της νοημοσύνης

Του Ζαν Πιαζέ

 

«Στις σημαντικές μελέτες του Piaget, Η Ψυχολογία της νοημοσύνης κατέχει εξέχουσα θέση. Το έργο γράφτηκε το 1947 και αποτελεί τομή για τα βασικά θέματα που ο πρωτεργάτης και θεμελιωτής της Παιδικής Ψυχολογίας επεξεργάστηκε. 

 

Ο Jean Piaget γεννήθηκε το 1896 στο Neuchatel της Ελβετίας.  Η συμβολή του στη Βιολογία, στην Επιστημολογία, στη Φιλοσοφία και ιδιαίτερα στην Ψυχολογία του Παιδιού του 20ου είναι τεράστια. Έγινε διδάκτορας επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Neuchatel το 1918, καθηγητής της Ιστορίας της Επιστημονικής Σκέψης στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης το 1929, διευθυντής του Πανεπιστημιακού Κέντρου Παιδαγωγικών Επιστημών το 1933, καθηγητής της Ψυχολογίας του Παιδιού στη Σορβόνη το 1952 και ιδρυτής του Διεθνούς Κέντρου Γενετικής Επιστημολογίας στη Γενεύη το 1955» (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

Η θεωρία της Μορφής (Gestalt) ανανέωσε ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζεται το ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στην αντίληψη και τη νοημοσύνη, αναδεικνύοντας τη βαθύτερη συνέχεια και συγγένεια που χαρακτηρίζει τις δομές οι οποίες διέπουν τις δύο αυτές περιοχές της γνωστικής λειτουργίας. Η συμβολή της υπήρξε σημαντική, καθώς κατέδειξε ότι οι αντιληπτικές και οι νοητικές διεργασίες δεν αποτελούν δύο απολύτως ανεξάρτητα και ασύνδετα επίπεδα, αλλά παρουσιάζουν κοινά οργανωτικά χαρακτηριστικά και λειτουργικές αντιστοιχίες. Επομένως, προκειμένου να προσεγγίσουμε πληρέστερα το πρόβλημα, χωρίς να παραβλέψουμε την πολυπλοκότητα και τη δυναμική των γενετικών δεδομένων, είναι αναγκαίο αρχικά να εντοπίσουμε και να καταγράψουμε τις ίδιες τις διαφορές που εμφανίζονται ανάμεσα στις επιμέρους δομές. Μόνο αφού αποσαφηνιστούν αυτές οι διαφοροποιήσεις, μπορούμε να εξετάσουμε τις μεταξύ τους αναλογίες και ομοιότητες, οι οποίες ενδέχεται να οδηγήσουν σε περισσότερο ολοκληρωμένες ερμηνείες.

Μια αντιληπτική δομή μπορεί να θεωρηθεί ως ένα οργανωμένο σύστημα αλληλοεξαρτώμενων σχέσεων, στο οποίο κάθε επιμέρους στοιχείο αποκτά τη σημασία και τη λειτουργία του σε συνάρτηση με τα υπόλοιπα στοιχεία και με το συνολικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται. Είτε πρόκειται για γεωμετρικά σχήματα είτε για ιδιότητες όπως το βάρος, τα χρώματα ή οι ήχοι, είναι δυνατόν να αναλύσουμε τις επιμέρους ολότητες με βάση τις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των συστατικών τους, χωρίς με τον τρόπο αυτό να αναιρείται ή να καταστρέφεται η ενότητα και η συνοχή του συνολικού σχήματος. Αντίθετα, η ανάλυση των σχέσεων αυτών μας επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται και λειτουργεί μια αντιληπτική ολότητα.

Για να κατανοήσουμε, επομένως, τις διαφορές αλλά και τις ομοιότητες ανάμεσα στις διεργασιακές και τις αντιληπτικές δομές, μπορούμε να περιγράψουμε τις μεταξύ τους σχέσεις με όρους ομαδοποίησης και οργάνωσης. Η ομαδοποίηση αποτελεί βασική αρχή για την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο επιμέρους στοιχεία συνδέονται και συγκροτούν ευρύτερες δομές. Ωστόσο, η σύγκριση αυτή δεν μπορεί να περιοριστεί στην απλή διαπίστωση μορφικών ομοιοτήτων. Απαιτείται να ληφθεί υπόψη και ο διαφορετικός χαρακτήρας των διεργασιών που συνδέονται με τις δύο περιοχές, καθώς ορισμένες από αυτές δεν μπορούν να περιγραφούν με απολύτως ταυτόσημους όρους. Ειδικότερα, οι νοητικές και διεργασιακές δομές χαρακτηρίζονται από ιδιότητες όπως η μη αντιστρεψιμότητα, γεγονός που τις διαφοροποιεί από ορισμένες αντιληπτικές οργανώσεις. Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη, καθώς δείχνει ότι, παρά τις αναλογίες και τη συνέχεια ανάμεσα στην αντίληψη και τη νοημοσύνη, οι δύο περιοχές δεν ταυτίζονται πλήρως, αλλά παρουσιάζουν διαφορετικούς τρόπους οργάνωσης και λειτουργίας.

 

Ζαν Πιαζέ. 1999. Η ψυχολογία της νοημοσύνης. Εκδόσεις Καστανιώτη.

 

Ελένη Παπαδοπούλου- Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA

 

 

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026

Διαβάζοντας το βιβλίο: Το νόημα του άγχους

του Rollo May

 


Σύμφωνα με το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

«’’Το Νόημα του Άγχους’’ είναι το τρίτο, χρονικά, βιβλίο που γράφτηκε ποτέ με τη λέξη ‘’άγχος’’ στον τίτλο του. Παράλληλα, αποτέλεσε μια από τις καλύτερες παραγωγές της λεγόμενης ‘’τρίτης δύναμης’’ της ψυχολογίας, μιας τάσης που τότε αντιστεκόταν στις μηχανιστικές αντιλήψεις του συμπεριφορισμού και της κατεστημένης ψυχανάλυσης. Παρά τις δεκαετίες που μεσολάβησαν από την πρώτη του έκδοση, παραμένει κλασικό και μπορεί, ακόμη και σήμερα, τόσο η προσέγγιση όσο και τα συμπεράσματά του να αποτελέσουν ανάχωμα σύγχρονων τεχνοκρατικών και απλουστευτικών, λογικών που θεωρούν δυνατή και επιθυμητή, ‘’μια ζωής χωρίς άγχος’’.

Ο Rollo May υποστηρίζει ότι μια ύπαρξη δίχως άγχος είναι αδύνατη, και τελικά μη ανθρώπινη. Το άγχος είναι φαινόμενο ‘’οντολογικό’’, που χαρακτηρίζει τον άνθρωπο και τον ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα όντα, όπως είναι και η συνείδηση του θανάτου του, όπως είναι και η ίδια του η συνείδηση… Το βιβλίο, πάνω από όλα, αποτελεί μια συνοπτική, και προκλητική, ιστορία της έννοιας του άγχους και μια βαθύτατη συζήτηση των ερμηνειών που του δόθηκαν από τους σημαντικότερους φιλοσόφους, ψυχιάτρους και ψυχολόγους της εποχής».

Το βιβλίο αναφέρεται στην Τρίτη δύναμη της Αμερικανικής ψυχολογίας και ψυχιατρικής, που ήταν ένα ρεύμα που προσπάθησε να ξεχωρίσει και να επικρατήσει, καθώς μέχρι τότε επικρατούσε η Ψυχανάλυση και ο Συμπεριφορισμός (Μπηχεβιορισμός). Η Τρίτη δύναμη περιελάμβανε προσωποκεντρικές προσεγγίσεις, υπαρξιακές θεωρίες, την προσέγγιση Gestalt και τη δραματοθεραπεία.

Το βιβλίο περιλαμβάνει τις σύγχρονες ερμηνείες του άγχους, παρουσιάζοντας το άγχος στα μέσα του 20ου αιώνα, όπως απεικονίζεται στη λογοτεχνία, τις κοινωνικές μελέτες, την πολιτική σκηνή, τη φιλοσοφία και τη θεολογία, καθώς και την ψυχολογία. Στις φιλοσοφικές ερμηνείες του άγχους, ο Rollo May κάνει αναφορά στον Σπινόζα, τον Πασκάλ και τον Κίρκεγκωρ. Στη συνέχεια, παρουσιάζει τις βιολογικές ερμηνείες του άγχους, τις ψυχολογικές ερμηνείες του άγχους και τις πολιτισμικές ερμηνείες του άγχους. Επίσης, ενδιαφέρεται για το άγχος όπως ερμηνεύεται από τους ψυχοθεραπευτές, κάνοντας αναφορά στον Φρόυντ, τον Ρανκ, τον Άντλερ, τον Γιουνγκ, τη Χόρνεϋ και τον Σάλιβαν.

Το άγχος αποτελεί μια διάχυτη ανησυχία, ενώ η βασική διαφορά ανάμεσα στο άγχος και τον φόβο είναι η εξής: ο φόβος είναι μια αντίδραση σε έναν ειδικό κίνδυνο, ενώ το άγχος είναι μη ειδικό, αόριστο, χωρίς αντικείμενο. Το άγχος συνοδεύεται από την αβεβαιότητα και την αδυναμία μπροστά στον κίνδυνο.

Στο βιβλίο, ο Rollo May προτείνει τον εξής ορισμό:

«Το άγχος είναι η ανησυχία που πυροδοτείται από μια απειλή σε κάποια αξία που το άτομο θεωρεί ουσιαστική για την ύπαρξή του σαν προσωπικότητα» (σελ. 214). Η απειλή μπορεί να είναι κατά της φυσικής ζωής ή κατά της ψυχολογικής ύπαρξης ή προς κάποια αξία που είναι σημαντική για το άτομο. Το άγχος εμφανίζεται σαν μια υποκειμενική, άνευ αντικειμένου, εμπειρία. «Όταν ο Κίρκεγκωρ τονίζει ότι το άγχος αναφέρεται σε μια εσωτερική κατάσταση και ο Φρόυντ υποστηρίζει ότι στο άγχος το αντικείμενο αγνοείται, δεν σημαίνει ότι η κατάσταση κινδύνου που πυροδοτεί το άγχος είναι ασήμαντη. Ούτε ο όρος ‘’χωρίς αντικείμενο’’ αναφέρεται μόνο στο γεγονός ότι ο κίνδυνος που προκαλεί το άγχος, στην περίπτωση του  νευρωτικού άγχους, απωθείται στο ασυνείδητο. Το άγχος είναι χωρίς αντικείμενο κυρίως γιατί μας προσβάλλει σε εκείνη τη βάση της ψυχολογικής δομής στην οποία συμβαίνει η αντίληψη του εαυτού σαν διακριτού από τον κόσμο των αντικειμένων» (σελ. 215-216).

 

Πηγή:

Rollo May. 2010. Το νόημα του άγχους. Εκδόσεις ύψιλον.

 

Ελένη Παπαδοπούλου και Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA

 

 

Ποια είναι και πώς βιώνεται η εμπειρία της «συναισθησίας»;

Παρουσιάζει ενδιαφέρον η περίπτωση της Lorde και της Billie Eilish, οι οποίες είναι δύο από τις πιο σημαντικές και επιδραστικές γυναικείες φωνές της σύγχρονης εναλλακτικής ποπ μουσικής σκηνής. Οι δύο αυτές καλλιτέχνιδες δεν αντιλαμβάνονται τη μουσική μόνο ως ήχο, αλλά και ως εικόνα. Όταν δημιουργούν ή ακούν ένα τραγούδι, μπορούν να βιώνουν ταυτόχρονα χρώματα, σχήματα ή άλλες αισθητηριακές εμπειρίες. Αυτή η ιδιαίτερη αντίληψη ονομάζεται συναισθησία και συμβαίνει όταν ένα ερέθισμα που κανονικά ανήκει σε μία αίσθηση προκαλεί ταυτόχρονα εμπειρία σε μια διαφορετική αίσθηση.

 

Για παράδειγμα, κάποιοι άνθρωποι μπορεί να «βλέπουν» χρώματα όταν ακούν μουσική, άλλοι μπορεί να συνδέουν γράμματα και αριθμούς με συγκεκριμένα χρώματα, ενώ κάποιοι μπορεί να αισθάνονται γεύσεις ή μυρωδιές όταν βλέπουν συγκεκριμένα σχήματα ή ακούν ήχους. Έτσι, ένα άτομο με συναισθησία μπορεί να βλέπει πάντα το γράμμα Α ως κόκκινο ή να αντιλαμβάνεται ένα συγκεκριμένο τραγούδι ως μια συγκεκριμένη χρωματική εικόνα.

Παρόλο που παλαιότερα η συναισθησία θεωρούνταν σπάνια και ασυνήθιστη εμπειρία, οι έρευνες δείχνουν ότι εμφανίζεται συχνότερα από όσο πιστευόταν. Μία από τις πιο συνηθισμένες μορφές είναι η σύνδεση γραμμάτων ή αριθμών με χρώματα, η οποία εμφανίζεται περίπου σε 1 στους 100 ανθρώπους. Επίσης, φαίνεται ότι οι άνθρωποι με συναισθησία, ιδιαίτερα όσοι συνδέουν ήχους με χρώματα, εμφανίζουν συχνότερα ενδιαφέρον για καλλιτεχνικές δραστηριότητες.

Η συναισθησία δεν αποτελεί απλώς έναν διαφορετικό τρόπο περιγραφής του κόσμου, αλλά μπορεί να επηρεάζει πραγματικά τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η αντίληψη. Για παράδειγμα, ένα άτομο που βλέπει συγκεκριμένους αριθμούς με συγκεκριμένα χρώματα μπορεί να ξεχωρίσει ευκολότερα έναν αριθμό ανάμεσα σε πολλούς άλλους, επειδή το χρώμα λειτουργεί σαν επιπλέον πληροφορία. Παράλληλα, οι συναισθητικοί άνθρωποι συχνά παρουσιάζουν καλύτερη μνήμη για χρώματα, επειδή οι πληροφορίες αποθηκεύονται μαζί με τις πρόσθετες αισθητηριακές εμπειρίες τους.

Οι μελέτες δείχνουν επίσης ότι η συναισθησία μπορεί να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αξιολογούν τα ερεθίσματα. Για παράδειγμα, άτομα που συνδέουν γράμματα με χρώματα μπορεί να θεωρούν ορισμένα γράμματα πιο φωτεινά ή πιο έντονα, επειδή τα συνοδεύουν οι προσωπικές τους χρωματικές εμπειρίες. Οι άνθρωποι χωρίς συναισθησία δεν παρουσιάζουν αυτή τη διαφοροποίηση.

Οι επιστήμονες προσπαθούν ακόμη να κατανοήσουν πώς δημιουργείται η συναισθησία στον εγκέφαλο. Ορισμένες έρευνες με τεχνικές όπως η λειτουργική μαγνητική τομογραφία (fMRI) δείχνουν ότι οι συναισθητικοί μπορεί να εμφανίζουν μεγαλύτερη δραστηριότητα σε περιοχές του εγκεφάλου που επεξεργάζονται τα χρώματα, αν και τα αποτελέσματα είναι έως τώρα αντικρουόμενα. Παράλληλα, υπάρχουν ενδείξεις ότι η συναισθησία έχει και γενετική βάση, καθώς έχουν εντοπιστεί συγκεκριμένες γονιδιακές αλλαγές που σχετίζονται με την ανάπτυξη των νευρικών συνδέσεων.

Το σημαντικό συμπέρασμα είναι ότι η ανθρώπινη αντίληψη δεν λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο σε όλους. Ο εγκέφαλος κάθε ανθρώπου οργανώνει και επεξεργάζεται τις πληροφορίες με διαφορετικό τρόπο. Για καλλιτέχνες όπως η Lorde και η Billie Eilish, η συναισθησία δεν αποτελεί απλώς μια ασυνήθιστη εμπειρία, αλλά ένα βασικό εργαλείο δημιουργίας που τους βοηθά να μετατρέπουν τους ήχους σε εικόνες και συναισθήματα.

 

Πηγή:

D.L. Schacter et al., 2025, Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα.

 

Ελένη Παπαδοπούλου και Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA