Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προσχολική και σχολική ηλικία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προσχολική και σχολική ηλικία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Ιουλίου 2026

Πεντάχρονοι «επαναστάτες»

Η ηλικία των πέντε ετών αποτελεί μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περίοδος στην ανάπτυξη του παιδιού. Ο χαρακτηρισμός «πεντάχρονοι επαναστάτες» δεν αναφέρεται σε παιδιά που αντιδρούν από πείσμα ή επιδιώκουν να αμφισβητήσουν τους ενήλικες χωρίς λόγο. Αντίθετα, περιγράφει μια φυσική και εξαιρετικά σημαντική αναπτυξιακή φάση, κατά την οποία τα παιδιά ανακαλύπτουν τη δύναμη της προσωπικότητάς τους, διεκδικούν μεγαλύτερη αυτονομία και προσπαθούν να κατανοήσουν τον κόσμο μέσα από τη δική τους οπτική. Τα πεντάχρονα συχνά μας θυμίζουν μικρούς επαναστάτες, που κάνουν φάρσες, πειραματίζονται με τα όρια και δοκιμάζουν συνεχώς τι είναι αληθινό και τι όχι. Πρόκειται για μια περίοδο έντονης αναζήτησης της πραγματικότητας. Τα παιδιά προσπαθούν να κατανοήσουν πως λειτουργεί ο φυσικός κόσμος, πως κινούνται τα αντικείμενα στον χώρο γύρω τους, ποιες σχέσεις συνδέουν τα γεγονότα και ποιες αιτίες βρίσκονται πίσω από όσα παρατηρούν. 

 

Στην ηλικία των πέντε ετών, το παιδί έχει ήδη κατακτήσει σημαντικές γλωσσικές, γνωστικές και κοινωνικές δεξιότητες. Το ψέμα δεν είναι απαραίτητα μια συνειδητή προσπάθεια εξαπάτησης, αλλά μια νέα γνωστική δυνατότητα που φαίνεται στα παιδιά συναρπαστική. Το παιδί δεν αρκείται πλέον στην απλή συμμόρφωση με τους κανόνες, αλλά αναζητά τις αιτίες πίσω από αυτούς. Το συνεχές «γιατί;» αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτής της ηλικίας. Τα παιδιά δεν αμφισβητούν την εξουσία επειδή θέλουν να την καταρρίψουν· επιδιώκουν να κατανοήσουν τη λογική της. Η περιέργεια, ο πειραματισμός και η συνεχής αναζήτηση εξηγήσεων αποτελούν τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής της ηλικίας και θέτουν τα θεμέλια για τη μετάβαση στη σχολική μάθηση και στην πιο ώριμη λογική σκέψη που θα ακολουθήσει…

Η «επανάσταση» των πεντάχρονων εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους. Θέλουν να κάνουν πράγματα μόνα τους, να επιλέγουν τα ρούχα τους, να εκφράζουν γνώμη, να συμμετέχουν στις αποφάσεις που τα αφορούν, να διαπραγματεύονται τους κανόνες του παιχνιδιού και να υπερασπίζονται αυτό που θεωρούν δίκαιο. Συχνά δοκιμάζουν τα όρια που θέτουν οι ενήλικες, όχι επειδή επιθυμούν τη σύγκρουση, αλλά επειδή μέσα από αυτή τη διαδικασία κατανοούν τα όρια της ελευθερίας τους και τις συνέπειες των πράξεών τους.

Η στάση των ενηλίκων απέναντι σε αυτή τη συμπεριφορά είναι καθοριστική. Όταν οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί αντιμετωπίζουν κάθε αντίρρηση ως ανυπακοή, είναι πιθανό να περιορίσουν την πρωτοβουλία και την αυτοπεποίθηση του παιδιού. Αντίθετα, όταν ακούν με προσοχή, εξηγούν τους κανόνες, δίνουν επιλογές όπου αυτό είναι εφικτό και ενθαρρύνουν τον διάλογο, βοηθούν το παιδί να αναπτύξει υπευθυνότητα, αυτορρύθμιση και σεβασμό προς τους άλλους.

Το παιχνίδι αποτελεί το βασικό πεδίο όπου εκφράζεται αυτή η δημιουργική «επανάσταση». Μέσα από τους ρόλους, τις διαπραγματεύσεις και τις μικρές συγκρούσεις με τους συνομηλίκους τους, τα παιδιά μαθαίνουν να συνεργάζονται, να επιχειρηματολογούν, να επιλύουν προβλήματα και να αναγνωρίζουν τα συναισθήματα των άλλων. Έτσι, η αμφισβήτηση μετατρέπεται σε ευκαιρία μάθησης και κοινωνικής ωρίμανσης.

Οι πεντάχρονοι χρειάζονται όρια, αλλά ταυτόχρονα χρειάζονται και χώρο για πρωτοβουλία. Η ισορροπία ανάμεσα στην ασφάλεια και την ελευθερία αποτελεί βασική προϋπόθεση για την υγιή ανάπτυξή τους. Οι σταθεροί κανόνες, όταν συνοδεύονται από σεβασμό, συνέπεια και ειλικρινή επικοινωνία, δεν καταπιέζουν το παιδί· του προσφέρουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να εξερευνήσει, να δημιουργήσει και να αναπτύξει την προσωπικότητά του.

Τελικά, οι «πεντάχρονοι επαναστάτες» μας υπενθυμίζουν ότι η περιέργεια, η αμφισβήτηση και η επιθυμία για αυτονομία δεν είναι προβλήματα προς εξάλειψη, αλλά πολύτιμα στοιχεία της ανθρώπινης ανάπτυξης. Το ζητούμενο δεν είναι να καταστείλουμε αυτή την εσωτερική δύναμη, αλλά να τη μετατρέψουμε σε δημιουργικότητα, υπευθυνότητα και δημοκρατική συνύπαρξη. Η πραγματική πρόκληση για τους ενήλικες δεν είναι να κερδίσουν τη «μάχη» με το παιδί, αλλά να το συνοδεύσουν στη διαμόρφωση μιας προσωπικότητας που θα μπορεί να σκέφτεται κριτικά, να συνεργάζεται και να ενεργεί με αυτοπεποίθηση και σεβασμό.

 

Πηγή:

https://theobservantmom.com/the-misbehavior-and-growth-of-a-five-year-old/. The Misbehavior and Growth of Five Year Olds. 

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

Ο φαύλος κύκλος της παραβίασης των ορίων…

Γονείς δίχως εσωτερικά όρια και οι επιπτώσεις της συμπεριφοράς τους στα παιδιά τους…

Η ψυχοθεραπεύτρια Ιζαμπέλ Φιλιοζά στο βιβλίο της με τίτλο: «Δεν υπάρχουν τέλειοι γονείς» αναφέρει μεταξύ πολλών άλλων κάτι εξαιρετικά σημαντικό: «Ορισμένοι γονείς που δεν κατόρθωσαν να γίνουν συγκροτημένοι ενήλικες, που δεν διαθέτουν εσωτερικά όρια, μπορεί να εισβάλουν στην προσωπική ζωή του παιδιού τους χωρίς να συνειδητοποιούν ότι καταπατούν ένα όριο. Για αυτούς, δεν υπάρχουν όρια. Δεν τα θέλουν. Δεν ανέχονται να χάσουν το μικρό τους, να το βλέπουν να μεγαλώνει, να μην έχουν πλέον τον έλεγχο… Έχουν ήδη τόσο λίγο έλεγχο στη ζωή τους. 

 

Όσο περισσότερο σεβασμό βιώσαμε σαν παιδιά, τόσο περισσότερο μπορούμε να σεβαστούμε το παιδί μας. Θα μπορούμε να αναγνωρίσουμε τις παρορμήσεις μας που μας οδηγούν στο να παρέμβουμε και να τις απομακρύνουμε ως τέτοιες. Αντίθετα, αν η μητέρα μας, διάβαζε την αλληλογραφία μας, το ημερολόγιό μας, έμπαινε στο δωμάτιό μας χωρίς να χτυπήσει, και μας έκανε να πιστέψουμε ότι το έκανε για το καλό μας… τότε μπορεί να μπούμε στον πειρασμό να κάνουμε κι εμείς το ίδιο στα παιδιά μας, αφού οι γονείς μας θα έχουν σβήσει όχι μόνο τα όρια, αλλά και τη συνείδηση για την αναγκαιότητά τους» (Φιλιοζά, σ.116).

Στο συγκεκριμένο απόσπασμα, η Φιλιοζά αναδεικνύει τη σημασία των προσωπικών ορίων στη σχέση γονέα–παιδιού και τον τρόπο με τον οποίο οι εμπειρίες της παιδικής ηλικίας επηρεάζουν τη γονεϊκή συμπεριφορά στην ενήλικη ζωή. Σύμφωνα με τον συλλογισμό της, ορισμένοι γονείς δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν και να σεβαστούν την αυτονομία του παιδιού τους, επειδή οι ίδιοι δεν έχουν αναπτύξει επαρκώς την αίσθηση των προσωπικών ορίων. Η υπερβολική παρέμβαση στη ζωή του παιδιού, η ανάγκη συνεχούς ελέγχου και η αδυναμία αποδοχής της ανεξαρτητοποίησής του, συχνά συνδέονται με προσωπικές ανασφάλειες και ελλείμματα που οι γονείς κουβαλούν από τη δική τους παιδική ηλικία.

Η Φιλιοζά λοιπόν, υποστηρίζει ότι η ικανότητα ενός γονέα να σέβεται το παιδί του δεν αναπτύσσεται τυχαία, αλλά επηρεάζεται σημαντικά από τον σεβασμό που ο ίδιος βίωσε κατά την δική του παιδική ηλικία. Όταν ένα παιδί μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον όπου οι σκέψεις, τα συναισθήματα και η ιδιωτικότητά του γίνονται σεβαστά, μαθαίνει ότι κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα στον προσωπικό του χώρο και στην αυτοδιάθεσή του. Ως ενήλικας είναι πιθανότερο να μεταφέρει αυτή τη στάση και στις δικές του σχέσεις, αναγνωρίζοντας πότε μια παρόρμηση για έλεγχο ή παρέμβαση είναι ακατάλληλη και πότε όχι.

Αντίθετα, όταν οι γονείς παραβιάζουν συστηματικά την ιδιωτικότητα του παιδιού , για παράδειγμα διαβάζοντας το ημερολόγιό του, ελέγχοντας τα προσωπικά του αντικείμενα ή εισβάλλοντας στον προσωπικό του χώρο χωρίς άδεια , τότε το παιδί ενδέχεται να μεγαλώσει θεωρώντας (λανθασμένα) αυτές τις συμπεριφορές φυσιολογικές ή ακόμη και ότι αποτελούν ένδειξη φροντίδας. Με αυτόν τον τρόπο αναπαράγεται ένας φαύλος κύκλος, όπου οι παραβιάσεις των ορίων μεταφέρονται από τη μία γενιά στην επόμενη. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι καταπατώνται τα όρια, αλλά ότι σταδιακά χάνεται και η επίγνωση της σημασίας τους.

Το βαθύτερο μήνυμα του αποσπάσματος που επιλέξαμε για να αναδείξουμε ένα τόσο σημαντικό ζήτημα που επηρεάζει τις στενές διαπροσωπικές σχέσεις γονέα – παιδιού, είναι ότι η υγιής γονεϊκότητα απαιτεί αυτογνωσία. Οι γονείς χρειάζεται να αναγνωρίζουν τις δικές τους ανάγκες, φόβους και ανασφάλειες, ώστε να μην τις προβάλλουν στα παιδιά τους. Ο σεβασμός των ορίων δεν σημαίνει αδιαφορία ή έλλειψη ενδιαφέροντος· αντίθετα, αποτελεί ένδειξη εμπιστοσύνης και αναγνώρισης της προσωπικότητας του παιδιού. Όταν το παιδί μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον όπου γίνεται σεβαστή η ιδιωτικότητά του, τότε οι επιλογές και η σταδιακή του αυτονόμηση, έρχονται με πιο απλό και ήπιο τρόπο, ενώ ταυτόχρονα το παιδί αναπτύσσει μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, αίσθηση ευθύνης και υγιέστερες σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους.

Συνεπώς, δεν θα πρέπει να ξεχνούμε ότι η ποιότητα της γονεϊκής συμπεριφοράς συνδέεται στενά με τα βιώματα και τα πρότυπα που οι ίδιοι οι γονείς έχουν εσωτερικεύσει από τη δική τους παιδική ηλικία, και κυρίως ότι ο σεβασμός των ορίων αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για τη συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού.

 

Πηγή:

Ι. Φιλιοζά, 2011, Δεν υπάρχουν τέλειοι γονείς, μτφρ. Έ. Μαργέλη, Εκδόσεις Ενάλιος, Αθήνα.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Κυριακή 8 Μαρτίου 2026

Η κοινωνικο-πολιτισμική θεωρία του Vygotsky

Η κοινωνικο πολιτισμική θεωρία του Vygotsky δίνει έμφαση στον τρόπο με τον οποίο προχωρεί η νοητική ανάπτυξη ως προϊόν των κοινωνικών συναλλαγών ανάμεσα στα μέλη μιας πολιτισμικής ομάδας.

Ο Vygotsky που έζησε μια πολύ σύντομη ζωή (1896-1934) υποστήριξε ότι τα παιδιά αντιλαμβάνονται και κατανοούν τον κόσμο, καθώς συναναστρέφονται με τους ενήλικες και τα άλλα παιδιά στην επίλυση προβλημάτων.

Συγκριτικά με άλλες θεωρίες, η κοινωνικο-πολιτισμική θεωρία τονίζει με έμφαση ότι η ανάπτυξη αποτελεί αμοιβαία συναλλαγή ανάμεσα στο παιδί και τους ανθρώπους στο περιβάλλον του. Ο Vygotsky πίστευε ότι τα πρόσωπα και το περιβαλλοντικό πλαίσιο επηρεάζουν το παιδί, το οποίο με τη σειρά του ασκεί επίδραση στα άτομα και στο πλαίσιο αυτό. Το φαινόμενο αυτό συνεχίζεται σε έναν ατέρμονα κύκλο, καθώς το παιδί αποτελεί αφενός δέκτη των επιδράσεων κοινωνικοποίησης και αφετέρου πηγή της επίδρασης.

Αξιολόγηση της θεωρίας του Vygotsky

Ο Vygotsky ήταν ένας από τους πρώτους θεωρητικούς στην ανθρώπινη ανάπτυξη που αναγνώρισε τη σημασία του πολιτισμικού επιπέδου και, καθώς η σημερινή κοινωνία γίνεται όλο και πιο πολυπολιτισμική, η κοινωνικο-πολιτισμική θεωρία μας βοηθά να αναγνωρίσουμε τον πλούτο και την ποικιλία των παραγόντων που διαμορφώνουν την ανάπτυξη.

Παρόλα αυτά, η κοινωνικο-πολιτισμική θεωρία έχει δεχτεί σημαντική κριτική. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η έμφαση του Vygotsky στον ρόλο του πολιτισμού και της κοινωνικής εμπειρίας τον οδήγησε στο να παραβλέψει τις επιδράσεις των βιολογικών παραγόντων στην ανάπτυξη. Επιπλέον, η προσέγγιση φαίνεται να μειώνει το ρόλο που μπορεί να παίξει το άτομο στη διαμόρφωση του δικού του περιβάλλοντος. Και όπως έχουμε ήδη δει παρουσιάζοντας την ανθρωπιστική προσέγγιση, το κάθε άτομο είναι ικανό να παίξει κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση της πορείας της προσωπικής του ανάπτυξης.

 

Feldman, S.R. 2019. Αναπτυξιακή ψυχολογία. Εκδόσεις Gutenberg.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2025

Η βιο-οικολογική προσέγγιση στην ανάπτυξη

Η βιο-οικολογική προσέγγιση υποστηρίζει την ύπαρξη 4 επιπέδων στο περιβάλλον, τα οποία ασκούν ταυτόχρονες επιδράσεις στη συμπεριφορά του ατόμου. Ο Bronfenbrenner πιστεύει ότι η ολοκληρωμένη κατανόηση της ανάπτυξης του ατόμου δεν είναι δυνατή αν δεν λάβουμε υπόψη το πώς το άτομο επηρεάζεται από αυτά τα 4 επίπεδα.

 

Το μικροσύστημα είναι το καθημερινό, άμεσο περιβάλλον στο οποίο ζουν τα παιδιά κάθε μέρα. Οι γονείς και άλλα άτομα που φροντίζουν το παιδί, φίλοι και δάσκαλοι ασκούν επιδράσεις, οι οποίες θεωρούνται μέρος του μικρού συστήματος. Όμως, το παιδί δεν αποτελεί παθητικό δέκτη αυτών των επιδράσεων.

Το μεσοσύστημα συνίσταται από συσχετίσεις ανάμεσα στα διάφορα στοιχεία του μικροσυστήματος. Όπως οι κρίκοι σε μια αλυσίδα, το μεσοσύστημα συνδέει το παιδί με τους γονείς, τους μαθητές με τους δασκάλους, τους υπαλλήλους με τους εργοδότες και τους φίλους μεταξύ τους.

Το εξωσύστημα αντιπροσωπεύει γενικότερες επιδράσεις που περιλαμβάνουν θεσμούς της κοινωνίας, όπως η τοπική κυβέρνηση, η Κοινότητα, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, οι χώροι λατρείας και τα τοπικά μέσα ενημέρωσης.

Το μακροσύστημα αντιπροσωπεύει τις ευρύτερες πολιτισμικές επιδράσεις στο άτομο. Στοιχεία του μακροσυστήματος είναι η κοινωνία, σε γενικές γραμμές το είδος διακυβέρνησης, θρησκευτικά και πολιτικά συστήματα αξιών, όπως και άλλοι γενικοί παράγοντες.

 

Τέλος, το χρονοσύστημα εμπλέκεται σε όλα τα προαναφερθέντα επίπεδα. Περιλαμβάνει τις επιδράσεις στην ανάπτυξη των παιδιών που σχετίζονται με το πέρασμα του χρόνου, όπως τα ιστορικά γεγονότα (για παράδειγμα, η τρομοκρατική επίθεση στους Δίδυμους Πύργους το 2001), αλλά και με πιο σταδιακές ιστορικές αλλαγές, (όπως η αλλαγή στο ποσοστό των γυναικών που εργάζονται έξω από το σπίτι).

Η βιο-οικολογική προσέγγιση, δίνει έμφαση στη διασύνδεση των ποικίλων επιρροών στην ανάπτυξη. Επειδή τα διάφορα επίπεδα συσχετίζονται το ένα με το άλλο, μια αλλαγή σε ένα τμήμα του συστήματος επηρεάζει τα υπόλοιπα.

Αντίθετα, πιθανές αλλαγές σε ένα από τα περιβαλλοντικά επίπεδα μπορεί να μην ασκήσουν σημαντικές επιδράσεις, αν τα άλλα επίπεδα παραμένουν σχετικώς σταθερά.

Με παρόμοιο τρόπο η βιο-οικολογική προσέγγιση δείχνει ότι οι επιδράσεις στα διάφορα μέλη της οικογένειας έχουν τουλάχιστον διπλή κατεύθυνση: οι γονείς μπορούν να επηρεάσουν τη συμπεριφορά των παιδιών, αλλά και τα παιδιά μπορούν να επηρεάσουν τη συμπεριφορά των γονέων τους. Τέλος, η βιο-οικολογική προσέγγιση υπογραμμίζει τη σημασία ευρύτερων πολιτισμικών παραγόντων που ασκούν επιδράσεις στην ανάπτυξη.

Οι αρχές του ατομικισμού, της κυρίαρχης δυτικής φιλοσοφίας δίνουν έμφαση στην ατομική ταυτότητα, τη μοναδικότητα, την ελευθερία και την αξία του ατόμου.

Συλλογικότητα είναι η αντίληψη-ιδέα ότι η καλή φυσική και ψυχική κατάσταση-ευεξία της ομάδας είναι σημαντικότερη από αυτήν του ατόμου. Τα άτομα που έχουν μεγαλώσει σε συλλογικές κοινωνίες τείνουν να δίνουν έμφαση στην ευημερία της ομάδας, στην οποία ανήκουν, μερικές φορές ακόμη και εις βάρος της δικής τους ευημερίας.

Αξιολόγηση της βιο-οικολογικής προσέγγισης

Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η προσέγγιση δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία στους βιολογικούς παράγοντες. Παρόλα αυτά η βιο-οικολογική προσέγγιση είναι σημαντική στη μελέτη της παιδικής ανάπτυξης, καθώς προβάλλει την ιδέα των πολλαπλών επιπέδων στα οποία το περιβάλλον επηρεάζει την ανάπτυξη των παιδιών.

 

Feldman, S.R. 2019. Αναπτυξιακή ψυχολογία. Εκδόσεις Gutenberg.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Κυριακή 31 Αυγούστου 2025

Καταστροφικά γεγονότα στη ζωή των παιδιών

Πρόκειται για συμβάντα που προκαλούν κρίση στη ζωή τους και μπορεί να οφείλονται σε ξαφνικά φυσικά ή κοινωνικά φαινόμενα, όπως μια πανδημία, ένας πόλεμος ή σε αντίξοα γεγονότα που επηρεάζουν δραματικά την καθημερινή ζωή των μελών της οικογένειας και έχουν έντονες επιπτώσεις σε όλους. Συνήθως πρόκειται για απροσδόκητα γεγονότα, που προκαλούν σοκ, αίσθημα άγχους, διαρκή ανησυχία, προβλήματα στον ύπνο και στη διάθεση και ένα αίσθημα θλίψης. 

 

«Πολλοί άνθρωποι ξεπερνούν τα τραύματα που τους προκαλεί μια καταστροφή με τη βοήθεια της οικογένειας και της κοινότητας, ενώ άλλοι μπορεί να χρειαστούν πρόσθετη υποστήριξη για να ανακάμψουν.

Οποιοσδήποτε μπορεί να διατρέξει κίνδυνο, συμπεριλαμβανομένων των επιζώντων που ζουν στις πληγείσες περιοχές καθώς και αυτών που εργάζονται για την ‘’ανοικοδόμησή’’ τους.

Οι φυσικές καταστροφές, οι καταστροφές που προκαλούνται από τον άνθρωπο, τα περιστατικά μαζικής βίας και γενικώς τα περιστατικά μαζικού τραύματος, συμπεριλαμβανομένου του πολέμου, αποτελούν τα μείζονα και συχνότερα παραδείγματα κρίσεων παγκοσμίως.

Οι φυσικές καταστροφές, όπως οι σφοδρές καταιγίδες, οι πλημμύρες, οι πυρκαγιές, οι σεισμοί, των οποίων γινόμαστε συχνά μάρτυρες και στην Ελλάδα, μαζί με τους τυφώνες, τους ανεμοστρόβιλους, τις τροπικές καταιγίδες, την ξηρασία και τα τσουνάμι, είναι μεγάλης κλίμακας γεωλογικά ή μετεωρολογικά φαινόμενα που μπορούν να προκαλέσουν απώλειες σε ζωές αλλά και περιουσίες.

Παραδείγματα καταστροφών που προκαλούνται από τον άνθρωπο είναι τα βιομηχανικά ατυχήματα, οι πυροβολισμοί, οι τρομοκρατικές ενέργειες και τα περιστατικά μαζικής βίας. Όπως συμβαίνει και με τις φυσικές καταστροφές, αυτά τα είδη τραυματικών γεγονότων μπορεί επίσης να προκαλέσουν απώλεια ζωής και περιουσίας. Ενδέχεται επίσης να προκαλέσουν κύματα προσφύγων, οικονομική καταστροφή και υγειονομική κρίση και μάλιστα όχι μόνο στις πληγείσες περιοχές, αλλά και ευρύτερα» (σελ. 170).

Πώς αντιδρούν τα παιδιά σε αυτά τα ακραία γεγονότα;

Οι αντιδράσεις των παιδιών εξαρτώνται από τα ατομικά τους χαρακτηριστικά και από τα χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο ζουν. Η ανάπτυξη και η ανθετικότητα των παιδιών επηρεάζονται από την αλληλεπίδραση των αναγκών και των ικανοτήτων τους καθώς και των παραγόντων κινδύνου και προστασίας που υπάρχουν στο κοινωνικό τους περιβάλλον.

«Η ανθεκτικότητα είναι η ικανότητα ανάκαμψης από το άγχος, τις αντιξοότητες, την αποτυχία, τις προκλήσεις ή ακόμα και το τραύμα. Δεν είναι κάτι που τα παιδιά είτε έχουν είτε δεν έχουν. Πρόκειται για μια ικανότητα που αναπτύσσουν καθώς μεγαλώνουν. Τα ανθεκτικά παιδιά είναι πιο πιθανό να αναλάβουν υγιή ρίσκα, επειδή δεν φοβούνται μην τυχόν δεν ανταποκριθούν στις προσδοκίες τους.

Γενικά, τείνουμε να εξιδανικεύουμε την παιδική ηλικία ως μια ξέγνοιαστη περίοδο, αλλά η νεότητα από μόνη της δεν προσφέρει κάποια ασπίδα έναντι των συναισθηματικών πληγών, προκλήσεων και τραυμάτων που αντιμετωπίζουν πολλά παιδιά. μπορεί να κληθούν να αντιμετωπίσουν προβλήματα που κυμαίνονται από την προσαρμογή σε μια νέα τάξη ή τη διαδικτυακή εκπαίδευση έως τον εκφοβισμό από τους συνομηλίκους ή ακόμα και τους οικογενειακούς καβγάδες. Και αν προσθέσουμε σε αυτά τις αβεβαιότητες που αποτελούν μέρος της ενηλικίωσης σε έναν περίπλοκο κόσμο, η παιδική ηλικία καταλήγει να είναι κάθε άλλο παρά ξέγνοιαστη. Η ικανότητα ενός ατόμου να αντεπεξέλθει και να αναπτυχθεί παρά τις εν λόγω προκλήσεις προκύπτει από την ανθεκτικότητά του.

Η ανθεκτικότητα ενός παιδιού μπορεί να ενισχυθεί με παρεμβάσεις κατάλληλες για την ηλικία του, οι οποίες προάγουν ορισμένα από τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

Να διατηρεί υγιείς δεσμούς με τους ενήλικες που το φροντίζουν και με τους συνομηλίκους του.

Να είναι κοινωνικά ικανό να αλληλεπιδρά με ενήλικες και παιδιά.

Να είναι ανεξάρτητο και να ζητά βοήθεια όταν είναι απαραίτητο.

Να είναι περίεργο και να εξερευνά του περιβάλλον.

Να παίζει δημιουργικά.

Να προσαρμόζεται στις αλλαγές.

Να σκέφτεται προτού ενεργήσει.

Να έχει αυτοπεποίθηση ότι μπορεί να ελέγξει ορισμένες πτυχές της ζωής του.

Να έχει ενδιαφέροντα, χόμπι, να συμμετέχει σε δραστηριότητες και να έχει πολλαπλές δεξιότητες» (σελ. 171-172).

 

Ρίτσα Ψύλλου- Μαρία Ζαφειροπούλου. 2023. Παιδικό άγχος. Τι γίνεται με αυτό; Εκδόσεις Τόπος.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Τετάρτη 30 Ιουλίου 2025

Επιθετικότητα στην προσχολική ηλικία και ηθικός συλλογισμός

Γνωστικές προσεγγίσεις στην επιθετικότητα

Δύο παιδιά που παίζουν ένα παιχνίδι με την μπάλα, μερικές φορές πέφτουν το ένα πάνω στο άλλο. Το ένα αντιδρά ζητώντας συγγνώμη, ενώ το άλλο σπρώχνει τον συμπαίκτη του και του λέει «Σταμάτα πια!». Παρόλο που και τα δύο παιδιά είναι το ίδιο υπεύθυνα κάθε φορά για το συμβάν, οι αντιδράσεις τους είναι τελείως διαφορετικές. Το πρώτο παιδί ερμηνεύει το γεγονός ως ατύχημα, ενώ το δεύτερο το εκλαμβάνει ως πρόκληση και αντιδρά με επιθετικότητα.

 

Η γνωστική προσέγγιση στην επιθετικότητα υποστηρίζει ότι για να κατανοήσουμε την ανάπτυξη της ηθικότητας, θα πρέπει να μελετήσουμε πώς το παιδί προσχολικής ηλικίας ερμηνεύει τη συμπεριφορά των άλλων, καθώς και το περιβαλλοντικό πλαίσιο στο οποίο αυτή εμφανίζεται. Σύμφωνα με τον Kenneth Dodge και τους συνεργάτες του, ορισμένα παιδιά έχουν περισσότερο την τάση να υποθέτουν ότι οι πράξεις των άλλων παρωθούνται αποκλειστικά από την επιθετικότητά τους. Τα παιδιά αυτά δεν είναι ικανά να εντοπίσουν τα κατάλληλα «σήματα» σε μία κατάσταση και έτσι δεν μπορούν να ερμηνεύσουν με ακρίβεια τη συμπεριφορά των άλλων σε αυτές τις συνθήκες. Αντίθετα, υποθέτουν -συχνά λανθασμένα- ότι τα γεγονότα που συμβαίνουν στο περιβάλλον οφείλονται στην επιθετικότητα των άλλων.

Τρόποι για την ενίσχυση της ηθικής συμπεριφοράς και τη μείωση της επιθετικότητας στα παιδιά προσχολικής ηλικίας.

Οι θεωρίες για τα αίτια της επιθετικής συμπεριφοράς στα παιδιά προσχολικής ηλικίας είναι χρήσιμες για τις ποικίλες μεθόδους ενίσχυσης της ηθικής συμπεριφοράς και μείωσης της επιθετικότητας, από υποδεικνύουν. Ακολουθούν μερικές από τις πιο πρακτικές και εύκολες στην εφαρμογή τους στρατηγικές:

·         Προσφέρουμε ευκαιρίες στο παιδί προσχολικής ηλικίας να παρατηρεί άλλους που συμπεριφέρονται με συνεργατικό και θετικά κοινωνικό τρόπο.

·         Ενθαρρύνουμε το παιδί να ασχοληθεί με δραστηριότητες που κάνουν καλό στους άλλους, όπως το να μοιράζεται πράγματα.

·         Μιλάμε στο παιδί προσχολικής ηλικίας για το πώς μπορεί να αισθάνονται οι άλλοι σε μια δύσκολη κατάσταση, καλλιεργώντας με αυτόν τον τρόπο την ενσυναίσθηση.

·         Δεν παραβλέπουμε την επιθετική συμπεριφορά. Γονείς και εκπαιδευτικοί πρέπει να παρεμβαίνουν, όταν έρχονται αντιμέτωποι με επιθετική συμπεριφορά και να δίνουν ξεκάθαρο μήνυμα ότι η επιθετικότητα είναι απαράδεκτος τρόπος επίλυσης των συγκρούσεων.

·         Δείχνουμε στο παιδί προσχολικής ηλικίας πώς να επινοεί εναλλακτικές ερμηνείες για τη συμπεριφορά των άλλων. Αυτό είναι ιδιαιτέρως σημαντικό για τα παιδιά που είναι επιρρεπή στην επιθετικότητα και που είναι πιθανότερο να αντιλαμβάνονται τη συμπεριφορά των άλλων ως περισσότερο επιθετική από ό, τι πραγματικά είναι.

·         Ελέγχουμε τα τηλεοπτικά προγράμματα που παρακολουθεί το παιδί, ιδιαιτέρως όσα περιέχουν βίαιες σκηνές. Υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι η παρακολούθηση προγραμμάτων που περιέχουν βία αυξάνει το επίπεδο επιθετικότητας στο παιδί.

·         Βοηθούμε το παιδί προσχολικής ηλικίας να κατανοήσει τα συναισθήματά του. Όταν το παιδί θυμώνει -και όλα τα παιδιά θυμώνουν-, πρέπει να μαθαίνει να αντιμετωπίζει τον θυμό με εποικοδομητικό τρόπο.

·         Εκπαιδεύουμε το παιδί στον ηθικό συλλογισμό και τον έλεγχο. Το παιδί προσχολικής ηλικίας κατανοεί τα βασικά στοιχεία του ηθικού συλλογισμού και πρέπει να του υπενθυμίζουμε γιατί ορισμένες συμπεριφορές είναι επιθυμητές. Για παράδειγμα, είναι καλύτερο να πούμε «αν πάρεις όλα τα μπισκότα, δεν θα μείνει τίποτα για τους άλλους», παρά να του πούμε «τα καλά παιδιά δεν τρώνε όλα τα μπισκότα». (σ.312)

 

Feldman, S.R. 2019. Αναπτυξιακή ψυχολογία. Εκδόσεις Gutenberg.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Τετάρτη 21 Μαΐου 2025

Η εγκατάλειψη παιδιών

«Η εγκατάλειψη ενός παιδιού αποτελεί συγχρόνως το τέρμα, τη δραματική απόληξη μιας μακράς προσωπικής πορείας και την επείγουσα συλλογική προσπάθεια λύσης του δράματος. Σίγουρα δεν προκύπτει από μια απλά ανεπάρκεια σε μητρικό ένστικτο, παρόλο που τη στιγμή του δράματος μπορεί να εκφράζεται ως μια ακραία μορφή γονεϊκής αδιαφορίας που δείχνει να αντιπαρατίθεται σε μια έντονη κινητοποίηση κοινωνικού ενδιαφέροντος για το παιδί. Κάθε εγκατάλειψη είναι το τελικό αποτέλεσμα πολλαπλών ανεπαρκειών και μιας σειράς συγκυριών και συναντήσεων. Με βάση τα παραπάνω, η εγκατάλειψη μπορεί να γίνει αντιληπτή ως το τελικό αποτέλεσμα, η διέξοδος, για πολλές προσωπικές πορείες γυναικών κάτω από συγκεκριμένες καταστάσεις και συγκυρίες. Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση του θέματος μετατρέπει την εγκατάλειψη σε απλό ατομικό ψυχολογικό ή ψυχοπαθολογικό γεγονός και τελικά επιφέρει μια καλυμμένη ηθική κατακραυγή. 

 

Κάθε εγκατάλειψη φέρει μαζί της μια μεγάλη ιστορία, που περιλαμβάνει τις ιστορίες μιας γυναίκας, ενός άνδρα, των οικογενειών τους, των στάσεών τους και του κοινωνικού- πολιτισμικού τους στάτους. Η ιστορία αυτή περιέχει εντός της ένα υψηλό δυναμικό εγκατάλειψης και συναντά σε κάποια κρίσιμη στιγμή έναν κοινωνικό περίγυρο που μπορεί να επηρεάσει τις εξελίξεις προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Ο κοινωνικός αυτός περίγυρος αποτελείται σε γενικές γραμμές από τα ήθη, τις προκαταλήψεις, τον δυναμισμό και τη γενικότερη πολιτική μιας κοινωνίας στη σχέση της με τις μόνες μητέρες, τα νόθα παιδιά, τη θέση των ανδρών και των γυναικών κ.ο.κ. […]

Σε κάθε ιστορία εγκατάλειψης οι συναντήσεις αυτές δείχνουν να παίζουν καθοριστικό ρόλο, σε πολλές περιπτώσεις οι εξωτερικοί παράγοντες παίζουν καίριο ρόλο ως προς την τελική διαμόρφωση μιας λύσης του δράματος. Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει ένας συντονισμό της δημιουργίας του δράματος και της λύσης τους, όπου συνυπάρχουν οι ατομικοί, οι ευρύτεροι οικογενειακοί και οι κοινωνικοί παράγοντες. Όσον αφορά τον κοινωνικό παράγοντα, θα μπορούσαμε να τον αντιληφθούμε στη διπλή του όψη: ως μια απουσία συμπαράστασης και ως παρουσία ρύθμισης. Ο κοινωνικός παράγοντας θα συμβάλει έτσι σημαντικά, με τη διπλή του αυτή μορφή, στην τελική κατεύθυνση ή διαμόρφωση μιας κατάστασης.

Σε μερικές περιπτώσεις μπορούμε να αναγνωρίσουμε στην κοινωνική- εξωτερική παρέμβαση το κύριο βάρος της τελικής διαμόρφωσης μιας λύσης. Στις περιπτώσεις αυτές το κενό που αφήνει η αδυναμία της βιολογικής μητέρας υπερκαλύπτεται από τις επιθυμίες και τις αποφάσεις τρίτων, σε σημείο που να τολμήσουμε να υπαινιχθούμε σχεδόν την ύπαρξη μιας υφαρπαγής. Πίσω από το ‘’συμφέρον’’ του παιδιού δείχνουν να υφέρπουν κοινωνικές αντιλήψεις ιδιαίτερα συντηρητικές, που δικαιώνουν τελικά τα αυτόματα περάσματα των παιδιών από ‘’ανίκανους’’ γονείς σε κοινωνικά αποδεκτούς θετούς γονείς. Η κίνηση αυτή για να πετύχει, οφείλει αυτόματα να απαξιώσει τους βιολογικούς γονείς ως γονείς, ενώ συγχρόνως θα υπερ- αξιώνει κάποιους θετούς γονείς στη βάση κάποιων ασαφών κοινωνικών κριτηρίων» (σελ. 109-111).

 

Πηγή:

Γρηγόρη Αμπατζόγλου (Επιμ). 2021. Αλλάζοντας χέρια. Από τον αποχωρισμό των παιδιών στην υποδοχή τους. Εκδόσεις University Studio Press.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.