Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

Νεφέλες: Τα ψυχικά οφέλη για τους θεατές

Το έργο διδάχθηκε το 423 π.Χ. και απέτυχε στους δραματικούς αγώνες. Η υπόθεση περιστρέφεται γύρω από τη σύγκρουση του πατέρα, Στρεψιάδη, με τον γιο του, Φειδιππίδη. Ο Στρεψιάδης είναι ένας τσιγκούνης χωρικός, ενώ ο γιος του ένας κομψευόμενος και σπάταλος νέος.

 

Πιεσμένος από τα χρέη του, ο Στρεψιάδης μαθαίνει για το φροντιστήριο του Σωκράτη και του Χαιρεφώντα, όπου διδάσκονται τα τεχνάσματα της ρητορικής. Ελπίζει ότι ο γιος του θα μάθει να ξεγελά τους δανειστές του στα δικαστήρια, ώστε να αποφύγει την αποπληρωμή των χρεών. Ο Φειδιππίδης αρνείται να φοιτήσει και έτσι ο Στρεψιάδης αποφασίζει να γίνει ο ίδιος μαθητής. Ο Σωκράτης τον μυεί στις διδασκαλίες του, όμως ο Στρεψιάδης αδυνατεί να κατανοήσει όσα διδάσκεται και τελικά αποβάλλεται από το φροντιστήριο.

Στη συνέχεια πείθει τον Φειδιππίδη να φοιτήσει. Πατέρας και γιος παρακολουθούν την αντιπαράθεση του Δίκαιου και του Άδικου Λόγου, δύο συμβολικών μορφών που εκπροσωπούν δύο διαφορετικές αντιλήψεις για την αγωγή. Ο Δίκαιος Λόγος υπερασπίζεται την ηθική, την πειθαρχία και τις παραδοσιακές αξίες, ενώ ο Άδικος Λόγος προβάλλει τη δύναμη της ρητορικής, που μπορεί να δικαιολογήσει ακόμη και το άδικο. Τελικά ο Φειδιππίδης επιλέγει να μαθητεύσει κοντά στον Άδικο Λόγο.

Αρχικά ο Στρεψιάδης φαίνεται να πετυχαίνει τον σκοπό του, καθώς χρησιμοποιεί όσα έμαθε για να απομακρύνει τους δανειστές του χωρίς να πληρώσει. Σύντομα όμως έρχεται αντιμέτωπος με τις συνέπειες των επιλογών του. Ο Φειδιππίδης χρησιμοποιεί τη ρητορική για να δικαιολογήσει ακόμη και τη βία απέναντι στον πατέρα του, γεγονός που οδηγεί τον Στρεψιάδη σε μετάνοια. Συνειδητοποιώντας το λάθος του, βάζει φωτιά στο φροντιστήριο του Σωκράτη και αναγκάζει εκείνον και τους μαθητές του να τραπούν σε φυγή.

Στο έργο παρουσιάζεται η αντίθεση ανάμεσα στην παραδοσιακή και τη νέα παιδεία. Η παραδοσιακή εκπαίδευση καλλιεργούσε την πειθαρχία, τις αρετές και την προσφορά προς την πόλη, χωρίς όμως να ενισχύει ιδιαίτερα την κριτική σκέψη. Οι σοφιστές, αντίθετα, προώθησαν τη γνώση και τη ρητορική, προσφέροντας στους νέους νέα πνευματικά ερεθίσματα. Στις Νεφέλες ο Σωκράτης παρουσιάζεται να ασχολείται με την αστρονομία, τη μετεωρολογία, τη γεωλογία και τη γραμματική, ως μέρος της πνευματικής εκπαίδευσης που οδηγεί στη ρητορική.

Ο Αριστοφάνης παρουσιάζει τον Στρεψιάδη να προσεγγίζει αυτή τη γνώση με ανέντιμο σκοπό. Εγκαταλείπει εύκολα τις παραδοσιακές αντιλήψεις, πιστεύοντας ότι η νέα διδασκαλία θα του επιτρέψει να επιτύχει χωρίς ηθικούς φραγμούς. Παράλληλα, στο έργο δεν προβάλλεται κάποια κοινωνική χρησιμότητα της διδασκαλίας του Σωκράτη, γεγονός που φανερώνει την κριτική στάση του Αριστοφάνη απέναντι στη σοφιστική και στον ορθολογικό τρόπο σκέψης. Ωστόσο, η κωμική διάθεση του ποιητή μετριάζει την αυστηρότητα αυτής της κριτικής.

Η εικόνα του Σωκράτη στις Νεφέλες δεν συμφωνεί με όσα γνωρίζουμε από άλλες πηγές. Ο Πλάτωνας και ο Ξενοφών παρουσιάζουν έναν φιλόσοφο που ήταν αντίθετος στα ρητορικά τεχνάσματα και στη διδασκαλία επί πληρωμή, ενώ παρέμενε πιστός στις αξίες της δημοκρατίας. Ο Αριστοφάνης αποδίδει στον Σωκράτη ιδέες και συνήθειες που ανήκαν περισσότερο στους σοφιστές, παραβλέποντας εκείνα τα χαρακτηριστικά που τον ξεχώριζαν.

Πιθανότατα ο ποιητής επέλεξε να παρουσιάσει τον Σωκράτη ως χαρακτηριστικό εκπρόσωπο της σοφιστικής επειδή συνδεόταν με νέους αριστοκρατικής καταγωγής, όπως ο Αλκιβιάδης. Έτσι, στο έργο ταυτίζεται με τους σοφιστές και γίνεται το σύμβολο του νέου πνεύματος που, κατά τον Αριστοφάνη, απειλούσε τις παραδοσιακές αξίες της αθηναϊκής κοινωνίας.

Την εποχή εκείνη τα φιλοσοφικά και επιστημονικά ενδιαφέροντα συνδέονταν συχνά, στα μάτια του απλού κόσμου, με τη ρητορική και την πολιτική φιλοδοξία. Παράλληλα, η ανάπτυξη της επιστημονικής σκέψης αμφισβητούσε τις παραδοσιακές θρησκευτικές αντιλήψεις, προκαλώντας ανησυχία σε πολλούς πολίτες. Ο Αριστοφάνης εκφράζει αυτή την ανησυχία, υπερασπιζόμενος τα έθιμα και τις αξίες του παρελθόντος, γεγονός που δίνει στο έργο έναν έντονα συντηρητικό χαρακτήρα.

Παρά τις ιστορικές ανακρίβειες, οι Νεφέλες αποτελούν σημαντικό έργο, γιατί μέσα από τη σάτιρα παρουσιάζουν τη σύγκρουση ανάμεσα στην παράδοση και την καινοτομία. Η αντιπαράθεση του Δίκαιου και του Άδικου Λόγου συμβολίζει τη σύγκρουση δύο διαφορετικών τρόπων αγωγής και δύο αντιλήψεων για την κοινωνία. Ο Αριστοφάνης υποστηρίζει ότι η εγκατάλειψη της ηθικής και η χρήση της γνώσης χωρίς αξίες οδηγούν στην παρακμή, ενώ για να πετύχει το κωμικό αποτέλεσμα διαστρεβλώνει σκόπιμα την προσωπικότητα του ιστορικού Σωκράτη και ασκεί παράλληλα κριτική στον Ευριπίδη και στη σοφιστική.

Οι Νεφέλες του Αριστοφάνη είναι ένα πολύ αξιόλογο έργο, διότι, μέσα από το χιούμορ και τη σάτιρα, θέτουν διαχρονικά ερωτήματα για την παιδεία, την ηθική και τη σωστή χρήση της γνώσης. Το έργο δείχνει ότι η εξυπνάδα και η ρητορική, όταν χρησιμοποιούνται χωρίς αξίες, μπορούν να οδηγήσουν στην αδικία και στη διάλυση των ανθρώπινων σχέσεων. Ο σημερινός θεατής διδάσκεται τη σημασία της κριτικής σκέψης, της υπευθυνότητας και του σεβασμού απέναντι στους άλλους. Παράλληλα, αντιλαμβάνεται τις συνέπειες της απληστίας και της ανεντιμότητας. Σε ψυχολογικό επίπεδο, η κωμωδία προσφέρει γέλιο και αποφόρτιση, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει τον προβληματισμό και την αυτογνωσία, βοηθώντας τον άνθρωπο να αναθεωρήσει τις επιλογές και τις αξίες του.

 

Πηγές:

Ε. Ανδριανού, Π. Ξιφαρά, Αρχαίο Ελληνικό Θέατρο, Ο Δραματικός Λόγος από τον Αισχύλο ως τον Μένανδρο, Ε.Α.Π., Πάτρα 2001, σ.125.

F.M. Cornford, Η Αττική Κωμωδία, μτφρ. Λ. Ζενάκος, τρίτη έκδοση, εκδ. Δημ. Ν. Παπαδήμα, Ιπποκράτους 8, Αθήνα 1993, στο Παράλληλα Κείμενα, για τη θεματική ενότητα ‘Αρχαίο Ελληνικό Θέατρο’, Ε.Α.Π., Πάτρα 2006, σ.σ. 204,205.

K.J. Dover, Η Κωμωδία του Αριστοφάνη, μτφρ. Φάνης Ι. Κακριδής, 6η ανατύπωση, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής τραπέζης, Αθήνα 2005, σ.σ.147,148,149,150.

 

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

 

Τρίτη 7 Ιουλίου 2026

Πεντάχρονοι «επαναστάτες»

Η ηλικία των πέντε ετών αποτελεί μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περίοδος στην ανάπτυξη του παιδιού. Ο χαρακτηρισμός «πεντάχρονοι επαναστάτες» δεν αναφέρεται σε παιδιά που αντιδρούν από πείσμα ή επιδιώκουν να αμφισβητήσουν τους ενήλικες χωρίς λόγο. Αντίθετα, περιγράφει μια φυσική και εξαιρετικά σημαντική αναπτυξιακή φάση, κατά την οποία τα παιδιά ανακαλύπτουν τη δύναμη της προσωπικότητάς τους, διεκδικούν μεγαλύτερη αυτονομία και προσπαθούν να κατανοήσουν τον κόσμο μέσα από τη δική τους οπτική. Τα πεντάχρονα συχνά μας θυμίζουν μικρούς επαναστάτες, που κάνουν φάρσες, πειραματίζονται με τα όρια και δοκιμάζουν συνεχώς τι είναι αληθινό και τι όχι. Πρόκειται για μια περίοδο έντονης αναζήτησης της πραγματικότητας. Τα παιδιά προσπαθούν να κατανοήσουν πως λειτουργεί ο φυσικός κόσμος, πως κινούνται τα αντικείμενα στον χώρο γύρω τους, ποιες σχέσεις συνδέουν τα γεγονότα και ποιες αιτίες βρίσκονται πίσω από όσα παρατηρούν. 

 

Στην ηλικία των πέντε ετών, το παιδί έχει ήδη κατακτήσει σημαντικές γλωσσικές, γνωστικές και κοινωνικές δεξιότητες. Το ψέμα δεν είναι απαραίτητα μια συνειδητή προσπάθεια εξαπάτησης, αλλά μια νέα γνωστική δυνατότητα που φαίνεται στα παιδιά συναρπαστική. Το παιδί δεν αρκείται πλέον στην απλή συμμόρφωση με τους κανόνες, αλλά αναζητά τις αιτίες πίσω από αυτούς. Το συνεχές «γιατί;» αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτής της ηλικίας. Τα παιδιά δεν αμφισβητούν την εξουσία επειδή θέλουν να την καταρρίψουν· επιδιώκουν να κατανοήσουν τη λογική της. Η περιέργεια, ο πειραματισμός και η συνεχής αναζήτηση εξηγήσεων αποτελούν τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής της ηλικίας και θέτουν τα θεμέλια για τη μετάβαση στη σχολική μάθηση και στην πιο ώριμη λογική σκέψη που θα ακολουθήσει…

Η «επανάσταση» των πεντάχρονων εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους. Θέλουν να κάνουν πράγματα μόνα τους, να επιλέγουν τα ρούχα τους, να εκφράζουν γνώμη, να συμμετέχουν στις αποφάσεις που τα αφορούν, να διαπραγματεύονται τους κανόνες του παιχνιδιού και να υπερασπίζονται αυτό που θεωρούν δίκαιο. Συχνά δοκιμάζουν τα όρια που θέτουν οι ενήλικες, όχι επειδή επιθυμούν τη σύγκρουση, αλλά επειδή μέσα από αυτή τη διαδικασία κατανοούν τα όρια της ελευθερίας τους και τις συνέπειες των πράξεών τους.

Η στάση των ενηλίκων απέναντι σε αυτή τη συμπεριφορά είναι καθοριστική. Όταν οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί αντιμετωπίζουν κάθε αντίρρηση ως ανυπακοή, είναι πιθανό να περιορίσουν την πρωτοβουλία και την αυτοπεποίθηση του παιδιού. Αντίθετα, όταν ακούν με προσοχή, εξηγούν τους κανόνες, δίνουν επιλογές όπου αυτό είναι εφικτό και ενθαρρύνουν τον διάλογο, βοηθούν το παιδί να αναπτύξει υπευθυνότητα, αυτορρύθμιση και σεβασμό προς τους άλλους.

Το παιχνίδι αποτελεί το βασικό πεδίο όπου εκφράζεται αυτή η δημιουργική «επανάσταση». Μέσα από τους ρόλους, τις διαπραγματεύσεις και τις μικρές συγκρούσεις με τους συνομηλίκους τους, τα παιδιά μαθαίνουν να συνεργάζονται, να επιχειρηματολογούν, να επιλύουν προβλήματα και να αναγνωρίζουν τα συναισθήματα των άλλων. Έτσι, η αμφισβήτηση μετατρέπεται σε ευκαιρία μάθησης και κοινωνικής ωρίμανσης.

Οι πεντάχρονοι χρειάζονται όρια, αλλά ταυτόχρονα χρειάζονται και χώρο για πρωτοβουλία. Η ισορροπία ανάμεσα στην ασφάλεια και την ελευθερία αποτελεί βασική προϋπόθεση για την υγιή ανάπτυξή τους. Οι σταθεροί κανόνες, όταν συνοδεύονται από σεβασμό, συνέπεια και ειλικρινή επικοινωνία, δεν καταπιέζουν το παιδί· του προσφέρουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να εξερευνήσει, να δημιουργήσει και να αναπτύξει την προσωπικότητά του.

Τελικά, οι «πεντάχρονοι επαναστάτες» μας υπενθυμίζουν ότι η περιέργεια, η αμφισβήτηση και η επιθυμία για αυτονομία δεν είναι προβλήματα προς εξάλειψη, αλλά πολύτιμα στοιχεία της ανθρώπινης ανάπτυξης. Το ζητούμενο δεν είναι να καταστείλουμε αυτή την εσωτερική δύναμη, αλλά να τη μετατρέψουμε σε δημιουργικότητα, υπευθυνότητα και δημοκρατική συνύπαρξη. Η πραγματική πρόκληση για τους ενήλικες δεν είναι να κερδίσουν τη «μάχη» με το παιδί, αλλά να το συνοδεύσουν στη διαμόρφωση μιας προσωπικότητας που θα μπορεί να σκέφτεται κριτικά, να συνεργάζεται και να ενεργεί με αυτοπεποίθηση και σεβασμό.

 

Πηγή:

https://theobservantmom.com/the-misbehavior-and-growth-of-a-five-year-old/. The Misbehavior and Growth of Five Year Olds. 

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Διαβάζοντας το βιβλίο: Ο κόσμος όπως είναι!

Η ανθρώπινη φύση στον κλασικό αναρχισμό και η μετα_αναρχική ένσταση

Του Κώστα Γαλανόπουλου

 

«Μια κλασική κριτική που γίνεται στην αναρχική αντίληψη είναι εκείνη που εστιάζει σε μια πρωταρχική αγαθή προδιάθεση των ανθρώπων. Ότι οι άνθρωποι είναι από τη φύση τους καλοί και αγαθοί και οι θεσμοί και οι φορείς της εξουσίας είναι αυτοί που τους αλλοτριώνουν και τους αναγκάζουν να παρεκτρέπονται από τις φυσικές τους κλίσεις. Αυτή η κριτική δεν καταγράφεται μόνο από τους υπέρμαχους της διαχωρισμένης εξουσίας, του κράτους και της γενικευμένης αντιπροσώπευσης, από εκείνους δηλαδή που, είτε πατούν σε ένα προοδευτικό έδαφος είτε όχι, υιοθετούν παρόλα αυτά μια χομπσιανή επιχειρηματολογία για να δικαιολογήσουν την υιοθέτηση "αναγκαίων κακών" στη θεσμιστική ιστορία της ανθρωπότητας. Καταγράφεται και από τους μεταδομιστές και τους μετα-αναρχικούς, όπως έχει φανεί στο βιβλίο που έχουμε εκδώσει, Εισαγωγή στον μετα-αναρχισμό, δίνοντας το έναυσμα στο συγγραφέα του ανά χείρας βιβλίου να περιηγηθεί στην ιστορία των εκφραστών του αναρχισμού προκειμένου να δείξει αν κάτι τέτοιο ισχύει ή αν είναι μια υπερβολικά απαισιόδοξη κριτική προσέγγιση του αναρχισμού» (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

Το βιβλίο επιχειρεί μια σε βάθος διερεύνηση ενός από τα πιο κρίσιμα φιλοσοφικά και πολιτικά ερωτήματα: υπάρχει μια σταθερή ανθρώπινη φύση και, αν ναι, ποιον ρόλο διαδραματίζει στη συγκρότηση των πολιτικών θεωριών και των κοινωνικών οραμάτων;

Αφετηρία της μελέτης αποτελεί η κλασική αναρχική παράδοση, όπως αυτή διαμορφώθηκε μέσα από το έργο σημαντικών θεωρητικών του αναρχισμού. Εξετάζεται ο τρόπος με τον οποίο οι κλασικοί αναρχικοί αντιλαμβάνονται τον άνθρωπο, τη συνεργασία, την ελευθερία, την αλληλεγγύη και την κοινωνική οργάνωση, καθώς και η σημασία που αποδίδουν στην έννοια της ανθρώπινης φύσης ως θεμέλιο της δυνατότητας μιας κοινωνίας χωρίς κράτος και εξουσιαστικούς θεσμούς.

Στη συνέχεια, το βιβλίο στρέφεται στη μετα-αναρχική σκέψη, η οποία ασκεί κριτική στις ουσιοκρατικές αντιλήψεις περί ανθρώπου και αμφισβητεί την ύπαρξη μιας καθολικής και αμετάβλητης ανθρώπινης φύσης. Μέσα από τη συνομιλία με σύγχρονα φιλοσοφικά ρεύματα, όπως ο μεταδομισμός και η μεταθεμελιωτική πολιτική θεωρία, αναδεικνύονται οι ενστάσεις απέναντι στις κλασικές αναρχικές παραδοχές και εξετάζονται νέοι τρόποι κατανόησης της υποκειμενικότητας, της εξουσίας και της χειραφέτησης.

Χωρίς να αντιμετωπίζει τις δύο προσεγγίσεις ως ασυμβίβαστες, το βιβλίο επιδιώκει να αναδείξει τόσο τα σημεία σύγκλισης όσο και τις δημιουργικές εντάσεις μεταξύ τους. Η ανθρώπινη φύση δεν παρουσιάζεται ως ένα αυτονόητο δεδομένο, αλλά ως ένα διαρκώς ανοιχτό φιλοσοφικό και πολιτικό διακύβευμα, που επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ελευθερία, την κοινωνική αλλαγή και τις δυνατότητες της συλλογικής ζωής.

Πρόκειται για μια συμβολή στον διάλογο μεταξύ της κλασικής αναρχικής θεωρίας και των σύγχρονων κριτικών προσεγγίσεων, η οποία απευθύνεται τόσο σε ερευνητές και φοιτητές των πολιτικών και κοινωνικών επιστημών όσο και σε κάθε αναγνώστη που ενδιαφέρεται για τη φιλοσοφία, την πολιτική θεωρία και τις σύγχρονες αναζητήσεις γύρω από την ελευθερία και την ανθρώπινη συνύπαρξη.

 

«Και τώρα που δεν χρειάζεται πια να είσαι τέλειος, μπορείς να είσαι καλός». John Steinbeck

 

Πηγή:

Κώστας Γαλανόπουλος, 2015, Ο κόσμος όπως είναι! Η ανθρώπινη φύση στον κλασικό αναρχισμό και η μετα_αναρχική ένσταση. Εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Διαβάζοντας το βιβλίο: Το υπέροχο είδος ανοησίας

Η ανθρωπολογία του φιλελευθερισμού και του αναρχισμού

Του Κώστα Γαλανόπουλου

 

«Στον πυρήνα κάθε θεωρητικού σχηματισμού στην πολιτική φιλοσοφία βρίσκεται μια δέσμη θεμελιωδών προϋποθέσεων περί του ανθρώπου. Οι προϋποθέσεις αυτές εμφανίζονται με τη μορφή ανθρωπολογικών περιγραφών οι οποίες τείνουν να μετατρέπονται σε οντολογικές θέσεις, δηλαδή σε γενικεύσεις δεσμευτικού χαρακτήρα. Στη βάση αυτών οικοδομούνται τα ιδιαίτερα θεωρητικά συστήματα, με δομικές εννοιολογικές αρμώσεις όπως η ανθρώπινη φύση και οι ποιότητές της, η φύση της πολιτικής κοινωνίας, ο χαρακτήρας της ελευθερίας. Οι επεξεργασίες αυτές έχουν συνέπειες που φτάνουν έως την πολιτική θεωρία, όπως στις θέσεις για το κράτος, για τον πολίτη και την πολιτική ελευθερία, για τον χαρακτήρα της διακυβέρνησης και του πολιτεύματος. Η μεθοδολογική υπόθεση των ανθρωπολογικών και οντολογικών προϋποθέσεων μπορεί να χρησιμεύσει για μια ερμηνευτική και κριτική κατ' αντιπαράστασιν εξέταση του φιλελευθερισμού και του αναρχισμού, της φύσης της συγγένειάς τους, του βαθμού σύγκλισης ή απόκλισής τους» (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

Το βιβλίο εξετάζει την πολιτική ανθρπωολογία και παρουσιάζει μια σύγκριση ανάμεσα στον φιλελευθερισμό και τον αναρχισμό, αναλύοντας τις ιδέες γύρω από την ανθρώπινη φύση και την κοινωνία. Το βιβλίο διαπραγματεύεται τη λοκιανή θεώρηση της έννοιας του ατόμου ως ιδιοκτήτη του εαυτού του, τις φιλοσοφικές προϋποθέσεις της άρνησης του δυϊσμού ατόμου και κοινωνίας και τις φιλοσοφικές και ανθρωπολογικές προϋποθέσεις της ελευθερίας ως παρέμβασης. Επίσης, μελετά την ιδιοκτησία και κληρονομιά, τον ατομικισμό και τον αντικρατισμό, καθώς και το άτομο και κοινωνία, κράτος και ελευθερία.

«Τα ανθρώπινα όντα γεννιούνται εντός ενός ήδη διαμορφωμένου κοινωνικού πλαισίου, το οποίο αποτελεί προϊόν μυριάδων βιολογικών, περιβαλλοντολογικών, ιστορικών, οικονομικών και ηθικών παραγόντων, σε ένα ιστορικό βάθος το οποίο χάνεται έως τις απαρχές του ανθρώπινου είδους. Από την πρώτη στιγμή της γέννησής του το άτομο βρίσκεται διαρκώς υπό την ακατάπαυστη επιρροή όλων των αξιακών και ηθικών φορτίων της κοινωνίας της οποίας είναι μέλος, καθώς και υπό συνεχή διαμόρφωση από τις τρέχουσες τεχνολογικές, παραγωγικές και επιστημονικές εξελίξεις και μετασχηματισμού.

Επιπλέον, το άτομο έρχεται στη ζωή ήδη κατάφορτο με βιολογικά κληρονομημένα χαρακτηριστικά, ως απόγονος μιας συγκεκριμένης οικογενειακής γραμμής, αλλά και ως υποδοχέας βιολογικών χαρακτηριστικών διαμορφωμένων έπειτα από αιώνες εξέλιξης του ανθρώπινου είδους. Ώστε, ο συγκεκριμένος άνθρωπος αποτελεί το ανεπανάληπτο προϊόν της διασταύρωσης, αλληλόδρασης και μετασχηματισμού των απειράριθμων δυνάμεων και επιρροών, του παρελθόντος και του παρόντος, οι οποίες δρουν ακατάπαυστα επάνω του και εντός του. Με βάση αυτή τη λογική, το άτομο του φιλελεύθερου ατομικισμού πλήττεται και στις δύο ιδιότητές του, την ανεξάρτητη και ατομική διαδικασία συγκρότησής του και τη δυνατότητα της αυτόβουλης, και αυτενεργούς κίνησης» (σελ. 385-386).

 

Πηγή:

Κώστας Γαλανόπουλος, 2019, Το υπέροχο είδος ανοησίας. Η ανθρωπολογία του φιλελευθερισμού και του αναρχισμού. Εκδόσεις Νήσος.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Διαβάζοντας το παραμύθι: Ο αγέρας παίζει φλογέρα

Της Γαλατείας Γρηγοριάδου- Σουρέλη

 

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου γράφει:

«Ο αγέρας σήμερα έχει πολλά κέφια.

Θέλει να παίξει, να τραγουδήσει. Συντροφιά, όμως, δεν βρίσκει.

Κι όπως ετοιμαζόταν να φύγει, να εκεί, είδε το παιδί.

Το παιδί κρατούσε μια φλογέρα στα χέρια του.

Έτρεξε ο αγέρας, έτρεξε τόσο που λαχάνιασε.

«Παίζουμε;» ρώτησε με λαχτάρα τη φλογέρα.

«Παίζουμε;» ρώτησε με λαχτάρα το παιδί.

«Παίζουμε!!» αποκρίθηκε χαρούμενα το παιδί.

«Παίζουμε!!» αποκρίθηκε χαρούμενα η φλογέρα.

Κι ο αγέρας, σήμερα που έχει κέφια, κι ο αγέρας που θέλει να παίξει,

να τραγουδήσει, χώθηκε μέσα στη φλογέρα και της έδωσε ψυχή,

κι εκείνη άρχισε να παίζει. Και το παιδί θαύμασε

κι ήταν ευτυχισμένο που ο αγέρας έπαιζε τη φλογέρα του».

 

Το βιβλίο αφηγείται μια τρυφερή ιστορία που αναδεικνύει την ομορφιά της φύσης, τη δύναμη της φαντασίας και τη χαρά της μουσικής. Ο αγέρας, σαν να κρατά μια αόρατη φλογέρα, ταξιδεύει παντού, σκορπίζοντας μελωδίες, κίνηση και ζωή σε ανθρώπους, ζώα και φυτά.

Μέσα από την ποιητική αφήγηση, τα παιδιά μαθαίνουν να παρατηρούν τη φύση, να εκφράζουν τα συναισθήματά τους και να εκτιμούν την αρμονία του κόσμου γύρω τους.

Μεταξύ των ποιημάτων η συγγραφέας γράφει:

«Το μουστάκι και το γένι

του καλού μου του παππού

μου θυμίζουν κανταΐφι που και που.

Απ’ τα μάτια του σιρόπι κόμπο, κόμπο στάζει.

Γλύκα που ‘χει ο παππούς μου σαν κοιτάζει!

Κάθε τόσο του φωνάζω:

‘’Κανταΐφι μου, παππού,

αγαπώ να σε πειράζω

πού και πού» (σελ. 111).

 

Πηγή:

Γαλατείας Γρηγοριάδου- Σουρέλη. Ο αγέρας παίζει φλογέρα. Εκδόσεις Πατάκη, 2013.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Διαβάζοντας το βιβλίο: Η παρηγοριά της φιλοσοφίας

Του Βοήθιου

 

"...με τον τρόπο αυτόν, τα σύννεφα της μελαγχολίας μου σκόρπισαν. Αντίκρισα τον καθαρό ουρανό και ανέκτησα τη δύναμη να αναγνωρίζω το πρόσωπο της θεραπεύτριάς μου. Έτσι, όταν σήκωσα τα μάτια και κάρφωσα το βλέμμα μου επάνω της, αντίκρισα την παραμάνα μου, τη Φιλοσοφία, στης οποίας τα δώματα σύχναζα από την πρώτη μου νιότη..."

 

«Στην "Παρηγοριά της Φιλοσοφίας" ο Ρωμαίος συγκλητικός, φιλόσοφος, συγγραφέας και μεταφραστής της αρχαίας ελληνικής γραμματείας Βοήθιος (π. 480-524 μ.Χ.) συνδιαλέγεται με τη Φιλοσοφία, προσωποποιημένη στη μορφή μιας αριστοκρατικής γυναίκας, η οποία έρχεται μέσα στο κελί του για να τον παρηγορήσει για την άδικη φυλάκισή του. Μαζί θα εξετάσουν τα βαθιά ερωτήματα που ανέκαθεν απασχολούσαν την ανθρώπινη σκέψη όπως η ανθρώπινη και θεϊκή δικαιοσύνη, η μοίρα και η τύχη, η ελεύθερη βούληση και η Θεία Πρόνοια, η θέση των δίκαιων και των φαύλων μέσα στον κόσμο. Βαθύτατα επηρεασμένο από τον Πλάτωνα και τους προσωκρατικούς φιλοσόφους, το βιβλίο του Βοήθιου έχει χαρακτηριστεί από πολλούς μελετητές και ακαδημαϊκούς ως το τελευταίο μεγάλο φιλοσοφικό έργο της αρχαιότητας. Αποτέλεσε ένα ορόσημο στη μεσαιωνική Ευρώπη, αφού μέχρι την Αναγέννηση υπήρξε το πιο πολυδιαβασμένο βιβλίο μετά τη Βίβλο, ενώ ακόμα και σήμερα παραμένει μοναδικό και επίκαιρο.

Στην παρούσα μετάφραση τα υπέροχα λυρικά ποιήματα του Βοήθιου που εναλλάσσονται με τα πεζά κομμάτια του βιβλίου έχουν αποδοθεί σε ιαμβικό μέτρο, ενώ εμπεριέχονται πολλές διευκρινιστικές υποσημειώσεις ώστε ο αναγνώστης να έχει καλύτερη πρόσβαση στην πολυεπίπεδη θεματολογία του βιβλίου» (Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

Στο βιβλίο η Φιλοσοφία αναφέρει ότι η εύνοια της τύχης είναι απατηλή και προσωρινή, για αυτό ο άνθρωπος δεν θα πρέπει να δένεται με τα εγκόσμια αγαθά, καθώς η απώλειά τους είναι χαρακτηριστικό της φύση τους, επομένως θεωρείται αναπόφευκτο στοιχείο της φύσης. Τα πλούτη, η δόξα και η εξουσία δεν προσφέρουν πραγματική ευτυχία. Επίσης, στο βιβλίο αναφέρεται στη φύση του κακού, καθώς οι κακοί άνθρωποι ουσιαστικά δεν έχουν πραγματική δύναμη. Το κακό προέρχεται από την άγνοια, ενώ οι άνθρωποι που είναι πραγματικά ενάρετοι ποτέ δεν χάνουν την εσωτερική τους ηθική ανταμοιβή.

«Κοιτάζοντας τα ζωντανά πλάσμα, τα οποία έχουν κάποια λάθη επιλογών, δεν βρίσκω κανένα το οποίο, χωρίς εξωτερικό καταναγκασμό, να εγκαταλείπει την επιθυμία για ζωή και να επιταχύνει την καταστροφή του με τη θέλησή του. Κάθε πλάσμα επιδιώκει με επιμονή την αυτοσυντήρηση και αποφεύγει τον θάνατο και τον αφανισμό!» (σελ. 168).                         

 

Πηγή:

Βοήθιος. Η παρηγοριά της φιλοσοφίας, Βιβλιοπωλείο Λαβύρινθος, 2023.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

Το φαινόμενο Rosenthal: Φαινόμενο Πυγμαλίωνα

 Οι προσδοκίες που έχουμε για τους άλλους μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τη συμπεριφορά και την απόδοσή τους. Ο κοινωνικός ψυχολόγος Robert Rosenthal απέδειξε ότι ακόμη και όταν οι προσδοκίες βασίζονται σε λανθασμένες πληροφορίες, μπορούν να οδηγήσουν σε πραγματικές αλλαγές στα αποτελέσματα.

 

Αρχικά, σε ένα πείραμα με εργαστηριακούς αρουραίους, οι φοιτητές πίστεψαν ότι κάποιοι αρουραίοι ήταν πιο «έξυπνοι» από άλλους, παρότι όλοι ήταν ίδιοι. Χωρίς να το συνειδητοποιούν, οι φοιτητές φέρθηκαν με περισσότερη φροντίδα και θετική διάθεση στους υποτιθέμενους «έξυπνους» αρουραίους, οι οποίοι τελικά είχαν καλύτερη απόδοση.

Στη συνέχεια, ο Rosenthal και η Lenore Jacobson μετέφεραν την έρευνα στο σχολείο. Ενημέρωσαν εκπαιδευτικούς ότι ορισμένοι μαθητές είχαν μεγάλες προοπτικές επιτυχίας, ενώ στην πραγματικότητα είχαν επιλεγεί τυχαία. Έναν χρόνο αργότερα, οι μαθητές αυτοί παρουσίασαν σημαντική βελτίωση, επειδή οι δάσκαλοι τους παρείχαν περισσότερη ενθάρρυνση, προσοχή και υποστήριξη. Το φαινόμενο αυτό ονομάστηκε Φαινόμενο του Πυγμαλίωνα ή αυτοεκπληρούμενη προφητεία.

Αν και η θεωρία δέχθηκε κριτική επειδή δεν λαμβάνει πλήρως υπόψη κοινωνικούς παράγοντες, όπως η φτώχεια και οι ανισότητες, μεταγενέστερες έρευνες σε σχολεία, δικαστήρια, νοσοκομεία και άλλους χώρους επιβεβαίωσαν ότι οι προσδοκίες επηρεάζουν ουσιαστικά τη συμπεριφορά και τα αποτελέσματα.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η μη λεκτική επικοινωνία. Ο τόνος της φωνής, οι εκφράσεις του προσώπου, οι χειρονομίες και η στάση του σώματος μεταφέρουν τις προσδοκίες μας συχνά πιο έντονα από τα λόγια. Έρευνες έδειξαν ότι ασθενείς και άλλοι άνθρωποι αντιλαμβάνονται αυτές τις ανεπαίσθητες ενδείξεις και επηρεάζονται από αυτές.

Ο ψυχολόγος Daniel Goleman υποστήριξε ότι η ενσυναίσθηση και η αυτογνωσία είναι απαραίτητες για να περιορίσουμε τις προκαταλήψεις μας και να δημιουργούμε θετικές σχέσεις. Παρόμοια, η ψυχίατρος Helen Reiss έδειξε ότι όταν οι γιατροί εκπαιδεύονται στην ενσυναίσθηση και στη μη λεκτική επικοινωνία, βελτιώνεται σημαντικά η σχέση τους με τους ασθενείς.

Ο Rosenthal τόνισε ότι δεν υπάρχει μια απλή συνταγή επιτυχίας ούτε συγκεκριμένες συμπεριφορές που λειτουργούν πάντα. Η αποτελεσματική επικοινωνία προκύπτει από τον συνδυασμό λεκτικών, μη λεκτικών και συναισθηματικών στοιχείων, ενώ βασική προϋπόθεση είναι η αναγνώριση των προσωπικών μας προκαταλήψεων και προσδοκιών.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι οι προσδοκίες μας επηρεάζουν τον τρόπο που συμπεριφερόμαστε στους άλλους, και αυτή η συμπεριφορά μπορεί να ενισχύσει ή να περιορίσει τις δυνατότητές τους. Όταν αντιμετωπίζουμε τους ανθρώπους με εμπιστοσύνη, σεβασμό και πίστη στις ικανότητές τους, αυξάνουμε τις πιθανότητες να εξελιχθούν και να πετύχουν.

Όπως είπε και ο Γκαίτε: «Φερθείτε στους ανθρώπους σαν να είναι αυτό που θα έπρεπε να είναι και τους βοηθάτε να γίνουν αυτό που είναι ικανοί να είναι.»

 

Πηγή:

https://www.psychologytoday.com/us/blog/raising-resilient-children/202505/understanding-the-pygmalion-effect.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Η αδυσώπητη σκέψη των «μη πεπραγμένων»…

Μια εσωτερική δύναμη που μας ανυψώνει!

 

Αναφέρει ο διάσημος Γάλλος φιλόσοφος, ελληνιστής και σινολόγος Φρανσουά Ζυλλιέν στο βιβλίο του με τίτλο: «Εγκώμιο της απραξίας», τα εξής παρακάτω:

«Υπάρχει άραγε κανείς που μετά από μια κοπιαστικότατη μέρα εντατικής εργασίας όπου “έκανε” πολλά, δεν αναφώνησε το βράδυ αποκαμωμένος: “Αχ, κι όλα όσα δεν έκανα!”; Ας στραφούμε λοιπόν στην εμπειρία μας: όσο περισσότερα “κάνουμε”, όσο περισσότερο “πράττουμε”, τόσο περισσότερο φέρνουμε στο φως, γύρω από τα “πεπραγμένα” μας, όσα δεν κάναμε, εκείνα που δεν έγιναν - το πεδίο του “μη πεπραγμένου”. » (Ζυλλιέν, 2013).

Θα λέγαμε ότι η συγκεκριμένη παράγραφος πραγματεύεται ένα βαθύ φιλοσοφικό ζήτημα: τη σχέση ανάμεσα στην ανθρώπινη πράξη και στη συνειδητοποίηση όσων παραμένουν ανεκπλήρωτα. Ο Ζυλλιέν δεν επιχειρεί να διατυπώσει μια αφηρημένη θεωρία, αλλά ξεκινά από μια εμπειρία που είναι σχεδόν καθολική, τουλάχιστον στους ανθρώπους του Δυτικού κόσμου. Με το ρητορικό ερώτημα «Υπάρχει άραγε κανείς που μετά από μια κοπιαστικότατη μέρα εντατικής εργασίας όπου "έκανε" πολλά, δεν αναφώνησε το βράδυ αποκαμωμένος: "Αχ, κι όλα όσα δεν έκανα!";» καλώντας τον αναγνώστη να αναγνωρίσει τον εαυτό του σε μια γνώριμη και οικεία κατάσταση. Παρόλο που η ημέρα υπήρξε γεμάτη προσπάθεια και παραγωγικότητα, το κυρίαρχο συναίσθημα δεν είναι η πληρότητα, αλλά η αίσθηση ότι απομένουν ακόμη πράγματα να πραγματοποιηθούν, πράγματα που «έπρεπε» να γίνουν.

Στη συνέχεια ο Ζυλλιέν στρέφεται στην ίδια την ανθρώπινη εμπειρία ως μέσο επιβεβαίωσης της σκέψης του. Αντί να στηριχθεί σε θεωρητικά επιχειρήματα, προτείνει να παρατηρήσουμε τι πραγματικά συμβαίνει στη ζωή μας. Διατυπώνει τότε ένα παράδοξο: όσο περισσότερο πράττουμε και όσο περισσότερα κατορθώνουμε, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούμε όσα δεν έχουμε ακόμη κάνει. Η κοινή λογική θα οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι όσο περισσότερες υποχρεώσεις ολοκληρώνουμε, τόσο λιγότερες απομένουν. Ωστόσο, η πραγματικότητα της ανθρώπινης εμπειρίας φαίνεται να λειτουργεί διαφορετικά. Κάθε πράξη δεν κλείνει έναν κύκλο· αντίθετα, ανοίγει νέους ορίζοντες και αποκαλύπτει νέες δυνατότητες ή προκλήσεις.

Η φράση «φέρνουμε στο φως» είναι ιδιαίτερα σημαντική. Δεν σημαίνει ότι δημιουργούμε περισσότερες υποχρεώσεις, αλλά ότι αποκαλύπτουμε εκείνες που μέχρι τότε παρέμεναν αόρατες. Πριν αναλάβει κανείς ένα έργο, συχνά αγνοεί τις πολλές διαστάσεις και τις συνέπειές του. Μόλις όμως αρχίσει να δρα, αντιλαμβάνεται νέες ανάγκες, νέες προοπτικές και νέες ευθύνες. Έτσι, η ίδια η πράξη διευρύνει την επίγνωση του ανθρώπου και τον κάνει να βλέπει έναν πολύ μεγαλύτερο κόσμο από εκείνον που φανταζόταν αρχικά.

Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι έννοιες «πεπραγμένα» και «μη πεπραγμένα». Τα «πεπραγμένα» είναι όλα όσα έχουν ήδη πραγματοποιηθεί, τα αποτελέσματα της ανθρώπινης δράσης. Αντίθετα, τα «μη πεπραγμένα» δεν αναφέρονται μόνο στις εκκρεμότητες της καθημερινότητας, αλλά σε ολόκληρο το πεδίο των δυνατοτήτων που παραμένουν ακόμη ανοιχτές. Είναι όλα όσα θα μπορούσαν να γίνουν, όσα δεν έχουν ακόμη πραγματοποιηθεί, αλλά εξακολουθούν να υπάρχουν ως δυνατότητες μπροστά στον άνθρωπο. Όσο αυξάνονται τα πεπραγμένα, τόσο γίνεται πιο ευδιάκριτο αυτό το απέραντο πεδίο των μη πεπραγμένων.

Η σκέψη αυτή δεν αφορά μόνο τη φιλοσοφία, αλλά και την ψυχολογία του ανθρώπου. Συχνά οι πιο δραστήριοι και δημιουργικοί άνθρωποι είναι εκείνοι που αισθάνονται περισσότερο ότι δεν προλαβαίνουν να ολοκληρώσουν όσα επιθυμούν. Αυτό δεν συμβαίνει επειδή εργάζονται λιγότερο ή αποτυγχάνουν, αλλά επειδή η συνεχής δράση, τους επιτρέπει να αντιλαμβάνονται ολοένα περισσότερες δυνατότητες και περισσότερους στόχους. Με άλλα λόγια, όσο διευρύνεται η γνώση και η εμπειρία τους, τόσο διευρύνεται και η επίγνωση όσων παραμένουν ακόμη ανεξερεύνητα ή ανολοκλήρωτα.

Σε βαθύτερο επίπεδο, το θέμα που θίγει ο Ζυλλιέν εκφράζει μια αισιόδοξη αλλά και απαιτητική αντίληψη για την ανθρώπινη ύπαρξη. Η ζωή δεν είναι μια διαδικασία που κάποτε ολοκληρώνεται οριστικά, ούτε υπάρχει μια στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος μπορεί να ισχυριστεί ότι «τα έκανε όλα». Αντίθετα, κάθε επίτευγμα αποτελεί την αφετηρία νέων δυνατοτήτων, κάθε απάντηση γεννά νέα ερωτήματα και κάθε τέλος ανοίγει έναν καινούργιο δρόμο δημιουργίας. Τα «μη πεπραγμένα» δεν είναι μόνο πηγές ανησυχίας ή άγχους· είναι συγχρόνως η απόδειξη ότι η ανθρώπινη ζωή παραμένει ανοιχτή, δημιουργική και γεμάτη προοπτικές ή νέες προκλήσεις.

Εν κατακλείδι, ο Ζυλλιέν αναδεικνύει το παράδοξο της ανθρώπινης δράσης: όσο περισσότερο πράττει ο άνθρωπος, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεται την απεραντοσύνη όσων απομένουν να πραγματοποιηθούν. Η πράξη, επομένως, δεν περιορίζει τον ορίζοντα των δυνατοτήτων, αλλά τον διευρύνει. Η συνειδητοποίηση των «μη πεπραγμένων» δεν αποτελεί ένδειξη αποτυχίας ή ανεπάρκειας, αλλά φυσική συνέπεια της δημιουργικής πορείας του ανθρώπου, ο οποίος, μέσα από κάθε έργο που ολοκληρώνει, ανακαλύπτει νέους στόχους, νέες ευθύνες και νέες δυνατότητες για δημιουργία. Ίσως, τελικά η αδυσώπητη σκέψη των μη πεπραγμένων, να αποτελεί εκείνη τη δύναμη που μας ωθεί σε κυνήγι νέων στόχων και που μας κινητοποιεί προς μια συνεχή εξέλιξη. Ίσως αυτή η δύναμη των μη πεπραγμένων να ερμηνεύει τους ανθρώπους που έχουν άσβεστη δίψα για σπουδές, για επαγγελματική ανέλιξη, για διαρκή σωματική, πνευματική και ψυχική ανάταση.

 

Πηγή:

Φ. Ζυλλιέν, 2013, Εγκώμιο της απραξίας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

Η αντιμετώπιση του φόβου του θανάτου κατά τον Επίκουρο

Η επικούρεια φιλοσοφία υποστηρίζει ότι η αληθινή ευτυχία προϋποθέτει την αποδοχή του γεγονότος ότι ο θάνατος είναι αναπόφευκτο μέρος της ανθρώπινης ύπαρξης, χωρίς όμως να αποτελεί πραγματικό κακό για τον άνθρωπο. Σύμφωνα δηλ. με την επικούρεια φιλοσοφία, «η ευδαιμονική ζωή εμπεριέχει τη συνειδητοποίηση ότι ο θάνατος, “το φρικωδέστατον δεινόν”, αφενός είναι αναπόφευκτος αλλά αφετέρου δεν είναι τίποτα για τον άνθρωπο. Το σκεπτικό του Επίκουρου για την ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση του φόβου του θανάτου προέρχεται από την ατομική φυσική, η οποία ήταν στην εποχή του, όπως και σήμερα, η μόνη συμβατή θεώρηση με τις παρατηρήσεις των φαινομένων» (Επίκουρος, 2016, σ. 51). 

 

Ο Επίκουρος, λοιπόν, βασίζει τη θέση του πως ο θάνατος αν και αναπόφευκτος δεν είναι τίποτα για τον άνθρωπο, στην ατομική θεωρία της φύσης, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος αποτελείται από άτομα που σχηματίζουν το σώμα και την ψυχή του. Με τον θάνατο η σύνθεση αυτή διαλύεται, με αποτέλεσμα να παύουν να υπάρχουν οι αισθήσεις και κάθε δυνατότητα εμπειρίας. Εφόσον κάθε ευχάριστο ή δυσάρεστο γίνεται αντιληπτό μόνο μέσω των αισθήσεων, ο θάνατος δεν μπορεί να βιωθεί από εκείνον που πεθαίνει. Για τον λόγο αυτό, ο Επίκουρος καταλήγει ότι ο φόβος του θανάτου είναι αβάσιμος, αφού όσο ζούμε ο θάνατος δεν είναι παρών και όταν έρθει ο θάνατος δεν υπάρχουμε πλέον εμείς.

Παράλληλα, ο φιλόσοφος θεωρούσε ότι η επίγνωση της θνητότητας δίνει μεγαλύτερη αξία στη ζωή. Η βεβαιότητα ότι ο χρόνος μας είναι περιορισμένος μας ωθεί να αξιοποιούμε κάθε στιγμή και να επιδιώκουμε μια ζωή ποιοτική και ευτυχισμένη, αντί να επιζητούμε απλώς τη μεγαλύτερη διάρκειά της. Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη στάση ζωής έχει η φρόνηση, η οποία βοηθά τον άνθρωπο να ελέγχει τα παράλογα συναισθήματα και τους ασυνείδητους φόβους που διαταράσσουν την ψυχική του ηρεμία.

Ο Επίκουρος πίστευε ακόμη ότι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει κάποιος τον θάνατο εξαρτάται από τον τρόπο που έχει ζήσει. Όποιος έχει συμφιλιωθεί με τους φόβους του μπορεί να δεχτεί το τέλος της ζωής με γαλήνη και αξιοπρέπεια. Αντίθετα, όποιος ζει διαρκώς υπό την κυριαρχία του φόβου είναι πιθανό να παραμείνει δυστυχισμένος μέχρι το τέλος της ζωής του. Η ιστορία δείχνει ότι οι Επικούρειοι, αλλά και αρκετοί μεταγενέστεροι υλιστές φιλόσοφοι που επηρεάστηκαν από τη σκέψη του, αντιμετώπισαν τον θάνατο με ψυχραιμία «όπως ο Χιουμ, ο Ντιντερό, ο Μπένθαμ, ο Μιλ και ο Σανταγιάνα. Αντίθετα, ο μεγάλος φόβος του επερχόμενου θανάτου έχει καταγραφεί για πολλούς ιδεαλιστές φιλοσόφους, όπως ο Καντ, ο Κίρκεγκααρντ, ο Λακάν και ο Ντεριντά, παρ’ όλο που πίστευαν σε παραμυθίες, όπως η μεταθανάτια ζωή και η θεία πρόνοια» (Επίκουρος, 2016, σ.52).

Αντίστοιχες απόψεις διατύπωσε και ο ψυχίατρος Ίρβιν Γιάλομ, ο οποίος υποστηρίζει ότι όταν ο άνθρωπος δεν αναμετριέται συνειδητά με τον φόβο του θανάτου, δυσκολεύεται να ζήσει ουσιαστικά και βιώνει έντονο άγχος. Για να προστατευτεί από αυτή την αγωνία, αναπτύσσει διάφορους ασυνείδητους αμυντικούς μηχανισμούς, όπως η ταύτιση με τα παιδιά ή το έργο του, η προσκόλληση σε θρησκευτικές πεποιθήσεις, οι καταναγκαστικές συμπεριφορές, η υπερβολική εργασία ή η αδιάκοπη επιδίωξη πλούτου και εξουσίας. Ωστόσο, οι μηχανισμοί αυτοί δεν εξαλείφουν πραγματικά τον φόβο, καθώς οι καταπιεσμένες σκέψεις επανέρχονται.

Η επικούρεια φιλοσοφία αποτελεί μια ιδιαίτερα αποτελεσματική υπαρξιακή και ψυχοθεραπευτική προσέγγιση, επειδή βοηθά τον άνθρωπο να αποδεχτεί τη θνητή φύση του και να αντιμετωπίσει συνειδητά τον φόβο του θανάτου. Η αποτελεσματικότητά της βασίζεται στην ικανότητα του ανθρώπινου εγκεφάλου να μαθαίνει, να προσαρμόζεται και να μεταβάλλει τον τρόπο σκέψης του.

Τέλος, ο Επίκουρος, ήδη από την αρχαιότητα, είχε αντιληφθεί τη στενή σχέση ανάμεσα στη βιολογία, την ψυχολογία και τη συμπεριφορά του ανθρώπου. Υποστήριζε ότι η λανθασμένη χρήση της λογικής και των φυσικών μας τάσεων οδηγεί σε φόβους, υπερβολές και δυστυχία. Για τον λόγο αυτό θεωρούσε τη φιλοσοφία θεραπεία της ψυχής, ικανή να βοηθήσει τον άνθρωπο να απαλλαγεί από τις κενοδοξίες, τα ελαττώματα και τους φόβους του και να κατακτήσει την ευδαιμονία.

 

Πηγή:

Φιλόδημος, Περί Παρρησίας, Επικούρεια Ψυχοθεραπεία, μτφρ. Χ. Γιαπιτζάκης, Εκδόσεις Θύραθεν, Θεσσαλονίκη, 2016. 

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Γιατί αποφεύγουμε να νιώσουμε τα συναισθήματά μας;

Η ψυχοθεραπεύτρια Ιζαμπέλ Φιλιοζά στο βιβλίο της με τίτλο «Τι μου συμβαίνει τελικά;» θίγει ένα πολύ σημαντικό ζήτημα που σίγουρα απασχολεί πολύ κόσμο. Έτσι, θέτει αρχικά ένα βασικό ερώτημα: έχετε αναρωτηθεί ποτέ με ποιους τρόπους αποφεύγετε να έρθετε σε επαφή με τα συναισθήματά σας; Και απαντά πως το πρώτο και σημαντικότερο βήμα για να μπορέσουμε να τα διαχειριστούμε είναι να αναγνωρίσουμε ότι υπάρχουν και ότι τα βιώνουμε.

 

Όταν προσπαθούμε να μη νιώθουμε, ουσιαστικά απομακρυνόμαστε από πολύτιμες πληροφορίες για τον εαυτό μας. Ωστόσο, πολλοί άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται ότι ορισμένες καθημερινές συνήθειες λειτουργούν ως μηχανισμοί αποφυγής των συναισθημάτων. Για παράδειγμα, το κάπνισμα, η υπερβολική κατανάλωση φαγητού, το δάγκωμα των νυχιών, η πολύ γρήγορη ομιλία ή οι συνεχείς κινήσεις των ποδιών, μπορούν να χρησιμοποιούνται ασυνείδητα για να αποσπούν την προσοχή από όσα συμβαίνουν στον εσωτερικό μας κόσμο.

Οι συμπεριφορές αυτές εμφανίζονται αυτόματα, χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Με κάποιο εξωτερικό ερέθισμα μεταφέρουμε την προσοχή μας αλλού και αποφεύγουμε να αντιμετωπίσουμε τα πραγματικά μας συναισθήματα. Κοινό χαρακτηριστικό πολλών από αυτές τις αντιδράσεις είναι ότι επηρεάζουν την αναπνοή μας, η οποία γίνεται ρηχή και περιορίζεται στο επάνω μέρος του θώρακα. Όταν θέλουμε να καταστείλουμε ένα συναίσθημα, συχνά περιορίζουμε ασυναίσθητα τη φυσιολογική αναπνοή. Αντί να αναπνέουμε βαθιά, μπλοκάρουμε το διάφραγμα. Το σημείο αυτό είναι συχνά ευαίσθητο και αποτελεί ένδειξη ότι το σώμα συγκρατεί ένταση. Με τον καιρό, οι καταναγκαστικές αυτές συμπεριφορές μπορεί να γίνουν τόσο έντονες, ώστε να καλύπτουν εντελώς τα πραγματικά συναισθήματα. Όταν κάποιος αντιλαμβάνεται απλώς ότι αισθάνεται δυσφορία, συχνά χρησιμοποιεί τη γενική λέξη «άγχος», χωρίς να αναγνωρίζει αν στην πραγματικότητα νιώθει φόβο, θυμό, λύπη, απογοήτευση ή κάποιο άλλο συναίσθημα.

Παρακάτω παρουσιάζονται ορισμένες «συνηθισμένες» συμπεριφορές που μπορεί να λειτουργούν ως τρόποι αποφυγής των συναισθημάτων. Σκεφτείτε ποιες από αυτές σας χαρακτηρίζουν:

Ø  Κρατώ συχνά την αναπνοή μου.

Ø  Πίνω πολύ καφέ.

Ø  Τρώω τα νύχια μου.

Ø  Χτυπώ συνεχώς το πόδι στο πάτωμα ή το στυλό μου στο γραφείο.

Ø  Μετρώ από μέσα μου.

Ø  Μιλώ ασταμάτητα.

Ø  Νιώθω ότι δεν μπορώ να ζήσω χωρίς τσιγάρο, γλυκά, αλκοόλ, σεξ, φάρμακα, δουλειά, τηλεόραση ή διαδίκτυο.

Ø  Οδηγώ πολύ γρήγορα.

Ø  Τακτοποιώ τα πράγματά μου με υπερβολική σχολαστικότητα.

Ø  Κοιμάμαι υπερβολικά.

Ø  Κρίνω ή υποτιμώ τους άλλους.

Ø  Αναλαμβάνω συνεχώς να λύνω τα προβλήματα των άλλων.

Ø  Γίνομαι επιθετικός ή πληγώνω σκόπιμα τους γύρω μου.

Ø  Υποχωρώ συνεχώς και προσπαθώ να ευχαριστώ όλους.

Ø  Μιλώ πολύ γρήγορα.

Ø  Απομονώνομαι από τους άλλους.

Ø  Ασχολούμαι διαρκώς με το σπίτι και την καθαριότητα.

Ø  Κάποια άλλη… επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά.

Όλες αυτές οι αντιδράσεις έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: λειτουργούν καταναγκαστικά. Δηλαδή εμφανίζονται σχεδόν αυτόματα και είναι δύσκολο να τις ελέγξουμε. Σκοπός τους είναι να κρατούν το μυαλό, το σώμα ή τις αισθήσεις απασχολημένα, ώστε να αποφεύγεται η επαφή με τα πραγματικά συναισθήματα.

Ένας τρόπος να αρχίσει κάποιος να αλλάζει αυτή την κατάσταση είναι να περιορίσει, όσο μπορεί, αυτές τις αυτόματες συμπεριφορές και να στρέψει την προσοχή του σε όσα πραγματικά αισθάνεται. Η αναγνώριση και η ονομασία των συναισθημάτων αποτελούν σημαντικό βήμα για την καλύτερη κατανόησή τους. Μια χρήσιμη άσκηση είναι να αφιερώσετε περίπου μία ώρα αποκλειστικά στον εαυτό σας. Επιλέξτε έναν ήσυχο χώρο, απομακρύνετε περισπασμούς, όπως το τηλέφωνο, και αποφύγετε να καταφύγετε σε συνήθειες όπως το κάπνισμα, το φαγητό, η τακτοποίηση του σπιτιού ή άλλες δραστηριότητες που σας αποσπούν. Απλώς καθίστε ήρεμα και παρατηρήστε τι συμβαίνει μέσα σας. Στη συνέχεια, καταγράψτε σε ένα προσωπικό ημερολόγιο τις σκέψεις, τις σωματικές αισθήσεις και τα συναισθήματα που αναδύθηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας.

 

Πηγή:

Isabelle Filliozat, 2003, Τι μου συμβαίνει, τελικά; Για να βιώνεις καλύτερα τα καθημερινά συναισθήματά σου, μτφρ. Δ. Παπαθανασοπούλου, Εκδόσεις Ενάλιος, Αθήνα.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.