Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γνωστική ψυχολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γνωστική ψυχολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2026

Το σύνδρομο του άκρου φαντάσματος και η ευπλαστότητα του εγκεφάλου

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά παραδείγματα της λειτουργίας και της προσαρμοστικότητας του ανθρώπινου εγκεφάλου αποτελεί το σύνδρομο του άκρου φαντάσματος. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται σε άτομα που έχουν υποστεί ακρωτηριασμό και εξακολουθούν να αισθάνονται ότι το χαμένο άκρο εξακολουθεί να υπάρχει. Πολλές φορές το άτομο νιώθει πόνο για το ακρωτηριασμένο άκρο. Οι αισθήσεις αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν απλή αίσθηση παρουσίας του άκρου, αίσθηση κίνησης, αλλά και πιο σύνθετες εμπειρίες, όπως η εντύπωση ότι το ανύπαρκτο πλέον χέρι εκτελεί μια χειραψία ή ότι τα δάχτυλα κινούνται φυσιολογικά. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι ασθενείς αναφέρουν ακόμη και έντονο πόνο που φαίνεται να προέρχεται από το ακρωτηριασμένο μέλος, παρά το γεγονός ότι αυτό δεν υπάρχει πλέον.

 

Η ύπαρξη αυτών των αισθήσεων οδήγησε τους επιστήμονες να διερευνήσουν τους νευρωνικούς μηχανισμούς που τις προκαλούν. Για τον σκοπό αυτό, κατέγραψαν την εγκεφαλική δραστηριότητα τόσο σε αρτιμελή άτομα όσο και σε άτομα με ακρωτηριασμό, ενώ εφάρμοζαν ήπια ερεθίσματα αφής σε διαφορετικές περιοχές του σώματος, όπως το πρόσωπο, ο κορμός και τα άνω άκρα. Μέσω σύγχρονων τεχνικών νευροαπεικόνισης κατέστη δυνατός ο εντοπισμός των περιοχών του σωματοαισθητικού φλοιού που ενεργοποιούνταν από κάθε ερέθισμα, επιτρέποντας τη λεπτομερή χαρτογράφηση της αναπαράστασης του σώματος στον εγκέφαλο.

Τα αποτελέσματα των ερευνών αποκάλυψαν ότι στα άτομα με ακρωτηριασμό, η διέγερση ορισμένων περιοχών του προσώπου ή του βραχίονα ενεργοποιούσε τμήματα του σωματοαισθητικού φλοιού τα οποία, πριν από τον ακρωτηριασμό, αντιστοιχούσαν στο χέρι που είχε χαθεί. Με άλλα λόγια, ο εγκέφαλος φαινόταν να επαναχρησιμοποιεί τις περιοχές που δεν λάμβαναν πλέον αισθητηριακές πληροφορίες από το ακρωτηριασμένο μέλος.

Η εξήγηση αυτού του φαινομένου βρίσκεται στην ευπλαστότητα του εγκεφάλου, δηλαδή στην ικανότητά του να αναδιοργανώνεται και να προσαρμόζεται στις αλλαγές. Μετά τον ακρωτηριασμό, οι γειτονικές περιοχές του σωματοαισθητικού φλοιού, όπως εκείνες που αντιπροσωπεύουν το πρόσωπο και τον βραχίονα, μπορούν σταδιακά να επεκταθούν και να καταλάβουν το τμήμα του φλοιού που προηγουμένως ήταν αφιερωμένο στο χαμένο χέρι. Ως αποτέλεσμα, η διέγερση αυτών των περιοχών ενδέχεται να ερμηνεύεται από τον εγκέφαλο ως αίσθηση που προέρχεται από το ακρωτηριασμένο άκρο.

Το σύνδρομο του άκρου φαντάσματος αποτελεί επομένως ένα ισχυρό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ο εγκέφαλος διατηρεί και αναδιοργανώνει τις αναπαραστάσεις του σώματος. Παρά την απώλεια ενός μέλους, τα νευρωνικά δίκτυα που το αντιπροσώπευαν δεν εξαφανίζονται άμεσα, αλλά μπορούν να συνεχίσουν να επηρεάζουν την αντίληψη και την εμπειρία του ατόμου, αναδεικνύοντας τη δυναμική και ευέλικτη φύση του ανθρώπινου νευρικού συστήματος.

 

Πηγή:

Schacter, D.L., Gilbert, D.T. & Nock, M.K. (2025). Ψυχολογία. Εκδόσεις Gutenberg.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Κατοπτρικοί Νευρώνες: Ο Ρόλος τους στην Κοινωνική Συμπεριφορά και την Ενσυναίσθηση

Οι κατοπτρικοί νευρώνες αποτελούν μια εξειδικευμένη ομάδα νευρικών κυττάρων που ενεργοποιούνται τόσο όταν ένα άτομο εκτελεί μια ενέργεια όσο και όταν παρατηρεί κάποιον άλλο να πραγματοποιεί την ίδια πράξη. Η ιδιότητά τους αυτή θεωρείται ότι επιτρέπει στον εγκέφαλο να αναγνωρίζει και να ερμηνεύει τις πράξεις των άλλων, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση της κοινωνικής κατανόησης και των διαπροσωπικών σχέσεων.

 

Η ανακάλυψη των κατοπτρικών νευρώνων

Οι κατοπτρικοί νευρώνες ανακαλύφθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1990 κατά τη μελέτη του εγκεφάλου μακάκων πιθήκων. Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι ορισμένοι νευρώνες ενεργοποιούνταν όχι μόνο όταν το ζώο εκτελούσε μια συγκεκριμένη ενέργεια, αλλά και όταν έβλεπε κάποιο άλλο άτομο να πραγματοποιεί την ίδια πράξη. Οι νευρώνες αυτοί εντοπίστηκαν κυρίως στον προκινητικό φλοιό και στο κάτω βρεγματικό λοβίδιο.

Μετέπειτα έρευνες αποκάλυψαν παρόμοια συστήματα και σε άλλα είδη, όπως τα ωδικά πτηνά, οι ποντικοί και οι μαρμοζέτες. Στον άνθρωπο, η μελέτη τους είναι πιο σύνθετη, καθώς η άμεση καταγραφή της δραστηριότητας μεμονωμένων νευρώνων είναι περιορισμένη. Παρ’ όλα αυτά, σύγχρονες τεχνικές νευροαπεικόνισης, όπως η λειτουργική μαγνητική τομογραφία (fMRI), έχουν εντοπίσει εγκεφαλικές περιοχές που παρουσιάζουν αντίστοιχα πρότυπα ενεργοποίησης, υποστηρίζοντας την ύπαρξη παρόμοιων μηχανισμών.

Πώς λειτουργούν

Οι κατοπτρικοί νευρώνες αποτελούν μέρος του κινητικού συστήματος του εγκεφάλου και συνδέονται με συγκεκριμένες πράξεις και κινήσεις. Ενεργοποιούνται είτε κατά την εκτέλεση μιας ενέργειας είτε κατά την παρατήρησή της σε άλλους ανθρώπους. Κάποιοι ανταποκρίνονται σε ιδιαίτερα συγκεκριμένες κινήσεις, ενώ άλλοι παρουσιάζουν ευρύτερη ευαισθησία σε διαφορετικές μορφές δράσης.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ορισμένοι από αυτούς διεγείρονται ακόμη και από ήχους που σχετίζονται με ανθρώπινες ενέργειες, όπως το σκίσιμο ενός χαρτιού ή το σπάσιμο ενός αντικειμένου. Το εύρημα αυτό δείχνει ότι ο εγκέφαλος συνδέει όχι μόνο οπτικές αλλά και ακουστικές πληροφορίες με την κατανόηση της ανθρώπινης δράσης.

Συμβολή στην κοινωνική κατανόηση

Η ανακάλυψη των κατοπτρικών νευρώνων προκάλεσε έντονο επιστημονικό ενδιαφέρον, καθώς θεωρήθηκε ότι ενδέχεται να αποτελούν έναν βασικό νευροβιολογικό μηχανισμό που υποστηρίζει την κοινωνική συμπεριφορά.

Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, οι κατοπτρικοί νευρώνες συμβάλλουν:

  • στη μίμηση των ενεργειών των άλλων,
  • στην κοινωνική μάθηση μέσω παρατήρησης,
  • στην κατανόηση των προθέσεων και των κινήτρων των άλλων,
  • στην ανάπτυξη της ενσυναίσθησης,
  • στη θεωρία του νου, δηλαδή στην ικανότητα κατανόησης των σκέψεων, των πεποιθήσεων και των συναισθημάτων των άλλων ανθρώπων.

Οι λειτουργίες αυτές θεωρούνται ιδιαίτερα σημαντικές για την ανάπτυξη της συνεργασίας, της επικοινωνίας και των συναισθηματικών δεσμών που χαρακτηρίζουν τις ανθρώπινες κοινωνίες.

Κατοπτρικοί νευρώνες και ενσυναίσθηση

Μία από τις πιο γνωστές θεωρίες υποστηρίζει ότι οι κατοπτρικοί νευρώνες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην ενσυναίσθηση. Όταν παρατηρούμε κάποιον να βιώνει χαρά, φόβο ή πόνο, ο εγκέφαλός μας φαίνεται να ενεργοποιεί νευρωνικά δίκτυα παρόμοια με εκείνα που θα ενεργοποιούνταν εάν ζούσαμε εμείς οι ίδιοι την ίδια εμπειρία.

Παρότι αρκετά ερευνητικά δεδομένα υποστηρίζουν αυτή τη σύνδεση, οι σύγχρονες μελέτες υποδεικνύουν ότι η ενσυναίσθηση αποτελεί ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο. Οι κατοπτρικοί νευρώνες πιθανότατα συμμετέχουν στη διαδικασία αυτή, χωρίς όμως να αποτελούν τον μοναδικό ή καθοριστικό μηχανισμό που την εξηγεί.

Σχέση με ψυχικές και νευροαναπτυξιακές διαταραχές

Η πιθανή συμβολή των κατοπτρικών νευρώνων στην κοινωνική κατανόηση οδήγησε στην εξέταση του ρόλου τους σε διάφορες ψυχικές και αναπτυξιακές διαταραχές.

Ψυχοπάθεια και αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας

Η μειωμένη συναισθηματική ενσυναίσθηση που παρατηρείται στα άτομα με ψυχοπαθητικά ή αντικοινωνικά χαρακτηριστικά έχει οδηγήσει στην υπόθεση ότι τα σχετικά νευρωνικά δίκτυα ενδέχεται να λειτουργούν διαφορετικά. Αν και ορισμένες μελέτες έχουν καταγράψει μειωμένη ενεργοποίηση σε περιοχές που σχετίζονται με την επεξεργασία συναισθημάτων, τα διαθέσιμα δεδομένα παραμένουν περιορισμένα.

Σχιζοφρένεια

Οι δυσκολίες στην κοινωνική αντίληψη που συχνά συνοδεύουν τη σχιζοφρένεια έχουν επίσης συνδεθεί με πιθανές δυσλειτουργίες του κατοπτρικού συστήματος. Ωστόσο, τα ερευνητικά ευρήματα δεν είναι ακόμη επαρκή ώστε να εξαχθούν οριστικά συμπεράσματα.

Αυτισμός

Ιδιαίτερη προσοχή έχει δοθεί στη λεγόμενη «θεωρία του σπασμένου κατοπτρικού συστήματος», σύμφωνα με την οποία οι δυσκολίες κοινωνικής επικοινωνίας στον αυτισμό οφείλονται σε διαταραγμένη λειτουργία των κατοπτρικών νευρώνων. Αν και η θεωρία αυτή προσέλκυσε σημαντικό ενδιαφέρον, μεταγενέστερες ανασκοπήσεις έδειξαν ότι δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να την επιβεβαιώνουν ως κύρια εξήγηση των χαρακτηριστικών του αυτισμού. Οι νευρολογικές διαφορές που παρατηρούνται είναι πιθανότατα πιο σύνθετες και πολυδιάστατες.

Σύγχρονες προσεγγίσεις και μελλοντικές κατευθύνσεις

Παρά τον αρχικό ενθουσιασμό που προκάλεσε η ανακάλυψή τους, οι κατοπτρικοί νευρώνες εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο έντονης επιστημονικής έρευνας και συζήτησης. Η σύγχρονη άποψη υποστηρίζει ότι συμβάλλουν ουσιαστικά στην κατανόηση των πράξεων και των συναισθημάτων των άλλων ανθρώπων, χωρίς όμως να μπορούν από μόνοι τους να εξηγήσουν πλήρως πολύπλοκες λειτουργίες όπως η ενσυναίσθηση, η κοινωνική μάθηση ή η θεωρία του νου.

Κατά συνέπεια, θεωρούνται σήμερα μέρος ενός ευρύτερου και πιο σύνθετου νευρωνικού δικτύου που υποστηρίζει την ανθρώπινη κοινωνική νόηση. Η μελλοντική έρευνα αναμένεται να αποσαφηνίσει με μεγαλύτερη ακρίβεια τον ρόλο τους στη λειτουργία του εγκεφάλου και στη διαμόρφωση της ανθρώπινης κοινωνικής συμπεριφοράς.

 

Πηγή:

https://www.psychologytoday.com/us/basics/mirror-neurons.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

 

Τρίτη 19 Μαΐου 2026

Η εκπληκτικά υψηλή πιθανότητα των απίθανων συμπτώσεων

Παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον το φαινόμενο των εντυπωσιακών συμπτώσεων, το οποίο επιχειρεί να ερμηνεύσει γιατί πολλοί άνθρωποι τις αντιλαμβάνονται ως αποδείξεις εξωαισθητήριας αντίληψης (ESP) ή άλλων υπερφυσικών φαινομένων. Κεντρική θέση αποτελεί το γεγονός ότι γεγονότα τα οποία εκ πρώτης όψεως φαίνονται εξαιρετικά απίθανα, μπορούν στην πραγματικότητα να εξηγηθούν μέσω των νόμων των πιθανοτήτων και της στατιστικής.

 

Αρχικά, θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι υπάρχει πληθώρα παραδειγμάτων καθημερινών εμπειριών που συχνά δημιουργούν την αίσθηση του «ανεξήγητου», όπως όταν δύο άνθρωποι βλέπουν το ίδιο όνειρο, όταν κάποιος σκέφτεται ένα πρόσωπο λίγο πριν λάβει νέα γι’ αυτό ή όταν δύο άτομα εκφράζουν ταυτόχρονα την ίδια σκέψη. Επειδή τέτοιου είδους περιστατικά προκαλούν έντονη εντύπωση, οι άνθρωποι τείνουν να τα αποδίδουν σε κάποια μυστηριώδη ή μεταφυσική δύναμη. Ωστόσο, η εντύπωση αυτή οφείλεται κυρίως στην αδυναμία του ανθρώπου να αντιληφθεί το πραγματικό μέγεθος των πιθανοτήτων μέσα σε έναν τεράστιο αριθμό καθημερινών γεγονότων και αλληλεπιδράσεων.

Σημαντικό παράδειγμα αποτελεί η εμπειρία του νομπελίστα φυσικού Luis Alvarez, ο οποίος σκέφτηκε έναν παλιό του φίλο λίγο πριν διαβάσει τη νεκρολογία του στην εφημερίδα. Αντί να θεωρήσει το γεγονός μεταφυσικό, επέλεξε να το προσεγγίσει επιστημονικά, χρησιμοποιώντας τη θεωρία των πιθανοτήτων. Υπολόγισε πόσους ανθρώπους γνωρίζει κατά μέσο όρο ένα άτομο, πόσο συχνά σκέφτεται καθέναν από αυτούς και πόσο πιθανό είναι μια τέτοια σκέψη να συμπέσει χρονικά με ένα σημαντικό γεγονός, όπως ο θάνατος ενός φίλου. Μέσα από αυτούς τους υπολογισμούς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τέτοιες συμπτώσεις, όσο εντυπωσιακές κι αν φαίνονται, είναι στατιστικά αναμενόμενο να συμβαίνουν καθημερινά σε αρκετούς ανθρώπους, ιδιαίτερα σε έναν πληθυσμό εκατομμυρίων ατόμων. Παράλληλα, έχει σημασία και η λειτουργία του ανθρώπινου νου και ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τις συμπτώσεις. Οι άνθρωποι δίνουν μεγαλύτερη σημασία στα περιστατικά που επιβεβαιώνουν την αίσθηση του «απίθανου», ενώ συνήθως αγνοούν τις αναρίθμητες φορές όπου σκέψεις, όνειρα ή υποθέσεις δεν επιβεβαιώνονται ποτέ. Με άλλα λόγια, η μνήμη και η προσοχή επικεντρώνονται στις επιτυχημένες συμπτώσεις και όχι στις αποτυχημένες, γεγονός που ενισχύει την πεποίθηση ότι πρόκειται για κάτι υπερφυσικό.

Επιπλέον, αξίζει να αναφέρουμε το γνωστό «παράδοξο των γενεθλίων», το οποίο μπορεί να δείξει πόσο συχνά οι άνθρωποι παρερμηνεύουν τις πιθανότητες. Αν και φαίνεται απίθανο δύο άτομα να έχουν ίδια γενέθλια σε μια μικρή ομάδα, στατιστικά αρκούν μόλις 35 άτομα, ώστε η πιθανότητα αυτή να φτάνει περίπου το 85%. Το παράδειγμα αυτό αποδεικνύει ότι η ανθρώπινη διαίσθηση συχνά αδυνατεί να εκτιμήσει σωστά τη μαθηματική πιθανότητα εμφάνισης ορισμένων γεγονότων.

Εν κατακλείδι,  μάλλον οφείλουμε να αποδομήσουμε την αντίληψη ότι οι εντυπωσιακές συμπτώσεις αποτελούν αποδείξεις παραφυσικών φαινομένων. Αντίθετα, φαίνεται πως αυτές μπορούν να εξηγηθούν λογικά και επιστημονικά, όταν εξεταστούν υπό το πρίσμα της στατιστικής, της θεωρίας των πιθανοτήτων και της ανθρώπινης γνωστικής λειτουργίας. Έτσι, αυτό που θα πρέπει να αναδείξουμε είναι η σημασία της επιστημονικής σκέψης και της ορθολογικής ερμηνείας απέναντι σε φαινόμενα που συχνά παρουσιάζονται ως «ανεξήγητα». 

D.L. SCHACTER, D.T GILBERT, σ.87. Ψυχολογία. Εκδόσεις Gutenberg.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA. 

Κυριακή 15 Μαρτίου 2026

Η θεωρία του Jerome Bruner

Ο ψυχολόγος Jerome Bruner μπορεί να θεωρηθεί ως ένας θεωρητικός που γεφυρώνει διαφορετικές προσεγγίσεις για την ανάπτυξη. Από τη μία πλευρά, υιοθετεί την ιδέα της ποιοτικής αλλαγής στη γνωστική εξέλιξη, όπως αυτή διατυπώθηκε από τον Jean Piaget, και από την άλλη τονίζει ότι η ανάπτυξη δεν πραγματοποιείται σε απομόνωση, αλλά μέσα σε ένα ζωντανό κοινωνικο-πολιτισμικό πλαίσιο που τη διαμορφώνει ουσιαστικά.

 

Για τον Bruner, το παιδί δεν είναι ένας «μικρός επιστήμονας» που πειραματίζεται μόνο του με τον κόσμο, αλλά ένα ενεργό μέλος μιας κοινότητας και ενός πολιτισμού που επηρεάζει βαθιά τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται και μαθαίνει. Η γνωστική ανάπτυξη μοιάζει με ένα δυναμικό σύστημα κανόνων και στρατηγικών, το οποίο σταδιακά βελτιώνεται ώστε να ενεργοποιείται αποτελεσματικά κάθε φορά που προκύπτει μια νέα πρόκληση. Το παιδί γεννιέται με έμφυτες δυνατότητες, ένα δυναμικό προσαρμογής, το οποίο όμως χρειάζεται τα κατάλληλα ερεθίσματα για να ενεργοποιηθεί. Σε αυτό το σημείο, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν οι γονείς και οι δάσκαλοι, καθώς προσφέρουν εμπειρίες, γλωσσικά εργαλεία και πλαίσια νοήματος που τροφοδοτούν την ανάπτυξη.

Κεντρική έννοια στη θεωρία του Bruner αποτελεί η ενσωμάτωση. Πρόκειται για τη διαδικασία με την οποία το παιδί οργανώνει τις σκέψεις και τις πράξεις του σε ανώτερες κατηγορίες, εμπλουτίζοντάς τες με νέες εμπειρίες και τροποποιώντας τις ήδη υπάρχουσες. Μέσα από αυτή τη συνεχή αναδιοργάνωση, ο νους λειτουργεί ολοένα και πιο αποτελεσματικά: μειώνονται οι πληροφορίες που απαιτούνται για τη λήψη αποφάσεων και γίνεται ευκολότερη η κατανόηση των σχέσεων ανάμεσα σε αντικείμενα και γεγονότα. Ωστόσο, η διαδικασία αυτή δεν είναι ουδέτερη· επηρεάζεται από τις κοινωνικές συμβάσεις και τους κανόνες του πολιτισμού μέσα στον οποίο μεγαλώνει το παιδί.

Ιδιαίτερη σημασία έδωσε ο Bruner στον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά αναπαριστούν τον κόσμο. Αντί να μιλήσει για αυστηρά στάδια ανάπτυξης, πρότεινε τρεις μορφές αναπαράστασης, οι οποίες εμφανίζονται με σταθερή σειρά και η καθεμία βασίζεται στην προηγούμενη, χωρίς όμως να εξαφανίζεται. Οι μορφές αυτές παραμένουν, σε κάποιο βαθμό, ενεργές σε όλη τη διάρκεια της ζωής.

Η πρώτη είναι η ενεργητική αναπαράσταση, κατά την οποία το βρέφος γνωρίζει τον κόσμο μέσα από τη δράση και την άμεση επαφή με τα αντικείμενα. Ακολουθεί η εικονική αναπαράσταση, που εμφανίζεται περίπου στα δύο έτη, όταν το παιδί αρχίζει να χρησιμοποιεί νοερές εικόνες για να κατανοήσει την πραγματικότητα. Η ικανότητα αυτή προετοιμάζει το έδαφος για τη συμβολική αναπαράσταση, την πιο σύνθετη μορφή, όπου κυρίαρχο ρόλο έχει η γλώσσα. Σε αυτό το επίπεδο, το παιδί δεν περιορίζεται στο να φαντάζεται αντικείμενα και γεγονότα, αλλά τα χειρίζεται νοητικά, σχηματίζοντας αφηρημένες έννοιες που ενισχύουν την ικανότητά του να ελέγχει και να κατανοεί το περιβάλλον του.

Η εκπαίδευση κατέχει εξέχουσα θέση στη σκέψη του Bruner. Η νοητική ανάπτυξη συνδέεται με τη διαρκώς αυξανόμενη ικανότητα αναπαράστασης και κατανόησης του κόσμου, ενώ εξαρτάται από τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού συστήματος αποθήκευσης εμπειριών και γνώσεων. Όσο περισσότερες και ποικιλότερες εμπειρίες αποκτούν τα παιδιά, τόσο πιο ευέλικτο και προσαρμοστικό γίνεται το γνωστικό τους σύστημα. Κεντρικό εργαλείο αυτής της διαδικασίας είναι η γλώσσα, η οποία λειτουργεί ως μέσο οργάνωσης της σκέψης και προώθησης της μάθησης.

Τέλος, η νοητική ανάπτυξη αντανακλά την αλληλεπίδραση του παιδιού με τον «δάσκαλο», όρος που περιλαμβάνει κάθε πρόσωπο που συμβάλλει στην κοινωνικοποίησή του. Η χρήση συμβολικών συστημάτων ενισχύει αποφασιστικά τη διδασκαλία και τη μετέπειτα μάθηση, ενώ το παιδί, καθώς αναπτύσσεται, αποκτά την ικανότητα να διαχειρίζεται πολλαπλά και διαδοχικά γεγονότα ταυτόχρονα, γεγονός που σηματοδοτεί την αυξανόμενη πολυπλοκότητα και ωριμότητα της σκέψης του.

 

Πηγή: 

Ρούσσος, Π. 2014. Γνωστική ψυχολογία. Ανώτερες γνωστικές διεργασίες. Εκδόσεις Τόπος.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Διαβάζοντας το βιβλίο: Γνωστική ψυχολογία. Ανώτερες γνωστικές διεργασίες

«Ο συλλογικός αυτός τόμος αποτελείτο δεύτερο μέρος μιας εισαγωγής στον κλάδο της γνωστικής ψυχολογίας και διαπραγματεύεται τις ανώτερες γνωστικές διεργασίες.

Στο πρώτο κεφάλαιο, ο Θανάσης Πρωτόπαπας κάνει μία ευρεία επισκόπηση των νοητικών διεργασιών που εμπλέκονται στη γλωσσική επικοινωνία, προφορική ή γραπτή. 

 

Τα δύο επόμενα κεφάλαια, του Πέτρου Ρούσσου, αναφέρονται στη σκέψη, με έμφαση στη λύση προβλημάτων και τη συλλογιστική. Στο τέταρτο κεφάλαιο, ο Σπύρος Τάνταρος παρουσιάζει τις σημαντικότερες θεωρίες γνωστικής ανάπτυξης.

Στο πέμπτο, η Μπετίνα Ντάβου διαπραγματεύεται τη σχέση μεταξύ νόησης και συγκινήσεων. Στο τελευταίο κεφάλαιο, ο Νίκος Μακρής κάνει μία εισαγωγή στις θεωρίες της γνωστικής ανάπτυξης για τη συνείδηση.

Το βιβλίο απευθύνεται, κυρίως, σε προπτυχιακούς φοιτητές ψυχολογίας, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί ένα σύγχρονο και φιλικό εγχειρίδιο για εκείνον τον αναγνώστη ο οποίος, χωρίς καμία προηγούμενη επαφή με την επιστήμη της ψυχολογίας, θέλει να μελετήσει τις διεργασίες που μας επιτρέπουν να κατανοούμε τον κόσμο» (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

«Αφασία: η δυσλειτουργία της γλώσσας μετά από εγκεφαλική βλάβη. Προκαλείται από την καταστροφή των περιοχών του εγκεφάλου όπου γίνεται η επεξεργασία της γλώσσας, ή από την καταστροφή των συνδέσεων αυτών των περιοχών μεταξύ τους ή με περιοχές άλλων λειτουργιών. Η καταστροφή μπορεί να οφείλεται σε διαταραχή της κυκλοφορίας του αίματος ή σε άλλες αιτίες, όπως όγκοι και εκφυλιστικά νοσήματα του εγκεφάλου» (σελ. 21).

«Πώς μαθαίνουν τα παιδιά τη γλώσσα τους; Σίγουρα ότι με διδασκαλία, καθώς κανείς δεν χρειάζεται να πάει στο σχολείο για να μάθει να μιλάει. Η απόκτηση της γλωσσικής ικανότητας θεωρείται ότι αποτελεί μέρος της ανθρώπινης φύσης, αρκεί ένα βρέφος να αναπτυχθεί μέσα στο φυσικό του περιβάλλον, δηλαδή μέσα σε μια κοινωνικής ομάδα ανθρώπων που αποτελεί τη γλωσσική του κοινότητα. […]

Τα βρέφη έρχονται στον κόσμο με κάποια γλωσσική εμπειρία, καθώς έχουν εκτεθεί στον ήχο της φωνής της μητέρας τους τελευταίους μήνες της κύησης. Ο ήχος αυτός δεν είναι καθαρός, αφού το έμβρυο βρίσκεται μέσα σε υγρό. Μοιάζει με ομιλία που την ακούμε με το κεφάλι μας κάτω από το νερό ή πίσω από έναν τοίχο. Ακούγεται κυρίως η προσωδία και λιγότερο ή καθόλου το φωνητικό περιεχόμενο. Έχοντας την πληροφορία αυτή από την περίοδο της κύησης, το νεογέννητο μπορεί να αναγνωρίσει τη φωνή της μητέρας. Σύντομα μπορεί να διακρίνει τη γλώσσα της μητέρας από άλλες γλώσσες, ακόμη και όταν ακούγονται από διαφορετικές ομιλητές.

Επίσης, μπορεί να διακρίνει διαφορετικές συλλαβές. Μετά από μερικούς μήνες μπορεί να εντοπίζει συνηθισμένες λέξεις μέσα στην ομιλία και να μαθαίνει ταυτόχρονα νέες λέξεις και τα αντικείμενα στα οποία αυτές αντιστοιχούν» (σελ. 23-24). 

 

Πηγή: 

Ρούσσος, Π. 2014. Γνωστική ψυχολογία. Ανώτερες γνωστικές διεργασίες. Εκδόσεις Τόπος.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026

Η προθετικότητα των συναισθημάτων

Σύμφωνα με τη γνωσιακή θεωρία των συναισθημάτων που διατύπωσαν οι Keith Oatley και Philip Johnson-Laird, τα συναισθήματα δεν αποτελούν απλώς υποκειμενικές εμπειρίες, αλλά βασικούς οργανωτικούς μηχανισμούς του νου. Η κύρια λειτουργία τους είναι να ρυθμίζουν και να αναδιοργανώνουν την «αρχιτεκτονική» των γνωσιακών διεργασιών, κατευθύνοντας την προσοχή, τη μνήμη και τη λήψη αποφάσεων. Με εξελικτικούς όρους, τα συναισθήματα διευκολύνουν την προσαρμογή του οργανισμού σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον. Αποτελούν μέρος της προθετικής μας στάσης απέναντι στον κόσμο: μέσω αυτών ανοιγόμαστε σε καταστάσεις, πρόσωπα και γεγονότα και ανταποκρινόμαστε με τρόπο που έχει νόημα για την επιβίωση και τη συνύπαρξη.

 

Οι φαινομενολόγοι τονίζουν ότι η ανθρώπινη εμπειρία δεν εξαντλείται στη σκέψη ή στην αντίληψη αντικειμένων. Ο κόσμος μάς αποκαλύπτεται και συναισθηματικά. Οι διαθέσεις, οι συγκινήσεις και τα συναισθήματα συνδιαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε την πραγματικότητα. Το «νόημα» του κόσμου δεν είναι ουδέτερο· αναδύεται μέσα από τη συναισθηματική μας εμπλοκή. Κάθε ιδιαίτερη συγκίνηση —αγάπη, μίσος, χαρά, λύπη, απογοήτευση— προσδίδει στο αντικείμενό της συγκεκριμένη ποιότητα και αξία. Έτσι, το περιεχόμενο του συναισθήματος δεν είναι απλώς εσωτερικό βίωμα, αλλά τρόπος φανέρωσης του κόσμου.

Τα συναισθήματα μπορούν να ιδωθούν ως δυναμικές διεργασίες που μεσολαβούν ανάμεσα στο άτομο και σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο κοινωνικό περιβάλλον. Έρευνες σε κοινωνικά ζώα έχουν δείξει ότι η συλλογική συναισθηματική συμπεριφορά ενισχύει τη συνοχή της ομάδας και διευκολύνει την επίλυση προβλημάτων. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από άλλους τομείς έρευνας: από τη μελέτη του γλωσσικού λεξιλογίου των συναισθημάτων και των μεταφορών, μέχρι πολιτισμικά φαινόμενα όπως οι κανόνες εθιμοτυπίας, οι μύθοι και οι θρύλοι, που κωδικοποιούν και μεταδίδουν συλλογικές συγκινησιακές εμπειρίες.

Οι θρησκευτικές και τελετουργικές θεωρίες υποστηρίζουν ότι οι τελετουργίες δημιουργούν κοινά συναισθήματα που συνδέονται με σύμβολα. Μέσα από αυτή τη συμβολική φόρτιση θεμελιώνονται οι πεποιθήσεις, η ηθική, η σκέψη και ευρύτερα ο πολιτισμός. Το συναίσθημα, επομένως, δεν είναι μόνο ατομικό αλλά και συλλογικό γεγονός.

Ο Maurice Merleau-Ponty επισήμανε ότι κάθε αντικείμενο αντανακλά και συνδέεται με όλα τα άλλα, υπογραμμίζοντας τη σχεσιακή φύση της εμπειρίας. Ο George Lakoff ανέδειξε τον ρόλο της ενσώματης γνώσης: οι αφηρημένες έννοιες και οι γνωσιακές δομές χαρτογραφούνται πάνω σε σωματικές εμπειρίες μέσω μεταφορών, εικόνων και πρωτοτύπων. Έτσι, ακόμη και οι πιο σύνθετες μορφές σκέψης έχουν ρίζες στη σωματική και συναισθηματική εμπειρία.

Ο John Searle εισήγαγε τη διάκριση ανάμεσα στην ατομική προθετικότητα («εγώ προτίθεμαι να») και στη συλλογική προθετικότητα («εμείς προτιθέμεθα να»). Η δεύτερη δεν ανάγεται απλώς στο άθροισμα ατομικών προθέσεων· αποτελεί ένα πρωτογενές, βιολογικά θεμελιωμένο φαινόμενο. Η συνεργασία προϋποθέτει ότι τα άτομα μοιράζονται μια κοινή πρόθεση και αναγνωρίζουν ότι και οι άλλοι συμμετέχουν σε αυτήν. Πίσω από κάθε μορφή συνεργασίας υπάρχει αυτή η κοινή δομή στον νου των συμμετεχόντων.

Για να καταστεί δυνατή η συλλογική προθετικότητα, απαιτείται μια πιο θεμελιώδης «προ-προθετική» αίσθηση κοινωνικότητας — μια βασική εμπειρία του ανήκειν και της κοινότητας. Σύμφωνα με τον Searle, η φυσική επιλογή ευνόησε τη συνεργατική συμπεριφορά, επειδή αύξανε την προσαρμοστικότητα των μελών του ίδιου είδους. Χωρίς συλλογική προθετικότητα δεν θα μπορούσε να υπάρξει κοινωνική πραγματικότητα· και χωρίς την προ-προθετική αίσθηση κοινότητας δεν θα μπορούσε να υπάρξει συλλογική προθετικότητα.

Συνολικά, οι θεωρήσεις αυτές συγκλίνουν σε ένα κοινό συμπέρασμα: τα συναισθήματα δεν είναι περιφερειακά φαινόμενα της ανθρώπινης ζωής. Αποτελούν θεμελιώδη μηχανισμό οργάνωσης του νου, τρόπο αποκάλυψης του κόσμου και βάση της κοινωνικής πραγματικότητας. Μέσω αυτών συγκροτούνται όχι μόνο οι ατομικές μας εμπειρίες, αλλά και οι συλλογικές μορφές ζωής.

 

Πηγή:

Γιωτάκος, Ο. (2023). Η προθετικότητα στον εγκέφαλο και τη συμπεριφορά. Εκδόσεις Βήτα.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026

Ο μύθος του 10% και άλλοι νευρομύθοι

Η άποψη ότι χρησιμοποιούμε μόνο το 10% του εγκεφάλου μας είναι ένας από τους πιο διαδεδομένους νευρομύθους. Παρότι ακούγεται εντυπωσιακή και αισιόδοξη —αφού υπονοεί ότι διαθέτουμε τεράστιες ανεκμετάλλευτες δυνατότητες— δεν στηρίζεται σε επιστημονικά δεδομένα. Οι Christopher Chabris και Daniel Simons επισημαίνουν ότι ο εγκέφαλος λειτουργεί ως ενιαίο σύστημα και ότι σχεδόν όλες οι περιοχές του εμφανίζουν δραστηριότητα, ακόμη και όταν δεν εκτελούμε κάποια απαιτητική εργασία. Νευρώνες που δεν χρησιμοποιούνται ατροφούν, επομένως δεν θα είχε εξελικτικό νόημα να διατηρούμε το 90% του εγκεφάλου μας ανενεργό. Οι νευροαπεικονιστικές εικόνες που δείχνουν ορισμένες «φωτισμένες» περιοχές απλώς καταγράφουν σημεία με αυξημένη δραστηριότητα σε σχέση με άλλα — δεν σημαίνει ότι οι υπόλοιπες περιοχές δεν λειτουργούν.

 

Εξίσου προβληματικές είναι και άλλες δημοφιλείς πεποιθήσεις για τον εγκέφαλο. Έρευνα της Sanne Dekker και των συνεργατών της, που δημοσιεύθηκε στο Frontiers in Psychology, έδειξε ότι μεγάλος αριθμός εκπαιδευτικών πιστεύει τόσο στον μύθο του 10% όσο και σε άλλες μη τεκμηριωμένες ιδέες, όπως ότι ο υπερβολικός «εμπλουτισμός» του περιβάλλοντος ενισχύει απαραίτητα τη νοητική ανάπτυξη των παιδιών ή ότι οι μαθητές μαθαίνουν καλύτερα όταν η διδασκαλία προσαρμόζεται αποκλειστικά στο προσωπικό τους μαθησιακό στυλ (οπτικό, ακουστικό, κιναισθητικό).

Στην πραγματικότητα, τα πειράματα με ζώα δείχνουν ότι ένα εξαιρετικά φτωχό και αφύσικο περιβάλλον μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την ανάπτυξη· δεν αποδεικνύουν όμως ότι η υπερβολική παροχή ερεθισμάτων οδηγεί σε ανώτερη νοητική εξέλιξη. Αντίστοιχα, παρόλο που οι άνθρωποι έχουν μαθησιακές προτιμήσεις, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία ότι η προσαρμογή της διδασκαλίας αποκλειστικά σε αυτές βελτιώνει ουσιαστικά την απόδοση.

Ο μύθος του 10% έχει αποδοθεί κατά καιρούς σε παρερμηνείες δηλώσεων του William James («κάνουμε χρήση ενός μικρού τμήματος των νοητικών και σωματικών μας δυνατοτήτων») ή ακόμη και στον Albert Einstein, που προσπαθούσε να κατανοήσει το δικό του τεράστιο νοητικό δυναμικό, χωρίς όμως ιστορική επιβεβαίωση. Η διάδοσή του οφείλεται κυρίως στη γοητεία που ασκεί η ιδέα των «κρυμμένων δυνατοτήτων».

Το βασικό δίδαγμα είναι η σημασία της κριτικής σκέψης. Όταν ακούμε έναν εντυπωσιακό ισχυρισμό για τον εγκέφαλο, χρειάζεται να αναρωτιόμαστε: «Τι αποδείξεις υπάρχουν για αυτόν τον ισχυρισμό; Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη έρευνα ή έρευνες που μπορεί να επικαλεσθεί ο φίλος σας για να υποστηρίξει τον ισχυρισμό του; Υπάρχουν σχετικές έρευνες δημοσιευμένες σε επιστημονικά περιοδικά; Τι δείγμα χρησιμοποιήθηκε για αυτή την έρευνα; Ήταν αρκετά μεγάλο ώστε να δικαιολογήσει σαφή συμπεράσματα; Το συγκεκριμένο εύρημα έχει επαληθευτεί; Διαδόσεις, όπως ο μύθος του 10% δεν θα μακροημερεύσουν αν οι ισχυρισμοί για την ύπαρξη τους βρεθούν αντιμέτωποι με την κριτική σας σκέψη» (σελ. 113).

 

Πηγή:

Schacter, D.L., Gilbert, D.T. & Nock, M.K. (2025). Ψυχολογία. Εκδόσεις Gutenberg, σελ. 112-113.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2023

«Τυφλότητα» χωρίς οργανικά αίτια

 

                                      Βίντεο: Selective attention test, Youtube

 

Έχετε αναρωτηθεί ποτέ, γιατί δεν βλέπετε κάτι σημαντικό που συμβαίνει μπροστά στα μάτια σας; Παρακάτω παρουσιάζουμε ένα πολύ ενδιαφέρον πείραμα που ερμηνεύει το φαινόμενο.

«Ας υποθέσουμε ότι παρακολουθείτε ένα βίντεο στο οποίο φοιτητές πετούν μια μπάλα ο ένας στον άλλον. Σε κάποιο σημείο μπαίνει στο πλάνο μια γυναίκα που φοράει ένα κουστούμι γορίλα, κοιτάζει την κάμερα, χτυπάει το στήθος της και μετά αποχωρεί. Συνολικά βρίσκεται στο πλάνο για 9 δευτερόλεπτα. Είμαστε σίγουροι ότι πιστεύετε ότι είναι απόλυτα σίγουρο ότι θα εντοπίζατε τη γυναίκα ντυμένη σαν γορίλας σχεδόν αμέσως. Οι Simons και Chabris (1999) επιτέλεσαν ένα πείραμα σαν αυτό που μόλις περιγράψαμε. Τι ποσοστό των συμμετεχόντων πιστεύετε ότι δεν εντόπισε τον γορίλα; Σκεφτείτε την απάντησή σας πριν διαβάσετε παρακάτω. 

 

Θα αναμενόταν ότι ουσιαστικά κανείς δεν θα έχανε έναν «γορίλα» που χρειάστηκε 9 δευτερόλεπτα να διασχίσει το πλάνο. Στην πραγματικότητα τα ευρήματα ήταν εξαιρετικά απροσδόκητα: το 50% των παρατηρητών δεν πρόσεξε καθόλου την παρουσία της γυναίκας!

Πώς ήταν δυνατόν να μην κατάφεραν τόσοι παρατηρητές να δουν τον γορίλα; Οι Simons και Chabris (1999)  υπέθεσαν ότι ένας παράγοντας ήταν το γεγονός ότι οι συμμετέχοντες κοιτούσαν δύο ομάδες που πετούσαν μια μπάλα: μια λευκή ομάδα και μια μαύρη ομάδα. Στο πείραμα που περιγράφηκε, οι συμμετέχοντες έπρεπε να μετρήσουν πόσες πάσες έκανε η ομάδα με τα λευκά. Οπότε έπρεπε να αγνοήσουν τους φοιτητές που φορούσαν μαύρα. Καθώς και ο γορίλας ήταν μαύρος, αυτό μπορεί ίσως να εξηγήσει την τυφλότητα.

Για να ελέγξουν την υπόθεση αυτή, οι Simons και Chabris (1999) έκαναν άλλο ένα πείραμα στο οποίο οι παρατηρητές μέτρησαν τις πάσες και από την λευκή ομάδα και από την μαύρη. Όπως και προηγουμένως, η παρουσία του γορίλα εντοπίστηκε μόνο από το 42% των παρατηρητών όταν παρακολουθούσαν την ομάδα που ήταν ντυμένη στα λευκά. Η παρουσία του γορίλα όμως εντοπίστηκε από το 83% των παρατηρητών όταν παρακολουθούσαν την ομάδα που ήταν ντυμένη στα μαύρα.

Επομένως, ένα απροσδόκητο αντικείμενο (δηλαδή ο γορίλας), προσελκύει μεγαλύτερη προσοχή και είναι πιο πιθανό να εντοπιστεί όταν είναι παρόμοιο με τα ερεθίσματα τα σχετικά με το έργο. Όταν είναι διαφορετικό από αυτά, συνήθως περνάει απαρατήρητο.

Η παρατήρηση ότι μπορεί να μη βλέπουμε κάτι σημαντικό που συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας, επειδή δεν βρίσκεται στο κέντρο της προσοχής μας αποκαλείται τυφλότητα λόγω έλλειψης σε προσοχής» (Simons & Chabris, 1999).

 

Πηγή:

Simons, D. J., & Chabris, C.F. (2011). Gorillas in our midst: Sustained inattentional blindness for dynamic events. Perception, 28, 1059 – 1074, οπ. αναφ. στο: M. W. Eysenck & M. Brysbaert, 2022, Βασικές Αρχές Γνωστικής Ψυχολογίας, Gutenberg, Αθήνα.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.