Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

Η αντιμετώπιση του φόβου του θανάτου κατά τον Επίκουρο

Η επικούρεια φιλοσοφία υποστηρίζει ότι η αληθινή ευτυχία προϋποθέτει την αποδοχή του γεγονότος ότι ο θάνατος είναι αναπόφευκτο μέρος της ανθρώπινης ύπαρξης, χωρίς όμως να αποτελεί πραγματικό κακό για τον άνθρωπο. Σύμφωνα δηλ. με την επικούρεια φιλοσοφία, «η ευδαιμονική ζωή εμπεριέχει τη συνειδητοποίηση ότι ο θάνατος, “το φρικωδέστατον δεινόν”, αφενός είναι αναπόφευκτος αλλά αφετέρου δεν είναι τίποτα για τον άνθρωπο. Το σκεπτικό του Επίκουρου για την ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση του φόβου του θανάτου προέρχεται από την ατομική φυσική, η οποία ήταν στην εποχή του, όπως και σήμερα, η μόνη συμβατή θεώρηση με τις παρατηρήσεις των φαινομένων» (Επίκουρος, 2016, σ. 51). 

 

Ο Επίκουρος, λοιπόν, βασίζει τη θέση του πως ο θάνατος αν και αναπόφευκτος δεν είναι τίποτα για τον άνθρωπο, στην ατομική θεωρία της φύσης, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος αποτελείται από άτομα που σχηματίζουν το σώμα και την ψυχή του. Με τον θάνατο η σύνθεση αυτή διαλύεται, με αποτέλεσμα να παύουν να υπάρχουν οι αισθήσεις και κάθε δυνατότητα εμπειρίας. Εφόσον κάθε ευχάριστο ή δυσάρεστο γίνεται αντιληπτό μόνο μέσω των αισθήσεων, ο θάνατος δεν μπορεί να βιωθεί από εκείνον που πεθαίνει. Για τον λόγο αυτό, ο Επίκουρος καταλήγει ότι ο φόβος του θανάτου είναι αβάσιμος, αφού όσο ζούμε ο θάνατος δεν είναι παρών και όταν έρθει ο θάνατος δεν υπάρχουμε πλέον εμείς.

Παράλληλα, ο φιλόσοφος θεωρούσε ότι η επίγνωση της θνητότητας δίνει μεγαλύτερη αξία στη ζωή. Η βεβαιότητα ότι ο χρόνος μας είναι περιορισμένος μας ωθεί να αξιοποιούμε κάθε στιγμή και να επιδιώκουμε μια ζωή ποιοτική και ευτυχισμένη, αντί να επιζητούμε απλώς τη μεγαλύτερη διάρκειά της. Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη στάση ζωής έχει η φρόνηση, η οποία βοηθά τον άνθρωπο να ελέγχει τα παράλογα συναισθήματα και τους ασυνείδητους φόβους που διαταράσσουν την ψυχική του ηρεμία.

Ο Επίκουρος πίστευε ακόμη ότι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει κάποιος τον θάνατο εξαρτάται από τον τρόπο που έχει ζήσει. Όποιος έχει συμφιλιωθεί με τους φόβους του μπορεί να δεχτεί το τέλος της ζωής με γαλήνη και αξιοπρέπεια. Αντίθετα, όποιος ζει διαρκώς υπό την κυριαρχία του φόβου είναι πιθανό να παραμείνει δυστυχισμένος μέχρι το τέλος της ζωής του. Η ιστορία δείχνει ότι οι Επικούρειοι, αλλά και αρκετοί μεταγενέστεροι υλιστές φιλόσοφοι που επηρεάστηκαν από τη σκέψη του, αντιμετώπισαν τον θάνατο με ψυχραιμία «όπως ο Χιουμ, ο Ντιντερό, ο Μπένθαμ, ο Μιλ και ο Σανταγιάνα. Αντίθετα, ο μεγάλος φόβος του επερχόμενου θανάτου έχει καταγραφεί για πολλούς ιδεαλιστές φιλοσόφους, όπως ο Καντ, ο Κίρκεγκααρντ, ο Λακάν και ο Ντεριντά, παρ’ όλο που πίστευαν σε παραμυθίες, όπως η μεταθανάτια ζωή και η θεία πρόνοια» (Επίκουρος, 2016, σ.52).

Αντίστοιχες απόψεις διατύπωσε και ο ψυχίατρος Ίρβιν Γιάλομ, ο οποίος υποστηρίζει ότι όταν ο άνθρωπος δεν αναμετριέται συνειδητά με τον φόβο του θανάτου, δυσκολεύεται να ζήσει ουσιαστικά και βιώνει έντονο άγχος. Για να προστατευτεί από αυτή την αγωνία, αναπτύσσει διάφορους ασυνείδητους αμυντικούς μηχανισμούς, όπως η ταύτιση με τα παιδιά ή το έργο του, η προσκόλληση σε θρησκευτικές πεποιθήσεις, οι καταναγκαστικές συμπεριφορές, η υπερβολική εργασία ή η αδιάκοπη επιδίωξη πλούτου και εξουσίας. Ωστόσο, οι μηχανισμοί αυτοί δεν εξαλείφουν πραγματικά τον φόβο, καθώς οι καταπιεσμένες σκέψεις επανέρχονται.

Η επικούρεια φιλοσοφία αποτελεί μια ιδιαίτερα αποτελεσματική υπαρξιακή και ψυχοθεραπευτική προσέγγιση, επειδή βοηθά τον άνθρωπο να αποδεχτεί τη θνητή φύση του και να αντιμετωπίσει συνειδητά τον φόβο του θανάτου. Η αποτελεσματικότητά της βασίζεται στην ικανότητα του ανθρώπινου εγκεφάλου να μαθαίνει, να προσαρμόζεται και να μεταβάλλει τον τρόπο σκέψης του.

Τέλος, ο Επίκουρος, ήδη από την αρχαιότητα, είχε αντιληφθεί τη στενή σχέση ανάμεσα στη βιολογία, την ψυχολογία και τη συμπεριφορά του ανθρώπου. Υποστήριζε ότι η λανθασμένη χρήση της λογικής και των φυσικών μας τάσεων οδηγεί σε φόβους, υπερβολές και δυστυχία. Για τον λόγο αυτό θεωρούσε τη φιλοσοφία θεραπεία της ψυχής, ικανή να βοηθήσει τον άνθρωπο να απαλλαγεί από τις κενοδοξίες, τα ελαττώματα και τους φόβους του και να κατακτήσει την ευδαιμονία.

 

Πηγή:

Φιλόδημος, Περί Παρρησίας, Επικούρεια Ψυχοθεραπεία, μτφρ. Χ. Γιαπιτζάκης, Εκδόσεις Θύραθεν, Θεσσαλονίκη, 2016. 

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Γιατί αποφεύγουμε να νιώσουμε τα συναισθήματά μας;

Η ψυχοθεραπεύτρια Ιζαμπέλ Φιλιοζά στο βιβλίο της με τίτλο «Τι μου συμβαίνει τελικά;» θίγει ένα πολύ σημαντικό ζήτημα που σίγουρα απασχολεί πολύ κόσμο. Έτσι, θέτει αρχικά ένα βασικό ερώτημα: έχετε αναρωτηθεί ποτέ με ποιους τρόπους αποφεύγετε να έρθετε σε επαφή με τα συναισθήματά σας; Και απαντά πως το πρώτο και σημαντικότερο βήμα για να μπορέσουμε να τα διαχειριστούμε είναι να αναγνωρίσουμε ότι υπάρχουν και ότι τα βιώνουμε.

 

Όταν προσπαθούμε να μη νιώθουμε, ουσιαστικά απομακρυνόμαστε από πολύτιμες πληροφορίες για τον εαυτό μας. Ωστόσο, πολλοί άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται ότι ορισμένες καθημερινές συνήθειες λειτουργούν ως μηχανισμοί αποφυγής των συναισθημάτων. Για παράδειγμα, το κάπνισμα, η υπερβολική κατανάλωση φαγητού, το δάγκωμα των νυχιών, η πολύ γρήγορη ομιλία ή οι συνεχείς κινήσεις των ποδιών, μπορούν να χρησιμοποιούνται ασυνείδητα για να αποσπούν την προσοχή από όσα συμβαίνουν στον εσωτερικό μας κόσμο.

Οι συμπεριφορές αυτές εμφανίζονται αυτόματα, χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Με κάποιο εξωτερικό ερέθισμα μεταφέρουμε την προσοχή μας αλλού και αποφεύγουμε να αντιμετωπίσουμε τα πραγματικά μας συναισθήματα. Κοινό χαρακτηριστικό πολλών από αυτές τις αντιδράσεις είναι ότι επηρεάζουν την αναπνοή μας, η οποία γίνεται ρηχή και περιορίζεται στο επάνω μέρος του θώρακα. Όταν θέλουμε να καταστείλουμε ένα συναίσθημα, συχνά περιορίζουμε ασυναίσθητα τη φυσιολογική αναπνοή. Αντί να αναπνέουμε βαθιά, μπλοκάρουμε το διάφραγμα. Το σημείο αυτό είναι συχνά ευαίσθητο και αποτελεί ένδειξη ότι το σώμα συγκρατεί ένταση. Με τον καιρό, οι καταναγκαστικές αυτές συμπεριφορές μπορεί να γίνουν τόσο έντονες, ώστε να καλύπτουν εντελώς τα πραγματικά συναισθήματα. Όταν κάποιος αντιλαμβάνεται απλώς ότι αισθάνεται δυσφορία, συχνά χρησιμοποιεί τη γενική λέξη «άγχος», χωρίς να αναγνωρίζει αν στην πραγματικότητα νιώθει φόβο, θυμό, λύπη, απογοήτευση ή κάποιο άλλο συναίσθημα.

Παρακάτω παρουσιάζονται ορισμένες «συνηθισμένες» συμπεριφορές που μπορεί να λειτουργούν ως τρόποι αποφυγής των συναισθημάτων. Σκεφτείτε ποιες από αυτές σας χαρακτηρίζουν:

Ø  Κρατώ συχνά την αναπνοή μου.

Ø  Πίνω πολύ καφέ.

Ø  Τρώω τα νύχια μου.

Ø  Χτυπώ συνεχώς το πόδι στο πάτωμα ή το στυλό μου στο γραφείο.

Ø  Μετρώ από μέσα μου.

Ø  Μιλώ ασταμάτητα.

Ø  Νιώθω ότι δεν μπορώ να ζήσω χωρίς τσιγάρο, γλυκά, αλκοόλ, σεξ, φάρμακα, δουλειά, τηλεόραση ή διαδίκτυο.

Ø  Οδηγώ πολύ γρήγορα.

Ø  Τακτοποιώ τα πράγματά μου με υπερβολική σχολαστικότητα.

Ø  Κοιμάμαι υπερβολικά.

Ø  Κρίνω ή υποτιμώ τους άλλους.

Ø  Αναλαμβάνω συνεχώς να λύνω τα προβλήματα των άλλων.

Ø  Γίνομαι επιθετικός ή πληγώνω σκόπιμα τους γύρω μου.

Ø  Υποχωρώ συνεχώς και προσπαθώ να ευχαριστώ όλους.

Ø  Μιλώ πολύ γρήγορα.

Ø  Απομονώνομαι από τους άλλους.

Ø  Ασχολούμαι διαρκώς με το σπίτι και την καθαριότητα.

Ø  Κάποια άλλη… επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά.

Όλες αυτές οι αντιδράσεις έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: λειτουργούν καταναγκαστικά. Δηλαδή εμφανίζονται σχεδόν αυτόματα και είναι δύσκολο να τις ελέγξουμε. Σκοπός τους είναι να κρατούν το μυαλό, το σώμα ή τις αισθήσεις απασχολημένα, ώστε να αποφεύγεται η επαφή με τα πραγματικά συναισθήματα.

Ένας τρόπος να αρχίσει κάποιος να αλλάζει αυτή την κατάσταση είναι να περιορίσει, όσο μπορεί, αυτές τις αυτόματες συμπεριφορές και να στρέψει την προσοχή του σε όσα πραγματικά αισθάνεται. Η αναγνώριση και η ονομασία των συναισθημάτων αποτελούν σημαντικό βήμα για την καλύτερη κατανόησή τους. Μια χρήσιμη άσκηση είναι να αφιερώσετε περίπου μία ώρα αποκλειστικά στον εαυτό σας. Επιλέξτε έναν ήσυχο χώρο, απομακρύνετε περισπασμούς, όπως το τηλέφωνο, και αποφύγετε να καταφύγετε σε συνήθειες όπως το κάπνισμα, το φαγητό, η τακτοποίηση του σπιτιού ή άλλες δραστηριότητες που σας αποσπούν. Απλώς καθίστε ήρεμα και παρατηρήστε τι συμβαίνει μέσα σας. Στη συνέχεια, καταγράψτε σε ένα προσωπικό ημερολόγιο τις σκέψεις, τις σωματικές αισθήσεις και τα συναισθήματα που αναδύθηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας.

 

Πηγή:

Isabelle Filliozat, 2003, Τι μου συμβαίνει, τελικά; Για να βιώνεις καλύτερα τα καθημερινά συναισθήματά σου, μτφρ. Δ. Παπαθανασοπούλου, Εκδόσεις Ενάλιος, Αθήνα.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

 

Κάνοντας Διάλειμμα (με περίεργο τρόπο…)

Μια μικρή ιστορία με μεγάλα νοήματα

 

Το να είσαι εργαζόμενη γυναίκα είναι δύσκολο, αλλά το να δουλεύεις και να έχεις και παιδιά είναι ακόμα δυσκολότερο.

Υπάρχει μια ιστορία για μια μητέρα με τρία πολύ ζωηρά αγόρια που έπαιζαν κλέφτες και αστυνόμους στην αυλή, ένα καλοκαιρινό βράδυ.

Ένα από τα αγόρια «πυροβόλησε» τη μητέρα του και φώναξε, «Μπαμ, είσαι νεκρή». Εκείνη έπεσε στο έδαφος και αφού δεν σηκώθηκε αμέσως, ένας γείτονας έτρεξε να δει αν ήταν καλά ή αν είχε χτυπήσει από το πέσιμο.

Όταν ο γείτονας πλησίασε κι έσκυψε πάνω της, τότε η κουρασμένη μητέρα άνοιξε το ένα μάτι της και του είπε: «Σσσς, μη με μαρτυρήσεις, είναι η μόνη μου ευκαιρία να ξεκουραστώ».

 

Πηγή:

The Best of Bits & Pieces. Economics Press, New Jersey, 1994.

 

Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Review of the play: For colored girls

“For colored girls who have considered suicide / when the rainbow is enuf” (1976), by Ntozake Shange is a combination of poetry, dance music and monologues, spoken by seven women, each associated with a color of the rainbow. Their voices do not play specific characters, but express common experiences and emotions of black women in the USA. The play deals with issues related to identity, self-esteem, racism and sexism, relationships, love, betrayal, pain, but also strength, solidarity and healing. The play leads towards self-recognition, resilience and hope, while the rainbow symbolizes wholeness and life (Alsanafi et al., 2019· Suganthi & Jose, 2016).  

 

This play is one of the most characteristic examples of Anglophone postmodern Theatre, as it radically challenges the conventions of dramatic writing and redefines the relationship between text, body and stage experience. Shange herself describes the play as a “choreopoem”, a hybrid theatrical discourse that combines poetry, music and dance, placing it at the heart of the discussion about theatre beyond realism. Shange’s play rejects traditional plot and individually defined characters. The performers do not play “specific persons”, but they appear as voices carrying colors, suggesting multiple and intersecting identities. This choice reinforces the collectiveness of the experience and shifts the interest from “what happens” to “how it is experienced” (Richard, 2001· Wilson, 2024).

Thematically, the play examines issues of gender, race, and identity through personal narratives that acquire a political dimension. However, “for colored girls” does not limit itself to highlighting oppression˙ on the contrary, it highlights the power of solidarity and self-awareness as acts of resistance. The emphasis on voice and body transforms the experience into an act of self-determination. The play does not present women as victims, but as subjects claiming voice and presence (Tellini, 2015).

Within the context of the “Contemporary Anglophone Theatre” course, Shange's play functions as a critical example of postmodern and feminist Theatre, demonstrating how late 20th-century Anglophone Theatre expands its boundaries, both aesthetically and politically, while remaining deeply relevant as issues of gender and race preoccupy contemporary multicultural and traditionally patriarchal societies, elements that we have met in both “Mrs. Warren’s Profession by George Bernard Shaw (1902)” and in “The Glass Menagerie by Tennessee Williams (1944)”. Additionally, the stage language of the play is based on rhythmic recitation, the physicality and musicality of speech, making the reception of the play a highly experiential process for the audience, emphasizing the emotional experience of the viewer. In this way, theater does not function simply as a means of representation, but as a meeting place for different art forms, an element that directly connects it to the theme of the course around inter-artism and reminds us the play of “Waiting for Godot” by Samuel Beckett (1953) which it has often been adapted for stage, operas, musicals, television, and theatrical performances across most of Europe and the Americas.

 

References

Alsanafi, I.H., Mohd Noor, S.N.F., & Kadir, Z.A. (2019). ‘Judgemental category’ is the major concept in Ntozake Shange’s “For Colored Girls Who Have Considered Suicide/ When the Rainbow is Enuf. International Journal of Engineering and Advanced Technology (IJEAT), 9 (1), 256-264.

Richard, J.M. (2001). A thematic exploration of “For colored girls who have considered suicide/ When the rainbow is enuf”, by Ntozake Shange. Thesis, The University of Maine. Electronic Theses and Dissertations. 682. https://digitalcommons.library.umaine.edu/etd/682.

Suganthi, V.P.V., & Jose, C. (2016). Separation of soul and gender: A study of for Colored Girls Who Have Considered Suicide/ When the Rainbow is Enuf. The Journal For English Language and Literary Studies, January- March, VI (i), 21-29.

Tellini, S.M. (2015). Experimental Language Deconstructing Patriarchal Discourse in Ntozake Shange’s for colored girls who have considered suicide/ when the rainbow is enuf. American, British and Canadian Studies Journal, 25 (1), 155-170.

Wilson, K.E. (2024). Staging Testimony : The Creation of the Addressable Other in Ntozake Shange’s for colored girls who have considered suicide/when the rainbow is enuf. In S. Brähler & K.A. Münderlein (Eds.), Diversity : Linguistic, Cultural, and Literary Perspectives; Student Conference Proceedings 2024, Bamberg: University of Bamberg Press, p. 77-90.

 

Nicholas Kouravanas & Helen Papadopoulou, Psychologists, MSc, MA