Μέσα από τη μελέτη ψυχολογικών ερευνών
Έρευνες δείχνουν ότι άνδρες και γυναίκες διαφέρουν, κατά μέσο όρο, ως προς την επιθυμία για σεξουαλική ποικιλία. Ένα από τα πιο γνωστά πειράματα πραγματοποιήθηκε στο Πανεπιστήμιο της Φλόριντα (Clark & Hatfield, 1989). Στην έρευνα αυτή, συνεργάτες των ερευνητών πλησίαζαν άτομα του αντίθετου φύλου και, αφού συστήνονταν, τους έκαναν μία από τρεις προτάσεις: να βγουν ραντεβού, να επισκεφθούν το διαμέρισμά τους ή να κάνουν σεξ την ίδια ημέρα. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι άνδρες και γυναίκες ανταποκρίθηκαν παρόμοια στην πρόταση για ραντεβού (περίπου οι μισοί συμφώνησαν). Ωστόσο, στις πιο άμεσες προτάσεις υπήρξαν μεγάλες διαφορές. Από τις γυναίκες, μόνο το 6% δέχτηκε να πάει στο διαμέρισμα του άγνωστου και καμία δεν δέχτηκε να κάνει σεξ. Αντίθετα, το 69% των ανδρών δέχτηκε την πρόσκληση στο διαμέρισμα και το 75% συμφώνησε να κάνει σεξ.

Επιπλέον, οι αντιδράσεις ήταν διαφορετικές. Πολλές γυναίκες ένιωσαν άβολα ή προσβλήθηκαν από την πρόταση για σεξ, ενώ αρκετοί άνδρες τη θεώρησαν κολακευτική. Τα ευρήματα αυτά υποστηρίζουν την εξελικτική άποψη ότι οι άνδρες, κατά μέσο όρο, αναζητούν μεγαλύτερη σεξουαλική ποικιλία από τις γυναίκες. Άλλες έρευνες δείχνουν επίσης ότι οι άνδρες έχουν συχνότερα σεξουαλικές φαντασιώσεις, φαντάζονται περισσότερους από έναν συντρόφους και εμφανίζονται πιο θετικοί απέναντι στο περιστασιακό σεξ. Ωστόσο, η δημοσιογράφος Natalie Angier υποστήριξε ότι οι γυναίκες ίσως απορρίπτουν τέτοιες προτάσεις κυρίως επειδή ανησυχούν για την προσωπική τους ασφάλεια και όχι επειδή έχουν μικρότερη σεξουαλική επιθυμία.
Για να εξετάσει αυτή την εξήγηση, ο Russell Clark επανέλαβε το πείραμα σε άλλο δείγμα και βρήκε σχεδόν τα ίδια αποτελέσματα. Επιπλέον, διαπίστωσε ότι πολλές γυναίκες δέχονταν να βγουν ραντεβού με έναν άγνωστο, γεγονός που δείχνει ότι η ασφάλεια δεν εξηγεί από μόνη της τις διαφορές. Όταν ζητήθηκε από όσους αρνήθηκαν να εξηγήσουν τον λόγο, άνδρες και γυναίκες έδωσαν παρόμοιες απαντήσεις, όπως ότι είχαν ήδη σχέση ή ότι δεν γνώριζαν αρκετά καλά το άλλο άτομο. Παρόμοια αποτελέσματα έχουν βρεθεί και σε άλλες χώρες, όπως η Γαλλία, η Γερμανία και η Δανία, γεγονός που δείχνει ότι το φαινόμενο δεν περιορίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σε μια άλλη μελέτη, οι ερευνητές προσπάθησαν να μειώσουν τις ανησυχίες για την ασφάλεια. Ένας στενός φίλος των συμμετεχόντων διαβεβαίωνε ότι ο άγνωστος ήταν αξιόπιστος, ευγενικός και ελκυστικός. Σχεδόν όλοι, άνδρες και γυναίκες, δέχτηκαν να βγουν ραντεβού. Όταν όμως η πρόταση αφορούσε σεξ, το 50% των ανδρών συμφώνησε, ενώ μόνο το 5% των γυναικών δέχτηκε. Αυτό δείχνει ότι η αίσθηση ασφάλειας αυξάνει ελαφρώς την αποδοχή των γυναικών, αλλά δεν εξαλείφει τη διαφορά ανάμεσα στα δύο φύλα.
Αργότερα, η ίδια μελέτη επαναλήφθηκε σε τρεις χώρες (Γερμανία, Ιταλία και ΗΠΑ), λαμβάνοντας υπόψη και την ελκυστικότητα του ατόμου που έκανε την πρόταση. Όταν το άτομο θεωρούνταν ιδιαίτερα ελκυστικό, τα ποσοστά αποδοχής αυξάνονταν και για τα δύο φύλα. Παρ' όλα αυτά, οι άνδρες συνέχισαν να αποδέχονται πολύ συχνότερα την πρόταση για σεξ (83%) σε σχέση με τις γυναίκες (24%). Αντίστοιχες διαφορές έχουν βρεθεί και στην επιθυμία για εξωσυζυγικές ή παράλληλες σχέσεις. Σε διάφορες έρευνες, σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό ανδρών, σε σύγκριση με τις γυναίκες, δήλωσε ότι θα επιθυμούσε να έχει ερωτική σχέση με άλλο άτομο εκτός της σταθερής του σχέσης ή του γάμου.
Βέβαια, είναι πιθανό οι γυναίκες να εκφράζουν πιο συγκρατημένα τις πραγματικές τους επιθυμίες λόγω κοινωνικών πιέσεων ή φόβου αρνητικής κριτικής. Παρ' όλα αυτά, επειδή τα ίδια ευρήματα έχουν επαναληφθεί σε πολλές διαφορετικές μελέτες, χώρες και μεθόδους, οι ερευνητές καταλήγουν ότι, κατά μέσο όρο, οι άνδρες εμφανίζουν μεγαλύτερη επιθυμία για ποικιλία σεξουαλικών συντρόφων από ό,τι οι γυναίκες.
Συνοψίζοντας, οι έρευνες δείχνουν ότι, κατά μέσο όρο, οι άνδρες εμφανίζουν μεγαλύτερη προθυμία από τις γυναίκες για περιστασιακές σεξουαλικές σχέσεις και μεγαλύτερη επιθυμία για ποικιλία σεξουαλικών συντρόφων. Η διαφορά αυτή παρατηρείται σε πολλές μελέτες, σε διαφορετικές χώρες και με διαφορετικές ερευνητικές μεθόδους.
Παρότι παράγοντες όπως η προσωπική ασφάλεια, η ελκυστικότητα του πιθανού συντρόφου και οι κοινωνικές πιέσεις επηρεάζουν τις αποφάσεις των γυναικών, δεν φαίνεται να εξηγούν πλήρως τις διαφορές που καταγράφονται. Έτσι, οι ερευνητές θεωρούν ότι οι διαφορές αυτές είναι σταθερές και πιθανόν οφείλονται σε συνδυασμό βιολογικών, εξελικτικών, ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων.
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι τα συμπεράσματα αφορούν μέσους όρους μεταξύ των δύο φύλων και όχι κάθε άτομο ξεχωριστά. Υπάρχουν πολλές ατομικές διαφορές και δεν ισχύει ότι όλοι οι άνδρες ή όλες οι γυναίκες συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο.
Πηγή:
R.J.Larsen & D. M. Buss, 2020, Ψυχολογία της Προσωπικότητας, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα.
Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου