Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026

Οι επαναλήψεις και η έννοια της μεταβίβασης στην ψυχανάλυση

«Η αποτυχία της ανάλυσης της 18χρονης Dora -Ida Bauer- το 1900, η οποία εγκατέλειψε σε κατάσταση σοκ τον Freud μετά από έντεκα εβδομάδες θεραπείας, οδήγησε στην ανακάλυψη της μεταβίβασης. Ο Freud κατάλαβε εκ των υστέρων ότι σε αυτή την ανάλυση δεν συνειδητοποίησε εγκαίρως μια αντίσταση που πήγαζε από τη μεταβίβαση της εφήβου: ‘’Η μεταβίβαση, που φαίνεται να ορίζεται ως το μεγαλύτερο εμπόδιο, γίνεται ο πιο δυνατός σύμμαχος, εάν η παρουσία της μπορέσει να ανιχνευθεί και εξηγηθεί στην ασθενή’’.

 

Η Dora επισκέφθηκε τον Freud μετά την ερωτική σχέση που ανέπτυξε ο πατέρας της με την κ.Κ., τη γυναίκα ενός φιλικού ζευγαριού. Ο κ. Κ, για να εκδικηθεί την προδοσία, φλέρταρε την Dora, την κόρη του αντιζήλου του, φιλώντας τη μια μέρα ξαφνικά στο στόμα. Αυτό που τη σόκαρε, είπε στον Freud, είναι ότι όταν την έσφιξε ένιωσε το εν στύσει πέος πάνω στο σώμα της. Μετά ανέπτυξε αηδία και σοκ όταν ερχόταν σε επαφή με άνδρες, κατάθλιψη και ιδέες αυτοκτονίας» (σελ. 181).

Ο Sigmund Freud, στην περίπτωση της Dora, φαίνεται να ασκεί και ο ίδιος μια μορφή «σαγήνης», επιβάλλοντας τη δική του ερμηνεία ώστε να επιβεβαιώσει τη θεωρία του ότι τα υστερικά συμπτώματα έχουν σεξουαλική προέλευση και ότι τα όνειρα αποκαλύπτουν τις ασυνείδητες συγκρούσεις. Παρά τη διακοπή της θεραπείας, μετέτρεψε αυτή την αποτυχία σε θεωρητικό κέρδος: διαπίστωσε ότι η Dora μετέφερε στον αναλυτή συναισθήματα και σενάρια από σημαντικά πρόσωπα του παρελθόντος της. Έτσι, η σαγήνη που είχε βιώσει από τον φίλο του πατέρα της αναβίωνε στη σχέση της με τον ίδιο τον αναλυτή, ως συνέχεια μιας ακόμη παλαιότερης εμπειρίας με τον πατέρα της.

Είκοσι χρόνια αργότερα, ο Freud αναθεώρησε εν μέρει τη στάση του. Το 1923 παραδέχθηκε σε υποσημείωση ότι δεν είχε αναγνωρίσει επαρκώς την έντονη ομόφυλη προσκόλληση της Dora στη μητέρα της ούτε τη σημασία του ομόφυλου έρωτα στον ψυχισμό της. Ομολόγησε ότι δεν τη βοήθησε να το συνειδητοποιήσει. Η αδυναμία του αυτή συνδεόταν και με τα θεωρητικά του όρια: ενώ στο κλινικό υλικό αναφερόταν στις πρώιμες εμπειρίες του θηλυκού σώματος και στις εσωτερικές γενετήσιες διεγέρσεις, στη θεωρία του απέρριπτε την ιδέα μιας πρωτογενούς θηλυκότητας, υποστηρίζοντας ότι το μικρό κορίτσι βιώνει τον εαυτό του ως «ευνουχισμένο αγόρι».

Η έννοια της μεταβίβασης είχε ήδη παρουσιαστεί από τον Freud το 1895 στις Μελέτες επί της Υστερίας, όπου περιγράφεται ως η μεταφορά ασυνείδητων αναπαραστάσεων στον αναλυτή — αρχικά θεωρούμενη κυρίως ως μορφή αντίστασης στην ανάκληση τραυματικών αναμνήσεων. Στην Η Ερμηνεία των Ονείρων (1900) μίλησε για «σκέψεις εκ μεταβίβασης»: όταν μια ασυνείδητη αναπαράσταση δεν μπορεί να εισέλθει αυτούσια στο συνειδητό, συνδέεται με μια προσυνειδητή ή συνειδητή παράσταση (όπως τα κατάλοιπα της ημέρας), διοχετεύοντας εκεί τη συναισθηματική της ένταση.

Αργότερα, ο Freud έδωσε έναν πιο δυναμικό ορισμό: οι μεταβιβάσεις είναι νέες εκδοχές παλαιών ενορμήσεων και φαντασιώσεων που ενεργοποιούνται στη θεραπεία και βιώνονται όχι ως αναμνήσεις του παρελθόντος, αλλά ως ζωντανές εμπειρίες που αφορούν τον αναλυτή στο παρόν. Έτσι, ανοίχθηκε ένας νέος δρόμος κατανόησης του ασυνειδήτου.

Η μελέτη της μεταβίβασης εμπλουτίστηκε και από άλλους ψυχαναλυτές, όπως ο Sándor Ferenczi, ο οποίος τόνισε ότι οι ασθενείς συχνά ωθούν τον αναλυτή να ενσαρκώσει τον γονεϊκό ρόλο που ταυτόχρονα αγαπούν, φοβούνται και μισούν. Η μεταβίβαση είναι επομένως αμφιθυμική — θετική και αρνητική μαζί.

Στη σύγχρονη ψυχαναλυτική σκέψη, η μεταβίβαση δεν θεωρείται μόνο επανάληψη του παρελθόντος στο παρόν. Είναι και δημιουργία: μέσα στη θεραπευτική σχέση μπορεί να αναδυθεί και να μορφοποιηθεί ένα βίωμα που ποτέ πριν δεν είχε αναπαρασταθεί, εκφραστεί ή εγγραφεί στην ψυχική ιστορία του υποκειμένου. Έτσι, η μεταβίβαση γίνεται όχι μόνο ανάμνηση, αλλά και πρωτογενής εμπειρία.

 

Πηγή:

Μανωλόπουλος Σωτήρης. 2012. Για τον χαρακτήρα. Μια ψυχαναλυτική προσέγγιση. Εκδόσεις Μετά.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Η νευρωτική –υστερική, ιδεοψυχαναγκαστική- οργάνωση

Η νευρωτική οργάνωση του χαρακτήρα προκύπτει όταν επιμέρους χαρακτηριστικά και στάσεις συνδυάζονται με τρόπο που θυμίζει τις νευρώσεις. Ωστόσο, διαφέρει από τη νεύρωση, γιατί δεν βασίζεται σε σχηματισμούς συμβιβασμού που δημιουργεί το Εγώ για να επιλύσει μια σύγκρουση. Αντίθετα, ο σχηματισμός χαρακτήρα, ακόμη κι όταν βρίσκεται κοντά στη νεύρωση, λειτουργεί και ως τρόπος εκτόνωσης της εσωτερικής έντασης μέσα από τη συμπεριφορά και τις σωματικές εκδηλώσεις.

 

Η αναγνώριση του «νευρωτικού χαρακτήρα» αποτέλεσε σημαντική εξέλιξη: ένα άτομο μπορεί να μην εμφανίζει εμφανή συμπτώματα, αλλά ο τρόπος που αγαπά, εργάζεται και σχετίζεται κοινωνικά να καθορίζεται από ιδεοψυχαναγκαστικούς μηχανισμούς. Η έννοια του χαρακτήρα επιτρέπει να συνδέσουμε την παρατηρήσιμη συμπεριφορά με την εσωτερική ψυχική οργάνωση, λαμβάνοντας υπόψη τις συγκρούσεις, τις σχέσεις αντικειμένου, τις φαντασιώσεις, αλλά και ζητήματα ταυτότητας και οικογενειακών δεσμών.

Ο Jean Baudry διέκρινε σαφώς το σύμπτωμα από το στοιχείο χαρακτήρα. Όρισε τον χαρακτήρα ως ένα ευρύ σύνολο σταθερών και τυπικών γνωρισμάτων και στάσεων που μας επιτρέπουν να αναγνωρίζουμε ένα πρόσωπο. Ο χαρακτήρας λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα σε αυτό που φαίνεται εξωτερικά και σε αυτό που είναι δομικό στον ψυχισμό, υπερβαίνοντας την απλή λογική των συμβιβαστικών σχηματισμών. Τον μελέτησε σε συνάρτηση με το Εγώ, την οργάνωση του ψυχικού οργάνου, την αυτονομία, τις ασυνείδητες φαντασιώσεις, τις σχέσεις αντικειμένου, την παιδική νεύρωση και την προσαρμογή.

Από τη σταθερότητα των συμπεριφορών και των στάσεων μπορούμε να εντοπίσουμε στοιχεία χαρακτήρα. Εφόσον αναγνωρίσουμε αρκετά από αυτά, αναζητούμε έναν βασικό «οργανωτή» που να εξηγεί τη μεταξύ τους συνοχή. Αν αυτός είναι επαρκώς περιεκτικός, συγκροτεί έναν τύπο χαρακτήρα. Μέσα από τη μελέτη τέτοιων τύπων επιχειρείται η διατύπωση γενικών αρχών που εξηγούν τη δομή και την ύπαρξη του χαρακτήρα συνολικά — δηλαδή την οργάνωσή του.

Το πρώτο ψυχαναλυτικό μοντέλο ήταν ο «πρωκτικός χαρακτήρας», όπως περιγράφηκε από τον Sigmund Freud. Μια φαινομενικά απλή τριάδα γνωρισμάτων απέκτησε θεωρητικό βάθος, καθώς συνδέθηκε με έννοιες όπως η ενόρμηση, η άμυνα, η ταύτιση, η επιθετικότητα, το Υπερεγώ, η αντίληψη, η μνήμη, ο ναρκισσισμός και το τραύμα. Σε αντίθεση με λογοτεχνικούς τύπους όπως ο Don Juan, ο πρωκτικός χαρακτήρας δεν μπορεί να κατανοηθεί χωρίς αναφορά στη θεωρία των ενορμήσεων.

Ο Freud επισήμανε ότι οι στάσεις που συγκροτούν τους αμυντικούς μηχανισμούς εμπεριέχουν και ενορμητικά στοιχεία. Η γνωσιακή ιδιοτυπία των ασθενών αντανακλά την αλληλεπίδραση ενόρμησης και άμυνας, ενώ συχνά παρατηρείται έντονη αυτοκριτική και δυσκολία άμεσης έκφρασης της επιθετικότητας.

Σε δομικό επίπεδο, ο χαρακτήρας συνδέεται με το Εγώ αλλά δεν ταυτίζεται με αυτό. Δεν αποτελεί ανεξάρτητη ψυχική λειτουργία με δική της ενέργεια ούτε έχει από μόνος του αιτιώδη δύναμη. Είναι το αποτέλεσμα της συνθετικής και απαρτιωτικής δράσης του Εγώ. Τα στοιχεία του χαρακτήρα είναι το τελικό προϊόν αυτής της επεξεργασίας. Όταν παγιωθούν, το Εγώ γίνεται δύσκαμπτο. Ο Freud τόνισε τον ρόλο των ταυτίσεων στη διαμόρφωση του Εγώ, γεγονός που εγείρει το ερώτημα αν ο χαρακτήρας αποτελεί υποδιαίρεσή του ή ιδιαίτερο γνώρισμα που διαφοροποιεί τη λειτουργία του από άτομο σε άτομο.

Εξ ορισμού, τα στοιχεία του χαρακτήρα υποδηλώνουν σταθερότητα και περιορίζουν την ελευθερία επιλογής, λειτουργώντας ως «διακόπτες» που κατευθύνουν τη συμπεριφορά. Παραμένουν σταθερά ακόμη και σε συνθήκες κινδύνου. Η δυσκαμψία του χαρακτήρα αφορά την αδυναμία αλλαγής συμπεριφοράς, ακόμη κι όταν η αλλαγή θα ήταν προσαρμοστική. Δεν πρόκειται απλώς για πείσμα· το άτομο βιώνει την αλλαγή ως απώλεια της ίδιας του της ταυτότητας.

Η αυτονομία του χαρακτήρα κατακτάται σταδιακά και προσφέρει μια σχετική ανεξαρτησία από τις συγκρούσεις, προστατεύοντας από παλινδρόμηση και αποδιοργάνωση. Ωστόσο, σε συνθήκες έντονης πίεσης μπορεί να εμφανιστούν παροδικές μεταβολές στη συμπεριφορά. Για να μιλήσουμε όμως για πραγματική αλλαγή χαρακτήρα, απαιτείται βαθιά δομική μεταβολή, όπως τροποποίηση μιας ασυνείδητης φαντασίωσης. Τελικά, η αυτονομία του χαρακτήρα συνδέεται με το υποκειμενικό αίσθημα ότι ενεργούμε με σχετική ανεξαρτησία και ελεύθερη βούληση.

 

Πηγή:

Μανωλόπουλος Σωτήρης. 2012. Για τον χαρακτήρα. Μια ψυχαναλυτική προσέγγιση. Εκδόσεις Μετά.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Διαβάζοντας το βιβλίο: «Η γεροντική κατάθλιψη»

«Ποικίλοι ψυχοκοινωνικοί παράγοντες διαπλέκονται και προκαλούν τις διαταραχές του συναισθήματος στις μεγάλες ηλικίες. Διακρίνονται σε παράγοντες ευπάθειας κι επικινδυνότητας. Παράλληλα, μια σειρά από ψυχοκοινωνικούς παράγοντες προστατευτικότητας δρουν αντισταθμιστικά, θωρακίζουν την ψυχική υγεία των ηλικιωμένων και καθιστούν εφικτή την πρόληψη της ψυχικής διαταραχής της κατάθλιψης.

 

Η ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των ηλικιωμένων και των οικογενειών τους σε θέματα σχετικά με την προσαρμογή στο γήρας θα οδηγήσει στην καλύτερη θεραπευτική αντιμετώπιση της καταθλιπτικής διαταραχής, που με τέτοια συχνότητα προσβάλλει τα άτομα των σύγχρονων κοινωνιών στον 21ο αιώνα» (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

«Οι γεροντοκράτες είναι ικανοί να διαχειρίζονται με επιτυχία τις θλίψεις τους, ώστε να μην συσσωρεύουν μέσα τους αρνητικά συναισθήματα. Έτσι, αποφεύγουν να πέσουν στην παγίδα της αντιδραστικής κατάθλιψης λόγω των συσσωρευμένων ματαιώσεων που έχουν βιώσει και του θυμού που τις έχει συνοδεύσει. [..] Οι γεροντοκράτες εκμυστηρεύονται τις θλίψεις τους και τις κάνουν αντικείμενο επεξεργασίας, γιατί γνωρίζουν ότι η άρνηση της θλίψης είναι αυτή που οδηγεί σε κατάθλιψη. Αν προσθέσουμε σε όλα αυτά και την αίσθηση του χιούμορ που χαρακτηρίζει τους γεροντοκράτες, θα κατανοήσουμε γιατί οι ηλικιωμένοι αυτοί σπανίως γίνονται πελάτες των ψυχολόγων και των ψυχιάτρων.

Ωστόσο, οι πιο πολλοί άνθρωποι ανήκουν στη μεγάλη κατηγορία των γεροντοφοβικών. Τούτο γίνεται εμφανές από τις νεότερες ήδη ηλικίες, από τότε που εκφράζουν φόβους για την πιθανή έλευση ασθενειών, ανεπαρκειών, κλπ. Από τότε που υποστηρίζουν ότι η ζωή δεν έχει νόημα να παρατείνεται, αν δεν συνοδεύεται από ποιότητα, δύναμη, στόχους και επιτυχίες. Οι γεροντοφοβικοί δύσκολα δέχονται κάποια αγωγή που θα αποσκοπεί να τους συμφιλιώσει με την ιδέα της απώλειας. Αποκτούν άγχος, αντιδρούν με έντονο παράπονο και είναι πιθανό να εκδηλώσουν αντιδραστική κατάθλιψη. Επίσης, οι δυσάρεστες σκέψεις έρχονται κυρίως το βράδυ. Αυτοί δυσκολεύονται να κοιμηθούν και αναζητούν παρηγοριά στο φαγητό και το ποτό. Η κλασική εκδήλωση αυτής της μορφής κατάθλιψης στους άνδρες είναι η κατανάλωση ποτών, που μπορεί να οδηγήσει στον αλκοολισμό.

Οι γεροντοφοβικοί κινδυνεύουν επίσης να περιπέσουν σε ενδογενή κατάθλιψη. Οι γεροντοφοβικοί κρατούν μέσα τους αισθήματα που δεν εξωτερικεύουν, κοιμισμένα για χρόνια. Ακολουθούν το αίτημα του πολιτισμού μας που δεν εγκρίνει την έκφραση έντονων συναισθημάτων. Δεν μπορούν να κλάψουν όταν στεναχωρούνται και προσποιούνται ότι όλα πάνε καλά- ενώ μέσα τους συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Παραγνωρίζουν τη δύναμη των δακρύων και την ανεκτίμητη αξία τους ως μέσου ανακούφισης από τη λύπη και την ένταση. Αγνοούν ότι τα δάκρυα και η θλίψη αποτελούν μέρος της διαδικασίας συναισθηματικής επούλωσης των τραυμάτων μας. Μην επιτρέποντας στον εαυτό τους να εκφράσουν τη λύπη τους και να κλάψουν, παρεμποδίζουν μια φυσιολογική λειτουργία. Κλείνοντας, μέσα τους τη δυστυχία, οι γεροντοφοβικοί δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ενδογενή κατάθλιψη. Πνίγοντας τα δυσάρεστα συναισθήματά τους, σταματούν τη φυσιολογική διαδικασία του ψυχικού πόνου και δεν αφήνουν τον εαυτό τους να ωριμάσει. Έτσι, όμως, απογυμνώνουν τη ζωή τους από τον πλούτο που έχει ακόμη να τους προσφέρει, αλλά και από τις θλίψεις που αναπόφευκτα θα τους επισκεφθούν» (σελ. 49-51).

 

Πηγή:

Άννα Παγοροπούλου. 2018. Η γεροντική κατάθλιψη. Εκδόσεις Gutenberg.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Η ενδογενής κατάθλιψη στην τρίτη ηλικία

Η ενδογενής κατάθλιψη εκδηλώνεται συχνά αιφνίδια, χωρίς ένα εμφανές εξωτερικό ερέθισμα, παρότι στην πραγματικότητα αποτελεί την κατάληξη μακροχρόνιου στρες και βαθύτερων, παλαιών ψυχικών διεργασιών. Παρατηρείται συνήθως σε άτομα με υψηλό βαθμό αυτοελέγχου και εσωτερικής πειθαρχίας — ανθρώπους που για χρόνια «κρατούν» τα συναισθήματά τους υπό έλεγχο, μέχρι που ο μηχανισμός αυτός εξαντλείται. Σε αντίθεση με την αντιδραστική κατάθλιψη, η οποία συνδέεται εμφανώς με κάποιο γεγονός ζωής και εμφανίζεται συχνότερα στις γυναίκες, η ενδογενής μορφή προσβάλλει άνδρες και γυναίκες σε παρόμοια συχνότητα, ενώ συνολικά οι αντιδραστικές μορφές είναι πολλαπλάσιες σε εμφάνιση.

Η ενδογενής κατάθλιψη χαρακτηρίζεται από έντονη ψυχοκινητική επιβράδυνση — η σκέψη γίνεται αργή και βαριά, οι κινήσεις περιορίζονται, η καθημερινή λειτουργικότητα μειώνεται αισθητά. Συχνά παρατηρείται ανορεξία, πολύ πρωινή αφύπνιση και έντονη επιδείνωση της διάθεσης κατά τις πρωινές ώρες. Τα συμπτώματα αυτά βασανίζουν ιδιαίτερα άτομα με γεροντοφοβικές τάσεις, δηλαδή ανθρώπους που βιώνουν τη γήρανση ως απειλή απώλειας αξίας, δύναμης και ταυτότητας.

Η γεροντοκρατική και η γεροντοφοβική στάση απέναντι στη ζωή δεν αποτελούν δύο απόλυτα διακριτές κατηγορίες, αλλά τα άκρα ενός συνεχούς. Οι περισσότεροι ηλικιωμένοι δεν ανήκουν αποκλειστικά στο ένα ή στο άλλο άκρο· κινούνται ανάμεσά τους, συνδυάζοντας στοιχεία και από τις δύο στάσεις. Όπως συμβαίνει με πολλά ανθρώπινα χαρακτηριστικά, η κατανομή τους ακολουθεί την αρχή της κανονικής κατανομής, όπως περιγράφεται από τον Carl Friedrich Gauss: οι περισσότεροι βρίσκονται γύρω από τον μέσο όρο και λιγότεροι στα άκρα.

Η γεροντοφοβική αντίληψη ενισχύεται όταν οργανικοί παράγοντες (π.χ. σωματικές ασθένειες, νευρολογικές μεταβολές) και ψυχολογικοί παράγοντες (απώλειες, μοναξιά, μείωση ρόλων) δρουν ταυτόχρονα. Καθώς μειώνεται η αντοχή στις αλλαγές, ακόμη και μικρές δυσκολίες βιώνονται ως δυσβάστακτες. Η δυσφορική διάθεση μπορεί να ξεπεράσει τα όρια αντοχής του ατόμου, γεγονός που εξηγεί γιατί η κατάθλιψη στην τρίτη ηλικία θεωρείται δυνητικά αυτοκαταστροφική. Συχνά παρουσιάζει υφέσεις και εξάρσεις που επαναλαμβάνονται, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις διαρκεί χρόνια. Ο κίνδυνος αυτοχειρίας αυξάνεται ιδιαίτερα όταν συνυπάρχει εξάρτηση από το αλκοόλ. Επιβαρυντικοί παράγοντες θεωρούνται επίσης το ανδρικό φύλο, η κοινωνική απομόνωση και ορισμένοι κοινωνικοπολιτισμικοί δείκτες.

Στις γυναίκες, οι καταθλιπτικές διαταραχές εμφανίζονται ήδη από νεότερες ηλικίες και σε μεγαλύτερη συχνότητα συγκριτικά με τους άνδρες. Οι συναισθηματικές τους δυσκολίες εκδηλώνονται συχνότερα και εκφράζονται πιο άμεσα. Ωστόσο, αυτή η εκφραστικότητα λειτουργεί και προστατευτικά: όταν το συναίσθημα βρίσκει λέξεις, αρχίζει ήδη να μετασχηματίζεται. Η λεκτικοποίηση και η συμβολοποίηση της εμπειρίας αποτελούν βασικό βήμα προς τη θεραπεία. Έτσι, οι γυναίκες προσφεύγουν συχνότερα σε ψυχοθεραπευτική βοήθεια και μαθαίνουν να διαχειρίζονται τα αρνητικά τους συναισθήματα.

Αντίθετα, πολλοί άνδρες —ιδίως όσοι θεωρούν στίγμα την αναζήτηση ψυχολογικής υποστήριξης— τείνουν να αποσιωπούν τα συναισθήματά τους. Με τον χρόνο, η συναισθηματική καταπίεση παγιώνεται και η κατάθλιψη βιώνεται ως μια «ήρεμη απόγνωση»: μια σιωπηλή, εσωτερικευμένη οδύνη που παραμένει αβοήθητη. Έτσι, η έλλειψη έκφρασης δεν σημαίνει απουσία πόνου· συχνά σημαίνει ότι ο πόνος έχει βυθιστεί τόσο βαθιά, ώστε γίνεται αόρατος στους άλλους — αλλά όχι λιγότερο επικίνδυνος για το ίδιο το άτομο.

 

Πηγή:

Άννα Παγοροπούλου. 2018. Η γεροντική κατάθλιψη. Εκδόσεις Gutenberg.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Διαβάζοντας το βιβλίο: Η προθετικότητα στον εγκέφαλο και τη συμπεριφορά

«Το βιβλίο ‘’Η Προθετικότητα στον Εγκέφαλο και τη Συμπεριφορά’’ εστιάζεται σε ένα μάλλον παραμελημένο θέμα, που αφορά τόσο στην πλευρά της φιλοσοφίας όσο και σε αυτήν της νευροβιολογίας, σχετικά με την έννοια της «προθετικότητας» (intentionality). Ο όρος προθετικότητα αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο η συνείδηση μπορεί να βρίσκεται «περί» των πραγμάτων. Είναι η ιδιότητα του νου με την οποία οι ψυχικές καταστάσεις κατευθύνονται προς (directed at) ή σχετίζονται με (are about) ή αναφέρονται σε (refer to) καταστάσεις του κόσμου. Η προθετικότητα παίζει σημαντικό ρόλο στην υποκειμενική εμπειρία και διατρέχει όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες. 

Στο βιβλίο συζητείται μια σειρά δυνητικών συνδέσεων του προτεινόμενου προθετικού συστήματος (intentional system) στον εγκέφαλο, παρατηρώντας τα εννοιολογικά και νευροβιολογικά ίχνη της αναφορικότητας (aboutness) και της κατευθυντικότητας (directedness). Προτείνεται επίσης μια σειρά ψυχικών διαταραχών, ως αποτέλεσμα διαταραχής αυτής της νευροφαινομενολογικής «κατασκευής». Θεωρώ ότι η περιήγησή μας στον χώρο αυτόν θα συμβάλει περαιτέρω στην κατανόηση της αλληλεπίδρασης μεταξύ εγκεφάλου και νου, καθώς και της επέκτασης και αλληλεπίδρασής μας με τον κόσμο» (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

«Για τον Searle (1983): ‘’η προθετικότητα είναι η ιδιότητα των ψυχικών καταστάσεων να κατευθύνονται προς ή περί ή για αντικείμενα ή καταστάσεις του περιβάλλοντος. Οι πεποιθήσεις, οι φόβοι, οι ελπίδες και οι επιθυμίες είναι προθετικές, αλλά δεν είναι προθετικές καταστάσεις, όπως η νευρικότητα, η έξαρση ή το πλεονάζον άγχος. Οι πεποιθήσεις και οι επιθυμίες μου κινούνται πάντα προς κάποιο συγκεκριμένο θέμα, αλλά η νευρικότητα και το απροσδιόριστο άγχος κινούνται προς οποιοδήποτε θέμα.

Ο Searle προσθέτει τον όρο ‘’προθετική αιτιότητα’’ νοώντας την προθετικότητα ως μια εσωτερική, ενστικτική ή λογική δομή της αντίληψης και της δράσης. Δίνει επίσης πολλά παραδείγματα καταστάσεων που θα μπορούσαν να είναι προθετικές καταστάσεις, όπως πεποίθηση, φόβος, ελπίδα, επιθυμία, αγάπη, μίσος, αποστροφή, αρέσκεια, δυσαρέσκεια, αμφιβολία, απορία, χαρά, έξαρση, κατάθλιψη, άγχος, υπερηφάνεια, τύψεις, λύπη, θλίψη, ενοχή, αγαλλίαση, ευερεθιστότητα, αμηχανία, αποδοχή, άφεση, εχθρότητα, συναισθηματικότητα, προσδοκία, θυμός, θαυμασμός, περιφρόνηση, σεβασμός, αγανάκτηση, πρόθεση, ευχολογία, θέληση, φαντασίωση, ντροπή, ηδονή, αηδία, έχθρα, τρόμος, ευχαρίστηση, αποστροφή, φιλοδοξία, διασκέδαση, απογοήτευση. Πολλές από τις τρέχουσες εμπειρίες δεν θα ήταν ίσως εφικτές χωρίς την προηγούμενη εμπειρία μας.

Σύμφωνα επίσης με τη θεωρία  για την προθετικότητα που ανέπτυξε ο Searle, η κατεύθυνση προσαρμογής μιας προθετικής δράσης έχει πορεία από τον κόσμο προς τον νου, ενώ η κατεύθυνση αιτιότητα έχει πορεία από τον νου στον κόσμο, όπως για παράδειγμα το βίωμα που προκαλεί την κίνηση. Ο Searle επίσης ορίζει την αντίληψη ως μια προθετική και αιτιώδη συναλλαγή μεταξύ του νου και του κόσμου, όπου η κατεύθυνση προσαρμογής είναι από τον νου στον κόσμο και η αιτιώδης κατεύθυνση από τον κόσμο στον νου. Ανοίγει επίσης τη διερεύνηση του προβλήματος περί προθετικότητας της αντίληψης, χρησιμοποιώντας την έκφραση ‘’βίωμα του’’, και προσδιορίζοντας ότι αυτό το ‘’του’’ είναι ‘’του’’ της προθετικότητας. Υποστηρίζει επίσης ότι υπάρχει διαφορά ανάμεσα στις προηγούμενες προθέσεις και τις προθέσεις κατά τη δράση, αφού οι προηγούμενες προθέσεις είναι αυτές που προκαλούν τις προθέσεις κατά τη δράση, οι οποίες με τη σειρά τους προκαλούν την κίνηση, μια διαδικασία που την ονόμασε μεταβατικότητα της εμπρόθετης αιτιότητας» (σελ. 6-8).

 

Πηγή:

Γιωτάκος, Ο. (2023). Η προθετικότητα στον εγκέφαλο και τη συμπεριφορά. Εκδόσεις Βήτα.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Η προθετικότητα των συναισθημάτων

Σύμφωνα με τη γνωσιακή θεωρία των συναισθημάτων που διατύπωσαν οι Keith Oatley και Philip Johnson-Laird, τα συναισθήματα δεν αποτελούν απλώς υποκειμενικές εμπειρίες, αλλά βασικούς οργανωτικούς μηχανισμούς του νου. Η κύρια λειτουργία τους είναι να ρυθμίζουν και να αναδιοργανώνουν την «αρχιτεκτονική» των γνωσιακών διεργασιών, κατευθύνοντας την προσοχή, τη μνήμη και τη λήψη αποφάσεων. Με εξελικτικούς όρους, τα συναισθήματα διευκολύνουν την προσαρμογή του οργανισμού σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον. Αποτελούν μέρος της προθετικής μας στάσης απέναντι στον κόσμο: μέσω αυτών ανοιγόμαστε σε καταστάσεις, πρόσωπα και γεγονότα και ανταποκρινόμαστε με τρόπο που έχει νόημα για την επιβίωση και τη συνύπαρξη.

 

Οι φαινομενολόγοι τονίζουν ότι η ανθρώπινη εμπειρία δεν εξαντλείται στη σκέψη ή στην αντίληψη αντικειμένων. Ο κόσμος μάς αποκαλύπτεται και συναισθηματικά. Οι διαθέσεις, οι συγκινήσεις και τα συναισθήματα συνδιαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε την πραγματικότητα. Το «νόημα» του κόσμου δεν είναι ουδέτερο· αναδύεται μέσα από τη συναισθηματική μας εμπλοκή. Κάθε ιδιαίτερη συγκίνηση —αγάπη, μίσος, χαρά, λύπη, απογοήτευση— προσδίδει στο αντικείμενό της συγκεκριμένη ποιότητα και αξία. Έτσι, το περιεχόμενο του συναισθήματος δεν είναι απλώς εσωτερικό βίωμα, αλλά τρόπος φανέρωσης του κόσμου.

Τα συναισθήματα μπορούν να ιδωθούν ως δυναμικές διεργασίες που μεσολαβούν ανάμεσα στο άτομο και σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο κοινωνικό περιβάλλον. Έρευνες σε κοινωνικά ζώα έχουν δείξει ότι η συλλογική συναισθηματική συμπεριφορά ενισχύει τη συνοχή της ομάδας και διευκολύνει την επίλυση προβλημάτων. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από άλλους τομείς έρευνας: από τη μελέτη του γλωσσικού λεξιλογίου των συναισθημάτων και των μεταφορών, μέχρι πολιτισμικά φαινόμενα όπως οι κανόνες εθιμοτυπίας, οι μύθοι και οι θρύλοι, που κωδικοποιούν και μεταδίδουν συλλογικές συγκινησιακές εμπειρίες.

Οι θρησκευτικές και τελετουργικές θεωρίες υποστηρίζουν ότι οι τελετουργίες δημιουργούν κοινά συναισθήματα που συνδέονται με σύμβολα. Μέσα από αυτή τη συμβολική φόρτιση θεμελιώνονται οι πεποιθήσεις, η ηθική, η σκέψη και ευρύτερα ο πολιτισμός. Το συναίσθημα, επομένως, δεν είναι μόνο ατομικό αλλά και συλλογικό γεγονός.

Ο Maurice Merleau-Ponty επισήμανε ότι κάθε αντικείμενο αντανακλά και συνδέεται με όλα τα άλλα, υπογραμμίζοντας τη σχεσιακή φύση της εμπειρίας. Ο George Lakoff ανέδειξε τον ρόλο της ενσώματης γνώσης: οι αφηρημένες έννοιες και οι γνωσιακές δομές χαρτογραφούνται πάνω σε σωματικές εμπειρίες μέσω μεταφορών, εικόνων και πρωτοτύπων. Έτσι, ακόμη και οι πιο σύνθετες μορφές σκέψης έχουν ρίζες στη σωματική και συναισθηματική εμπειρία.

Ο John Searle εισήγαγε τη διάκριση ανάμεσα στην ατομική προθετικότητα («εγώ προτίθεμαι να») και στη συλλογική προθετικότητα («εμείς προτιθέμεθα να»). Η δεύτερη δεν ανάγεται απλώς στο άθροισμα ατομικών προθέσεων· αποτελεί ένα πρωτογενές, βιολογικά θεμελιωμένο φαινόμενο. Η συνεργασία προϋποθέτει ότι τα άτομα μοιράζονται μια κοινή πρόθεση και αναγνωρίζουν ότι και οι άλλοι συμμετέχουν σε αυτήν. Πίσω από κάθε μορφή συνεργασίας υπάρχει αυτή η κοινή δομή στον νου των συμμετεχόντων.

Για να καταστεί δυνατή η συλλογική προθετικότητα, απαιτείται μια πιο θεμελιώδης «προ-προθετική» αίσθηση κοινωνικότητας — μια βασική εμπειρία του ανήκειν και της κοινότητας. Σύμφωνα με τον Searle, η φυσική επιλογή ευνόησε τη συνεργατική συμπεριφορά, επειδή αύξανε την προσαρμοστικότητα των μελών του ίδιου είδους. Χωρίς συλλογική προθετικότητα δεν θα μπορούσε να υπάρξει κοινωνική πραγματικότητα· και χωρίς την προ-προθετική αίσθηση κοινότητας δεν θα μπορούσε να υπάρξει συλλογική προθετικότητα.

Συνολικά, οι θεωρήσεις αυτές συγκλίνουν σε ένα κοινό συμπέρασμα: τα συναισθήματα δεν είναι περιφερειακά φαινόμενα της ανθρώπινης ζωής. Αποτελούν θεμελιώδη μηχανισμό οργάνωσης του νου, τρόπο αποκάλυψης του κόσμου και βάση της κοινωνικής πραγματικότητας. Μέσω αυτών συγκροτούνται όχι μόνο οι ατομικές μας εμπειρίες, αλλά και οι συλλογικές μορφές ζωής.

 

Πηγή:

Γιωτάκος, Ο. (2023). Η προθετικότητα στον εγκέφαλο και τη συμπεριφορά. Εκδόσεις Βήτα.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Διαβάζοντας το βιβλίο: Διάβασε την επιθυμία μου

Ο Λακάν εναντίον των ιστορικιστών

 

«Στο "Διάβασε την επιθυμία μου" η Τζόαν Κόπτζεκ σκηνοθετεί μία αναμέτρηση ανάμεσα στη θεωρία του Ζακ Λακάν και στη θεωρία του Μισέλ Φουκώ, πρωταγωνιστών δύο δυναμικών, νεωτερικών επιστημονικών πεδίων -της ψυχανάλυσης και του ιστορικισμού. Κατά κανόνα, οι δρόμοι αυτών των τρόπων σκέψης διασταυρώνονται μόνο μέχρι το σημείο οι ιστορικιστές να κατηγορήσουν την ψυχανάλυση για αδιαφορία απέναντι στην ιστορία, αλλά εδώ η ψυχανάλυση, διαμέσου του Λακάν, περνάει στην επίθεση. Αρνούμενη να εκχωρήσει την ιστορία στους ιστορικιστές, η Κόπτζεκ επιχειρηματολογεί υπέρ της ανωτερότητας της λακανικής ερμηνείας των ιστορικών διαδικασιών και των γενετικών αρχών.

Ο στόχος της είναι να εμπνεύσει ένα νέο είδος πολιτισμικής κριτικής, η οποία να είναι «εγγράμματη ως προς την επιθυμία» και σε θέση να ερμηνεύσει αυτό που είναι ανείπωτο στις πολλαπλές λειτουργίες του πολιτισμού. (Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου). 

 

«Μετά το "Διάβασε την Επιθυμία μου" τίποτα στο πεδίο των πολιτισμικών σπουδών δεν θα παραμείνει ακριβώς το ίδιο: η θεωρία κινηματογράφου, ο φεμινισμός, η φιλοσοφία και η ψυχανάλυση θα πρέπει να συσχετιστούν μεταξύ τους με εντελώς καινούργιο τρόπο. Για πρώτη φορά μία αμερικανίδα συγγραφέας έχει πάρει στα σοβαρά τον Λακάν, υποβαθμίζοντας στην αλυσιτέλεια που της αξίζει την επικρατούσα ιδιοποίηση της λακανικής θεωρίας από τις πολιτισμικές σπουδές. Πέραν της πολιτικής ορθότητας, το βιβλίο είναι θεωρητικά ορθό: αν δεν υπήρχε, θα έπρεπε να το εφεύρουμε!» (Slavoj Zizek).

«Όταν ο Lacan λέει ότι το υποκείμενο δημιουργείται εκ του μηδενός, αναγνωρίζει το γεγονός ότι κάθε εκφερόμενο προετοιμάζει τη δυνατότητα της ίδιας της άρνησής του, το γεγονός ότι η αρχή της ευχαρίστησης οδηγεί αναπόδραστα πέραν του εαυτού της, υπερβαίνει τον εαυτό της παράγοντας αμφιβολία, η οποία, με τη σειρά της, παράγει την πεποίθηση ότι υπάρχει μια πραγματικότητα που κείται πίσω από τη γλώσσα. Το υποκείμενο μπορεί μόνο να αναρωτιέται κατά πόσο αυτό που έχει δοθεί προς ευχαρίστηση είναι αληθινά αυτό που υπάρχει, ή κατά πόσο υπάρχει κάτι που λείπει σε αυτό που έχει προσφερθεί. Η επιθυμία παράγεται όχι σαν ένας αγώνας για κάτι, αλλά μόνο σαν ένας αγώνας για κάτι άλλο ή για κάτι περισσότερο. Απορρέει από το αίσθημα ότι έχουμε πιαστεί κορόιδα από τη γλώσσα, ότι μας έχουν εξαπατήσει σε κάτι, και όχι από το ότι έχει παρουσιαστεί σε εμάς ένα καθορισμένο αντικείμενο ή στόχος, στα οποία μπορούμε να στοχεύουμε. Η επιθυμία δεν έχει κανένα περιεχόμενο- είναι για το τίποτα-, διότι, η γλώσσα δεν μπορεί να παραδώσει σε εμάς καμία αδιάσειστη αλήθεια, κανέναν θετικό στόχο.

Ο λακανικός αφορισμός –επιθυμία είναι η επιθυμία του Άλλου- εκλαμβάνεται συχνά ότι σημαίνει πως το υποκείμενο πλάθει τον εαυτό του κατ’ εικόνα της επιθυμίας του Άλλου. Αυτό έχω εκλάβει σαν μια προβληματική πολιτική θέση, αλλά το ιδιαίτερο ενδιαφέρον μου έγκειται στο πρόβλημα που αυτή η θέση παρουσιάζει για τον φεμινισμό. Διότι όταν αυτή η υπόθεση συνδυάζεται με την αποκάλυψη μιας αρρενωπιστικής προκατάληψης στη διάταξη των κοινωνικών σχέσεων, τότε η γυναίκα μπορεί να γίνει κατανοητή μονάχα ως μια πραγματοποίηση των ανδρικών επιθυμιών, μπορεί μονάχα να θεωρηθεί πως βλέπει τον εαυτό της μέσω της προοπτικής ενός ανδρικού βλέμματος. Η απάντηση του Lacan σε αυτή την λανθασμένη ερμηνεία της διατύπωσής του είναι απλώς ότι δεν έχουμε καμία εικόνα της επιθυμίας του Άλλου και είναι αυτή ακριβώς η έλλειψη που προκαλεί την επιθυμία μας. Είναι πρώτα από όλα, μια ανικανοποίητη επιθυμία που εισάγει τη δική μας, μια που δεν είναι γεμάτη με νόημα ή δεν έχει κανένα σημαινόμενο. Το ότι αυτή η επιθυμία δεν μπορεί να ικανοποιηθεί είναι μια δευτερεύουσα αλήθεια που προκύπτει από αυτή την πρωταρχική προϋπόθεση» (σελ. 101-102).    

 

Πηγή:

Joan Copjec. 2019. Διάβασε την επιθυμία μου. Ο Λακάν εναντίον των ιστορικιστών. Εκδόσεις Πλέθρον.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Λακάν και Αριστοτέλης: το αίτιο

Η σύνδεση ανάμεσα στον Jacques Lacan και τον Αριστοτέλη γίνεται πιο σαφής αν δούμε ότι και οι δύο διαμορφώνουν τη σκέψη τους αντιπαρατιθέμενοι σε παρόμοιους θεωρητικούς «αντιπάλους». Ο Αριστοτέλης στράφηκε εναντίον των Ελεατών, οι οποίοι υποστήριζαν ότι το Είναι είναι ενιαίο, αμετάβλητο και ότι η μεταβολή είναι ψευδαίσθηση. Αντίθετα, ο ίδιος έθεσε στο κέντρο της φιλοσοφίας του τη μεταβολή και το γίγνεσθαι: η πραγματικότητα δεν είναι στατική, αλλά μια ενιαία διαδικασία που δεν μπορεί να τεμαχιστεί σε εξωτερικά, άσχετα μεταξύ τους μέρη.

 

Ένα κρίσιμο σημείο διαφοροποίησης ανάμεσα στον Αριστοτέλη και τον Bergson αφορά την τελεολογία. Ο Αριστοτέλης υπερασπίστηκε την τελεολογική εξήγηση, δηλαδή την ιδέα ότι τα φυσικά όντα κινούνται προς έναν σκοπό (τέλος). Ο Bergson, αντίθετα, άσκησε έντονη κριτική σε κάθε μορφή «εσωτερικού φιναλισμού», θεωρώντας ότι μια προκαθορισμένη τελική μορφή ακυρώνει την πραγματική διάρκεια του χρόνου και τη δημιουργική καινοτομία. Ωστόσο, ο Αριστοτέλης δεν υιοθετεί έναν ιδεαλισμό όπου η μορφή προϋπάρχει σε έναν υπερβατικό χώρο και κατευθύνει τα πράγματα εξ αρχής. Για εκείνον, η μορφή είναι το αποτέλεσμα —ο τερματικός σταθμός— της φυσικής διαδικασίας μεταβολής. Ο χρόνος, όπως και στον Bergson, δεν επιτρέπει να δοθούν όλα μονομιάς· παρεμβάλλεται ως καθυστέρηση και ανάπτυξη. Η τελεολογία, λοιπόν, στον Αριστοτέλη δεν είναι μηχανιστική πρόβλεψη αλλά μια προσπάθεια να εξηγηθεί η μεταβολή χωρίς να αναχθεί σε απλή εξωτερική ώθηση.

 

Στο πλαίσιο αυτό αποκτά σημασία ο αριστοτελικός όρος «αυτόματον» (το αυτόματο). Ο Αριστοτέλης, στην προσπάθειά του να ορίσει την αιτία, υποστήριξε ότι κάθε φυσική υπόσταση διαθέτει μια εσωτερική αρχή μεταβολής. Παράλληλα όμως, για να διασφαλίσει τόσο την ποικιλία όσο και τη συνέχεια της κίνησης, εισήγαγε την έννοια του ‘’Πρώτο Κινούν’’, ως θεμελιακή αρχή που καθιστά δυνατή την κίνηση χωρίς η ίδια να κινείται.

Το «αυτόματο», ωστόσο, δηλώνει μια διαφορετική κατηγορία συμβάντων: εκείνα που προκύπτουν από τη σύμπτωση ανεξάρτητων αιτιακών αλυσίδων. Δεν καθοδηγούνται από εσωτερικό σκοπό ούτε από ενιαία τελική αιτία. Είναι αποτέλεσμα της διασταύρωσης γεγονότων που το καθένα έχει τη δική του αιτία, χωρίς να υπάρχει συνολική εξήγηση για τον συγχρονισμό τους. Με αυστηρούς όρους, η σύμπτωση δεν είναι ένα «ενιαίο» γεγονός με ενιαία αιτία.

Το κλασικό παράδειγμα που δίνει ο Αριστοτέλης είναι ο άνθρωπος που πηγαίνει στην αγορά για έναν συγκεκριμένο λόγο και τυχαίνει να συναντήσει εκεί έναν οφειλέτη που του επιστρέφει τα χρήματα. Η συνάντηση αυτή δεν συνέβη «για να» εισπράξει το χρέος· είναι προϊόν σύμπτωσης. Εδώ φαίνεται το όριο της τελικής αιτίας: δεν εξηγούνται όλα με όρους σκοπού.

Αυτή ακριβώς η διάσταση της «αποτυχίας» της τελικής αιτίας θα απασχολήσει τον Λακάν, ιδίως όταν επανερμηνεύει την ενόρμηση θανάτου του Freud. Για τον Λακάν, το σημαίνον δίκτυο —ο συμβολικός μηχανισμός της γλώσσας— λειτουργεί με έναν τρόπο που θυμίζει το «αυτόματο»: κινείται πέρα από τις προθέσεις του υποκειμένου. Η αιτία, υποστηρίζει, δεν ταυτίζεται με το καθοριστικό στοιχείο μιας αλυσίδας· κάθε φορά που μιλάμε για αιτία, υπάρχει ένα υπόλοιπο ακαθοριστίας, ένα ρήγμα στο νόημα.

Έτσι, ενώ ο Αριστοτέλης διακρίνει ανάμεσα στην τελεολογική κίνηση και στη σύμπτωση, ο Λακάν θα αναδείξει το στοιχείο της αποτυχίας, του αστάθμητου και του μη-πλήρως-καθορισμένου ως δομικό στοιχείο της ίδιας της αιτιότητας. Η αιτία, στον Λακάν, δεν είναι ποτέ πλήρως παρούσα μέσα στην αλυσίδα των γεγονότων· είναι αυτό που τη διακόπτει, που εισάγει το απρόβλεπτο — ένα «αυτόματο» του σημαίνοντος που υπερβαίνει τόσο τον κλασικό τελεολογισμό όσο και τον καθαρό μηχανισμό.

 

Πηγή:

Joan Copjec. 2019. Διάβασε την επιθυμία μου. Ο Λακάν εναντίον των ιστορικιστών. Εκδόσεις Πλέθρον.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Διαβάζοντας το βιβλίο: Με τον θάνατο στην ψυχή

Του Σαρτρ

 

«Μερικοί Γερμανοί είχαν φανεί επιφυλακτικά, στην είσοδο του κεντρικού δρόμου. Ο Σασσεριώ, ο Πινέτ κι ο Κλαπό τους έριξαν. Τα κεφάλια χάθηκαν. Αυτή τη φορά, μας ανακάλυψαν. Ξανά σιωπή. Μακρά σιωπή. Ο Ματιέ συλλογιζόταν: «Τι να μαγειρεύουν;». Στον άδειο δρόμο, τέσσερις νεκροί, λίγο πιο πέρα, δυο άλλοι: ό,τι μπορέσαμε να κάνουμε. Τώρα έπρεπε να τελειώσουν τη δουλειά: να σκοτωθούν. Και γι’ αυτούς, τι θα είναι; Δέκα λεφτά καθυστέρηση στο καθορισμένο ωράριο» (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

Το έργο διαδραματίζεται κατά την περίοδο της κατάρρευσης της Γαλλίας το 1940, μπροστά στην προέλαση των ναζιστικών στρατευμάτων, και εστιάζει στην εμπειρία της ήττας, της διάλυσης και της υπαρξιακής αγωνίας.

Το μυθιστόρημα παρακολουθεί τον μαθηματικό και διανοούμενο Ματιέ Ντελαρύ και άλλους χαρακτήρες της τριλογίας μέσα στο χάος της στρατιωτικής κατάρρευσης. Η Γαλλία βρίσκεται σε αποσύνθεση: ο στρατός υποχωρεί, οι θεσμοί καταρρέουν, και οι άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι με την ωμή πραγματικότητα της ιστορικής ήττας. Δεν πρόκειται για ηρωικό πολεμικό αφήγημα· αντίθετα, ο Σαρτρ περιγράφει τη σύγχυση, τον φόβο, την αδράνεια και τη βαθιά αίσθηση ματαιότητας.

Το βιβλίο αποτελεί λογοτεχνική έκφραση του υπαρξισμού του Σαρτρ. Η ελευθερία, που σε προηγούμενα μέρη της τριλογίας εμφανιζόταν ως δυνατότητα επιλογής, εδώ βιώνεται ως βάρος μέσα σε συνθήκες ακραίου περιορισμού. Η ήττα αποκαλύπτει την αλήθεια των προσώπων: άλλοι βυθίζονται στην παθητικότητα, άλλοι αναζητούν νόημα μέσα στην καταστροφή.

Ο «θάνατος στην ψυχή» δεν αφορά μόνο τον φυσικό θάνατο αλλά και μια εσωτερική νέκρωση — την απώλεια βεβαιοτήτων, ιδεολογιών και αυταπατών. Οι χαρακτήρες βιώνουν την απογύμνωση από ψευδαισθήσεις: η ιστορία δεν υπακούει σε ηθικά σενάρια και η ατομική ευθύνη δεν αναιρείται ακόμη και μέσα στο χάος.

Το «Με τον θάνατο στην ψυχή» αποτελεί κορύφωση της τριλογίας, καθώς φέρνει τους χαρακτήρες αντιμέτωπους με το απόλυτο όριο: την ιστορική συντριβή και την προσωπική ευθύνη. Το μυθιστόρημα αναδεικνύει τη βασική θέση του Σαρτρ ότι ακόμη και στις πιο ακραίες συνθήκες, ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος — δηλαδή να επιλέγει και να φέρει το βάρος των επιλογών του.

Πρόκειται για ένα σκοτεινό, απαιτητικό αλλά βαθιά στοχαστικό έργο, που συνδυάζει ιστορική μαρτυρία και φιλοσοφικό στοχασμό πάνω στην ελευθερία, την ήττα και την ανθρώπινη ευθύνη.

 

Πηγή:
Σαρτρ. Με τον θάνατο στην ψυχή. Εκδόσεις Αρσενίδη.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Διαβάζοντας το βιβλίο: Θέσεις

Του Ζακ Ντεριντά

 

«...’’αποδομώ’’ τη φιλοσοφία σημαίνει ότι στοχάζομαι τη δομημένη γενεαλογία των εννοιών της με τον πλέον πιστό και τον πλέον εσωτερικό τρόπο, και ότι ταυτόχρονα διακρίνω... καθετί που απέκρυψε ή απαγόρευσε αυτή η ιστορία, καθώς γινόταν ιστορία μέσω αυτής της... ιδιοτελούς καταστολής. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, μέσω αυτής της πιστής αλλά και βίαιης κυκλοφορίας ανάμεσα στο μέσα και στο έξω της φιλοσοφίας. . . παράγεται μια κειμενική εργασία που παρέχει μεγάλη απόλαυση.

Γραφή ιδιοτελής που μας παραδίδει επίσης προς ανάγνωση τα φιλοσοφήματα... ενός πράγματος που δεν μπόρεσε να παρουσιαστεί στην ιστορία της φιλοσοφίας, που δεν είναι άλλωστε πουθενά παρόν, αφού αυτό που προέχει... είναι να αμφισβητηθεί ο μείζων προσδιορισμός του νοήματος του Είναι ως παρουσίας, προσδιορισμός που συνιστά κατά τον Χάιντεγκερ το πεπρωμένο της φιλοσοφίας.

Μπορούμε λοιπόν να θεωρήσουμε την αντιμετώπιση της γραφής ως ένα άκρως αποκαλυπτικό σύμπτωμα, από τον Πλάτωνα στον Ρουσσώ, στον Σωσσύρ, στον Χούσσερλ, ενίοτε και στον ίδιο τον Χάιντεγκερ, και a fortiori σε όλους τους σύγχρονους λόγους... Ένα τέτοιο σύμπτωμα αποκρύπτεται αναγκαστικά και δομικά, για λόγους και με τρόπους που επιχειρώ να αναλύσω» (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

Στις «Θέσεις», ο Ντεριντά επανέρχεται σε βασικούς άξονες της φιλοσοφίας του, αναφέροντας την αποδόμηση, που δεν είναι μια μέθοδος καταστροφής ή άρνησης, αλλά μια προσεκτική ανάγνωση που αποκαλύπτει τις εσωτερικές εντάσεις και αντιφάσεις των φιλοσοφικών και γλωσσικών συστημάτων. Ο Ντεριντά αναλύει πώς η δυτική φιλοσοφία προνόησε την «παρουσία» (την άμεση, πλήρη σημασία) εις βάρος της διαφοράς, της γραφής και της μεσολάβησης. Η différance είναι μια έννοια-κλειδί που δηλώνει ταυτόχρονα τη διαφορά και την αναβολή του νοήματος· το νόημα δεν είναι ποτέ πλήρως παρόν αλλά παράγεται μέσα από σχέσεις και μετατοπίσεις. Αντιστρέφοντας την παραδοσιακή ιεράρχηση λόγου και γραφής, ο Ντεριντά δείχνει ότι η «γραφή» (με ευρεία έννοια) αποτελεί δομική συνθήκη κάθε σημασιοδότησης.

 

Jacques Derrida. 2006. Θέσεις. Εκδόσεις Πλέθρον.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026

Διαβάζοντας το παραμύθι: Ο Γουίλι το ζωηρό λαγουδάκι

Διαβάζοντας το παραμύθι: Ο Γουίλι το ζωηρό λαγουδάκι

 

Ο Γουίλι ήταν ένα μικρό λαγουδάκι, που ήθελε πολύ να κάνει ένα ξεχωριστό δώρο στη μαμά του για τα γενέθλιά της, κάτι που να της δείχνει πόσο την αγαπούσε. Γι’ αυτό και ζήτησε τη βοήθεια της γιαγιάς του, της σοφής λαγουδίνας που ζούσε στην άλλη άκρη του δάσους και πάντα ήξερε τι να κάνει. Ύστερα από μερικές μέρες υπομονής και φροντίδας, το δώρο ήταν επιτέλους έτοιμο.

Με την καρδιά του γεμάτη χαρά και ανυπομονησία, ο Γουίλι ξεκίνησε από το σπίτι της γιαγιάς του για να επιστρέψει στο σπίτι του. Ήταν σίγουρος πως ήξερε καλά τον δρόμο και δεν άκουσε τη συμβουλή της να φύγει νωρίς. Όμως το δάσος αλλάζει όταν πέφτει η νύχτα. Οι σκιές μεγάλωσαν, οι γνώριμοι ήχοι έγιναν παράξενοι και σύντομα το μικρό λαγουδάκι κατάλαβε πως είχε χάσει τον δρόμο του.

Τότε ένιωσε φόβο, αλλά και λύπη για τη βιασύνη του. Καθισμένος κάτω από ένα δέντρο, σκέφτηκε πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν είχε ακούσει τη γιαγιά του και αν δεν είχε εμπιστευτεί τόσο πολύ τον εαυτό του. Παρ’ όλα αυτά, δεν το έβαλε κάτω. Θυμήθηκε τις συμβουλές που του είχαν δώσει οι μεγάλοι και προσπάθησε να τις ακολουθήσει με ψυχραιμία.

Μερικές φορές, η υπερβολική αυτοπεποίθηση και η βιασύνη είναι κακοί σύμβουλοι. Όμως τα λάθη μπορούν να γίνουν πολύτιμα μαθήματα. Το μικρό λαγουδάκι μέσα από αυτή την περιπέτειά του θα καταλάβει πως οι μικροί χρειάζεται να ακούν τις συμβουλές των μεγάλων, γιατί η εμπειρία τους μπορεί να τους προστατεύσει και να τους δείξει τον σωστό δρόμο — ακόμη κι όταν το δάσος σκοτεινιάζει.

 

Ο Γουίλι το ζωηρό λαγουδάκι. 2018. Εκδόσεις Τζιαμπίρης Πυραμίδα.  

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Διαβάζοντας το παραμύθι: Οι εποχές της σποράς

Της Κατερίνας Παλαιοθόδωρου

 

«Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα φτωχικό παραθαλάσσιο χωριουδάκι, όπου μικροί και μεγάλοι ζούσαν μόνο από τα καλά της θάλασσας. Τα αγαθά της γης δεν τα είχαν γευτεί ποτέ. Μια μέρα όμως, ο Θοδωρής, ένας νέος του χωριού, χρειάστηκε να ταξιδέψει μακριά από τον τόπο του και τότε γνώρισε άλλα μέρη… Η γη προσφέρει απλόχερα τα αγαθά της στους ανθρώπους, όταν εκείνοι τη φροντίζουν… Οι εποχές του οργώματος, της σποράς και του θερισμού παρουσιάζονται σ' ένα λαϊκό παραμύθι, μέσα από τις σελίδες του οποίου ξεδιπλώνεται η ομορφιά της φύσης» (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

Το παραμύθι περιγράφει τα στάδια που περνά κάποιος για να καλλιεργήσει τη γη και τον κόπο και την προσπάθεια που πρέπει να καταβάλει ώστε να έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ακόμα και όταν πιστεύουμε ότι δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι και δεν μπορούμε να τα καταφέρουμε θα πρέπει πρώτα να αναζητήσουμε τις κατάλληλες γνώσεις και πληροφορίες ώστε να μπορέσουμε να φτάσουμε και να κατακτήσουμε τον στόχο μας.

Κάθε σπόρος που φυτεύεται χρειάζεται υπομονή, φροντίδα και αγάπη ώστε να βρει τον τρόπο να ανθίσει. Η σπορά είναι μια διαδικασία χωρίς άμεση ανταμοιβή, ενώ απαιτείται πίστη, καθώς το άτομο θα πρέπει να επενδύσει και να ασχοληθεί με κάτι που ακόμα δεν φαίνεται. Οπότε αυτό το παραμύθι μας δείχνει ότι οι δυσκολίες και οι καθυστερήσεις δεν είναι αποτυχία, είναι απλά μια διαδικασία μετάβασης στην οποία το άτομο θα πρέπει να αναζητήσει εναλλακτικές και να μπορέσει να φτάσει σε μια κατάσταση ωρίμανσης. Ακόμα και όταν η γη μοιάζει άγονη με προσπάθεια και επιμονή μπορεί να γίνει εύφορη, καθώς μέσα της σιωπηλά υπάρχει η δυνατότητα της αλλαγής. Και με τον ίδιο τρόπο μπορούμε και εμείς οι άνθρωποι να αλλάξουμε, να καλλιεργήσουμε τον εαυτό μας και να μπορέσουμε να ανθίσουμε…

 

Κατερίνα Παλαιοθόδωρου. Οι εποχές της σποράς. Εκδόσεις Αερόστατο.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Διαβάζοντας το παραμύθι: Ένα ευτυχισμένο βασίλειο

Της Χρυσηίδας Δημουλίδου

 

«Μια φορά κι ένα καιρό, σε μια κοιλάδα γεμάτη λουλούδια, στο βασίλειο των Χρυσομελισσών, κυβερνούσε η καλή και δίκαια βασίλισσα Μελισσόφη και ο λαός ήταν πολύ ευτυχισμένος. Μια μέρα βρήκαν μισοπεθαμένη στον χιονιά τη Σφήκα και την περιμάζεψαν, κι εκείνη έγινε η πιστή ακόλουθος και οικονόμος της βασίλισσας. Κανείς όμως δεν κατάλαβε πόσο μοχθηρή ήταν και πως ο αληθινός σκοπός της ήταν να κλέψει τον θρόνο από τη Μελισσόφη και να αρπάξει τον θησαυρό του βασιλείου. Κι όταν μια μέρα η βασίλισσα αρρώστησε βαριά, η Σφήκα αποφάσισε να πραγματοποιήσει τα σκοτεινά σχέδιά της…»

Από την ημέρα που έγινε βασίλισσα η Σφήκα τα πράγματα στο βασίλειο ήταν πλέον τελείως διαφορετικά… για όλους…

Η μέλισσα που έπρεπε να διαδεχτεί τη βασίλισσα στον θρόνο δεν το έμαθε ποτέ και η σφήκα πρόσεξε την ομορφιά και τη λάμψη της και προσπαθούσε να τη μειώσει.

Ένα παραμύθι που δείχνει πως η κακία και ο δόλος χρησιμοποιούνται από κάποιους ανθρώπους για να φτάσουν στην εξουσία ή για να πετύχουν αυτό που θέλουν… και ο μόνος τρόπος για να παραμείνουν στη θέση που δεν αξίζουν είναι προσπαθώντας να μειώσουν και να υποτιμήσουν όσους αξίζουν…

 

 

Χρυσηίδα Δημουλίδου. Ένα ευτυχισμένο βασίλειο. Εκδόσεις Διάπλαση.

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.