Δευτέρα 18 Μαΐου 2026

Διαβάζοντας το βιβλίο: Παραμύθια και καθημερινή ζωή

«Εστιάζοντας στο λαϊκό παραμύθι ως ένα σύνολο πολύσημων συμβόλων, κοινωνικών πρακτικών, αισθητικών κανόνων και προσωπικών επιλογών και συναισθημάτων, το βιβλίο αυτό εξετάζει κάποια από τα πιο δυναμικά αφηγηματικά σχήματα που διατρέχουν την καθημερινή ζωή και την προφορική επικοινωνία των ελληνικών αγροτικών κοινοτήτων στη διάρκεια του μεταβατικού 20ού αιώνα, όταν οι αλλαγές στους οικονομικούς, κοινωνικούς και πολιτισμικούς μηχανισμούς κοινωνικής συγκρότησης αλλάζουν επίσης και τις αφηγηματικές συνήθειες. 

 

Η έρευνα επικεντρώνεται σε ένα σώμα παραμυθιακών παραλλαγών που καταγράφηκε στη διάρκεια μιας μακροχρόνιας επιτόπιας έρευνας σε δύο χωριά της Ρόδου -Αφάντου και Αρχάγγελο-, συγκριτικά με αντίστοιχες προφορικές αφηγήσεις που συγκεντρώθηκαν σε άλλες περιοχές (Μακεδονία, Θράκη, Θεσσαλία, Σποράδες, Κυκλάδες, Κρήτη, αλλά και από προσφυγικούς μικρασιατικούς πληθυσμούς). Με έμφαση στη λαογραφική θεωρία των ειδών, την ιστορικογεωγραφική μέθοδο, τη μελέτη των κοινωνικών και παραστασιακών πλαισίων της αφήγησης και τη συγκριτική ανάλυση θεμάτων, μοτίβων και υφολογικών στοιχείων κάθε παραμυθιού και κάθε αφηγητή, στο πλαίσιο της ευρύτερης ελληνικής, ευρωπαϊκής-μεσογειακής και διεθνούς παράδοσης, η συγγραφέας υπογραμμίζει ότι αφηγητές και ακροατές μοιράζονταν την πεποίθηση ότι τα παραμύθια, αν και ολοφάνερα συνδέονταν με την ψυχαγωγία και έναν κόσμο φαντασιακής εκπλήρωσης των επιθυμιών, κυρίως αξιολογούνταν σε σχέση με τις ίδιες τις ζωές τους, ως ένα μεταμφιεσμένο σύστημα πραγμάτευσης κοινωνικών ρόλων και συμπεριφορών. Από αυτήν την άποψη, οι ψυχολογικές εντάσεις και οι αισθητικές αντιθέσεις του λαϊκού παραμυθιού σχολιάζουν πλευρές της συλλογικής ζωής, από τις οικογενειακές σχέσεις και τις σχέσεις των φύλων έως κοινωνικά-ταξικά, οικονομικά και ηθικά ζητήματα» (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

«Η μέθοδος του Franz Boas ήταν να ψάχνει έξω από το παραμύθι για να ανακαλύψει τα γεγονότα, την ιστορία και τα εθνογραφικά δεδομένα πίσω από αυτό, καθώς υποστήριζε ότι μια συλλογή λαϊκών διηγήσεων καθρεφτίζει τη ζωή των ανθρώπων που λένε αυτές τις ιστορίες. […]

Οι λαογράφοι επίσης αναρωτιούνται τι μπορούν να μάθουν για τη ζωή των ανθρώπων από τις οπτικές που υιοθετούν στις ιστορίες τους. Το λαϊκό παραμύθι είναι σαν ένα πηγάδι που δεν ξέρουμε το βάθος του, αλλά από όπου ο καθένας αντλεί σύμφωνα με τις ανάγκες του, αναφέρει ο Rohrich. […]

Ένα παραμύθι, μια παροιμία ή μια τελετουργία μπορεί να μοιράζονται ένα κοινό λεξιλόγιο, αλλά χαρακτηρίζονται από διαφορετικούς κανόνες σύνθεσης. Το επίπεδο των σημασιών προσδιορίζεται επομένως από το είδους ή από τον συγκεκριμένο παραμυθιακό πυρήνα» (σελ. 136).

 

Πηγή

Καπλάνογλου, Μ. (2022).Παραμύθια και καθημερινή ζωή. Εκδόσεις Πατάκη.

 

Κουραβάνας Νίκος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

 

Διαβάζοντας το βιβλίο: Η άγρια σκέψη

Του Claude Levi- Strauss

 

«Η Άγρια σκέψη, δημοσιευμένη το 1962, περιλαμβάνει την καλύτερη έκθεση των νόμων οι οποίοι, σύμφωνα με τον Levi-Strauss, διέπουν την ανθρώπινη νόηση στις κοινωνίες χωρίς γραφή. Ως "άγρια σκέψη" ο Γάλλος ανθρωπολόγος όρισε τη μορφή εκείνη της σκέψης που αναδύθηκε κατά τη νεολιθική περίοδο και η οποία οδήγησε στην ανακάλυψη των "τεχνών του πολιτισμού": στην κεραμική, στην υφαντική, στη γεωργία και στην εξημέρωση των ζώων, δραστηριότητες που εξακολουθούν να αποτελούν τα ερείσματα της ανθρώπινης ζωής. 

 

Η αρχή των ανακαλύψεων αυτών θα πρέπει να αναζητηθεί στην επιμονή της άγριας σκέψης να παρατηρεί την εμπειρική ποικιλομορφία και να την εκμεταλλεύεται πρωτίστως θεωρητικά, προκειμένου να καταστήσει σημαίνοντα τον πραγματικό κόσμο. Σε αντίθεση με τον δυτικό ορθολογισμό, η σκέψη των μη δυτικών κοινωνιών εξακολούθησε να βασίζεται στα δεδομένα των αισθήσεων, φτάνοντας με τον τρόπο αυτό στη δημιουργία μιας "επιστήμης του συγκεκριμένου".

Το όνομα του Levi-Strauss συνδέεται με το επιστημολογικό παράδειγμα της "δομικής ανθρωπολογίας", το οποίο βασίστηκε στην επιλεκτική μεταφορά ορισμένων αρχών της δομικής γλωσσολογίας του F. de Saussure, όπως αυτή τροποποιήθηκε από τη φωνολογία των Ν. Trubetzkoy και R. Jakobson. Η προσέγγιση που εισηγήθηκε ο Levi-Strauss ξεπέρασε τα όρια της ανθρωπολογικής θεωρίας και επηρέασε μια σειρά επιστημονικούς κλάδους όπως, μεταξύ άλλων, η ψυχανάλυση, η πολιτική θεωρία, η φιλοσοφία ή η λογοτεχνική κριτική.

Παρά το γεγονός ότι σήμερα πλέον η δομιστική προσέγγιση έχει διακλαδιστεί στα ποικίλα μεταδομιστικά ρεύματα, το έργο του Levi-Strauss παραμένει "κλασικό", και για τους νέους δρόμους που διάνοιξε για την ανθρωπολογική σκέψη αλλά και για το όραμά του για μια ισότιμη αποτίμηση των πολιτισμικών εκφράσεων όλων των κοινωνικών ομάδων, είτε αυτές ανήκουν στον δυτικό κόσμο είτε στις ταχύτατα εξαφανιζόμενες κοινωνίες των επονομαζόμενων "αγρίων"» (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

«Ανάμεσα στη μαγεία και την επιστήμη επομένως η πρώτη διαφορά θα ήταν ότι η μία αξιώνει μια καθολική και ακέραιη αιτιοκρατία, ενώ η άλλη λειτουργεί διακρίνοντας επίπεδα, από τα οποία ορισμένα μόνον επιδέχονται μορφές αιτιοκρατίας που θεωρούνται ανεφάρμοστες σε άλλα επίπεδα. Αλλά μήπως θα μπορούσε κανείς να προχωρήσει ακόμη παραπέρα και να θεωρήσει ότι η αυστηρότητα και η ακρίβεια που παρουσιάζουν η μαγική σκέψη και οι τελετουργικές πρακτικές προδίδουν, κατ’ ουσίαν, μιαν ασυνείδητη αντίληψη όσον αφορά την αλήθεια της αιτιοκρατίας ως τρόπου ύπαρξης των επιστημονικών φαινομένων, οπότε η αιτιοκρατία θα ήταν γενικά ένα αντικείμενο υποψίας και παιχνιδιού πριν ακόμη καταστεί αντικείμενο γνώσης και σεβασμού; Σ’ αυτή την περίπτωση, οι τελετουργίες και οι μαγικές δοξασίες θα μπορούσαν να θεωρηθούν εκδηλώσεις πίστης προς μιαν αγέννητη ακόμη επιστήμη» (σελ. 35).  

 

Πηγή:

Claude Levi- Strauss. 2019. Η άγρια σκέψη. Εκδόσεις Πατάκη.

 

Κουραβάνας Νίκος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc, MA.