Παρασκευή 31 Μαρτίου 2023

Κοινωνική ψυχανάλυση της επιβολής

«Επιβολή είναι η δύναμη να εξασφαλίσει κανείς, χωρίς προσφυγή  στον φυσικό εξαναγκασμό, μια ορισμένη συμπεριφορά εκ μέρους αυτών που είναι υποταγμένοι».

«Η Επιβολή δεν είναι ποτέ της τίποτε άλλο παρά το απατηλό προσωπείο της βίας» (σελ. 43-53).

 

Τα τρία χαρακτηριστικά του φαινομένου- επιβολή είναι τα εξής:

1. Η Επιβολή είναι ένα φαινόμενο που φαίνεται αδιαχώριστο από την πίστη σε  μια υπερβατική οντότητα, θρησκευτική ή λαϊκή. Η επιβολή ασκείται πάντα από πάνω προς τα κάτω, από τον ανώτερο προς τον κατώτερο.

«Όπως το ποτάμι δεν ξαναγυρίζει στην πηγή του, έτσι και η εξουσία δεν κυλάει από κάτω προς τα πάνω» (σελ. 50).

2. «Οι ψυχολογικές εκδηλώσεις της επιβολής τοποθετούνται ανάμεσα σε μια πρώτη και σε μια τελευταία προσφυγή στη δύναμη. Η επιβολή είναι το μέσο για να επιτευχθεί, με όχι πολύ κόπο, μια συμπεριφορά υποταγής. Ο ανώτερος εξουσιάζει, ο κατώτερος υποτάσσεται» (σελ. 54).

3. «Αναγκαιότητα του μυστηρίου, της σκιάς, της απόστασης και της απομάκρυνσης- όλα στοιχεία που επιτρέπουν πιο εύκολα στον αρχηγό να μεγαλοποιεί το πρόσωπό του και να επιβάλλει στους μικρούς με σχεδόν υπνωτικό τρόπο, την εξουσία του.

Το φαινόμενο επιβολή δεν μπορεί να μορφοποιηθεί δίχως  τούτο το ελάχιστον ποσοστό μυστηρίου και απομάκρυνσης, που επιτρέπει την προβολή των εξιδανικευτικών επιθυμιών πάνω σε έναν αρχηγό» (σελ. 57).

 

Συνοψίζοντας, τα τρία βασικά σημεία είναι τα εξής:

Υπερβατική οντότητα, θεμιτότητα, ιεραρχία. Αμεταβιβασιμότητα.

Μια κυριαρχία που ασκείται ανάμεσα σε δύο προσφυγές στη δύναμη και που πετυχαίνει την υποταγή με μέσα διαφορετικά από την ωμή δύναμη.

Η αναγκαιότητα ενός ελάχιστου ποσοστού μυστηρίου, σκιάς, απομάκρυνσης και απόστασης, τελευταίο ίχνος του μαγικού κόσμου όπου το φαινόμενο επιβολή έχει τις ρίζες του.

 

Το φαινόμενο- Επιβολή αναφέρεται σε ψυχολογικά, κοινωνικά και πολιτικά χαρακτηριστικά που έχουν υπάρξει στο παρελθόν. Η εμμονή μερικών ψυχολογικών χαρακτηριστικών τείνει να κάνει το αληθινό νόημα της έννοιας επιβολή να ξεχειλίσει σε περιοχές όπου δεν έχει καμία απολύτως θέση.

 

Πηγή:

Ζεράρ Μάντελ. 1973. Η αποδυνάστευση του παιδιού, κοινωνική ψυχανάλυση της επιβολής. Εκδόσεις Ράππας.

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

Πέμπτη 30 Μαρτίου 2023

Συγκράτηση και ενθύμηση: Βελτίωση της μνήμης

Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο πιο δύσκολο είναι να ανακτήσουμε αναμνήσεις, καθώς θυμόμαστε όλο και πιο αμυδρά κάποια γεγονότα ή πληροφορίες. Ωστόσο, υπάρχουν και γεγονότα που δεν τα θυμόμαστε καθόλου.

 

Μια πληροφορία αποθηκεύεται στη μνήμη μας, τότε η ενθύμηση δεν αφορά μόνο αν μπορούμε να το θυμηθούμε αλλά και όταν το επιθυμούμε. Σημαντικό ρόλο παίζει ο τρόπος που καλούμαστε να θυμηθούμε (αναγνώριση ή ανάκληση), η σκόπιμη ή όχι δημιουργία της ανάμνησης, ο προσανατολισμός της διεργασίας της ενθύμησης, ο βαθμός επίγνωσης που έχουμε για το κατά πόσο μας αρκεί ο χρόνος για να θυμηθούμε, το επίπεδο κωδικοποίησης και οργάνωσης της μνήμης και ο βαθμός στον οποίο έχουμε μάθει την αρχική πληροφορία. Η ενθύμηση της διαδικαστικής γνώσης εξαρτάται από την εμπειρία του ατόμου.

Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε από την αρχή τον τρόπο με τον οποίο θα κληθούμε να θυμηθούμε κάτι.

Αν ξέρουμε ότι θα υπάρχει συγκεκριμένη μέθοδος, π.χ. ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής ή ανάπτυξης. Η συγκράτηση πληροφοριών είναι πιο αποτελεσματική αν μετά τη βίωση του γεγονότος κοιμηθούμε ή ξεκουραστούμε, αν κάνουμε ανά διαστήματα μια ανασκόπηση των πληροφοριών, καθώς και αν δεν προσπαθούμε να θυμηθούμε πληροφορίες που είναι παρόμοιες με αυτές που μάθαμε.

Πολλές φορές είναι βοηθητικό να αυξήσουμε το επίπεδο της κατάστασης αναμονής σε σχέση με μια ενθύμηση- να κάνουμε δηλαδή μια νοητική προετοιμασία για να μπορέσουμε να ανακαλέσουμε τις πληροφορίες. Ορισμένες πληροφορίες μπορούμε να τις ανακαλέσουμε αμέσως, όμως, σπάνια θυμόμαστε πληροφορίες που δεν είχαμε καταλάβει καλά εξαρχής. Πολλοί παράγοντες συμβάλλουν στην ικανότητά μας να ανακαλέσουμε ή όχι. Αν και οι ρυθμοί του κάθε ατόμου είναι διαφορετικοί.

 

Τεχνικές για βελτίωση της μνήμης

Τεχνικές εξάσκησης, που μπορεί να βελτιώσουν αισθητά τη μνήμη.

- Η αρχική κωδικοποίηση πληροφοριών πρέπει να είναι αρκετά βαθιά.

- Οι τεχνικές εξάσκησης πρέπει να εφαρμόζονται συστηματικά.

- Εξάσκηση των ατόμων στην κωδικοποίηση, την προσοχή και τη χαλάρωση.

- Εφαρμογή μιας διαδικασίας συνέντευξης που βοηθά τους ανθρώπους να θυμηθούν.

Ζητείται από τα άτομα να ανακαλέσουν το περιεχόμενο όσων παρατήρησαν, να περιγράψουν το γεγονός όπως θα το έκανε κάποιος άλλος και να χαλαρώσουν και να επικεντρωθούν στην περιγραφή της ανάκλησης.

 

«Όταν κάτι το βλέπουμε σπάνια, το ξεχνάμε σύντομα. Όταν κάτι το βλέπουμε συχνά, δεν το ξεχνάμε. Όταν κάτι το φανταζόμαστε, το θυμόμαστε».

Άγνωστος

 

Πηγή:

Herrmann et al. (2010). Εφαρμοσμένη γνωστική ψυχολογία. Επιμ. Σαμαρτζή και Βατάκη. Εκδόσεις Πεδίο.

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

Τι μπορεί να ενδυναμώσει μια σχέση;

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας που είναι απαραίτητα ώστε να εδραιωθεί και να σταθεροποιηθεί μια σχέση;

 


Τα εσωτερικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του κάθε συντρόφου συμβάλλουν στο αίσθημα ικανοποίησης που βιώνουν μέσα στη σχέση. Οι σχέσεις γίνονται αντιληπτές ως πιο χαρούμενες, όταν και τα δύο μέλη του ζευγαριού εκτιμούν ο ένας τις αξίες του άλλου.

Εστιάζοντας στα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας των ατόμων, αυτά που φαίνεται ο ένας να εκτιμά στον άλλο είναι:

- Η σοφία και η γνώση. Η περιέργεια, η δημιουργικότητα και η ικανότητα λήψης αποφάσεων, η αγάπη για μάθηση και η ικανότητα να συμβουλεύεις τους άλλους.

- Το θάρρος. Η γενναιότητα, η επιμονή, η ειλικρίνεια και το πάθος για ζωή.

- Το αίσθημα της ανθρωπιάς. Η τάση του ατόμου να εκτιμά τις στενές σχέσεις, αξιολογώντας την παρουσία της αγάπης, την καλοσύνη, την επίγνωση των κινήτρων και των συναισθημάτων των άλλων.

- Η δικαιοσύνη. Η συνεργατικότητα, το αίσθημα της δικαιοσύνης και η τάση για ηγεσία.

- Η εγκράτεια. Η συγχώρεση, η σεμνότητα, η σύνεση και η ικανότητα για αυτορρύθμιση.

- Η υπέρβαση. Η εκτίμηση της ομορφιάς, της ευγνωμοσύνης, της ελπίδας, το αίσθημα του χιούμορ, η θρησκευτικότητα και η πνευματικότητα.

Για να αντλήσουμε ικανοποίηση μέσα από μια συντροφική σχέση θα πρέπει να εστιάσουμε στα δυνατά στοιχεία που έχει ο σύντροφός μας και όχι σε αυτά που απουσιάζουν, καθώς μέσα από τα δυνατά στοιχεία μπορούμε να επενδύσουμε περισσότερο στη σχέση και να συμβάλλουμε στην ανάπτυξή της. Τα στοιχεία του χαρακτήρα του καθενός μέσα στη σχέση μπορούν να μας προσφέρουν ένα απόθεμα δύναμης, μέσα από το οποίο μπορούμε να εξελίξουμε τη σχέση. Το βασικό ζητούμενο είναι πόσο προσανατολισμένοι μένουμε στα δυνατά στοιχεία του συντρόφου μας, πόσο τα αναγνωρίζουμε και τα εκτιμούμε, συμβάλλοντας στην ικανοποίηση που αντλούμε από τη σχέση.

 

https://www.psychologytoday.com/intl/blog/fulfillment-at-any-age/202303/the-6-personal-strengths-that-can-improve-your-relationship

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

Σάββατο 25 Μαρτίου 2023

Βιογραφίες: L.S. Vygotsky (1896-1934)

Ο Σοβιετικός ψυχολόγος L.S. Vygotsky γεννήθηκε το 1896 στην Λευκορωσία, σε μια οικογένεια που αγαπούσε την τέχνη και τη λογοτεχνία και πέθανε το 1934 στην Μόσχα. Σπούδασε γλωσσολογία και φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας, πριν εμπλακεί στην ψυχολογική έρευνα. Έγινε μια σημαντική προσωπικότητα στην εξελικτική ψυχολογία και κυρίως στη προεπαναστατική Σοβιετική ψυχολογία. Μελέτησε τον ρόλο των κοινωνικών και πολιτισμικών παραγόντων στη διαμόρφωση της ανθρώπινης συνείδησης.  Η θεωρία του άσκησε επιδράσεις στην ανάπτυξη του λόγου και της σκέψης και επηρέασε τους Luria και Piaget

 

Ο Vygotsky επικεντρώθηκε στην ανάπτυξη του παιδιού, στην αναπτυξιακή ψυχολογία και στην εκπαιδευτική φιλοσοφία. Θεώρησε ότι τα παιδιά αναπτύσσουν τις συμπεριφορές και τις συνήθειές τους από τον πολιτισμό τους και μέσα από τις διαπροσωπικές εμπειρίες που έχουν. Υποστήριξε ότι η ανώτερη σκέψη αναπτύχθηκε ως αποτέλεσμα κοινωνικοπολιτισμικών αλληλεπιδράσεων και θεώρησε ότι το άτομο εσωτερικεύει τις πολιτιστικές νόρμες.

Η ζώνη εγγύτερης ανάπτυξης είναι από τις πιο δημοφιλείς έννοιες στη θεωρία του  Vygotsky και αφορά την απεικόνιση της μαθησιακής διαδικασίας ενός παιδιού. Τα παιδιά μαθαίνουν να επιτυγχάνουν πιο δύσκολες εργασίες με τη βοήθεια ενός πιο έμπειρου ατόμου. Ο ενήλικας βοηθάει το παιδί να κάνει κάτι, χωρίς όμως να το κάνει ο ίδιος αντί για το παιδί. Ο Vygotsky ανακάλυψε ότι το παιχνίδι διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη μάθηση και ότι τα παιδιά συχνά μαθαίνουν έννοιες που στηρίζονται σε παιχνίδια φαντασίας. Το παιχνίδι μπορεί να αποκτήσει συμβολική σημασία και είναι μια δραστηριότητα που μαθαίνει στα παιδιά να ρυθμίζουν και να ελέγχουν τη συμπεριφορά τους.

Ο Vygotsky το 1925 ολοκλήρωσε τη διατριβή του και πήγε σε ένα συνέδριο για την εκπαίδευση κωφών στο Λονδίνο. Όταν επέστρεψε στη Σοβιετική Ένωση, υποτροπίασε η φυματίωση, αλλά κατάφερε να επιβιώσει. Παρέμεινε εκτός εργασίας μέχρι το 1926. Κατά τη δεκαετία του 1930, ο Vygotsky βίωσε μια βαθιά κρίση, σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο και πέρασε μια περίοδο αυτοκριτικής, με αποτέλεσμα να κάνει ριζικές αναθεωρήσεις στη θεωρία του. Ωστόσο, το έργο του παρέμεινε πρόχειρο και ημιτελές, καθώς προσβλήθηκε ξανά από φυματίωση. Δεν κατάφερε να επιβιώσει από την ασθένεια και πέθανε σε ηλικία 37 ετών στη Μόσχα.

 

Πηγές:

https://www.goodtherapy.org/famous-psychologists/lev-vygotsky.html.

https://totallyhistory.com/lev-vygotsky/.

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

 

Βιογραφίες: Piaget (1896- 1980)

Ο Jean Piaget γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1896 στην Ελβετία και ήταν ψυχολόγος, ο πρώτος που μελέτησε συστηματικά την απόκτηση κατανόησης στα παιδιά. Ήταν το πρώτο παιδί της οικογένειάς του. Ο πατέρας του ήταν καθηγητής της μεσαιωνικής λογοτεχνίας και επηρέασε την αφοσίωση του στην εκπαίδευσή του. 

 

Αποτελεί μια σημαντική και προεξέχουσα προσωπικότητα  στον κλάδο της αναπτυξιακής ψυχολογίας του 20ου αιώνα. Τα πρώτα ενδιαφέροντα του Piaget κινήθηκαν γύρω από τη ζωολογία. Όταν ήταν νεαρός δημοσίευσε ένα άρθρο για να καταγράψει τις παρατηρήσεις που έκανε για ένα αλμπίνο σπουργίτι και από τα 15 του έτη είχε πολλές δημοσιεύσεις για τα μαλάκια που είχαν κερδίσει τη φήμη μεταξύ των Ευρωπαίων ζωολόγων. Στο Πανεπιστήμιο, ο Piaget σπούδασε ζωολογία και φιλοσοφία και έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα το 1918. Αργότερα, το ενδιαφέρον του στράφηκε στην ψυχολογία, όπου συνδύαζε τη βιολογία με την επιστημολογία. Αρχικά πήγε στη Ζυρίχη, όπου σπούδασε κοντά στον Carl Jung και τον Eugen Bleuler και στη συνέχεια άρχισε σπουδές στη Σορβόννη.

 Ο Piaget κατασκεύασε και χορήγησε τεστ ανάγνωσης σε μαθητές και ενδιαφέρθηκε για τα είδη των λαθών που έκαναν, οδηγώντας τον να εξερευνήσει τη συλλογιστική διαδικασία σε αυτά τα παιδιά. Από το 1925-1929 ήταν καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Neuchatel και από το 1929 εντάχθηκε στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης, ως καθηγητής παιδοψυχολογίας. Παρέμεινε σε αυτή την πανεπιστημιακή έδρα μέχρι τον θάνατό του. Το 1955 ίδρυσε το Διεθνές Κέντρο Γενετικής Επιστημολογίας στη Γενεύη και έγινε διευθυντής του. Ενδιαφερόταν για την επιστημονική σκέψη, την κοινωνιολογία και την πειραματική ψυχολογία. Στην ακαδημαϊκή του πορεία έγραψε πάνω από 50 βιβλία και μονογραφίες, ενώ στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός του ήταν πώς αναπτύσσεται η σκέψη του παιδιού περιγράφοντας συγκεκριμένα στάδια από τη βρεφική ηλικία μέχρι την ενηλικίωση.

Ο Piaget μελέτησε το πώς το παιδί αντιλαμβάνεται τις έννοιες, δημιουργώντας και ξαναδημιουργώντας το δικό του μοντέλο πραγματικότητας. Όσον αφορά στην ανάπτυξη της ικανότητας του παιδιού να σκέπτεται, ο Piaget εντόπισε τέσσερα στάδια σε αυτή την ανάπτυξη. Τα δύο πρώτα χρόνια της ζωής του καλύπτουν το αισθητηριοκινητικό στάδιο, όπου το παιδί ασχολείται με τον έλεγχο των δικών του έμφυτων σωματικών αντανακλαστικών και την επέκτασή τους σε ευχάριστες ή ενδιαφέρουσες ενέργειες. Την ίδια περίοδο, το παιδί συνειδητοποιεί τον εαυτό του ως ξεχωριστή φυσική οντότητα και στη συνέχεια συνειδητοποιεί ότι τα αντικείμενα γύρω του έχουν ξεχωριστή και μόνιμη ύπαρξη. 

Το δεύτερο στάδιο, καλύπτει τις ηλικίες από δύο έως έξι ή επτά ετών, όπου το παιδί μαθαίνει να χειρίζεται με συμβολικό τρόπο το περιβάλλον του μέσα από εσωτερικές αναπαραστάσεις ή σκέψεις για τον εξωτερικό κόσμο. Το παιδί μαθαίνει να αναπαριστά αντικείμενα με λέξεις και να χειρίζεται τις λέξεις διανοητικά.

Στο τρίτο στάδιο, που αφορά τις ηλικίες επτά έως έντεκα ή δώδεκα ετών, εμφανίζεται η αρχή της λογικής στις διαδικασίες σκέψης του παιδιού και η αρχή της ταξινόμησης των αντικειμένων με βάση τις ομοιότητες και τις διαφορές τους. Το παιδί αρχίζει να κατανοεί τις έννοιες του χρόνου και του αριθμού, της ποσότητας.

Το τέταρτο στάδιο, που ξεκινά από την ηλικία των δώδεκα ετών και φτάνει μέχρι την ενηλικίωση, ο έφηβος χαρακτηρίζεται από μια τάξη στη σκέψη  και κυρίως στη λογική σκέψη, επιτρέποντας ένα πιο ευέλικτο είδος νοητικού πειραματισμού. Ο έφηβος μαθαίνει να χειρίζεται αφηρημένες ιδέες, να κάνει υποθέσεις και να μπορεί να αντιληφθεί τις συνέπειες της δικής του σκέψης και των άλλων.   

Οι ιδέες του Piaget συνέβαλαν στην εξέλιξη των ιδεών που υπήρχαν για το παιδί, τη μάθηση και την εκπαίδευση. Η νοητική ανάπτυξη του παιδιού θα πρέπει να βρίσκεται στο κατάλληλο στάδιο για να αφομοιώσει αυτές τις έννοιες. Έτσι, ο δάσκαλος είναι ένας οδηγός που βοηθάει το παιδί να ανακαλύψει τον κόσμο γύρω του.

 

Πηγές:

https://www.britannica.com/biography/Jean-Piaget.

https://totallyhistory.com/jean-piaget/.

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.