Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2018

Περί απιστίας ο λόγος


Σιωπηλά ν’ αγαπάς, δυνατά να το δείχνεις!
 
Πώς όμως δείχνεις ότι αγαπάς; Με το να είσαι εκεί και να μην είσαι; Λένε πως όσο πιο όμορφες είναι οι αναμνήσεις με τον σύντροφό μας, τόσο πιο πολύ πονάμε όταν μας απατά. Η απιστία μπορεί να συμβεί μονάχα μια φορά και το δίλημμα για αυτόν που έχει υποστεί αυτή την προδοσία είναι πολύ συγκεκριμένο και επιτακτικό: ξεχνιέται αυτή η «μια φορά»; Προφανώς η απάντηση δεν είναι ούτε μία, ούτε εύκολη. Αν συγχωρήσεις, πώς μπορείς να είσαι σίγουρος ότι δε θα επαναληφθεί; Η εμπιστοσύνη έχει πλέον δεχθεί ένα καίριο πλήγμα. 

Σε έναν ερωτικό δεσμό, πώς κάνουμε ομορφότερη τη ζωή του άλλου; Με το να τον προδώσουμε και να φυτέψουμε τον σπόρο της αμφιβολίας στο μυαλό του; Το επιχείρημα αυτού που μας πρόδωσε είναι συνήθως ότι η απιστία δεν είναι προδοσία. Ή ότι η αγάπη δε χρειάζεται να είναι αποκλειστική. Μα αν δεν είναι προδοσία γιατί τότε γίνεται κρυφά; Εκ των πραγμάτων, όταν απατάς, τότε αγαπάς κάποιον λιγότερο και κάποιον περισσότερο, δεν είσαι πλέον απορροφημένος στον άνθρωπό σου, εφόσον διοχετεύεις ένα μεγάλο μέρος από την ενέργειά σου, τον χρόνο σου και τις δυνάμεις σου, και σε ένα άλλο πρόσωπο. Το να μοιράζεσαι την αγάπη σου σημαίνει ότι τη διαιρείς, την κατακερματίζεις, την κάνεις πιο αδύναμη, πιο λίγη. 


Αλήθεια, αυτός που απατά ή αυτός που σκοπεύει να απατήσει μήπως θα έπρεπε να αναλογιστεί τι θα συμβεί αν ανακαλύψει ότι η νέα του «αγάπη» τον καλύπτει σε όλα περισσότερο; Φυσικά, θα αφήσει την παλιά του «αγάπη» για την καινούργια. Πόσο τίμιο όμως είναι αυτό; Το να ψάχνεις αλλού να βρεις κάποιον καλύτερο, αντί να συζητήσεις με τον άνθρωπό σου για να επικοινωνήσετε βαθύτερα και να έρθετε πιο κοντά.

Ποια η σχέση, λοιπόν, αυτού που απατά με την αυτογνωσία; Έχει αναρωτηθεί ποτέ γιατί έχει δεσμό με έναν άνθρωπο που δεν του αρέσει; Που δεν τον καλύπτει; Δεν γνωρίζει ότι η αγάπη πρέπει να εξυψώνει και όχι να ταπεινώνει; Να σε κάνει ευτυχή και όχι δυστυχή; 


Το ζητούμενο είναι ότι και ο ίδιος αυτός που απιστεί, δεν είναι ευτυχισμένος, διότι ζει μέσα στο ψέμα και ως εκ τούτου στις ενοχές που προκύπτουν από αυτό. Αν δεν έχει κάποιος αναλογιστεί όλα τα παραπάνω, δε θα έπρεπε τουλάχιστον να σκεφτεί το «γιατί» τη δική του ανωριμότητα ή τις ανασφάλειες να τις πληρώνει ο άλλος και τις περισσότερες φορές τα παιδιά; Δεύτερο μεγάλο δίλημμα λοιπόν αυτό, όταν υπάρχουν παιδιά. Τι κάνεις τότε; 

Προσποιείσαι ότι συγχώρεσες και απλά συνυπάρχεις με τον σύντροφό σου σαν δύο ξένοι μέσα στο ίδιο σπίτι για χάρη των παιδιών; Και τα παιδιά τι είναι; Αντικείμενα κενά σκέψης και μνήμης; Δε θα καταλάβουν αργά ή γρήγορα ότι δεν υπάρχει αληθινή αγάπη μεταξύ των γονιών τους, αλλά ψυχρότητα, απόσταση, έλλειψη σεβασμού και επικοινωνίας; Κι όταν τα καταλάβουν όλα αυτά, γιατί εθελοτυφλούμε και πλανώμεθα πλάνην οικτράν νομίζοντας πως κι αυτά όταν μεγαλώσουν δε θα επαναλάβουν αυτές τις συμπεριφορές;   


Εν κατακλείδι, θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι όταν ερωτευόμαστε δεν έχουμε μάτια για άλλον, όταν απιστούμε απλά δεν είμαστε ερωτευμένοι. Για αυτό η αγάπη θα πρέπει να χαρίζεται μόνο εκεί που εκτιμάται. Στη σχέση το «Εγώ» πρέπει να γίνεται «Εμείς», «Εμείς οι δύο», όχι «Εμείς οι δύο και κάποιο τρίτο πρόσωπο». 


«Μάλλον φλύαροι» οι αυτιστικοί


 «Η πολυλογία του αυτιστικού δεν είναι ουσιαστικά μια μοναχική απόλαυση της φωνής, αντιθέτως, προσπαθεί να κρατήσει στο περιθώριο αυτή την φωνή που προκαλεί τρόμο στο υποκείμενο. Στην παιδική ηλικία, κατά τον ίδιο τρόπο που μιλάει εξαλείφοντας τη φωνή, ο αυτιστικός βουλώνει σκόπιμα τα αυτιά του. Η φωνή ως ενορμητικό αντικείμενο δεν είναι η ηχητική της ομιλίας, αλλά αυτό που φέρει την παρουσία του υποκειμένου μέσα στα λεγόμενά του. Πρόκειται για μείζονα σταθερά της αυτιστικής λειτουργίας το να προστατεύεται κανείς από κάθε αγχωτική ανάδυση του αντικειμένου φωνή. Από τη δική του με την πολυλογία ή τη βωβότητα, και από εκείνη του Άλλου με την αποφυγή της συνομιλίας. Η αυτιστική πολυλογία είναι μια καθησυχαστική άσκηση της ομιλίας μέσα στην οποία η φωνή σβήνεται, δεν τοποθετείται στον τόπο του Άλλου, κι έτσι δεν διχάζει το υποκείμενο που μπορεί κατ’ αυτό τον τρόπο να την ελέγχει» (σ. 90-91).  


«Η πολυλογία λοιπόν του αυτιστικού φαίνεται να έχει ως λειτουργία να καταπνίγει και να περιστέλλει μια φωνή την εκδήλωση της οποίας φοβάται. Το αυτί του αυτιστικού δεν είναι κλειστό στη φωνή: γνωρίζουμε την ευαισθησία του στους θορύβους που καμία βλάβη των αισθητηριακών συσκευών δεν εξηγεί. Δεν διαθέτει ένα εξισορροπητικό αντικείμενο παρεμφερές με τους κόκκους της άμμου που ορισμένα ασπόνδυλα όπως οι ψύλλοι του νερού εισάγουν μέσα στα κυστίδιά τους προκειμένου να ρυθμίσουν τη στατικοακουστική τους συσκευή. Ο Λακάν χρησιμοποιεί αυτή την αναλογία για να περιγράψει την ενσωμάτωση της φωνής του Άλλου, που επιχειρείται διαμέσου της εγγραφής του υποκειμένου και της φωνητικής απόλαυσης υπό το εναδικό σημαίνον. Μια φωνή, σχολιάζει ο Λακάν, δεν αφομοιώνεται, ενσωματώνεται. Όταν εκπίπτει από το όργανο της ομιλίας, επιτρέπει τη διαμόρφωση του κενού του Άλλου, καθιστώντας τον έτσι πρόσφορο έδαφος για να δεχτεί ένα σημαίνον που θα είναι φορέας εκφοράς, κι όμως, για τον αυτιστικό, δεν ισχύει κάτι τέτοιο, η έλλειψη του Άλλου δεν είναι εν ειρήνη: αρνείται να τοποθετήσει εκεί τη φωνή του. Μη ενσωματώνοντας την, την κατακρατεί» (σελ. 95-96).


«Οι περισσότεροι αυτιστικοί υψηλής λειτουργικότητας μιλούν σωστά, αλλά χωρίς να λένε κάτι. Αποδεικνύονται συχνά λαλίστατοι» (σελ. 96).

«Η αποσύνδεση της φωνής από τη γλώσσα είναι στη βάση του αυτισμού. Πρόκειται για μια διαταραχή που επιφέρει γενικά γνωσιακά ελλείμματα, τα οποία ωστόσο δεν ορίζουν την ειδοποιό διαφορά. Η άρνηση της έκκλησης στον Άλλο και η άρνηση της αλλοτρίωσης του είναι της απόλαυσης μέσα στη γλώσσα συνιστούν τις ασυνείδητες στρατηγικές που το υποκείμενο μετέρχεται προκειμένου να προστατευτεί από την αγχωτική παρουσία ενός υπερβολικά πραγματικού Άλλου. Η απόσχιση φωνής και γλώσσας γίνεται αισθητή ως αινιγματική και επώδυνη, αλλά επιβάλλεται στη θέληση» (σελ. 101-102).

«Επομένως, δεν είναι δεδομένη εξαρχής για το αυτιστικό παιδί η γνώση ότι οι προφερόμενοι από τους ανθρώπους που το περιβάλλουν ήχοι συνδέονται με ένα συναισθηματικό βίωμα. Δεν το γνωρίζει γιατί δεν το έχει βιώσει» (σελ. 109).

«Το αυτιστικό υποκείμενο είναι ξεκάθαρα διχασμένο ανάμεσα στα συναισθήματα και τη σκέψη του. Η απόλαυση του εμβίου δεν υποτάσσεται, για το αυτιστικό υποκείμενο, στο σημαίνον, με αποτέλεσμα να ελλείπουν εκείνα τα στοιχεία που θα λειτουργούσαν ρυθμιστικά για τις αισθήσεις και τις σκέψεις του. Η αντίληψή του για τον κόσμο παραμένει χαοτική. Το αυτιστικό παιδί αργεί, συχνά, να κατανοήσει το γεγονός πως η γλώσσα μπορεί να χρησιμεύσει στην επικοινωνία. Οι άλλοι του φαίνονται απρόβλεπτοι και ανησυχαστικοί, η πραγματικότητα μέσα στην οποία κινούνται είναι ένα ακατανόητο χάος. Για αυτό τον λόγο καταφεύγει σε έναν ασφαλή κόσμο, που κατοικείται από καλοπροαίρετα αντικείμενα στα οποία δίνει ζωή, ένα είδος οικόσιτων ζώων, συμπαθητικών και προβλέψιμων. Σε αυτό τον κόσμο, οργανωμένο με βάση τους δικούς του κανόνες, αυτό που ονομάζουμε αμετάβλητο πρέπει να βασιλεύει ως κύριος, εξού και η προσήλωσή του στη μοναξιά του. Οι εισβολές τον θέτουν σε κίνδυνο και του προκαλούν άγχος» (σελ. 121).


Μαλβάλ, Ζαν- Κλωντ. (2018). Ο αυτιστικός και η φωνή του. Αθήνα: Εκκρεμές.

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2018

«Σχέσεις» μέσα στο ψέμα;


Πόσο δύσκολο είναι να παραδεχθείς τα λάθη σου; 

Γιατί συχνά επιλέγουμε να παραμείνουμε σε μια σχέση μόνο και μόνο για να μη δούμε πόσο λάθος επιλογή ήταν αυτή για εμάς ή χωρίς να βλέπουμε τα ψέματα με τα οποία προσπαθεί να μας παραπλανήσει το άλλο μέλος της σχέσης; Από όποια πλευρά και αν έχουν ξεκινήσει τα ψέματα μέσα σε μια σχέση, ας μείνουμε στο αποτέλεσμα… Πόσο εύκολο είναι να προχωρήσει μια σχέση που στηρίζεται στα ψέματα; Και αν ξεκίνησε με ψέματα, με πόση ειλικρίνεια μπορεί να συνεχιστεί;

Η αλήθεια είναι πάντα σκληρή…

Όταν θα δεις την αλήθεια δε σημαίνει πως θα τη δεχθείς… είναι πιο εύκολο να την απορρίψεις και να συνεχίζεις να παραμυθιάζεις τον εαυτό σου πόσο ευτυχισμένος είσαι, παρά να τη δεχθείς. Προκειμένου να βγεις πάλι από την στρεσογόνο κατάσταση που σου δημιούργησε το να ξέρεις την αλήθεια την αρνείσαι και εν τέλει την απωθείς.

Οπότε…


Ειδοποιός διαφορά της αλήθειας με το ψέμα, είναι ότι το ψέμα είναι ανώδυνο, καθώς μας μεταφέρει σε ένα μη πραγματικό κόσμο, στον οποίο ξεχνιόμαστε και όλα είναι καλύτερα και πιο ήρεμα, ωραιοποιημένα και ιδανικά…

Το ψέμα μας βοηθά να κατευνάσουμε το άγχος, όμως, για πόσο καιρό μπορούμε να είμαστε καλά μέσα σε ένα ψέμα; Παροδικά, μας βολεύει να ζούμε σε μια ουτοπία, σε μια φαντασιακή πραγματικότητα, όπως τότε που ήμασταν παιδιά και ονειροπολώντας φτιάχναμε τον κόσμο γύρω μας, όπως θέλαμε, καθώς αυτό μας ηρεμούσε και μας καθησύχαζε.

Συνεπώς, η ανάγκη δεν είναι να συγκρουστούμε με την πραγματικότητα, αλλά να παρατείνουμε αυτή τη φαντασιακή κατάσταση, δηλαδή να καλλιεργήσουμε το ψέμα και όχι την αλήθεια.  



Το δίλημμα, επομένως, που αναδύεται είναι: ψέμα ή αλήθεια;

Το ψέμα έχει την εξής συνέπεια και συνάμα παγίδα. Η ανάγκη μας να πιστεύουμε το ψέμα είναι μεγαλύτερη από το να πιστέψουμε την αλήθεια, με αποτέλεσμα να φτάνουμε ακόμη και σε κραυγαλέα και ανυπόστατα ψέματα να τα πιστεύουμε και να πειθόμαστε… από τα όμορφα λόγια.


Αν συγκρίναμε την αλήθεια με το ψέμα, θα βλέπαμε ότι η αλήθεια μπορεί και να έχει ένα άσχημο πρόσωπο, αλλά είναι πραγματικό, ενώ το ψέμα έχει ένα όμορφο πρόσωπο, ένα όμως προσωπείο, που κρύβει την πραγματική του ασχήμια.

Ως πότε όμως θα καλλιεργούμε αυτό το ψέμα και θα επιλέγουμε να ζούμε μέσα σε μια τελείως εικονική πραγματικότητα, όπου όλα μοιάζουν όμορφα, αλλά δεν είναι… Κι όλα είναι τόσο διαφορετικά, τόσο ψεύτικα, κι εμείς αρχίζουμε να πιστεύουμε το ψέμα… 

Και όταν αρχίσουμε να πιστεύουμε στο ίδιο μας το ψέμα, ξεχνάμε κι εμείς οι ίδιοι ότι αυτό κάποτε ήταν ένα ψέμα, με αποτέλεσμα να καταλήγουμε να μην αναγνωρίζουμε τον ίδιο μας τον εαυτό. 

Το παιχνίδι πλέον είναι χαμένο, δεν έχουμε την ικανότητα να ξεχωρίσουμε τι είναι πραγματικό και τι ψεύτικο, τι θέλουμε και τι δε θέλουμε… και ποια είναι η σχέση που εμείς θέλουμε να έχουμε… 

Με όλα αυτά εκπαιδεύουμε τον εαυτό μας να μην ξεχωρίζουμε… να θεωρούμε ότι όλα είναι ίδια και με βάση το ψέμα που έχουμε τόση ανάγκη να πιστέψουμε οδηγούμαστε στο να δικαιολογούμε οτιδήποτε δεν ταιριάζει με το ψέμα μας… 

Ξεκινώντας από μικρά, αθώα ψεματάκια, μπορεί να φτάσουμε να λέμε μεγάλα ψέματα, σε όλους, ακόμη και στον ίδιο μας τον εαυτό. 

Και έχουμε πείσει τον εαυτό μας ότι με το ψέμα θα καταφέρουμε γρήγορα να γίνουμε ευτυχισμένοι, να κατακτήσουμε όσα θέλουμε, να πάρουμε όλα όσα επιθυμούμε κοροϊδεύοντας τους άλλους και αδιαφορώντας για τις συνέπειες που θα προκαλέσουμε…


Στην ουσία, όμως, κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας, καθώς όσο και να οδηγήσουμε τα πράγματα προς την κατεύθυνση που επιθυμούμε, είτε έρθουν είτε δεν έρθουν, εμείς παραμένουμε ανικανοποίητοι και βαθιά μέσα μας ξέρουμε ότι τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν μόνα τους, αβίαστα και ήρεμα…  




Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2018

Τριγωνικές σχέσεις: Το γενεόγραμμα


Το τρίγωνο αναπαριστά τη σχέση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, οι οποίοι όμως φέρνουν ένα τρίτο πρόσωπο στη σχέση τους. Η λειτουργία της κάθε δυάδας σε ένα τρίγωνο εξαρτάται και επηρεάζει τις άλλες δύο. 

Στο πλαίσιο της συστημικής προσέγγισης υπάρχει ένα σύνολο συνηθισμένων σχεσιακών σχηματισμών που αφορούν στις σχέσεις και που αποτελούν ένα βασικό σχήμα για την ερμηνεία των γενεογραμμάτων. Ο σχηματισμός τριγώνων στις οικογένειες συνεπάγεται ότι δύο άνθρωποι φέρνουν ένα τρίτο στη σχέση τους. Αυτό συνήθως αποσκοπεί λειτουργικά στο να μειωθούν οι δυσκολίες στην αρχική δυάδα. Για παράδειγμα, δύο μέλη της οικογένειας μπορεί να συνδεθούν για να βοηθήσουν ένα τρίτο, το οποίο στην περίπτωση αυτή χαρακτηρίζεται ως «θύμα», ή να συμμαχήσουν εναντίον ενός τρίτου προσώπου, που σ’ αυτή την περίπτωση χαρακτηρίζεται ως «ο κακός». 


Η συμπαιγνία των δύο προσώπων σε σχέση με το τρίτο πρόσωπο είναι το προσδιοριστικό χαρακτηριστικό ενός τριγώνου. Έτσι η συμπεριφορά οποιουδήποτε μέλους ενός τριγώνου αποτελεί λειτουργία της συμπεριφοράς των άλλων.

«Οποιοδήποτε τρίγωνο έχει την τάση να αποτελεί, επίσης, μέρος ενός μεγαλύτερου συστημικού προτύπου στενά διαπλεκόμενων τριγώνων. Έτσι, το ξέσπασμα ενός παιδιού με φορτική μητέρα δεν είναι μόνο λειτουργία της σχέσης ανάμεσα στη μητέρα και στο παιδί, αλλά μπορεί να είναι επίσης μια λειτουργία της σχέσης ανάμεσα στη μητέρα και σ’ έναν απόμακρο πατέρα, ή ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο κι έναν παππού από τη μεριά του πατέρα, που αναμειγνύεται υπερβολικά στα οικογενειακά πράγματα, ή ανάμεσα σε ‘έναν ή πολλούς ενηλίκους και σε ένα πρόωρα ανεπτυγμένο μεγαλύτερο αδελφό. 


Στόχος είναι η υγιής ανάπτυξη, που συνεπάγεται διαφοροποίηση μέχρι του σημείου να μπορεί κανείς να λειτουργήσει ανεξάρτητα σε κάθε σχέση και να μην ακολουθεί αυτόματα ένα συγκεκριμένο σχήμα σχέσης με ένα άτομο λόγω της σχέσης που το άτομο αυτό έχει με ένα άλλο πρόσωπο. Όταν υπάρχει μεγάλη ένταση μέσα σε ένα σύστημα, είναι συνηθισμένο φαινόμενο δύο άνθρωποι να συμμαχούν ως προς έναν τρίτο για να εκτονωθεί η ένταση. Διαφοροποίηση σημαίνει να φτάσει κανείς στο σημείο όπου μπορεί να έχε σχέσεις σε προσωπική βάση παρά με βάση τη σχέση που το πρόσωπο αυτό έχει με κάποιον άλλο, δηλαδή μια κόρη θα μπορούσε να έχει μια στενή σχέση με τη μητέρα της ακόμα κι αν ο πατέρας της, με τον οποίο είναι επίσης πολύ κοντά, βρίσκεται σε σύγκρουση με τη μητέρα της. 

Το γενεόγραμμα είναι ένα πολύτιμο ερμηνευτικό εργαλείο για να συμπεράνουμε την πιθανή ύπαρξη τριγώνων έχοντας μόνο μερική γνώση των σχέσεων μέσα στην οικογένεια» (σελ. 159-160). 

Τρίγωνα γονέων/ παιδιών

«Όταν αναπτυχθεί ένταση ανάμεσα στους δύο γονείς, είναι πιθανό να τη λύσουν συνδεόμενοι ο ένας με τον άλλο και εστιάζοντας την προσοχή τους στο παιδί τους. Ανεξάρτητα από το συγκεκριμένο συναισθηματικό πρότυπο που εμφανίζεται είναι η σύνδεση δύο ανθρώπων σε σχέση με έναν τρίτο που προσδιορίζει τις τριγωνικές σχέσεις. Τα γενεογράμματα είναι ένα εξαιρετικά χρήσιμο εργαλείο για την αναγνώριση τέτοιων τριγώνων, γιατί τα δομικά  πρότυπα, οι πληροφορίες γύρω από τον κύκλο ζωής, και συγκεκριμένα δεδομένα για δυαδικές σχέσεις συχνά κάνουν προφανείς τις αναμενόμενες τριάδες που έχουν πιθανότητα να γίνουν τρίγωνα» (σελ. 160).


Συνηθισμένα τρίγωνα ζευγαριών

«Εκτός από τα παιδιά το ζευγάρι μπορεί να συμπεριλάβει άλλα πρόσωπα ή πράγματα σαν μέρος του τριγώνου του. Το πιο συνηθισμένο τρίγωνο ζευγαριών είναι το τρίγωνο που συμπεριλαμβάνει έναν από τους γονείς του ζευγαριού. Η κλασική περίπτωση είναι αυτή που αφορά ένα χαϊδεμένο γιο, τη μητέρα του και τη σύζυγό του. Η μητέρα εφόσον είχε επενδύσει αρκετά στο μοναχοπαίδι της, φαίνεται πως θα εναντιωθεί στην επιλογή του γιου της. Έτσι μπορούμε να προβλέψουμε την ύπαρξη ενός ζευγαριού- πεθεράς μετά τον γάμο, όπου η πεθερά εναντιώνεται σθεναρά απέναντι στο φλερτ και την επιλογή για γάμο του γιου της. Μετά τον γάμο συνήθως εμφανίζονται περίοδοι σύγκρουσης και εντάσεων ανάμεσα στη νύφη και την πεθερά της. 

Το τρίγωνο ζευγαριού- πεθερικών μπορεί να πάρει διάφορες μορφές. Είναι πιθανό οι σύζυγοι να μετατοπίσουν τις συγκρούσεις τους εστιάζοντας στα προβλήματα της μητέρας του συζύγου. Ή πάλι η σύζυγος μπορεί να κατηγορήσει την πεθερά της για τις ελλείψεις του συζύγου της, ενώ η πεθερά κατηγορεί τη  σύζυγο επειδή κρατάει το ‘’αγαπημένο της αγοράκι’’ μακριά της.  Και ο σύζυγος ίσως να διασκεδάζει αφήνοντας τη μητέρα του και τη γυναίκα του να τσακώνονται μεταξύ τους- πιθανώς να δυσκολεύεται να επικοινωνήσει και με τις δυο τους. Είναι μια περίπτωση του τύπου τσακωθείτε μεταξύ σας. 


Ένα άλλο κοινό τρίγωνο ζευγαριών έχει να κάνει με μια ερωτική σχέση. Προφανώς, μια εξωσυζυγική σχέση έχει επιπτώσεις σε ένα γάμο και μπορεί να εξελιχθεί σε μείζον πρόβλημα ακόμα κι αν ο γάμος επιβιώσει. Η εξωσυζυγική σχέση μπορεί να αφαιρέσει λίγη από την ένταση σε μια συγκρουσιακή σχέση δίνοντας μια διέξοδο στον ένα από τους δύο συζύγους ή μπορεί να αποσπάσει την προσοχή του ζευγαριού από βαθύτερα προβλήματα. Η τριγωνική εξωσυζυγική σχέση μπορεί να συνεχίζεται ή να ανήκει στο παρελθόν» (σελ. 166-168).

«Το γενεόγραμμα επιτρέπει στον ειδικό να ανακαλύψει έντονες σχέσεις μέσα στην οικογένεια και, με δεδομένη τη δομή της οικογένειας και τη θέση της στον κύκλο ζωής, να κάνει υποθέσεις γύρω από τα σημαντικά τριγωνικά σχήματα και τα όρια αυτής της οικογένειας. Η κατανόηση τέτοιων τριγωνικών σχημάτων είναι ουσιαστική για τον σχεδιασμό της θεραπευτικής παρέμβασης. Η ‘’αποτριγωνοποίηση’’ είναι μια σημαντική θεραπευτική διαδικασία μέσω της οποίας τα μέλη της οικογένειας μαθαίνουν να αποδεσμεύονται από άκαμπτα τριγωνικά σχήματα» (σελ. 181).


Μόνικα Μακ Γκόλντρικ & Ράντι Γκέρσον. (1999). Το γενεόγραμμα. Εργαλείο αξιολόγησης για την οικογένεια. Αθήνα: Κέδρος.