Πέμπτη 31 Αυγούστου 2023

Υπάρχει λύση σε κάθε πρόβλημα;

 Πώς το άτομο «χάνεται» υπό το βάρος των ραγδαίων εξελίξεων…

Να ένα καλό ερώτημα: υπάρχει λύση σε κάθε πρόβλημα; Πριν απαντήσουμε, αξίζει να ρίξουμε μια ματιά στη σημερινή κατάσταση των κοινωνιών του σύγχρονου ανθρώπου. Ένα μεγάλο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού των Δυτικών κυρίως κοινωνιών, διαβιεί σε πόλεις. Εκεί συγκεντρώνονται άνθρωποι με «κοινές» ανάγκες και κοινή πορεία ακολουθώντας «μιμητικά» συγκεκριμένους τρόπους συμπεριφοράς, όπου τα άτομα χάνουν τη μοναδικότητα και την ιδιαιτερότητα της ύπαρξής τους. Συνήθως, αυτό που συμβαίνει είναι τα άτομα να εντάσσονται σε ένα ανθρώπινο σύνολο που έχει περισσότερο χαρακτηριστικά μιας μάζας, μιας αγέλης για την οποία πριμοδοτείται η χειραγώγηση, η εξομοίωση των αντιδράσεων, των στάσεων και των επιλογών. Επιπροσθέτως, στο όνομα της ειρήνης και της ασφάλειας το αγαθό που προβάλλεται είναι αυτό της αγοραστικής δύναμης και της διαμόρφωσης του προτύπου: «άνθρωπος – καταναλωτής». 

Η προβολή της μονοδιάστατης αξίας των υλικών αγαθών, αντί να οδηγήσει τις κοινωνίες σε πρόοδο, μάλλον τις πάει πίσω, καθώς πουθενά στον σύγχρονο κόσμο δεν διαπιστώνεται αξιοσημείωτη πολιτιστική πρόοδος και ανάπτυξη, παρά μόνο οικονομική και τεχνολογική, κι αυτό πάλι με κάποια ερωτηματικά. Η σύγχρονη σκέψη δεν έχει να πει σχεδόν τίποτα νέο, τίποτα που να είναι ρηξικέλευθο και ριζοσπαστικό. Αυτό που γίνεται είναι να αναμασούμε ιδέες προηγούμενων εποχών στους τομείς της σκέψης και η τεχνολογία να χρησιμοποιείται για τον μεγαλύτερο και καλύτερο έλεγχο των μαζών, με απώτερο σκοπό της αύξηση των κερδών για τους λίγους.

Η επιβίωση σε έναν τέτοιο κόσμο δεν κατάφερε να μεταβάλλει την αιώνια ρήση: «ο άνθρωπος για τον άνθρωπο λύκος» σε «ο άνθρωπος για τον άνθρωπο, άνθρωπος!». Δυστυχώς, σε αυτό αποτύχαμε. Έτσι, η απάθεια, η ωμότητα και η κυνικότητα χαρακτηρίζουν τα μέλη αυτών των κοινωνιών και το διαπιστώνουμε καθημερινά αυτό, με την αύξηση της εγκληματικότητας, της καταστροφής του περιβάλλοντος, την αύξηση της μοναξιάς, της κατάθλιψης και των αυτοκτονιών. Σε έναν τέτοιο κόσμο, για να μπορείς να επιβιώσεις, δυστυχώς θα πρέπει να ασπαστείς και να κάνεις δικές σου αυτές τις καινούργιες «αξίες»: την απάθεια, την ωμότητα και τον κυνισμό.

Ζούμε όλοι μαζί και ταυτοχρόνως ο καθένας μόνος του, ο καθένας για τον εαυτό του, με κατεύθυνση το άγνωστο. Κάποιες φορές προσπαθούμε να κατανοήσουμε όσα συμβαίνουν, αλλά τα μηνύματα που προσλαμβάνουμε είναι πραγματικά ανερμήνευτα, καθώς δεν προλαβαίνουμε να αντιδράσουμε στις ραγδαίες εξελίξεις των καιρών μας. Είναι τέτοια η ρευστότητα και η ταχύτητα, που δεν προλαβαίνουμε να σκεφτούμε, ούτε καν να αντιληφθούμε όσα μας αφορούν. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι έχουμε δώσει τη δικαιοδοσία σε κάποιους άλλους να σκεφτούν για εμάς, χωρίς εμάς.

Σε μια μάχη, σε μια συντριβή, κάποιοι θα επιβιώσουν και κάποιοι θα χαθούν. Κάποιοι θα χρυσώσουν το χάπι, πείθοντας τον εαυτό τους ότι δεν γινόταν αλλιώς… θα προσπαθήσουν να εκλογικεύσουν όσα συμβαίνουν έξω, μα κυρίως μέσα τους. Κι έτσι, κάποιοι θα συνεχίσουν να πορεύονται χωρίς να βλέπουν κάποιο πρόβλημα. Ίσως, είναι πιο εύκολο να μην δεις το πρόβλημα, παρά να το λύσεις. Άλλοι πάλι, θα ψάξουν για λύση, αφού πρώτα φτάσουν σε αδιέξοδο. Αν, λοιπόν, δεν ψάξεις για λύση σε κάθε πρόβλημα, πώς θα απαντήσεις στο ερώτημα που θέσαμε στην αρχή του κειμένου; Τελικά, αυτό στο οποίο έχουμε εκπαιδεύσει τον εαυτό μας, μήπως είναι να μας δίνουν έτοιμες λύσεις, όπως ακριβώς βρίσκουμε τα πάντα έτοιμα ως «άνθρωποι – καταναλωτές»; Αντί να σκεφτούμε, θα βάλουμε ξανά τους άλλους να σκεφτούν για εμάς;

Μιλώντας, λοιπόν, για τη σύγχρονη εποχή, ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, περιέγραψε πολύ καλά αυτό που συμβαίνει στον σύγχρονο άνθρωπο, στο ομώνυμο βιβλίο του. Δεν έχουμε, παρά να παραθέσουμε ένα απόσπασμα από αυτό, για να το απολαύσετε, όπως κι εμείς:

«Ζούμε καθώς ναυαγοί σε μεμονωμένες σχεδίες. Ολόγυρά μας απλώνεται βαθύς, απέραντος, σκεπασμένος με πυκνή καταχνιά ο ωκεανός του αγνώστου. Κάποτε συλλαμβάνουμε ή θαρρούμε πως συλλαμβάνουμε μηνύματα μεσ’ από τα σπλάχνα του ακατανόητου και του ανερμήνευτου. Οι σχεδίες εκβράζονται σε απίστευτες ακτές, προσκρούουν σε απότομους βράχους, συντρίβονται, διαλύονται. Άλλοτε πάλι πέφτουν θύματα οφθαλμαπάτης. Διατηρούμε ανάμεσα στους αιώνες, την τάση ν’ αντικειμενοποιούμε ό,τι βρίσκεται μέσα μας.

Είναι πολύ φυσικό, ύστερα από τούτο, να αντιμετωπίζουμε το αδιέξοδο. Δίνουμε ένα όνομα στο αδιέξοδο. Για τους πολλούς, το όνομα είναι η λύση. Για τους άλλους δεν αρκεί. Οι άλλοι δεν ξέρουν και αν υπάρχει το πρόβλημα, για να αναζητήσουν τη λύση. Δεν ξέρουν επίσης αν υπάρχει μια λύση για κάθε πρόβλημα» (Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, 1983).

 

Πηγή:

Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, 1983, Ο σύγχρονος άνθρωπος, Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

Τετάρτη 30 Αυγούστου 2023

Διαβάζοντας το βιβλίο: «Το θηρίο στο παιδικό δωμάτιο»

Του Adam Phillips

 

Σύμφωνα με το οπισθόφυλλο του βιβλίου: «Εξετάζοντας την παιδική περιέργεια και την παιδική όρεξη, ο Adam Phillips ρίχνει άπλετο φως στην παιδική ηλικία. Η ανατροφή, σύμφωνα με τη συμβατική άποψη, είναι μια διαδικασία απομυθοποίησης, κατά τη διάρκεια της οποίας χάνουμε τη ζωντάνια της παιδικής μας ηλικίας. Σε αυτό το βιβλίο ο Adam Phillips δείχνει γιατί αποδεχόμαστε τόσο πρόθυμα αυτόν τον καθησυχαστικό, αλλά απογοητευτικό μύθο και διερωτάται αν οι πρώτες ορέξεις μας μπορούν να επιβιώσουν μετά την απόκτηση γλώσσας, την υιοθέτηση συνηθειών, το ξεκίνημα της εκπαίδευσης, όλους δηλαδή τους τρόπους με τους οποίους μαθαίνουμε πως ο κόσμος δεν είναι μόνο ό,τι θέλουμε να είναι. Τι εμπνέει τις επιθυμίες και τις ορέξεις μας, τι τις σκοτώνει και πως μπορούν να διατηρηθούν; Ο συγγραφέας περιγράφει την εσωτερική σύγκρουση που βιώνουμε όλοι μας ανάμεσα στο παιδί και τον ρεαλιστή, ανάμεσα στον ονειροπόλο και τον επιστήμονα, ανάμεσα στο θηρίο και το παιδικό δωμάτιο. Για τον Adam Phillips, η ζωή μας είναι βιώσιμη μόνο στον βαθμό που δεν χάνουμε αυτό που μας εμπνέει και μαθαίνουμε πώς να το μετατρέπουμε σε γνώση η οποία μας καθοδηγεί και φωτίζει τον δρόμο μας».

Ο Adam Phillips αναφέρει: «Σχεδόν όλοι μας έχουμε νιώσει τουλάχιστον στην παιδική μας ηλικία, πως, αν φανταστούμε ότι κάτι είναι έτσι, τότε είναι έτσι είτε μπορεί να το κάνει κανείς να γίνει έτσι. Όλοι μας πρέπει να μάθουμε ότι αυτό δεν συμβαίνει σχεδόν ποτέ ή ότι συμβαίνει με πολύ περιορισμένους τρόπους: όμως ο οραματιστής, όπως και το παιδί, εξακολουθεί να πιστεύει ότι θα πρέπει πάντοτε να συμβαίνει. Μας διακατέχει τόσο πολύ η ιδέα του καθήκοντος της αποδοχής ώστε έχουμε την τάση να ξεχνάμε το εκ γενετής δικαίωμα της διάνοιάς μας, και συνάμα κάποιοι συνετοί και λογικοί άνθρωποι μας ενθαρρύνουν σε αυτό» (σελ. 19).

«Μια από τις πρώτες λέξεις στην ψυχανάλυση για αυτό που αποκαλώ ενδιαφέρον ήταν η λέξη περιέργεια. Για τον Φρόυντ η παιδική σεξουαλικότητα ήταν η αποθέωση της περιέργειας, ήταν αφενός η πηγή της περιέργειας για το άτομο και αφετέρου το υπόδειγμα για όλες τις μεταγενέστερες μορφές της» (σελ. 31).

«Οι επιθυμίες είναι σημάδι απώλειας, θέλεις τα πράγματα να είναι αλλιώς γιατί δεν είναι όπως θα έπρεπε να είναι. το παιδί, βιώνοντας την περιέργειά του, αναγνωρίζει μια απώλεια, την έλλειψη ως σημάδι ζωής» (σελ. 35).

 

Πηγή:

Adam Phillips. 2010. Το θηρίο στο παιδικό δωμάτιο. Εκδόσεις Οκτώ.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

Διαβάζοντας το βιβλίο: «Γράμμα στον πατέρα»

Του Φραντς Κάφκα

 

«Νομίζω πως πρέπει να διαβάζουμε μόνο τα βιβλία που μας πληγώνουν, που μας θλίβουν βαθιά, που επιδρούν καταστροφικά πάνω μας. Το βιβλίο πρέπει να είναι το τσεκούρι που θρυμματίζει την παγωμένη θάλασσα μέσα μας.

Κάφκα

Ο Κάφκα ξεκινάει το γράμμα προς τον πατέρα με τον φόβο που αισθάνεται απέναντί του και για τον οποίο δεν μπορεί άμεσα να δώσει μια απάντηση. Αναφέρει ότι ο φόβος που νιώθει οφείλεται σε άπειρες λεπτομέρειες, που θα ήταν πολύ δύσκολα να τις αναφέρει προφορικά έχοντας λογική συνοχή. Ο Κάφκα επισημαίνει το πόσο απλά έβλεπε τα πράγματα ο πατέρας του και το πόσο συχνά τόνιζε τις θυσίες που έκανε για τα παιδιά του και κυρίως για τον ίδιο. Ο Κάφκα καταλαβαίνει ότι ο πατέρας του δεν τον κατηγορεί για ανηθικότητα ή κακές πράξεις, αλλά για ψυχρότητα, αποξένωση και αχαριστία.

Ο πατέρας του του είπε: «Πάντοτε σε αγαπούσα. Δεν εκδηλώνομαι με τον τρόπο των άλλων πατεράδων, διότι απλούστατα δεν μπορώ να υποκριθώ». 

 

Ο Κάφκα απαντά αυτό: «Εγώ πατέρα, χωρίς ποτέ να αμφισβητήσω εντελώς την καλοσύνη που μου έδειξες, δεν μπορώ ωστόσο να παραδεχτώ ότι αυτή η παρατήρηση είναι σωστή. Είναι αλήθεια, πως δεν μπορείς να υποκριθείς, αν όμως εννοείς ότι οι άλλοι πατεράδες  υποκρίνονται, τότε είσαι, πολύ απλά, ένας ισχυρογνώμων και τίποτε άλλο- ή και αυτή είναι κατά την γνώμη μου η αλήθεια, πρόκειται για την καλυμμένη απόδειξη, ότι κάτι μεταξύ μας δεν πηγαίνει καλά, κάτι, που εσύ δημιούργησες, χωρίς βέβαια να φταις. Και αν εννοείς αυτό, τότε είμαστε σύμφωνοι» (σελ. 9).

«Η κορύφωση του δράματος ήταν όταν δήλωνες επίσημα ότι ενώ μου άξιζε ξύλο, το γλύτωνα χάρη στη μεγαλοψυχία σου. Τότε η ένοχη συνείδηση ξαναγεννιόταν μέσα μου.

Με κατηγορούσες ανέκαθεν ότι έζησα ξέγνοιαστα, άνετα, πλούσια, χάρη στη δική σου δουλειά» (σελ. 34).

«Πρέπει επίσης να προσθέσω πως αυτή η αδιαφορία ήταν στη δική μου περίπτωση η μοναδική δυνατή προστασία απέναντι σε μια νευρική κατάρρευση, την οποία προξενούσαν το άγχος και το αίσθημα ενοχής. Ήμουν απορροφημένος αποκλειστικά από τον εαυτό μου, για τον οποίο η ανησυχία μου έπαιρνε τις πλέον διαφορετικές μορφές» (σελ. 63).

«Είναι ευνόητο ότι τα στοιχεία της πραγματικότητας δεν συγκεντρώνονται ούτε μπαίνουν σε τάξη όπως οι αποδείξεις που περιέχονται στο γράμμα μου, διότι η ζωή είναι κάτι περισσότερο από ένα παιχνίδι υπομονής» (σελ. 89).

Ένα γράμμα που δεν έφτασε ποτέ στον παραλήπτη του.

 

Πηγή:

Φραντς Κάφκα. 1996. Γράμμα στον πατέρα. Εκδόσεις Νεφέλη.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

 

Τρίτη 29 Αυγούστου 2023

Διαβάζοντας το βιβλίο: «Τέλειες γυναίκες»

«Το ξεπέρασμα του φόβου και ο δρόμος για την επιτυχία και την αναγνώριση»

 

«Τι θέλουν πραγματικά οι γυναίκες; Έχουν την αίσθηση της πληρότητας καθώς αγωνίζονται για την τελειότητα; Ανακαλύπτουν την αυτοεκτίμηση στην πορεία για την επιτυχία και την αναγνώριση;

Η Κολέτ Ντόουλινγκ κοιτάζει και ερευνά να δει πως συμπεριφέρονται οι γυναίκες σε έναν κόσμο που, ουσιαστικά, αρνείται ακόμα να αναγνωρίσει την αυθύπαρκτη αξία τους, μέσα στο δικό τους φύλο.

Αποδεχόμενη η γυναίκα από την αρχή ακόμα, ότι σαν κορίτσι όφειλε να συμπεριφέρεται με έναν ορισμένο τρόπο, μετακινείται όλο και πιο μακριά από τον αληθινό εαυτό της, μέχρι που καταλήγει, σαν ενήλικη γυναίκα, να νιώθει άδεια και υποβαθμισμένη.

Αντιμετωπίζοντας κατάματα το παράδοξο αυτό, η Ντόουλινγκ υποστηρίζει ότι, αν οι γυναίκες σταματήσουν να αποδέχονται τον ρόλο που άλλοι όρισαν για αυτές, τότε, είναι τελικά δυνατό να βρουν την επαφή με τον πραγματικό εαυτό τους και να εκπληρώσουν το όνειρό τους για την τελειότητα, την επιτυχία και την αναγνώριση» (από το οπισθόφυλλο).

Το βιβλίο αναφέρεται στη γυναίκα: στην κόρη που αναζητεί τον εαυτό της, στη σχέση μητέρας και κόρης, στη νευρωτική φιλοδοξία, στον μητρικό δεσμό, στο αντικαθρέφτισμα και στον ρόλο που παίζει στην αυτοεκτίμηση, στην οργισμένη μανία της κόρης και στην αυτοθαυμαζόμενη γυναίκα.

Η Ντόουλινγκ αναφέρει: «Μπορεί, για χρόνια ολόκληρα, να συντηρούμε μια συγκεκριμένη στερεότυπη εικόνα για τον εαυτό μας, και μια μέρα να συμβεί μια τομή, ένα σχίσιμο στο πέπλο της αυταπάτης, και να δούμε κάτι που ποτέ δεν είχαμε ξαναδεί. Στη δική μου περίπτωση, αυτό που είδα ήταν η μεγαλομανία μου: η ανάγκη να διογκώνω τον εαυτό μου- την αξία μου, τα ταλέντα μου, τη γενική μου ικανότητα- έτσι ώστε σε κάποιο κρυφό επίπεδο κατέληγα πραγματικά να φαντάζομαι ότι είμαι καλύτερη από τους άλλους. Αυτή η συγκλονιστική συνειδητοποίηση ανέτρεψε την εικόνα που είχα πάντοτε για τον εαυτό μου: της ζεστής, ευαίσθητης μητέρας- γης, που είχε τις καλύτερες προθέσεις απέναντι στον υπόλοιπο κόσμο. Κάτω από την επιφάνεια αυτής της καλοκάγαθης εικόνας, ανακάλυψα ότι κρυβόταν μια κάποια αλαζονεία, που με έσπρωχνε στην ακατανίκητη αναζήτηση της τελειότητας.

Πως και που άρχισαν όλα αυτά; Ακόμα και στα παιδικά μου χρόνια ένιωθα την ανάγκη να προσπαθώ να ανέβω τα σκαλιά μιας κλίμακας, που έλπιζα ότι θα με οδηγούσε σε ένα συναίσθημα αυταξίας. Με επιμονή και αγωνία σκαρφάλωνα προς τα πάνω, σαν τον ορειβάτη που δεν ξέρει που βρίσκεται το επόμενο πάτημά του, αλλά ελπίζει απλώς ότι θα το βρει. Για πολλά χρόνια όλη η ουσία της ζωής μου ήταν αυτή η ανάβαση. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να κάθομαι με τις ώρες να διορθώνω την εργασία μου, να μαγειρεύω με μανιακή σχολαστικότητα για τους καλεσμένους μου και να απασχολούμαι μανιακά με τα βερνίκια του πατώματος ή την ταπετσαρία των τοίχων. Για ποιον όμως όλα αυτά; Για μένα; Για τη μητέρα μου;» (σελ. 25-26).

 

Πηγή:

Κολέτ Ντόουλινγκ. Τέλειες γυναίκες. Εκδόσεις Γλάρος, 1990.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.