Τετάρτη 19 Αυγούστου 2026

Αρσενική διαμαρτυρία, Adler

Στη θεωρία της Ατομικής Ψυχολογίας του Alfred Adler, η αρσενική διαμαρτυρία (masculine protest) αποτελεί έναν ιδιαίτερο τρόπο αντιστάθμισης και υπεραντιστάθμισης απέναντι σε βιώματα κατωτερότητας, αδυναμίας ή ανεπάρκειας. Ο Adler υποστήριζε ότι ο άνθρωπος, ιδιαίτερα όταν βιώνει έντονα αισθήματα κατωτερότητας, αναπτύσσει προσπάθειες προκειμένου να τα υπερβεί και να αποκτήσει μεγαλύτερη αίσθηση ικανότητας, αξίας και ελέγχου.

 

Η αρσενική διαμαρτυρία εκδηλώνεται όταν το άτομο προσπαθεί να αποδείξει —στον εαυτό του και στους άλλους— ότι είναι δυνατό, ανεξάρτητο, ικανό, κυρίαρχο και ανώτερο. Έτσι, μια εσωτερική αίσθηση αδυναμίας μπορεί να μετατραπεί σε εξωτερική επίδειξη δύναμης. Η συμπεριφορά αυτή δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το άτομο αισθάνεται πραγματικά ισχυρό· αντίθετα, σε ορισμένες περιπτώσεις η έντονη ανάγκη επίδειξης δύναμης μπορεί να λειτουργεί ως άμυνα απέναντι σε βαθύτερα αισθήματα ανεπάρκειας.

Ο όρος «αρσενική» δεν πρέπει να ερμηνεύεται απλώς ως βιολογικό χαρακτηριστικό ή ως συμπεριφορά που αφορά αποκλειστικά τους άνδρες. Ο Adler χρησιμοποίησε την έννοια για να περιγράψει την προσπάθεια υιοθέτησης χαρακτηριστικών που, στο κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο της εποχής του, θεωρούνταν «ανδρικά», όπως η δύναμη, η επιθετικότητα, η ανεξαρτησία, η κυριαρχία και η αποφασιστικότητα. Για τον λόγο αυτό θεωρούσε ότι και οι γυναίκες μπορούσαν να εκδηλώσουν αρσενική διαμαρτυρία, ιδιαίτερα όταν ένιωθαν ότι βρίσκονταν σε θέση κοινωνικής ή προσωπικής μειονεξίας.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η σχέση της αρσενικής διαμαρτυρίας με το σύμπλεγμα κατωτερότητας. Στο αντλεριανό πλαίσιο, το αίσθημα κατωτερότητας δεν είναι από μόνο του παθολογικό. Ένα ορισμένο αίσθημα ανεπάρκειας μπορεί να κινητοποιήσει το άτομο να μάθει, να εξελιχθεί και να βελτιώσει τη ζωή του. Το πρόβλημα προκύπτει όταν η αίσθηση κατωτερότητας γίνεται υπερβολική ή όταν το άτομο προσπαθεί να την καλύψει μέσω μιας άκαμπτης ανάγκης να φαίνεται πανίσχυρο ή ανώτερο.

Η αρσενική διαμαρτυρία, επομένως, μπορεί να θεωρηθεί ως μια αντισταθμιστική στρατηγική. Για παράδειγμα, ένα παιδί που αισθάνεται αδύναμο, παραμελημένο, εξαρτημένο ή διαρκώς υποτιμημένο μπορεί να αναπτύξει την πεποίθηση ότι «πρέπει να γίνω δυνατός για να αξίζω». Στην ενήλικη ζωή αυτή η πεποίθηση μπορεί να εκφραστεί ως υπερβολική ανάγκη ελέγχου, ανταγωνιστικότητας, επιτυχίας, κυριαρχίας ή αποφυγής οποιασδήποτε κατάστασης θα μπορούσε να αποκαλύψει αδυναμία ή εξάρτηση.

Σημαντική είναι επίσης η έννοια του ιδεώδους του εαυτού. Το άτομο μπορεί να δημιουργήσει μια εικόνα του ανθρώπου που «πρέπει» να γίνει —πανίσχυρου, αλάνθαστου, επιτυχημένου και ανεξάρτητου— και να προσπαθεί συνεχώς να προσεγγίσει αυτή την εικόνα. Όσο μεγαλύτερη είναι η απόσταση ανάμεσα στο πραγματικό βίωμα του εαυτού και σε αυτό το ιδανικό, τόσο ισχυρότερη μπορεί να γίνει η ανάγκη για αντισταθμιστική συμπεριφορά.

Από αντλεριανή σκοπιά, επομένως, δεν έχει σημασία μόνο τι κάνει ένα άτομο, αλλά και ποιον ψυχολογικό σκοπό εξυπηρετεί η συμπεριφορά του. Η επιθετικότητα, η ανάγκη κυριαρχίας ή η υπερβολική επιδίωξη επιτυχίας μπορεί, σε διαφορετικά άτομα, να εξυπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς. Στην περίπτωση της αρσενικής διαμαρτυρίας, ο σκοπός μπορεί να είναι η αποκατάσταση μιας αίσθησης προσωπικής αξίας και δύναμης που το άτομο αισθάνεται ότι στερείται.

Επομένως, η αρσενική διαμαρτυρία στον Adler είναι η υπεραντισταθμιστική προσπάθεια του ατόμου να υπερνικήσει ή να καλύψει αισθήματα κατωτερότητας υιοθετώντας και επιδεικνύοντας υπερβολικά χαρακτηριστικά δύναμης, κυριαρχίας, ανεξαρτησίας και ανωτερότητας.

Ένα σημαντικό σημείο είναι ότι ο Adler δεν θεωρούσε κάθε φιλοδοξία, δύναμη ή επιθυμία επιτυχίας «αρσενική διαμαρτυρία». Κρίσιμο είναι το κίνητρο και ο ψυχολογικός σκοπός της συμπεριφοράς, ιδιαίτερα όταν αυτή λειτουργεί ως αντιστάθμιση ενός βαθύτερου αισθήματος ανεπάρκειας.

 

Πηγή:

David Funder, 2025. Το παζλ της προσωπικότητας. Εκδόσεις Gutenberg.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Victor Frankl: η ζωή και το έργο του

Ο Victor Frankl (1905–1997) ήταν Αυστριακός ψυχίατρος και νευρολόγος, επιζών του Ολοκαυτώματος και ιδρυτής της λογοθεραπείας, μιας υπαρξιακής προσέγγισης που βασίζεται στην αναζήτηση νοήματος. Οι ακραίες εμπειρίες που έζησε στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου υπέστη κακοποίηση, πείνα, ταπείνωση και απώλειες αγαπημένων προσώπων, ενίσχυσαν την πεποίθησή του ότι η ανάγκη του ανθρώπου να βρει νόημα και σκοπό στη ζωή αποτελεί βασική κινητήρια δύναμη της συμπεριφοράς του.

 

Για τον Frankl, ακόμη και όταν οι εξωτερικές συνθήκες είναι χαοτικές και οδυνηρές, ο άνθρωπος διατηρεί σε κάποιο βαθμό την ικανότητα να επιλέξει τη στάση που θα κρατήσει απέναντί τους και να αναζητήσει ένα νόημα που θα τον βοηθήσει να αντέξει. Η προσωπική του εμπειρία στα στρατόπεδα, ιδιαίτερα κατά την περίοδο 1942–1945, αποτέλεσε σημαντική επιβεβαίωση αυτής της θεωρίας.

Κεντρική έννοια στη θεωρία του είναι η νοο-δυναμική (noö-dynamics), δηλαδή η εσωτερική ένταση που δημιουργείται ανάμεσα σε αυτό που είναι ο άνθρωπος και σε αυτό που θεωρεί ότι πρέπει ή μπορεί να γίνει, μέσα από την αναζήτηση ενός νοήματος ή σκοπού. Έτσι, η ψυχική υγεία δεν ταυτίζεται απαραίτητα με την απουσία έντασης ή δυσκολιών, αλλά μπορεί να συνδέεται με την προσπάθεια του ανθρώπου να βρει έναν λόγο για τον οποίο αξίζει να συνεχίσει.

Μετά τον πόλεμο, ο Frankl ανέπτυξε και διέδωσε τη λογοθεραπεία μέσα από το έργο και τα βιβλία του, με πιο γνωστό το «Η αναζήτηση νοήματος του ανθρώπου». Η προσέγγισή του επηρέασε σημαντικά την υπαρξιακή ψυχοθεραπεία και την κατανόηση της ανθρώπινης ικανότητας να βρίσκει νόημα ακόμη και μέσα στις πιο δύσκολες συνθήκες.  Ο Frankl υποστήριξε ότι, ακόμη και όταν ο άνθρωπος δεν μπορεί να αλλάξει τις συνθήκες της ζωής του, μπορεί να αναζητήσει νόημα και σκοπό και να επιλέξει τη στάση με την οποία θα τις αντιμετωπίσει.

Ο Frankl υποστήριξε ότι κάθε άνθρωπος είναι υπεύθυνος για την αναζήτηση και τον καθορισμό του προσωπικού νοήματος της ζωής του. Ακόμη και στις πιο δύσκολες ή οδυνηρές καταστάσεις, είναι δυνατό να ανακαλυφθεί ένα νόημα. Έτσι, μια εμπειρία που αρχικά φαίνεται χωρίς νόημα μπορεί να μετατραπεί σε μια ευκαιρία προσωπικής ανάπτυξης και ανθρώπινης επίτευξης. Για τον Frankl, επομένως, το νόημα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις εξωτερικές συνθήκες, αλλά και από τη στάση που επιλέγει το άτομο απέναντί τους.

Η νοο-δυναμική (noö-dynamics) αποτελεί βασική έννοια της θεωρίας του Frankl. Αναφέρεται στην εσωτερική ένταση ανάμεσα σε αυτό που είναι ο άνθρωπος σήμερα και σε ένα νόημα, στόχο ή σκοπό που επιδιώκει να πραγματοποιήσει. Σύμφωνα με τον Frankl, η ψυχική ευεξία δεν προϋποθέτει την πλήρη απουσία έντασης ή την επίτευξη μιας μόνιμης συναισθηματικής ισορροπίας. Αντίθετα, μια δημιουργική ένταση που προκύπτει από την προσπάθεια του ανθρώπου να εκπληρώσει έναν σημαντικό σκοπό μπορεί να λειτουργεί ως πηγή κινητοποίησης, κατεύθυνσης και νοήματος.

Ο όρος συνδέεται με την έννοια noös, που στα ελληνικά σημαίνει νους ή πνεύμα. Η «νοολογική διάσταση» αφορά, επομένως, εκείνη τη μοναδικά ανθρώπινη δυνατότητα να υπερβαίνει κανείς τις άμεσες συνθήκες του και να αναζητά νόημα πέρα από αυτές. Με άλλα λόγια, για τον Frankl, ο άνθρωπος δεν χρειάζεται να ζει χωρίς εντάσεις για να είναι ψυχικά υγιής· χρειάζεται να έχει έναν λόγο, έναν στόχο ή ένα νόημα για το οποίο αξίζει να προσπαθεί. Η απόσταση ανάμεσα στο «πού βρίσκομαι τώρα» και στο «τι θέλω να πραγματοποιήσω» δημιουργεί τη νοο-δυναμική, η οποία μπορεί να δώσει στη ζωή κατεύθυνση και σκοπό.

 

Πηγή:

Bushkin, H., van Niekerk, R., & Stroud, L. (2021). Searching for meaning in chaos: Viktor Frankl’s story. Europe’s Journal of Psychology, 17(3), 233–242.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Ludwig Binswanger: Η ζωή του και το έργο του

Ο Ludwig Binswanger αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες μορφές της υπαρξιακής ψυχιατρικής, καθώς επιχείρησε να μεταφέρει τη φαινομενολογική μέθοδο στη μελέτη της ψυχικής ζωής. Με αυτόν τον τρόπο απομακρύνθηκε από το πρότυπο των φυσικών επιστημών, το οποίο αντιμετώπιζε τον άνθρωπο κυρίως ως αντικείμενο που μπορεί να παρατηρηθεί, να μετρηθεί και να αναλυθεί σε επιμέρους στοιχεία. Αντίθετα, ο Binswanger ενδιαφέρθηκε για τον άνθρωπο ως ενιαία, βιωμένη και νοηματοδοτούμενη ύπαρξη.

 

Επηρεάστηκε ιδιαίτερα από τον Martin Heidegger και τις έννοιες Dasein και In-der-Welt-sein («είναι-στον-κόσμο»). Μέσα από αυτές, η ψυχική διαταραχή δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως ένα σύνολο συμπτωμάτων, αλλά ως ένας ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο το άτομο υπάρχει και σχετίζεται με τον κόσμο. Έτσι, ακόμη και η αποξένωση μπορεί να γίνει κατανοητή ως ένας συγκεκριμένος τρόπος ύπαρξης και εμπειρίας της πραγματικότητας.

Παράλληλα, ο Binswanger αξιοποίησε τη φαινομενολογία του Edmund Husserl, δίνοντας έμφαση στη σκόπιμη (intentional) συνείδηση, δηλαδή στο γεγονός ότι η συνείδηση είναι πάντοτε στραμμένη προς κάτι: ένα πρόσωπο, ένα αντικείμενο, μια επιθυμία, έναν φόβο, μια ανάμνηση ή έναν σκοπό. Επομένως, για την κατανόηση της ψυχοπαθολογίας δεν αρκεί η εξωτερική παρατήρηση της συμπεριφοράς· χρειάζεται να διερευνηθεί πώς το ίδιο το άτομο βιώνει και νοηματοδοτεί τον κόσμο του.

Αφετηρία της προσέγγισης του Binswanger είναι έτσι η εσωτερική ιστορία του βιώματος (Erleben), δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο το άτομο βιώνει συνολικά τον εαυτό του, τους άλλους και τον κόσμο. Η ανθρώπινη ύπαρξη δεν αποτελεί ένα άθροισμα ψυχικών και σωματικών λειτουργιών, αλλά μια ολότητα εμπειριών, σχέσεων και νοημάτων.

Στο πλαίσιο αυτό, δύο στοιχεία έχουν ιδιαίτερη σημασία: το νόημα και η ζωή ως κατευθυνόμενη ύπαρξη. Το άτομο δεν βιώνει απλώς γεγονότα, αλλά τους αποδίδει νόημα και κατευθύνει τη ζωή του προς πρόσωπα, αξίες, επιθυμίες και στόχους. Η ψυχοπαθολογία, επομένως, μπορεί να κατανοηθεί ως μεταβολή ή περιορισμός αυτού του τρόπου με τον οποίο το άτομο σχετίζεται με τον κόσμο, τους άλλους και τον ίδιο του τον εαυτό.

Επομένως, για τον Binswanger, ο άνθρωπος πρέπει να μελετάται όχι ως αντικείμενο, αλλά ως υπαρξιακή ολότητα που βιώνει, νοηματοδοτεί και διαμορφώνει τον δικό της τρόπο «είναι-στον-κόσμο».

 

Πηγή:

Vitelli, R. (2018). Binswanger, Daseinsanalyse and the issue of the unconscious: An historical reconstruction as a preliminary step for a rethinking of Daseinsanalytic psychotherapy. Journal of Phenomenological Psychology, 49(1), 1–42.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Freud, Jung & May: Το δαινομικό στοιχείο

Ο Sperber χρησιμοποιεί την έννοια του δαιμονικού για να περιγράψει ισχυρές εσωτερικές δυνάμεις ή παρορμήσεις που μπορούν να επηρεάσουν έντονα τη συμπεριφορά του ανθρώπου. Αυτές μπορεί να είναι η σεξουαλικότητα, η επιθυμία, ο έρωτας, η επιθετικότητα, ο θυμός, η οργή ή η ανάγκη για δύναμη. Το σημαντικό είναι ότι αυτές οι δυνάμεις δεν είναι απαραίτητα αρνητικές· μπορούν να οδηγήσουν τόσο σε δημιουργικές όσο και σε καταστροφικές εκδηλώσεις.

 

Ο Sperber εξετάζει την έννοια μέσα από τρία διαφορετικά θεωρητικά πλαίσια:

Freud: οι ισχυρές παρορμήσεις συνδέονται περισσότερο με ασυνείδητες ψυχικές δυνάμεις και ενστικτώδεις ορμές.

Jung: το δαιμονικό μπορεί να συνδεθεί με βαθύτερες πλευρές της ψυχής και με την ευρύτερη έννοια της ψυχικής ενέργειας, η οποία δεν περιορίζεται μόνο στη σεξουαλικότητα.

Υπαρξισμός: δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στην ελευθερία, την επιλογή και την προσωπική ευθύνη απέναντι στις εσωτερικές δυνάμεις.

Η υπαρξιακή διάσταση είναι ιδιαίτερα σημαντική: ο άνθρωπος δεν είναι υποχρεωτικά υποδουλωμένος στις παρορμήσεις του. Μπορεί να τις αναγνωρίσει, να τις βιώσει συνειδητά και να αποφασίσει πώς θα τις εκφράσει. Σε σχετική αναπαραγωγή αποσπάσματος του άρθρου τονίζεται ότι το άτομο μπορεί να σταθεί απέναντι στη δαιμονική εμπειρία, να «παύσει» και στη συνέχεια να αποφασίσει αν, πότε και πώς θα ενεργήσει πάνω στην παρόρμηση.

Επομένως, το δαιμονικό δεν ταυτίζεται με το κακό. Είναι περισσότερο μια ισχυρή, πρωταρχική ψυχική ενέργεια που μπορεί να πάρει διαφορετική κατεύθυνση. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν μια τέτοια δύναμη καταλαμβάνει υπερβολικά την προσωπικότητα και περιορίζει την ελευθερία επιλογής.

Η συζήτηση του Sperber βρίσκεται πολύ κοντά στην υπαρξιακή αντίληψη του Rollo May για το daimonic. Για τον May, το δαιμονικό μπορεί να αφορά φυσικές ανθρώπινες δυνάμεις όπως ο έρωτας, η σεξουαλικότητα, η οργή και η επιθυμία για δύναμη. Αυτές μπορούν να γίνουν δημιουργικές ή καταστροφικές ανάλογα με το πώς ενσωματώνονται στη συνειδητή ζωή του ατόμου.

Ο Sperber παρουσιάζει το «δαιμονικό» ως μια βαθιά και ισχυρή ψυχική δύναμη που μπορεί να εκδηλωθεί τόσο δημιουργικά όσο και καταστροφικά. Εξετάζοντας την έννοια από τη φροϋδική, τη γιουνγκιανή και την υπαρξιακή σκοπιά, υπογραμμίζει ιδιαίτερα την υπαρξιακή δυνατότητα του ανθρώπου να μην παραμένει παθητικός απέναντι στις εσωτερικές του παρορμήσεις, αλλά να τις αναγνωρίζει, να τις ενσωματώνει στη συνείδησή του και να επιλέγει τον τρόπο με τον οποίο θα τις εκφράσει. Έτσι, η ψυχολογική υγεία δεν σημαίνει εξάλειψη του «δαιμονικού», αλλά συνειδητή σχέση και δημιουργική διαχείρισή του.

 

Πηγή:

Sperber, M. (1975). The daimonic: Freudian, Jungian, and existential perspectives. The Journal of Analytical Psychology, 20(1), 41–49.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

Η αγάπη: η κορυφαία αρετή;

Ο Comte-Sponville ξεκινά από ένα παράδοξο: Η αγάπη είναι ίσως η σημαντικότερη από όλες τις αρετές, αλλά δεν μπορούμε να διατάξουμε τον εαυτό μας να αγαπήσει.

Μπορούμε να πούμε σε κάποιον: «Να είσαι δίκαιος», «Να είσαι γενναιόδωρος», «Να είσαι ανεκτικός», «Να είσαι ειλικρινής», αλλά δεν μπορούμε να πούμε απλώς: «Αγάπησε!».

 

Η αγάπη δεν υπακούει άμεσα στη βούληση. Γι' αυτό υπάρχει ένα σημαντικό πρόβλημα: πώς μπορεί η αγάπη να είναι αρετή, εφόσον η αρετή προϋποθέτει κάποια μορφή ελεύθερης επιλογής; Η απάντηση του συγγραφέα είναι ότι η ηθική συχνά λειτουργεί σαν υποκατάστατο της αγάπης. Όταν δεν αγαπάμε αυθόρμητα τον άλλο, μπορούμε τουλάχιστον να προσπαθήσουμε να του φερθούμε σαν να τον αγαπούσαμε: να είμαστε δίκαιοι, ευγενικοί, ανεκτικοί, γενναιόδωροι. Η ίδια η παρουσία της ηθικής δείχνει, λοιπόν, ότι δεν αγαπάμε πάντοτε αρκετά. Αυτή η σύνδεση ανάμεσα στην αγάπη και στις προηγούμενες αρετές είναι θεμελιώδης για το βιβλίο.

Ο Comte-Sponville δίνει τρεις ορισμούς για την αγάπη, περιγράφοντας τρεις μορφές αγάπης: τον Έρωτα, τη Φιλία και την Αγάπη.

Έρως: Ο έρωτας ενδιαφέρει όλο τον κόσμο, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Ο έρωτας είναι ο έρωτας της επιθυμίας. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την πλατωνική ιδέα: επιθυμούμε αυτό που μας λείπει. Ο έρωτας γίνεται αντιληπτός ως μια έλλειψη, καθώς η έλλειψη δημιουργεί επιθυμία, η επιθυμία προκαλεί την ανάγκη για απόκτηση και η απόκτηση οδηγεί στην ικανοποίηση. Η ικανοποίηση θα οδηγήσει σε απώλεια της επιθυμίας και σε μια νέα έλλειψη. Αυτή η πορεία εξηγεί το γιατί ο παθιασμένος έρωτας είναι τόσο έντονος αλλά και τόσο ασταθής.

Ο έρωτας είναι ένας εγωκεντρικός έρωτας, όχι απαραίτητα επειδή είναι κακός άνθρωπος ο ερωτευμένος, αλλά επειδή το κέντρο του είναι το δικό του πάθος. Ο άλλος γίνεται εν μέρει αντικείμενο της επιθυμίας του ατόμου.  Ο συγγραφέας αναφέρει ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα του έρωτα είναι η μετάβαση από τον έρωτα ως πάθος στον έρωτα ως σχέση.

Ο συγγραφέας αναφέρει: Αν αγαπώ κάποιον μόνο επειδή μου λείπει, τότε η αγάπη μου εξαρτάται από την έλλειψή του. Ο έρωτας δεν αρκεί για να στηρίξει μια μακρόχρονη ευτυχισμένη σχέση. Ο έρωτας μπορεί να ξεκινήσει μια σχέση· δεν είναι βέβαιο ότι μπορεί μόνος του να τη διατηρήσει. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την έννοια του ζευγαριού: η σχέση δεν μπορεί να παραμένει για πάντα στην κατάσταση της πρώτης ερωτικής έξαρσης.

Φιλία: ο δεύτερος ορισμός είναι η φιλία, που είναι η αγάπη ως χαρά. Στη φιλία, το άτομο δεν αγαπά πλέον μόνο αυτό που του λείπει, αλλά αγαπά και αυτό που υπάρχει. Ο συγγραφέας συνδέει τη φιλία με τη χαρά, καθώς το άτομο χαίρεται με την ύπαρξη του άλλου. Ενώ στον έρωτα, το κέντρο είναι η επιθυμία, στη φιλία, το κέντρο είναι η χαρά της ύπαρξης του άλλου. Ο άλλος δεν είναι απλά μια επιθυμία, αλλά ο άλλος είναι αυτός που προκαλεί χαρά. Η φιλία μπορεί να γίνει η βάση για μια φιλική σχέση, για μια οικογενειακή αγάπη, για μια ώριμη ερωτική σχέση ή για συντροφικότητα.

Οι εραστές γνωρίζουν πως να μετατρέψουν τον έρωτα σε χαρά, γλυκύτητα, ευγνωμοσύνη, νηφαλιότητα, εμπιστοσύνη, σε ευτυχία της συνύπαρξης, δηλαδή σε φιλία. Μια ακόμη διάσταση της αγάπης είναι η τρυφερότητα, ενώ η φιλία περιλαμβάνει συνενοχή, πίστη, χιούμορ, οικειότητα και η επαναλαμβανόμενη ηδονή. Ο καλύτερος φίλος είναι εκείνος που αγαπάμε περισσότερο, χωρίς να μας λείπει, χωρίς να υποφέρουμε, χωρίς να πάσχουμε, εκείνος που έχουμε επιλέξει, εκείνος που μας ξέρει καλύτερα από όλους και εκείνος που μπορούμε να στηριχτούμε πάνω του, εκείνος με τον οποίο μοιραζόμαστε όνειρα και αναμνήσεις, φόβους και ελπίδες, ευτυχίες και δυστυχίες.

Αγάπη: Ο συγγραφέας προχωρά στον τρίτο ορισμό για την αγάπη, γιατί η αγάπη δεν αφορά μόνο την επιθυμία και την χαρά. Η φιλία δεν είναι καθήκον, αφού η αγάπη δεν επιβάλλεται, είναι όμως αρετή, αφού η αγάπη είναι μια ενεργός δύναμη, ένα προσόν, μια υπεροχή. Ο τρίτος ορισμός για την αγάπη περιγράφει την πιο ριζοσπαστική μορφή αγάπης. Η αγάπη εδώ περιγράφεται με την ανιδιοτελή της μορφή, αποτελώντας την πιο ριζοσπαστική μορφή αγάπης. Το άτομο δεν αγαπά επειδή ο άλλος ικανοποιεί τις ανάγκες του, δεν αγαπά επειδή του προσφέρει χαρά, αγαπά, χωρίς να απαιτεί ανταπόδοση. Η αγάπη περιγράφεται εδώ ως προσφορά, ανιδιοτέλεια, καλοσύνη, συγχώρεση, φροντίδα και αποδοχή του άλλου. Η αγάπη δεν χρειάζεται να στηρίζεται στην αμοιβαιότητα, καθώς το άτομο δεν αγαπά μόνο όποιος είναι αγαπητός, αλλά προσπαθεί να αγαπήσει τον άλλο, επειδή είναι άνθρωπος. Η αγάπη δεν είναι απλώς μια ακόμη αρετή. Μπορεί να λειτουργήσει ως πηγή των υπόλοιπων αρετών.

Αυτά τα τρία είδη αγάπης περιγράφουν μια σταδιακή απομάκρυνση από το εγώ. Το άτομο αρχικά αναρωτιέται τι του λείπει, βιώνοντας τον έρωτα, στη συνέχεια, αναρωτιέται τι του προκαλεί χαρά, βιώνοντας τη φιλία και έπειτα αναρωτιέται τι μπορεί να προσφέρει; Αυτό το πέρασμα από το παίρνω προς το μοιράζομαι και τελικά προς το δίνω σκιαγραφεί τα τρία είδη της αγάπης.

 

Πηγή:

Andre Comte-Sponville.  2002. Μικρή πραγματεία περί μεγάλων αρετών. Εξάντας- Νήματα.

 

Νίκος Κουραβάνας- Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA

 

Διαβάζοντας το βιβλίο: Μικρή πραγματεία περί μεγάλων αρετών

Του Andre Comte-Sponville

 

«Για τις αρετές δεν μιλάμε πια καθόλου, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν τις έχουμε πλέον ανάγκη, ούτε μας δίνει το δικαίωμα να τις αποκηρύξουμε. Καλύτερα να διδάξουμε τις αρετές παρά να καταδικάζουμε τα ελαττώματα, έλεγε ο Σπινόζα: καλύτερη η χαρά από τη θλίψη, καλύτερος ο θαυμασμός από την περιφρόνηση, καλύτερο το παράδειγμα προς μίμηση από την ντροπή. Σκοπός του βιβλίου δεν είναι να δώσει μαθήματα ηθικής, αλλά να βοηθήσει τον καθένα μας να γίνει κύριος του εαυτού του, όπως του ταιριάζει, και μοναδικός του κριτής. Αλλά με τι σκοπό; Να γίνει πιο ανθρώπινος, πιο δυνατός, πιο γλυκός. 

 

Η αρετή είναι δύναμη, είναι αριστεία, είναι απαίτηση. Οι αρετές είναι οι ηθικές μας αξίες, αλλά ενσαρκωμένες, στο μέτρο του δυνατού, βιωμένες, δρώσες: πάντοτε μοναδικές. Όπως ο καθένας μας, πάντοτε πολύμορφες, όπως οι αδυναμίες τις οποίες μάχονται ή διορθώνουν. Δεν υπάρχει καλό από μόνο του, το καλό είναι κάτι που πρέπει να γίνει και είναι αυτό που αποκαλούμε αρετές. Αυτές λοιπόν θα αποτελέσουν εδώ το αντικείμενό μου: από την ευγένεια ως την αγάπη, δεκαοκτώ κεφάλαια με θέμα τις αρετές που μας λείπουν (όμως όχι εντελώς: πως αλλιώς θα μπορούσαμε να τις εννοήσουμε;) και που μας φωτίζουν» (Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

Ένα βιβλίο που μέσα από τον δρόμο της φιλοσοφίας προσπαθεί να απαντήσει σε ένα διαχρονικό ερώτημα: πώς μπορούμε να ζήσουμε καλά και να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι;

Ο Comte-Sponville δεν αντιμετωπίζει την αρετή ως σύνολο θρησκευτικών εντολών ή κοινωνικών κανόνων. Την αντιλαμβάνεται ως τρόπο ύπαρξης και πράξης. Για τον συγγραφέα, αρετή είναι η ποιότητα που κάνει έναν άνθρωπο καλύτερο και που εκδηλώνεται στην πράξη, όχι απλώς στις προθέσεις του. Δεν αρκεί, για παράδειγμα, να θεωρούμε τον εαυτό μας δίκαιο· πρέπει να πράττουμε δίκαια. Το βιβλίο είναι περισσότερο μια ηθική φιλοσοφία της καθημερινής ζωής.

Ο άνθρωπος βρίσκεται διαρκώς ανάμεσα σε αυτό που είναι και σε αυτό που θα ήθελε να είναι, ανάμεσα στις επιθυμίες και στις υποχρεώσεις του, ανάμεσα στον εγωισμό και στις σχέσεις με τους άλλους, καθώς και ανάμεσα στην αδυναμία και στην προσπάθεια για ηθική βελτίωση. Οι αρετές ουσιαστικά είναι πρακτικές μορφές ελευθερίας και ανθρωπιάς.

Ο συγγραφέας στο βιβλίο αναλύει τις πιο βασικές αρετές, που είναι οι εξής:

Η ευγένεια, η πίστη, η φρόνηση, η εγκράτεια, το θάρρος, η δικαιοσύνη, η γενναιοδωρία, η συμπόνια, η μεγαλοθυμία, η ευγνωμοσύνη, η ταπεινότητα, η απλότητα, η ανοχή, η αγνότητα, η γλυκύτητα, η καλή πίστη, το χιούμορ και η αγάπη.

Μία από τις πρώτες μορφές ηθικής συμπεριφοράς είναι η ευγένεια. Ένας άνθρωπος μπορεί να μην είναι ακόμη πραγματικά ενάρετος, αλλά η ευγένεια τον μαθαίνει να υπολογίζει την παρουσία του άλλου.  Μια ακόμη αρετή είναι η φρόνηση, που αναφέρεται στην ικανότητα να κρίνουμε τι πρέπει να κάνουμε σε μια συγκεκριμένη κατάσταση. Δεν υπάρχει ένας κανόνας για το ποια είναι η σωστή πράξη, το άτομο χρειάζεται κρίση, εμπειρία και επίγνωση των συνεπειών. Ο συγγραφέας αναφέρεται επίσης στο θάρρος, που δε σημαίνει απουσία φόβου, αλλά κατά πόσο μπορούμε να πράττουμε ακόμη κι όταν φοβόμαστε, παρά τον φόβο. Επίσης, μια από τις κορυφαίες κοινωνικές αρετές είναι η δικαιοσύνη, που σημαίνει ότι αναγνωρίζουμε ότι ο άλλος έχει δικαιώματα και αξία ανεξάρτητα από το προσωπικό μας συμφέρον. Ακόμη, η γενναιοδωρία είναι η ικανότητα να δίνουμε χωρίς να απαιτούμε αντίστοιχο όφελος, και περιλαμβάνει τόσο υλικά όσο και συμβολικά αγαθά, όπως ο χρόνος, η προσοχή και η κατανόηση.

Μία ακόμη αρετή είναι η ευγνωμοσύνη, η οποία αντιστρέφει τη λογική της απαίτησης. Η ευγνωμοσύνη μας επιτρέπει να αναγνωρίζουμε το καλό που ήδη υπάρχει στη ζωή μας. Ο συγγραφέας περιλαμβάνει στις αρετές την ταπεινοφροσύνη, που είναι το να μην έχει υπερβολική ιδέα το άτομο για τον εαυτό του. Δεν σημαίνει ότι το άτομο υποτιμά τον εαυτό του, αλλά ότι ο άνθρωπος γνωρίζει ότι μπορεί να κάνει λάθος, ότι δεν γνωρίζει τα πάντα και ότι η αξία του δεν εξαρτάται από το να αποδεικνύει συνεχώς την ανωτερότητά του. Επίσης, η ανοχή είναι ιδιαίτερα σημαντική για τη σύγχρονη κοινωνία. Το να είμαστε ανεκτικοί απέναντι στον άλλο σημαίνει ότι αναγνωρίζουμε το δικαίωμα του άλλου να έχει διαφορετικές απόψεις, εφόσον αυτές δεν παραβιάζουν θεμελιώδη δικαιώματα.

Μία ακόμη από τις αρετές που θεωρείται σημαντική από τον συγγραφέα είναι η αγάπη, η οποία μπορεί να κάνει πολλές από τις υπόλοιπες αρετές σχεδόν φυσικές. Η αγάπη βοηθάει την ύπαρξη και άλλων αρετών, καθώς η πραγματική αγάπη κάνει πιο εύκολη τη γενναιοδωρία, πιο αυθόρμητη τη συμπόνια, πιο ανθρώπινη τη δικαιοσύνη και χωρίς εξωτερική επιβολή τη φροντίδα για τον άλλο.

Οι αρετές είναι ένας τρόπος να προσεγγίζουμε, μέσα από τις πράξεις μας, αυτό που δεν μπορούμε πάντοτε να αισθανθούμε αυθόρμητα.

Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Η αρετή μπορεί να απαιτεί θυσίες και να μας φέρνει αντιμέτωπους με δυσκολίες. Ωστόσο, ένας άνθρωπος που ζει χωρίς δικαιοσύνη, χωρίς γενναιοδωρία και χωρίς σχέσεις ουσιαστικής αγάπης μπορεί να αποκτήσει επιτυχία, αλλά δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ότι ζει μια ολοκληρωμένη ανθρώπινη ζωή. Άρα η ευτυχία δεν ταυτίζεται με την απόλαυση ή την επιτυχία. Συνδέεται με έναν τρόπο ζωής που θεωρούμε άξιο να ζούμε.

Μέσα από το διάβασμα του βιβλίου, φαίνεται ότι δεν γινόμαστε καλύτεροι άνθρωποι επειδή γνωρίζουμε θεωρητικά το καλό, αλλά επειδή προσπαθούμε να το πραγματοποιούμε στην πράξη. Η γνώση από μόνη της δεν αρκεί. Η αρετή επομένως βρίσκεται στη συνέπεια ανάμεσα στη σκέψη, στη στάση και στην πράξη.

 

Πηγή:

Andre Comte-Sponville.  2002. Μικρή πραγματεία περί μεγάλων αρετών. Εξάντας- Νήματα.

 

Νίκος Κουραβάνας- Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA

Έμφυλες διαφορές στη σεξουαλικότητα και στις ερωτικές σχέσεις

Οι άνδρες και οι γυναίκες φαίνεται να ακολουθούν, κατά μέσο όρο, διαφορετικές στρατηγικές όσον αφορά τη δημιουργία και τη διατήρηση ερωτικών και σεξουαλικών σχέσεων. Τόσο τα κοινωνικά στερεότυπα όσο και ορισμένες προσεγγίσεις της εξελικτικής ψυχολογίας υποστηρίζουν ότι οι άνδρες τείνουν να επιθυμούν περισσότερους σεξουαλικούς συντρόφους, να εμφανίζουν μικρότερη προτίμηση στη μονογαμία και να είναι λιγότερο επιλεκτικοί ως προς την επιλογή συντρόφου σε σύγκριση με τις γυναίκες.

 

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η γνωστή, αλλά και αρκετά αμφιλεγόμενη, μελέτη των Clark και Hatfield (1989). Στο πλαίσιο της έρευνας, ελκυστικοί νεαροί άνδρες και γυναίκες, οι οποίοι εργάζονταν ως ερευνητικοί βοηθοί, προσέγγισαν συμφοιτητές του αντίθετου φύλου και τους πρότειναν να έχουν σεξουαλική επαφή μαζί τους. Σύμφωνα με τα αρχικά ευρήματα, η πλειονότητα των ανδρών αποδέχτηκε την πρόταση, ενώ καμία από τις γυναίκες δεν την αποδέχτηκε.

Ωστόσο, μεταγενέστερη μελέτη των Conley και συνεργατών (2011) έδειξε ότι η συγκεκριμένη εικόνα χρειάζεται σημαντική διευκρίνιση. Οι γυναίκες που δέχονταν μια τόσο άμεση σεξουαλική πρόταση από έναν άγνωστο άνδρα ήταν πιθανότερο να τον αντιλαμβάνονται ως ιδιόρρυθμο, απειλητικό ή κοινωνικά ακατάλληλο. Επομένως, η αντίδρασή τους δεν αφορούσε απαραίτητα την ίδια τη σεξουαλική επαφή, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αυτή προτεινόταν και το πλαίσιο μέσα στο οποίο γινόταν η προσέγγιση. Μια πιο διακριτική, ευγενική και κοινωνικά κατάλληλη προσέγγιση από την πλευρά των ανδρών ενδεχομένως να είχε διαφορετικά αποτελέσματα.

Παράλληλα, έχει παρατηρηθεί ότι οι άνδρες μπορεί να εμφανίζουν συγκεκριμένες ερμηνευτικές μεροληψίες όταν αξιολογούν τη συμπεριφορά των γυναικών. Ειδικότερα, είναι πιθανότερο να ερμηνεύσουν ορισμένα σημάδια φιλικότητας ή κοινωνικής προσέγγισης ως ενδείξεις σεξουαλικού ενδιαφέροντος, ακόμη και όταν αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Το φαινόμενο αυτό έχει ονομαστεί «μεροληψία υπερεκτίμησης του σεξουαλικού ενδιαφέροντος» (Haselton, 2002). Αντίθετα, οι γυναίκες εμφανίζονται, κατά μέσο όρο, περισσότερο επιλεκτικές ως προς την επιλογή σεξουαλικού συντρόφου και, όταν επιλέξουν έναν σύντροφο, είναι πιθανότερο να εκδηλώσουν προτίμηση για σταθερότητα και μονογαμία.

Η εξελικτική ψυχολογία επιχειρεί να ερμηνεύσει αυτές τις διαφορές μέσα από την έννοια της αναπαραγωγικής επιτυχίας και της γονικής επένδυσης. Από αυτή την οπτική, ένας άνδρας θα μπορούσε θεωρητικά να αυξήσει την αναπαραγωγική του επιτυχία αποκτώντας παιδιά με περισσότερες γυναίκες. Η δυνατότητα αυτή δημιουργεί, σύμφωνα με την εξελικτική προσέγγιση, διαφορετικές πιέσεις επιλογής σε σχέση με εκείνες που αντιμετωπίζει μια γυναίκα. Η γυναικεία αναπαραγωγική επένδυση, από την άλλη πλευρά, είναι μεγαλύτερη, καθώς η εγκυμοσύνη, ο τοκετός και η φροντίδα ενός παιδιού απαιτούν σημαντικό χρόνο και σωματικούς και ψυχολογικούς πόρους. Από αυτή την άποψη, η παρουσία και η υποστήριξη του πατέρα θα μπορούσαν να αυξήσουν τις πιθανότητες επιβίωσης και ευημερίας των παιδιών. Έτσι, η εξελικτική θεωρία υποστηρίζει ότι οι διαφορετικές αναπαραγωγικές συνθήκες ενδέχεται να έχουν συμβάλει στη διαμόρφωση διαφορετικών στρατηγικών ζευγαρώματος μεταξύ των δύο φύλων.

Παρόλα αυτά, η άποψη ότι οι γυναίκες ενδιαφέρονται λιγότερο για το σεξ από τους άνδρες χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Πράγματι, σε διάφορες έρευνες οι γυναίκες εμφανίζουν χαμηλότερα επίπεδα κοινωνιοσεξουαλικότητας, δηλαδή μικρότερη προθυμία για σεξουαλικές σχέσεις χωρίς συναισθηματική δέσμευση. Επίσης, είναι λιγότερο πιθανό να αποδεχτούν μια άμεση πρόταση για περιστασιακό σεξ από έναν άγνωστο. Τα ευρήματα αυτά φαίνεται αρχικά να συμφωνούν τόσο με τα παραδοσιακά στερεότυπα για τη γυναικεία και ανδρική σεξουαλικότητα όσο και με ορισμένες εξελικτικές θεωρίες.

Ωστόσο, οι Conley και Klein (2022) προτείνουν μια διαφορετική και ιδιαίτερα σημαντική ερμηνεία. Υποστηρίζουν ότι δεν πρέπει να συμπεραίνουμε αυτομάτως πως οι γυναίκες ενδιαφέρονται λιγότερο για το σεξ μόνο και μόνο επειδή αναζητούν λιγότερο συχνά περιστασιακές σεξουαλικές επαφές. Για να κατανοήσουμε τη διαφορά στη σεξουαλική επιθυμία, πρέπει να εξετάσουμε και την ποιότητα των σεξουαλικών εμπειριών που βιώνουν άνδρες και γυναίκες.

Οι συγγραφείς χρησιμοποιούν ως παράδειγμα μια αναλογία με το φαγητό. Ας υποθέσουμε ότι δύο ομάδες ανθρώπων τρώνε ραβιόλια, αλλά η μία ομάδα τρώει ένα μέτριας ποιότητας προϊόν σε κονσέρβα, ενώ η άλλη απολαμβάνει φρέσκα, σπιτικά ραβιόλια υψηλής ποιότητας. Αν η πρώτη ομάδα δεν επιθυμεί δεύτερη μερίδα ενώ η δεύτερη ζητά περισσότερη, δεν θα ήταν λογικό να συμπεράνουμε ότι στην πρώτη ομάδα «δεν αρέσουν» τα ραβιόλια. Η διαφορά μπορεί να οφείλεται στην ποιότητα της εμπειρίας. Με τον ίδιο τρόπο, η μειωμένη επιθυμία για σεξουαλική επαφή μπορεί να συνδέεται όχι με μειωμένο ενδιαφέρον για το σεξ, αλλά με λιγότερο ικανοποιητικές σεξουαλικές εμπειρίες.

Με βάση αυτή την προσέγγιση, οι γυναίκες ενδέχεται να φαίνεται ότι ενδιαφέρονται λιγότερο για το σεξ επειδή, σε αρκετές περιπτώσεις, η σεξουαλική τους εμπειρία είναι χαμηλότερης ποιότητας. Οι Conley και Klein αναφέρουν τέσσερις βασικούς παράγοντες που μπορούν να συμβάλλουν σε αυτό. Πρώτον, υπάρχουν βιολογικές και ανατομικές διαφορές που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο επιτυγχάνεται η σεξουαλική απόλαυση. Για πολλές γυναίκες, η διείσδυση από μόνη της δεν επαρκεί για την επίτευξη οργασμού και μπορεί να απαιτείται διαφορετικός ή πιο σύνθετος συνδυασμός σωματικής και ψυχολογικής διέγερσης, όπως η κλειτοριδική διέγερση. Επιπλέον, ο κίνδυνος μιας ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης μπορεί να δημιουργεί μεγαλύτερο άγχος και αίσθηση κινδύνου, επηρεάζοντας αρνητικά την απόλαυση και την άνεση κατά τη σεξουαλική επαφή.

Δεύτερον, οι γυναίκες αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο να υποστούν σεξουαλική βία, κακοποίηση ή εξαναγκασμό. Η επίγνωση αυτού του κινδύνου μπορεί να επηρεάσει την αίσθηση ασφάλειας και να δημιουργήσει φόβο ή αναστολές, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η σεξουαλική επιθυμία ή η δυνατότητα απόλαυσης.

Τρίτον, η γυναικεία σεξουαλικότητα εξακολουθεί σε αρκετά κοινωνικά και πολιτισμικά πλαίσια να συνοδεύεται από μεγαλύτερο στίγμα. Η σεξουαλική επιθυμία και η αναζήτηση της απόλαυσης μπορεί να αντιμετωπίζονται με ντροπή, ενοχές ή κοινωνική κριτική. Αυτό μπορεί να περιορίζει την ελευθερία των γυναικών να εκφράσουν τις επιθυμίες τους και να αισθανθούν άνετα με τη σεξουαλικότητά τους.

Τέταρτον, σε κοινωνίες όπου κυριαρχούν αντιλήψεις που δίνουν προτεραιότητα στην ανδρική σεξουαλική απόλαυση, η γυναικεία ικανοποίηση μπορεί να παραμερίζεται ή να αντιμετωπίζεται ως λιγότερο σημαντική. Όταν η σεξουαλική επαφή οργανώνεται περισσότερο γύρω από την ανδρική ευχαρίστηση, οι γυναίκες ενδέχεται να βιώνουν λιγότερο ικανοποιητικές εμπειρίες.

Η συγκεκριμένη προσέγγιση έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή αμφισβητεί μια απλουστευτική αντίληψη για τις έμφυλες διαφορές στη σεξουαλικότητα. Συχνά οι διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών αποδίδονται σχεδόν αποκλειστικά σε βιολογικούς παράγοντες, στις ορμόνες, στη λειτουργία του εγκεφάλου ή σε υποτιθέμενα εξελικτικά «προγραμματισμένα» πρότυπα συμπεριφοράς. Μια τέτοια ερμηνεία, όμως, μπορεί να παραβλέπει τον καθοριστικό ρόλο του κοινωνικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος.

Οι Conley και Klein (2022) επισημαίνουν ότι δεν αρκεί να συγκρίνουμε απλώς το πόσο συχνά άνδρες και γυναίκες επιδιώκουν ή αποδέχονται σεξουαλικές επαφές. Είναι απαραίτητο να εξετάζουμε και το κατά πόσο οι εμπειρίες αυτές είναι εξίσου ασφαλείς, ευχάριστες και ικανοποιητικές για τα δύο φύλα. Με άλλα λόγια, η ποσότητα της σεξουαλικής δραστηριότητας δεν μπορεί να ερμηνευθεί ανεξάρτητα από την ποιότητα της εμπειρίας.

Η προσέγγιση αυτή είναι σημαντική και από πρακτική άποψη, καθώς υποδεικνύει τρόπους βελτίωσης της γυναικείας σεξουαλικής εμπειρίας. Η βελτίωση αυτή δεν αφορά μόνο την κατανόηση των ανατομικών και σωματικών διαφορών μεταξύ των φύλων, αλλά και την αντιμετώπιση των κοινωνικών ανισοτήτων, των στερεοτύπων, του φόβου και της σεξουαλικής βίας. Επομένως, μια πιο ολοκληρωμένη κατανόηση της ανθρώπινης σεξουαλικότητας απαιτεί να συνδυάζουμε τους βιολογικούς παράγοντες με τις κοινωνικές, πολιτισμικές και διαπροσωπικές συνθήκες μέσα στις οποίες βιώνεται η σεξουαλική εμπειρία.

 

Πηγή:

D.C. Funder, 2025, Το Παζλ της Προσωπικότητας, επ. Αναγνωστόπουλος, Καρακασίδου κ.α., Εκδόσεις Πεδίο, Αθήνα.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc., MA

 

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2026

ΤΟ ΝΕΟ ΜΑΣ ΒΙΒΛΙΟ: ένα βιβλίο για τις οικογενειακές σχέσεις

 

 
 
 

Οπισθόφυλλο του βιβλίου

Το παρόν βιβλίο περιγράφει τις οικογενειακές σχέσεις, καλύπτοντας όλες τις ηλικίες. Εστιάζει στον ρόλο των γονέων, που είναι ένας διά βίου ρόλος, ο οποίος δημιουργεί συναισθήματα, ευθύνες, δεσμεύσεις, εντάσεις… Οι οικογενειακές σχέσεις μας βοηθούν να ανακύψουμε τον εαυτό μας και να κατανοήσουμε το πώς λειτουργούμε μέσα στις σχέσεις, γι’ αυτό απαιτούν ενασχόληση και γνώση αυτών. Η δια βίου μάθηση των γονέων είναι μια βαθιά βιωματική διαδικασία που συντελείται μέσα στις ίδιες τις σχέσεις, αρκεί ο γονέας να είναι παρών σωματικά, ψυχικά, συναισθηματικά και γνωστικά. Οι οικογενειακές σχέσεις μας αφορούν όλους, έχοντας τον ρόλο είτε του παιδιού είτε του γονιού.

Η σχέση που έχουμε με τους γονείς μας –ή η απουσία της– μας συνοδεύει σε όλη μας τη ζωή και βρίσκεται στον πυρήνα όλων των μετέπειτα σχέσεών μας. Η δια βίου μάθηση των γονέων αποτελεί επένδυση στη σχέση και όχι μόνο στη γνώση, συμβάλλοντας στη δημιουργία ενός οικογενειακού περιβάλλοντος που ευνοεί την ψυχική υγεία, την προσωπική ανάπτυξη και τη διατήρηση ουσιαστικών δεσμών στον χρόνο. Η οικογένεια, όπως ένας ιστός αράχνης, υφαίνεται και ανανεώνεται καθημερινά· είναι εύθραυστη και ανθεκτική ταυτόχρονα, και η συνοχή της δεν είναι δεδομένη, αλλά αποτέλεσμα διαρκούς φροντίδας, επίγνωσης και συναισθηματικής επένδυσης.

Σε αυτό το ταξίδι της γνώσης για την οικογένεια, για εμάς τους ίδιους, όποιους ρόλους κι αν έχουμε, μας καλεί αυτό το βιβλίο να νιώσουμε, να προβληματιστούμε, να γνωρίσουμε καλύτερα τον εαυτό μας. Το βιβλίο περιγράφει οικογενειακά μοτίβα, άγραφους νόμους, σιωπηλές συμμαχίες και άλυτες συγκρούσεις, τραύματα του παρελθόντος και συναισθηματικά διλήμματα, ανεκπλήρωτες προσδοκίες και ρωγμές στους δεσμούς. Η σχέση του γονιού με τα παιδιά είναι μια σχέση που δεν τελειώνει με την ενηλικίωση των παιδιών, οπότε στόχος είναι να ακολουθήσουμε αυτή τη σχέση μέχρι την ολοκλήρωση του κύκλου της ζωής.

 

Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

Η ψυχαναλυτική προσέγγιση του μύθου

Κατά τους γαλλόφωνους ψυχαναλυτικούς θεραπευτές της οικογένειας, οι μύθοι λειτουργούν εποικοδομητική, συνιστούν ερμηνείες και απαντήσεις σε αρχέγονα ερωτήματα που αφορούν στην καταγωγή, τη γέννηση, τον θάνατο, τις σχέσεις μεταξύ γενεών, συζυγών, αδελφών και συγγενών. Επικεντρώνοντας την προσοχή τους στους οικογενειακούς δεσμούς, οι ψυχαναλυτικοί θεραπευτές αναγνωρίζουν στους μύθους ρόλο θεσμοθέτη των σχέσεων της οικογένειας –του βαθμού και του τύπου συμμετοχής και εξάρτησης των μελών της. 

 

Οι μύθοι λειτουργούν ως εξής:

«Διασφαλίζουν τη συνοχή της οικογένειας. Αποτελούν πεδίο συνάντησης του ενδοψυχικού με το διαπροσωπικό, διαμορφώνουν τους δεσμούς των μελών συνεισφέροντας στον ορισμό των σχέσεων, των προσδοκιών και των αγορεύσεων μεταξύ των μελών, αλλά και μεταξύ της οικογένειας και του κοινωνικού συνόλου.

Προτείνουν μια οργάνωση των διαγενεακών και οικογενειακών σχέσεων καθώς και μια ερμηνεία της εξωτερικής πραγματικότητας.

Λειτουργούν ως δίαυλοι μετάδοσης της συλλογικής μνήμης της οικογένειας, την εντάσσουν σε μια γενεαλογία, σε μια ιστορικότητα και συνεπώς ενδυναμώνουν την ταυτότητά της.

Συνεπικουρούν στις διεργασίες προσαρμογής και αλλαγών στη λειτουργία της οικογένειας, ώστε αυτή να εξασφαλίσει τη συνέχεια της αναπτυξιακής της πορείας μέσω της μυθοποίησης, μιας συνεχούς δηλαδή αναδιαμόρφωσης των υπαρχόντων οικογενειακών μύθων. Με αυτή την έννοια, η οικογένεια είναι κληρονόμος αλλά και δημιουργός μύθων. Η μυθοποίηση αυτή επιτρέπει την αλαλγή στις προσδοκίες που έχει το κάθε μέλος για τα άλλα, στις απαγορεύσεις, στα όρια καθώς και στη νοηματοδότηση των σχέσεων. Είναι μια ομοιοστατική λειτουργία που διασφαλίζει την απρόσκοπτη εμφάνιση των ψυχοκοινωνικών αλλαγών της οικογένειας και τη διαχρονικότητα των δεσμών της» (σελ. 144-145).

Η οικογένεια φαίνεται πως αντιδρά απέναντι σε κάθε αμφισβήτηση του μύθου που συνοδεύει την οικογένεια και διέπει τις σχέσεις της. Αν η οικογένεια ακολουθείται από τον μύθο περί επικίνδυνου εξωτερικού κόσμου και οι γονείς διαρκώς υπενθυμίζουν στα παιδιά τους ότι όλοι οι άλλοι γύρω τους θέλουν το κακό και μόνο οι ίδιοι μπορούν να τα προστατεύσουν, τότε η αυτονόμηση ενός ή περισσότερων μελών αποτελεί απειλή. Η ενεργοποίηση του μύθου δίνει τη δυνατότητα στο οικογενειακό σχήμα να συνεχίσει να ισορροπεί με τον τρόπο που έχει μάθει, χωρίς να θέτει υπό αμφισβήτηση τον τρόπο λειτουργίας της, και εξασφαλίζει μια άμυνα απέναντι σε αυτό που φοβάται.

 

Πηγή:

Αναστασία Τσαμπαρλή, 2004, Η Ψυχαναλυτική προσέγγιση της οικογένειας, Εκδόσεις Ατραπός.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Το φαινόμενο του ενάρετου (holier-than-thou effect)

Το φαινόμενο του φαρισαϊσμού ή της υποκρισίας

Μια μελέτη εξέτασε το φαινόμενο του φαρισαϊσμού/ της υποκρισίας, γνωστό και ως φαινόμενο ‘’αγιότερος από εσένα’’ ή αλλιώς της ‘’υπερβολικά ενάρετης αυτοπαρουσίασης’’ (holier than thou effect) κατά το οποίο οι άνθρωποι περιγράφουν ότι είναι περισσότερο πιθανό να προβούν σε καλές πράξεις, όπως να δωρίσουν χρήματα για φιλανθρωπικό σκοπό, να προσφέρουν βοήθεια σε έναν ξένο ή να αποφύγουν να συμπεριφερθούν με αγένεια. 

 

Οι άνθρωποι πιστεύουν δηλαδή ότι είναι πιο ηθικοί και ότι είναι πιο πιθανό να υιοθετήσουν κοινωνικά επιθυμητές συμπεριφορές σε σύγκριση με τους άλλους. Αυτό το φαινόμενο αποτελεί μια μορφή γνωστικής μεροληψίας, όπου τα άτομα υπερεκτιμούν την πιθανότητα ή τη συχνότητα με την οποία θα επιδείξουν ενάρετη, ηθική, ευγενική, γενναιόδωρη ή κοινωνικά επιθυμητή συμπεριφορά σε σύγκριση με την πραγματική τους συμπεριφορά ή με εκείνη των άλλων.

Πιο αναλυτικά, το φαινόμενο αυτό εκδηλώνεται με δύο τρόπους. Πρώτον, τα άτομα εκτιμούν ότι είναι πιο πιθανό από τους συνομηλίκους τους να ενεργήσουν με ηθικό, αλτρουιστικό ή κοινωνικά αποδεκτό τρόπο, γεγονός που αποτελεί μια μορφή του γνωστού φαινομένου «άνω του μέσου όρου» (better-than-average effect). Δεύτερον, όταν οι προβλέψεις αυτές συγκρίνονται με την πραγματική συμπεριφορά, διαπιστώνεται ότι οι άνθρωποι υπερεκτιμούν σημαντικά τον εαυτό τους, ενώ οι προβλέψεις τους για τη συμπεριφορά των άλλων είναι αρκετά πιο ακριβείς.

Συμμετέχοντες από ατομικιστικές κουλτούρες, όπως Άγγλοι και Γερμανοί ήταν περισσότερο πιθανό να περιγράψουν τον εαυτό τους ως καλύτερο από όσο πραγματικά ήταν, σε σύγκριση με συμμετέχοντες από συλλογικά προσανατολισμένες κουλτούρες, όπως ισπανόφωνοι και Αμερικανοί κινεζικής καταγωγής. Αυτή η μεροληψία ίσχυε μόνο για τις αντιλήψεις που αφορούσαν τον εαυτό: τόσο τα μέλη των συλλογικά προσανατολισμένων όσο και αυτά των ατομικιστικών κοινωνιών ήταν εξίσου ακριβή στην πρόβλεψη της μελλοντικής ηθικής και ενάρετης συμπεριφοράς των οικείων τους.

Επομένως, οι άνθρωποι που προέρχονται από συλλογικές κοινωνίες επηρεάζονται λιγότερο από το φαινόμενο αυτό (holier-than-thou) και γενικά προβλέπουν τη συμπεριφορά τους με μεγαλύτερη ακρίβεια και αντικειμενικότητα. Αντίθετα, οι άνθρωποι που προέρχονται από ατομικιστικές κοινωνίες υπερεκτιμούν την αλτρουιστική τους δράση και πραγματοποιούν λιγότερο ρεαλιστικές αξιολογήσεις για τον εαυτό τους, προσπαθώντας να παρουσιάσουν μια όσο το δυνατόν καλύτερη εικόνα για τους ίδιους.  

 

Πηγή:

Balcetis, E., Dunning, D. & Miller, R.L. (2008). Do collectivists know themselves better than individualists? Cross-cultural studies of the holier than thou phenomenon. Journal of Personality and Social Psychology, 95(6), 1252-1267.

Funder, D.C. (2025). Το παζλ της προσωπικότητας. Εκδόσεις Πεδίο.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Σάββατο 18 Ιουλίου 2026

Διαβάζοντας το βιβλίο: Η Ψυχαναλυτική προσέγγιση της οικογένειας

Της Αναστασίας Τσαμπαρλή

 

Σύμφωνα με το οπισθόφυλλο του βιβλίου, «Η ψυχαναλυτική θεώρηση της οικογένειας κατέχει μια σημαντική θέση στο στερέωμα των σχολών της οικογενειακής θεραπείας. Η ψυχαναλυτική σχολή οικογένειας διεύρυνε το πεδίο έρευνας των οικογενειακών σχέσεων όχι μόνο διότι έλαβε υπόψη την ασυνείδητη διάσταση στην αλληλεπίδραση μεταξύ των μελών, αλλά και γιατί, όπως και άλλα ιστορικά μοντέλα, συμπεριέλαβε στην εκτίμησή της τη θεμελιώδη διάσταση της ιστορικότητας των σχέσεων των μελών μιας οικογένειας μεταξύ τους αλλά και κάθε μέλους χωριστά με την οικογένειας προέλευσης.

Στο παρόν βιβλίο επιχειρείται η αποτίμηση της ψυχαναλυτικής σχολής οικογενειακής θεραπείας. Γίνεται αναφορά στην ιστορική αναδρομή του ρεύματος της οικογενειακής θεραπείας εν γένει, προσεγγίζονται οι θεωρητικοί πυλώνες της ψυχαναλυτικής σχολής οικογενειακής θεραπείας, πραγματοποιείται γενική εκτίμηση της οικογένειας και περιγράφεται η θεραπευτική παρέμβαση των κυριότερων εκπροσώπων της προσέγγισης αυτής».

Τα τελευταία 60 χρόνια η οικογένεια έχει αποτελέσει βασικό αντικείμενο μελέτης στην ψυχολογία, ενώ η οικογενειακή θεραπεία έχει αναπτυχθεί σημαντικά και έχει αποκτήσει διεθνή αναγνώριση. Πλήθος θεραπευτών, εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, ερευνητικών προγραμμάτων και επιστημονικών εκδόσεων από διαφορετικές θεωρητικές κατευθύνσεις έχουν συμβάλει στην εξάπλωσή της. Ανάμεσα στις σημαντικότερες προσεγγίσεις ξεχωρίζει η Ψυχαναλυτική σχολή, η οποία δίνει έμφαση στον ρόλο των ασυνείδητων διεργασιών και στον τρόπο με τον οποίο αυτές επηρεάζουν τις σχέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας.

Χαρακτηριστικά των συναλλαγών της οικογένειας με κατάθλιψη

«Η σχέση των γονιών δεν είναι ανακλητική, αλλά ναρκισσιστική: τα καλά/ κακά τμήματα του εαυτού προβάλλονται στο παιδί μέσω της προβολικής ταύτισης. Στην κατάθλιψη ο ένας από τους γονείς βιώνεται ως ανεπαρκής και αποτυχημένος. Ο άλλος είναι κυρίαρχος και υποβιβάζει τον αποτυχημένο γονέα, που αντιπροσωπεύει το ανεπαρκές τμήμα του εαυτού του. Ο κυρίαρχος γονέας προβάλλει το καλό τμήμα του εαυτού του στο παιδί, στο οποίο ασκεί πίεση να επιδείξει επιτυχίες. Αν το παιδί τα καταφέρει, ο κυρίαρχος γονέας ταυτίζεται με το παιδί και βιώνει την ικανοποίηση μέσω των επιτυχιών του παιδιού.

Το παιδί αναλαμβάνει λοιπόν τον ρόλο του σωτήρα. Ο κυρίαρχος γονέας μιλά με μεγάλη ναρκισσιστική ικανοποίηση για τις επιτυχίες του παιδιού του, αλλά συχνά δεν τις αναγνωρίζει ευθέως στο παιδί. Αυτό οφείλεται συχνά στο φθόνο που του προκαλεί η επιτυχία του παιδιού. Αυτή θεωρείται δεδομένη, ή οφείλεται στη μοίρα ή στην τύχη. Το έμμεσο μήνυμα είναι να παραμείνει το παιδί αδύναμο, εξαρτημένο, να αποτύχει. Ο Slipp ονομάζει αυτή τη διεργασία διπλοδεσμό της επιτυχίας, διότι το παιδί, είτε πετύχει είτε όχι, δεν μπορεί να βρει αναγνώριση» (σελ. 201-202).

 

Αναστασία Τσαμπαρλή, 2004, Η Ψυχαναλυτική προσέγγιση της οικογένειας, Εκδόσεις Ατραπός.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.