Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σχέσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σχέσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

Όταν σε χρειάζομαι, θα είσαι εκεί για εμένα;

Η αγάπη είναι το κλειδί…

Γράφει η Sue Jonson ότι: «οι συγκρούσεις του ζευγαριού αποκτούν την αληθινή τους σημασία: είναι φοβισμένες διαμαρτυρίες για τη διαμόρφωση του δεσμού και αίτημα για συναισθηματική επαναδέσμευση». 

 

Επίσης, πως «η αγάπη είναι μια διαρκής διαδικασία συντονισμού, σύνδεσης, παράβλεψης ή λανθασμένης ανάγνωσης των σημάτων, αποσύνδεσης, αποκατάστασης και τελικά βαθύτερης σύνδεσης. Είναι ένας χορός όπου ο ένας συναντάει τον άλλο, απομακρύνονται και ξαναβρίσκονται, λεπτό το λεπτό, μέρα με τη μέρα». Και παρακάτω ότι: «η αγάπη είναι σοφή. Είναι ένα από τα υλικά για τη συνταγή της επιβίωσης και της καλής υγείας, της ευτυχίας, αλλά και της νεότητας. Μια σχέση αγάπης είναι το κλειδί για τη δημιουργία οικογενειών που διδάσκουν στα παιδιά τους τις απαραίτητες δεξιότητες για τη διατήρηση μιας πολιτισμένης κοινωνίας: εμπιστοσύνη, ενσυναίσθηση, συνεργασία».

Πόση σοφία υπάρχει μέσα σε αυτές τις λίγες αράδες; Θα μπορούσαμε να πούμε πως σε αυτά της τα λόγια η Johnson μετατοπίζει το νόημα της σύγκρουσης από αυτό που ο μέσος άνθρωπος αντιλαμβάνεται. Στη συνηθισμένη αντίληψη, ο καβγάς θεωρείται απόδειξη ότι η σχέση δεν λειτουργεί. Εδώ όμως η σύγκρουση ερμηνεύεται ως έκφραση μιας βαθύτερης ανάγκης: της ανάγκης να επιβεβαιωθεί ότι ο άλλος είναι διαθέσιμος, παρών και συναισθηματικά προσβάσιμος. Πίσω από φράσεις όπως «δεν με ακούς ποτέ», «δεν σε νοιάζει» ή «με απορρίπτεις» συχνά κρύβεται το πιο θεμελιώδες ερώτημα: «Είσαι εδώ για μένα όταν σε χρειάζομαι;». Αφού δεν μπορείς να με ακούσεις, θα βρω τον τρόπο να σε αναγκάσω να με ακούσεις, αν κι αυτό δεν μου φτάνει. Δεν μου αρκεί μονάχα να με ακούσεις, θέλω να με αφουγκραστείς, να με νιώσεις, όμως από κάπου θα πρέπει να πιαστώ και δεν ξέρω από που… Θα δοκιμάσω με τον άσχημο τρόπο, εφόσον προσπάθησα τόσο, πάντα προσπαθούσα μα εσύ δεν με καταλάβαινες…

Από αυτή την οπτική, η ωριμότητα μιας σχέσης δεν μετριέται από την απουσία συγκρούσεων, αλλά από την ικανότητα επανόρθωσης μετά τη ρήξη. Η αγάπη δεν είναι μια σταθερή κατάσταση αρμονίας, αλλά μια δυναμική διαδικασία στην οποία οι άνθρωποι αναπόφευκτα παρερμηνεύουν ο ένας τον άλλον, πληγώνονται και απομακρύνονται. Η ποιότητα της σχέσης εξαρτάται από το αν μπορούν να ξαναβρούν τον δρόμο προς τη σύνδεση. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι η εμπιστοσύνη δεν οικοδομείται επειδή δεν υπάρχουν ποτέ αποσυνδέσεις, αλλά επειδή οι αποσυνδέσεις μπορούν να θεραπευτούν.

Ένα παράδειγμα για να αντιληφθούμε καλύτερα αυτό που η Johnson έχει να μας πει είναι το εξής: σκεφτείτε τον εαυτό σας μια ηλιόλουστη μέρα να επιθυμεί να κάνει μια βολτούλα με το ποδήλατο στην ύπαιθρο, κι ότι στη διαδρομή που έχετε επιλέξει ο δρόμος άλλοτε γίνεται ανηφορικός κι άλλοτε κατηφορικός. Επίσης, πρέπει να έχετε το νου σας να μην πέσετε σε κάποια λακούβα ή να μην πατήσετε κάποιο γυαλί που κάποιος ασυνείδητος πέταξε στη μέση του δρόμου. Οπότε, ο ρυθμός σας δεν θα είναι ποτέ ο ίδιος κι ακόμη και ο ίδιος δρόμος ορισμένες φορές μπορεί να γίνει απρόβλεπτος, κι εμπόδια όπως κλαδιά από κάποιο δέντρο που έπεσε ή άλλα εμπόδια μπορούν να εμφανιστούν. Έτσι, ακριβώς και η σχέση δεν αποτελείται από ακινησία αλλά από συνεχή κίνηση και αμοιβαία προσαρμογή. Κανείς δεν ελέγχει απόλυτα τον «ρυθμό» της σχέσης, κάθε συμπεριφορά ή πρόβλημα του ενός επηρεάζει τον άλλο. Με αυτή την έννοια, η αγάπη δεν είναι μόνο συναίσθημα, αλλά και μια μορφή διαλόγου που διεξάγεται συχνά πέρα ή καλύτερα πίσω από τις λέξεις: μέσα από τα βλέμματα, τις σιωπές, τα αγγίγματα, τις προσεγγίσεις και φυσικά τις αποστάσεις.

Ένα ακόμη επίπεδο αφορά τη σχέση ανάμεσα στην προσωπική και την κοινωνική ζωή. Η Johnson υποστηρίζει ότι οι ασφαλείς σχέσεις παράγουν ανθρώπους πιο ικανούς για εμπιστοσύνη, ενσυναίσθηση και συνεργασία. Αυτό σημαίνει ότι η αγάπη δεν είναι απλώς ιδιωτική υπόθεση. Οι πρώτοι δεσμοί που βιώνουμε μέσα στην οικογένεια (οικογενειακά μοτίβα) γίνονται το πρότυπο με το οποίο προσεγγίζουμε αργότερα τους ανθρώπους που ερωτευόμαστε, αλλά και τα άτομα του ευρύτερου περιβάλλοντός μας όπως τους φίλους, τους συνεργάτες, τους συμπολίτες μας. Μια κοινωνία στην οποία οι άνθρωποι έχουν μάθει να συνδέονται με ασφάλεια είναι πιθανότερο να είναι λιγότερο βίαιη, περισσότερο συνεργατική και πιο ανεκτική στη διαφορετικότητα.

Θα μπορούσε επίσης με αφορμή αυτά τα λόγια της Johnson να τονιστεί η υπαρξιακή διάστασή τους. Η ανθρώπινη ζωή χαρακτηρίζεται από ευαλωτότητα: ασθένειες, απώλειες, αποτυχίες, γήρανση, θνητότητα. Η αγάπη αποκτά ιδιαίτερη σημασία, επειδή λειτουργεί ως απάντηση σε αυτή την ευαλωτότητα. Δεν καταργεί τις δυσκολίες της ύπαρξης, αλλά τις καθιστά περισσότερο υποφερτές μέσα από την εμπειρία της σκέψης ότι: «δεν είμαι μόνος/η». Ίσως γι' αυτό η Johnson μιλά για τη σοφία της αγάπης: επειδή δεν είναι απλώς ένα ευχάριστο συναίσθημα, αλλά ένας τρόπος να αντιμετωπίζουμε την ανθρώπινη συνθήκη «στα πάνω της», αλλά κυρίως «στα κάτω της».

Τελικά, πίσω από όλες αυτές τις διατυπώσεις βρίσκεται μια κεντρική ιδέα: η αγάπη δεν είναι κυρίως η ένταση του πάθους, ούτε η απουσία προβλημάτων στις σχέσεις, όπως οι συγκρούσεις. Είναι η δημιουργία ενός ασφαλούς συναισθηματικού καταφυγίου, όπου δύο άνθρωποι μπορούν να είναι ευάλωτοι χωρίς να φοβούνται ότι θα εγκαταλειφθούν αν εκφράσουν το αρνητικό τους συναίσθημα, τον θυμό ή τα νεύρα τους. Και ίσως η βαθύτερη μορφή αγάπης να μην είναι το «σε αγαπώ», αλλά η διαρκής απάντηση στο ερώτημα του άλλου: «όταν σε χρειάζομαι, θα είσαι εκεί για εμένα;».

 

Πηγή:

Sue Johnson. 2016. Το νόημα του έρωτα, Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα.  

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2025

Ψυχική ανθεκτικότητα στην ύστερη ηλικία

Μελέτη της λειτουργικότητας της προσωπικότητας στην ύστερη ηλικία.

Σε αντικειμενικές μετρήσεις αυτοεκτίμησης, αίσθησης αυτοελέγχου και ψυχολογικής ευζωίας έναντι της κατάθλιψης, οι ερευνητές βρίσκουν κανονικά ότι οι ηλικιωμένοι ενήλικες δεν είναι χειρότερα από τους μεσήλικες και τους νεότερους ενήλικες. 

 

Οι γηραιότεροι ενήλικες εκδηλώνουν μεγάλη ψυχική ανθεκτικότητα.

Είναι συνήθως ικανοί να αντιπαρέλθουν τις δυσκολίες που συνοδεύουν την πιο προχωρημένη ηλικία και να διατηρούν μια ισχυρή αίσθηση του εαυτού και προσωπική ευεξία.

Μια πρόκληση για τον επιστήμονα της προσωπικότητας είναι να κατανοήσει τις διεργασίες μέσω των οποίων πολλοί γηραιότεροι ενήλικες διατηρούν θετική αίσθηση για τον εαυτό τους.

Σύμφωνα με μια έρευνα των Baltes et al., οι ερευνητές αναγνώρισαν ότι στη διαδικασία της ανάπτυξης ενυπάρχουν κάποιες αντισταθμίσεις. Όταν μετακινούνται από το ένα στάδιο της ζωής στο άλλο, οι άνθρωποι χάνουν ορισμένες ψυχολογικές ιδιότητες αλλά κερδίζουν άλλες.

Οι γηραιότεροι ενήλικες μπορεί να βιώνουν μια κατάπτωση σε βασικές γνωστικές λειτουργίες αλλά ίσως κερδίζουν σε προσωπική σοφία. 

Η έρευνα των Baltes et al. διαπίστωσε ότι τα κέρδη στη γνώση και τη σοφία που αποκτούν οι άνθρωποι με την ηλικία τους δίνουν συχνά την ικανότητα να αντισταθμίζουν τυχόν απώλειες στις γνωστικές ικανότητες.

Οι αναλύσεις του Baltes υποστηρίζουν την ύπαρξη ενός γενικού μοντέλου ψυχολογικής ανάπτυξης και την ψυχική ανθεκτικότητα στα ύστερα χρόνια της ζωής.

Οι άνθρωποι μπορούν να διατηρούν το ψυχολογικό ευ ζην τους επιλέγοντας συγκεκριμένα πεδία της ζωής τα οποία κατευθύνουν την ενέργεια και τις γνώσεις τους.

Αν και μπορεί να είναι δύσκολο για έναν γηραιότερο ενήλικα να διατηρήσει μια ποικίλη γκάμα δραστηριοτήτων μπορεί να παρουσιάσει εξαιρετικές ικανότητες να διατηρήσει υψηλά επίπεδα λειτουργικότητας και ευεξίας σε επιλεγμένους τομείς της ζωής. Εστιάζοντας την ενέργειά τους σε λίγες αλλά σημαντικές πτυχές της ζωής τους, οι γηραιότεροι ενήλικες καταφέρνουν να αντισταθμίσουν τη σωματική ή γνωστική κατάπτωση και να διατηρήσουν υψηλή την αίσθηση του ευ ζην.

Οι άνθρωποι που χρησιμοποιούσαν συχνότερα στρατηγικές για κοινωνική ζωή είχαν υψηλότερο επίπεδο ευεξίας και θετικότερα συναισθήματα στην καθημερινή ζωή.

 

Cervone, D. & Pervin, L.A (2013). Προσωπικότητα. Έρευνα και εφαρμογές. Εκδόσεις Gutenberg.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2025

Ευαισθησία στην απόρριψη στις στενές διαπροσωπικές σχέσεις

Σύμφωνα με τους Downey et al., η ευαισθησία στην απόρριψη αναφέρεται σε έναν ιδιαίτερο τρόπο σκέψης. Χαρακτηρίζεται από αγχογόνες προσδοκίες απόρριψης στις διαπροσωπικές σχέσεις.

Μερικοί άνθρωποι είναι ιδιαίτερα επιρρεπείς στο να περιμένουν ότι μια σχέση, ακόμη κι αν πρόκειται για σχέση που εξελίσσεται πολύ καλά, θα οδηγηθεί σε χωρισμό. Τέτοια άτομα εμμένουν στην πιθανότητα ότι θα απορριφθούν και αγχώνονται για αυτό. Αυτός ο τρόπος σκέψης έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή μπορεί να βλάψει μια καλή σχέση. 

 

Ακόμη κι αν δεν βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα, οι αγχογόνες προσδοκίες δημιουργούν διαπροσωπική ένταση που μπορεί να εξασθενήσει ακόμα και μια δυνατή σχέση. Οι προσδοκίες της απόρριψης μπορούν να αποτελέσουν μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία.

Οι Downey et al. αξιολογούν τις ατομικές διαφορές στην ευαισθησία απόρριψης μέσω ερωτηματολογίου. Στους συμμετέχοντες χορηγείται ένας κατάλογος διαπροσωπικών αιτημάτων. Για κάθε περίσταση, οι συμμετέχοντες υποδεικνύουν την υποκειμενική αίσθηση που έχουν για την πιθανότητα ο ερωτικός σύντροφός τους να αποδεχτεί ή να απορρίψει το αίτημά τους. Επίσης, οι συμμετέχοντες υποδεικνύουν το πόσο ανήσυχα ή αγχωμένα θα ήταν αναφορικά με την απάντηση του άλλου ατόμου για κάθε περίσταση.

Σε μια διαχρονική έρευνα σε φοιτητές έγιναν δύο μετρήσεις σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία: στις αρχές του ακαδημαϊκού έτους συμπλήρωσαν το ερωτηματολόγιο. Τέσσερις μήνες μετά, εντόπισαν ένα υποσύνολο ατόμων που είχαν αρχίσει μια σχέση μετά τη συμπλήρωση του ερωτηματολογίου και τους ζητήθηκε να γράψουν αναφορά για τη νέα τους σχέση.

Συμπλήρωσαν μια μέτρηση για τις επώδυνες προθέσεις για τη νέα τους σχέση. Δόθηκαν στους συμμετέχοντες υποθετικές πράξεις που θα μπορούσαν να οφείλονται σε πολλές αιτίες και τους ζητήθηκε να δηλώσουν κατά πόσο κάθε πράξη ήταν μια ένδειξη ότι ο ερωτικός σύντροφος τους πλήγωσε σκόπιμα.

Οι ερευνητές είχαν τη δυνατότητα να καθορίσουν το εάν η ευαισθησία στην απόρριψη θα συντελούσε σε σκέψεις για την επικείμενη σχέση.

Τα ευρήματα αποκαλύπτουν πως όντως η ευαισθησία στην απόρριψη προέβλεπε πεποιθήσεις για τη νέα σχέση. Όσοι βρίσκονταν υψηλότερα στην ευαισθησία απόρριψης πριν αρχίσει η σχέση τους ήταν πιθανότερο να υποθέσουν ότι ο σύντροφός τους είχε κάποιες εχθρικές προθέσεις όταν η σχέση ήταν σε εξέλιξη.

Η ευαισθησία στην απόρριψη είναι μια μεταβλητή της προσωπικότητας σε συγκεκριμένο πλαίσιο. Αφορά ένα μοτίβο σκέψης που λαμβάνει χώρα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο: τα διαπροσωπικά σκηνικά στα οποία υπάρχουν πιθανότητες να μη γίνει το άτομο κοινωνικά αποδεκτό από κάποιους για τους οποίους νοιάζεται.

Οι Downey & Feldman συσχέτισαν την εντός πλαισίου μεταβλητή τους, την ευαισθησία στην απόρριψη, με καθολικές μεταβλητές χαρακτηριστικών ως εξής: προσδιόρισαν το κατά πόσο η ευαισθησία στην απόρριψη προέβλεπε σκέψεις για την εχθρότητα αφού εξήγησαν πρώτα τη σχέση ανάμεσα στις σκέψεις και σε διάφορες καθολικές εννοιολογικές κατασκευές της προσωπικότητας. Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας που διεξήγαγαν βρήκαν ότι είναι σημαντικό η προσωπικότητα να μελετάται εντός συγκεκριμένου πλαισίου. Επίσης, βρήκαν ότι τόσο τα άτομα με ευαισθησία στην απόρριψη όσο και οι σύντροφοί τους αντλούν μικρότερη ικανοποίηση από τη σχέση τους, εν συγκρίσει προς τα άτομα που βρίσκονται χαμηλά στην ευαισθησία απόρριψης.

Είναι πιθανότερο να διαλυθούν οι σχέσεις ανθρώπων που βρίσκονται υψηλά στην ευαισθησία απόρριψης από ότι οι σχέσεις όσων δεν έχουν ροπή σε  αγχόγονες προσδοκίες απόρριψης. 

 

Πηγή:

Cervone, D. & Pervin, L.A (2013). Προσωπικότητα. Έρευνα και εφαρμογές. Εκδόσεις Gutenberg.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Τρίτη 27 Μαΐου 2025

Ο γάμος και η σεξουαλικότητα της γυναίκας μετά τα σαράντα έτη…

Οι αλλαγές που συμβαίνουν καθώς μεγαλώνουν οι γυναίκες αφορά όλους τους τομείς της ζωής τους.

Οι μεγαλύτερες γυναίκες βιώνουν διαφορετικά τις σεξουαλικές σχέσεις, οι οποίες χρειάζονται επανεξέταση. 

 

«Οι γυναίκες που κάνουν ανασκόπηση της ζωής τους συνειδητοποιούν ότι η ανάγκη για σεξ και το ταίριασμα με έναν άνδρα είχε ως αποτέλεσμα να γίνονται εξαρτημένες. Αυτή η εξάρτηση επηρέαζε και καθοδηγούσε την ύπαρξή τους έως τη μέση ηλικία. Όταν πλησιάζουν στην εμμηνόπαυση και φτάνουν στο μετακλιμακτηριακό στάδιο, τότε μόνο νιώθουν απελευθερωμένες και επανεξετάζουν με καινούργιο, καθαρό και αυστηρό βλέμμα τον εαυτό τους και το νόημα της ύπαρξής τους. Αυτό συμβαίνει γιατί η γυναίκα που έχει ωριμάσει πια και στη μέση ηλικία έχει γίνει αυτόνομη δεν κατακλύζεται από τις υποχρεώσεις της προς τα παιδιά και την οικογένεια και επιθυμεί να ζήσει τον αισθησιασμό είτε με τον άνδρα της είτε με έναν καινούργιο σύντροφο, ώστε να απολαύσει τη σεξουαλική ποιότητα και όχι την ποσότητα» (σελ. 107-108).

Ο γάμος είναι μια δυναμική κατάσταση, στην οποία βρίσκονται υπό δοκιμασία και τα δύο μέλη και καλούνται να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες και στις αλλαγές. Σε πολλές περιπτώσεις, ο γάμος μετατρέπεται σε μια μεγάλη απογοήτευση. Πολλές φορές μέσα σε έναν γάμο, ο ένας επιθυμεί να αλλάξει τον άλλο, ή και οι δύο αισθάνονται προδομένοι και βλέπουν τη χαρά και τον ενθουσιασμό να έχουν εξαφανιστεί. Σε ορισμένες περιπτώσεις ο ένας κατηγορεί τον άλλο ή ο ένας ανακαλύπτει τα αρνητικά του άλλου και καταλήγουν να νιώθουν δυσαρέσκεια, εκνευρισμό ή παραίτηση.

«Οι γάμοι που έμειναν αμετάβλητοι τα χρόνια της μεταβατικής περιόδου αφορούν στις περιπτώσεις που και οι δύο σύντροφοι θέλησαν να ζήσουν έναν γάμο με λιγότερες φιλονικίες και περισσότερες ευχάριστες στιγμές, μια και η σχέση αυτή έχει βιωθεί και από τους δύο σαν απαραίτητη για την ύπαρξή τους και αξία των θυσιών που είχαν γίνει ως τότε. Είναι αυτοί που αποφασίζουν να κάνουν τον γάμο τους μέρος της εσωτερικής τους αναζήτησης.  

Σύμφωνα με τον ψυχίατρο Scott Peck, αυτό είναι δυνατόν μόνο αν ο άνδρας και η γυναίκα απελευθερωθούν από τους περιορισμούς που οι ρόλοι των δύο φύλων επιβάλλουν και προχωρήσουν έως το σημείο όπου ο αρσενικός ρόλος και ο θηλυκός ρόλος συγχωνεύονται σε έναν. Αυτό είναι εφικτό κατά το δεύτερο μέρος της ενήλικης ζωής τους, όταν και οι δύο σύζυγοι ξεφεύγουν από τους προκαθορισμένους ρόλους και αρχίζουν να αναζητούν μια βαθύτερη και πιο αυθεντική εμπειρία αγάπης.

Για τα άτομα αυτά η ευτυχία στα προχωρημένα ενήλικα χρόνια είναι συχνά συνδεδεμένη με τον γάμο. Όσο πιο αρμονική είναι η συμβίωση του ζευγαριού, τόσο πιο υψηλό είναι το ηθικό τους και τόσο πιο καλή η υγεία τους και το κέφι για ζωή» (σελ. 127-129).

Πολλοί γάμοι χαρακτηρίζονται από απόσταση, απογοήτευση και απομόνωση. Τα προβλήματα στον γάμο έρχονται στην επιφάνεια ή γίνονται πιο έντονα σε συνδυασμό με το σύνδρομο της άδειας φωλιάς. Η μητέρα μπορεί να νιώθει έντονη λύπη λόγω του αποχωρισμού των παιδιών της από το σπίτι, αλλά θα πρέπει να σιωπήσει ώστε να αφήσει ελεύθερο το παιδί να βαδίσει ανεξάρτητο στη δική του πορεία ζωής. Η απουσία των παιδιών από το σπίτι μπορεί να δημιουργήσει ένα δυσαναπλήρωτο κενό, προκαλώντας αρνητικά συναισθήματα. Οι γυναίκες «έχουν την ευκαιρία να επανεξετάσουν τη συμπεριφορά τους απέναντι στα παιδιά, να αναγνωρίσουν τα λάθη του και να επανορθώσουν. Αν δεν αδράξουν την ευκαιρία σε αυτή την ηλικία, θα είναι αργά όταν θα συνειδητοποιήσουν τις ευθύνες τους και η μεταμέλεια και οι ενοχές θα οδηγήσουν σε κατάθλιψη» (σελ. 133).

 

Πηγή:

Καλλιέρου- Ξυλά Λιάνα. 2004. Η γυναίκα μετά τα 40. Εκδόσεις Καστανιώτη.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Δευτέρα 21 Απριλίου 2025

Ο έρωτας μας κάνει να υποφέρουμε;

 «Ο έρωτας μας κάνει να υποφέρουμε, αλλά, όσο πιο παραδομένοι τον υπομένουμε, τόσο πιο δυνατούς μας κάνει»

«Ο Άγγλος ποιητής Άλφρεντ Τέννυσον είπε: ‘Καλύτερα να έχεις ερωτευτεί και να έχεις χάσει παρά να μην έχεις ερωτευτεί ποτέ’. Και το να γνωρίσεις τον έρωτα, ακόμα και με τον κίνδυνο να τον χάσεις ή να πονέσεις εξαιτίας του, είναι η πιο υπέροχη εμπειρία που μπορεί να βιώσει η ψυχή. 

 

Όταν νιώθουμε ερωτευμένοι, η ψυχή μας ανοίγεται και τολμάμε πράγματα που πριν ούτε που τα ονειρευόμασταν. Όπως είπε ο Πλάτων, ‘Δεν υπάρχει άνθρωπος τόσο δειλός που να μην μπορεί να μεταμορφωθεί σε ήρωα χάρη στον έρωτα’.

Ξαναγυρνώντας στον Σιντάρτα, στην αρχή της αναζήτησής του είναι τόσο επικεντρωμένος στο να βρει τον Θεό και το νόημα της ύπαρξής του που δεν γνωρίζει την αληθινή αγάπη, παρόλο που έχει μοιραστεί τον χρόνο του με την ωραία Καμάλα και την έχει ερωτευτεί.

Ωστόσο, στο τέλος του ταξιδιού του γνωρίζει τον γιο του και τότε ανακαλύπτει ένα συναίσθημα που αγνοούσε. Βιώνει μια αγάπη που δεν προέρχεται από την επιθυμία ή την ανάγκη, μια αγάπη αγνή και απόλυτη, που τον ωθεί να φροντίζει και να προστατεύει το παιδί του. Αυτό το είδος αγάπης είναι ένα μεγάλο δώρο που μας γεμίζει την καρδιά αλλά παράλληλα μπορεί να κουβαλάει και πόνο.

Κάθε σχέση γονέα- παιδιού συνεπάγεται έναν βαθμό πόνου και ανησυχίας. Ανησυχούμε σημαίνει νοιαζόμαστε για κάτι προκαταβολικά, δηλαδή προτού αυτό συμβεί, ενδιαφερόμαστε να προλάβουμε τα γεγονότα, υποφέρουμε για κάτι που ακόμα δεν έχει συμβεί αλλά που φοβόμαστε ότι μπορεί να συμβεί.

Το μόνο αντίδοτο στην ανησυχία είναι η ενασχόληση με κάτι. Όταν δινόμαστε ενεργά σε κάτι, δε μένει πια καιρός ούτε χώρος για ανησυχία.

Ο ώριμος έρωτας πρέπει να συνεπάγεται περισσότερη ενασχόληση με τον άλλο και λιγότερη ανησυχία. Να ζούμε τη σχέση και την αγάπη στο εδώ και στο τώρα.

Αν ασχολούμαστε με τον άλλο, αντί να ανησυχούμε, θα εξοικονομήσουμε πολύτιμη ενέργεια που τη σπαταλάμε φτιάχνοντας καταστροφικά σενάρια. Όταν έρθουν τα προβλήματα, αν έρθουν, τότε θα τα βάλουμε σε πρώτο πλάνο, όχι πριν.

Με την ανησυχία δεν αποτρέπεται ούτε ο δικός μας πόνος ούτε του άλλου.

Η ενασχόληση με τον άλλο είναι το μόνο χρήσιμο» (σελ. 121-123).

 

 

Πηγή:

Άλλαν Πέρσυ. 2012. Έρμαν Έσσε. 66 μαθήματα καθημερινής σοφίας. Εκδόσεις Πατάκη.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

Τετάρτη 19 Μαρτίου 2025

Συμβιωτική σχέση, απομονωτικο-καταστροφικότητα και αγάπη

Ο Έριχ Φρομ περιγράφει τρία είδη διαπροσωπικών σχέσεων: τη συμβιωτική σχέση, την απομονωτικο-καταστροφικότητα και την αγάπη. 

 

«Στη συμβιωτική σχέση, το άτομο συνδέεται με τους άλλους, αλλά χάνει ή ποτέ δεν κατορθώνει να αποκτήσει την ανεξαρτησία του. Αποφεύγει τον κίνδυνο της μοναξιάς με το να γίνεται μέρος ενός άλλου προσώπου, είτε με το να αφομοιώνεται από το άλλο πρόσωπο, είτε με το να αφομοιώνει. Η πρώτη περίπτωση αποτελεί την πηγή αυτού που κλινικά αποκαλούμε μαζοχισμός. Μαζοχισμός είναι η προσπάθεια να απαλλαγεί κανείς από το ατομικό του εγώ, να ξεφύγει από την ελευθερία και να αναζητά την ασφάλεια με την προσκόλλησή του σε ένα άλλο πρόσωπο.

Οι μορφές που παίρνει αυτή η εξάρτηση είναι πολυάριθμες. Μπορεί να αιτιολογηθεί σαν θυσία, καθήκον ή αγάπη, ιδιαίτερα όταν το είδος αυτό αιτιολόγησης νομιμοποιείται από πολιτιστικά πρότυπα. Πολλές φορές οι μαζοχιστικές τάσεις συνοδεύονται από σεξουαλικές παρορμήσεις και ηδονισμό. Συχνά, οι μαζοχιστικές τάσεις έρχονται σε τέτοιο βαθμό σε σύγκρουση με τις τάσεις της προσωπικότητας για ανεξαρτησία και ελευθερία, ώστε γίνονται αισθητές σαν επώδυνες και βασανιστικές.

Η συμβιωτική σχέση χαρακτηρίζεται από προσέγγιση και οικειότητα με το αντικείμενο, με αποτέλεσμα να χάνεται η ελευθερία και η ακεραιότητα. «Ένα άλλο είδος σχέσης είναι σχέση απομάκρυνσης, απομόνωσης και καταστροφικότητας. Το αίσθημα της ατομικής αδυναμίας μπορεί να ξεπεραστεί με την απομάκρυνση από τους άλλους, που θεωρούνται σαν απειλές. Σε ένα ορισμένο βαθμό, η αποχώρηση αποτελεί μέρος του κανονικού ρυθμού στη σχέση κάθε προσώπου με τον κόσμο, μια ανάγκη για περισυλλογή, για μελέτη για επεξεργασία των υλικών, των σκέψεων, των στάσεων. Η αποχώρηση γίνεται η κύρια μορφή της σχέσης με τους άλλους, μια αρνητική σχέση. Συναισθηματικό της ισοδύναμο είναι η αδιαφορία προς τους άλλους, που συνοδεύεται συχνά από ένα αντισταθμιστικό αίσθημα αυτοπληθωρισμού. Η αποχώρηση και η αδιαφορία μπορεί, χωρίς να είναι απαραίτητο, να είναι συνειδητές. Στην πραγματικότητα, καλύπτονται συνήθως στον πολιτισμό μας από ένα επιφανειακό είδος ενδιαφέροντος και κοινωνικότητας» (σελ. 157-158).

«Η καταστροφικότητα είναι η ενεργητική μορφή απομόνωσης. Η παρώθηση να καταστρέψεις άλλους είναι επακόλουθο του φόβου μήπως καταστραφείς από αυτούς. Καθώς η απομόνωση και η αυτοκαταστροφικότητα είναι η παθητική και ενεργητική μορφή του ίδιου είδους σχέσης, συχνά παρουσιάζονται ανάμικτες, σε ποικίλες αναλογίες. Πάντως, η διαφορά ανάμεσα στην ενεργητική και την παθητική μορφή της συμβιωτικής σχέσης. Η καταστροφικότητα απορρέει περισσότερο από μια έντονη και πιο ολοκληρωμένη παρεμπόδιση της παραγωγικότητας παρά της απομόνωσης. Είναι η διαστροφή της επιθυμίας για ζωή. Είναι η ενέργεια της μη βιωμένης ζωής, που έχει μεταμορφωθεί σε ενέργεια για την καταστροφή της ζωής.

Η αγάπη είναι η παραγωγική μορφή της συνάφειας με τους άλλους και με τον εαυτό μας. Προϋποθέτει ευθύνη, φροντίδα, σεβασμό και γνώση, καθώς και την επιθυμία να αναπτυχθεί και να εξελιχθεί το άλλο πρόσωπο. Είναι η έκφραση της οικειότητας ανάμεσα σε δύο ανθρώπινα όντα, με τον όρο της διαφύλαξης της ακεραιότητας του καθενός» (σελ. 158). 

 

Πηγή:

Έριχ Φρομ. 2006. Ο άνθρωπος για τον εαυτό του. Έρευνα στην Ψυχολογία της Ηθικής. Εκδόσεις Μπουκουμάνη.

 

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.