Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2019

Η κατάθλιψη στα παιδιά και στους εφήβους


«Η κατάθλιψη είναι μια κατάσταση οικεία σε όλους. Απαισιόδοξες σκέψεις, εκνευρισμός που εκδηλώνεται στους πιο κοντινούς μας ανθρώπους, αίσθημα κενού, αμφισβήτηση του νοήματος της ζωής, αδυναμία να αισθανθούμε χαρά ή ικανοποίηση, οι πιο πολλοί έχουμε περάσει περιόδους της ζωής μας νιώθοντας ορισμένα ή όλα αυτά τα συναισθήματα. Εμφανίζονται κυρίως όταν είμαστε κουρασμένοι ή παραφορτωμένοι, μετά από έναν καβγά με ένα αγαπημένο μας πρόσωπο ή όταν μια σημαντική σχέση δεν πηγαίνει καλά. Συνήθως μπορούμε να εξηγήσουμε στον εαυτό μας γιατί αισθανόμαστε έτσι και να τον διαβεβαιώσουμε πως αυτά τα συναισθήματα θα ξεπεραστούν. Αυτή είναι η κατάθλιψη, το συναίσθημα, ένα κομμάτι του τεράστιου φάσματος των φυσιολογικών συναισθημάτων που μας κάνουν ανθρώπους κι αποτελούν τμήμα της ύπαρξής μας, όπως η χαρά, ο θυμός, ο φόβος ή η ευτυχία» (σελ. 19).  


Η κατάθλιψη μπορεί να εμφανιστεί με διάφορες διαβαθμίσεις, από ήπιες μέχρι πιο σοβαρές μορφές εκδήλωσης των συμπτωμάτων. Στις ήπιες διαταραχές, το άτομο εμφανίζει συμπτώματα που το δείχνουν λιγότερο αποτελεσματικό, λιγότερο εκδηλωτικό λιγότερο αυθόρμητο από όσο συνήθιζε, μέχρι πολύ βαριές διαταραχές, όπου το άτομο δε σηκώνεται από το κρεβάτι, δεν επικοινωνεί, δε θέλει να φάει ή να πιει και μπορεί να οδηγηθεί σε προβλήματα υγείας. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι η κάθε περίπτωση παιδιού ή εφήβου με κατάθλιψη είναι διαφορετική, όπως δύο άνθρωποι δεν είναι ποτέ ίδιοι.


Στην παιδική ηλικία και στη εφηβεία η κατάθλιψη συνήθως δεν γίνεται αντιληπτή και συνεπώς δεν γίνονται προσπάθειες για αντιμετώπιση της κατάστασης. Ο έφηβος συχνά θεωρείται κυκλοθυμικός, δύστροπος, προβληματισμένος ή προβληματικός, αλλά σπάνια γίνεται αντιληπτό ότι έχει κατάθλιψη. Ακόμη, οι έφηβοι δεν παραπονιούνται ότι νιώθουν κατάθλιψη, το πιο πιθανό είναι να αναφέρουν ότι νιώθουν αηδία, βαρεμάρα ή μοναξιά. Ή μπορεί να μην παραπονιούνται καθόλου, αλλά εκφράζουν αρνητικά συναισθήματα, όπως εχθρότητα και επιθετικότητα.



Ποια είναι τα αίτια της κατάθλιψης;

Πολλοί έφηβοι με κατάθλιψη μπορεί να έχουν οικογενειακό ιστορικό κατάθλιψης στους γονείς, τις θείες, τους θείους, ή τους παππούδες τους. Ένα παιδί που έχει μεγαλώσει μέσα σε ένα καταθλιπτικό περιβάλλον ή με ένα καταθλιπτικό μέλος της οικογένειας μπορεί να αντιδράσει σ’ αυτή την αντιξοότητα συμπεριφερόμενο όπως έχει δει να φέρονται οι άλλοι γύρω του κι έτσι έχει αυξημένες πιθανότητες να υποφέρει από κατάθλιψη σαν ένα είδος μαθημένης αβοηθησίας. Έρευνες δείχνουν πως οι γενετικοί παράγοντες ενοχοποιούνται για διάφορα είδη κατάθλιψης, αν και οφείλεται περισσότερο σε μια γενετική ευαισθησία. Προστατευτικοί μηχανισμοί για τα παιδιά είναι η ύπαρξη μιας ισορροπημένης σχέσης με την οικογένεια. 


Τα αντίξοα γεγονότα της ζωής που μπορεί να συμβάλλουν στη δημιουργία προδιάθεσης για κατάθλιψη στην εφηβεία είναι οι διάφορες απώλειες, όπως απώλεια ενός γονέα λόγω διαζυγίου, απώλεια της αυτοεκτίμησης από εκφοβισμό, κακοποίηση ή αποτυχία. Επίσης, αντίξοα γεγονότα μπορούν να προέλθουν από οικογενειακά περιβάλλοντα στα οποία υπάρχουν διαρκώς συγκρούσεις ή υπάρχει ένας γονέας που υποφέρει από κάποιο ψυχικό πρόβλημα, όπως αλκοολισμό ή κατάθλιψη. Ακόμη οι νέοι με χρόνια σωματικά προβλήματα, όπως διαβήτη, κυστική ίνωση, ή νεφρική ανεπάρκεια, μπορεί να εμφανίσουν κατάθλιψη. Επιπροσθέτως, νέοι με έντονη ευσυνειδησία και τελειοθηρία έχουν αυξημένες πιθανότητες για εκδήλωση κατάθλιψης.



Ποιοι έφηβοι έχουν αυξημένες πιθανότητες για εμφάνιση κατάθλιψης;

Η κατάθλιψη μπορεί να προσβάλλει τους πάντες, αλλά κάποιοι νέοι κινδυνεύουν περισσότερο από άλλους. Σ’ αυτούς περιλαμβάνονται όσοι είχαν και παλιότερα συναισθηματικά προβλήματα ή προβλήματα συμπεριφοράς, διαταραχή ελλειμματικής προσοχής/ υπερκινητικότητα (ΔΕΠ/Υ), όσοι είχαν υποστεί σωματική, ψυχική ή σεξουαλική κακοποίηση, όσοι είχαν δυσκολίες στις κοινωνικές τους σχέσεις, όσοι έχουν κάποιον στενό συγγενή με κατάθλιψη.


Οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί είναι οι άνθρωποι- κλειδί για να αναγνωρίσουν τα σημάδια κατάθλιψης στους εφήβους. Γνωρίζουν τα παιδιά καλύτερα από τους ειδικούς. 

Οι έφηβοι με κατάθλιψη χαρακτηρίζονται κυρίως από αλλαγές στη διάθεση και στη συμπεριφορά. Μπορεί να εμφανίσουν εκνευρισμό και οργή, πολλά άγχη και ανησυχίες, υπερβολικές έγνοιες για την εξωτερική τους εμφάνιση και τη γνώμη των άλλων, χαμηλές επιδόσεις στο σχολείο, πόνοι στο σώμα που προκαλούν ανησυχία ύπαρξης μιας σοβαρής αρρώστιας, καθώς και τάσεις αυτοκτονίας. Όλα αυτά τα συμπτώματα θα μπορούσαν να αποτελέσουν κύρια χαρακτηριστικά της εφηβείας, αυτό που τα διαφοροποιεί και τα προσδίδει τον χαρακτηρισμό συμπτώματα είναι ο βαθμός, η συχνότητα και η ένταση αυτών. Στους εφήβους με κατάθλιψη όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά εκδηλώνονται σε μεγαλύτερο βαθμό και έχουν επιμονή και διάρκεια.



Τι μπορούμε να κάνουμε για έναν έφηβο με κατάθλιψη;

«Οι γονείς ενός παιδιού που πάσχει από κατάθλιψη νιώθουν συχνά ανήμποροι κι αμφιβάλλουν αν μπορεί να βελτιωθεί η κατάσταση. Το ίδιο συναίσθημα έχουν και τα μέλη της οικογένειας που προσπαθούν να βοηθήσουν το συγγενικό πρόσωπο που πάσχει από κατάθλιψη. Μοιάζει σαν η κατάθλιψη να είναι, κατά κάποιον τρόπο, ‘μεταδοτική’ κι εξαπλώνεται κατακλύζοντας όλους εκείνους που βρίσκονται πιο κοντά στο άτομο που πάσχει. Το πρώτο μεγάλο βήμα είναι ν’ αναγνωριστεί η ύπαρξη του προβλήματος, κι εδώ είναι σημαντικό να εμπιστευτείτε το ‘ένστικτό’ σας σαν γονιός» (σελ. 69).
  

Βιβλιογραφία
Fitzpatrick, C. & Sharry, J. (2006). Η αντιμετώπιση της κατάθλιψης στους εφήβους. Ένας οδηγός για γονείς. Αθήνα: Κριτική. 

Ερωτήσεις για σεξουαλικά θέματα παιδιών




«Ο γονιός θα πρέπει να έχει συχνή επαφή με το σχολείο και τους δασκάλους, από όπου θα αντλεί πληροφορίες σχετικά με τη συμπεριφορά του παιδιού του, γιατί πολλές φορές οι δάσκαλοι μπορεί να μη μας ενημερώνουν όταν πέσει στη δική τους αντίληψη κάτι τέτοιο, από φόβο μήπως το γεγονός αυτό αποκτήσει προεκτάσεις αρνητικές για το ίδιο το σχολείο. Ακόμη μπορεί να φοβούνται το δικό μας θυμό και την αντίδρασή μας απέναντι σ’ ένα τέτοιο γεγονός.


Ως γονείς οφείλουμε να εξηγήσουμε στο παιδί ποια είναι τα όρια και να του δώσουμε να καταλάβει ότι αυτά τα όρια οφείλει να τα σεβαστεί και να τα υπηρετήσει, γιατί διαφορετικά πράγματι θα υπάρξουν συμπεριφορές απέναντί του που θα έχουν χαρακτήρα τιμωρητικό ή απορριπτικό. Και κυρίως να του δώσουμε να καταλάβει ότι εννοούμε αυτά που λέμε και ότι δεν έχει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης των γονεϊκών θέσεων και των θέσεων του σχολείου.» (σελ. 81-82).


«Πολλές φορές το παιδί προσπαθεί να έρθει σ’ επαφή με το σώμα μας, κατ’ αρχάς από περιέργεια, κυρίως επειδή το δικό μας σώμα του προκαλεί μεγαλύτερη εντύπωση και αίσθηση.

Δεν πρέπει να ενισχύουμε τέτοιες συμπεριφορές, αντίθετα καλό είναι να αποφεύγουμε να αγγίζει τα γεννητικά όργανα ή το στήθος μας. Το παιδί πρέπει να μάθει ότι αυτές οι περιοχές είναι προσωπικές και μεγαλώνοντας θα αναπτύξει και το ίδιο στο σώμα του αυτές τις ιδιαίτερες ζώνες, τις οποίες πρέπει να σέβεται και να οριοθετεί» (σελ. 83).


Αποσπάσματα από το βιβλίο του Θάνου Ασκητή, "Γονείς και παιδί. Απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα", Αθήνα: Λιβάνη, 2006, σελ.78-88.


Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2019

Φόβος γονέων για ομοφυλοφιλία παιδιού




«Είναι γεγονός ότι πολλές φορές στην παιδική ηλικία και τα αγόρια και τα κορίτσια εκδηλώνουν συμπεριφορές που εκφράζουν δυσφορία για το φύλο του με άλλα λόγια, ένα αγόρι μπορεί να εκδηλώνει επίμονη και επαναλαμβανόμενη δυσφορία και να νιώθει αρνητικά με την ανατομική εικόνα του φύλου του, δηλαδή με αυτό το χαρακτηριστικό στοιχείο που δείχνει ότι είναι αγόρι, καθώς επίσης και για τον τρόπο με τον οποίο ντύνεται, και να ζητάει επίμονα να ντύνεται με ρούχα του αντίθετου φύλου. Σ’ αυτή την περίπτωση βρισκόμαστε ενώπιον μιας διαταραχής που έχει να κάνει με την ταυτότητα του φύλου και που ξεκινάει από την παιδική ηλικία και μπορεί να οργανωθεί περισσότερο στην εφηβική ηλικία ή στην ενήλικη περίοδο της ζωής του» (σελ. 69-70).


«Το καλύτερο είναι να παραδεχτεί και να αποδεχτεί αυτή τη διαταραχή του παιδιού, με άλλα λόγια να σταθεί δίπλα στο παιδί σαν φίλος και σύμμαχος να καταλάβει το πρόβλημα, και είτε να βοηθήσει ώστε το παιδί του μεγαλώνοντας να ακολουθήσει μια ψυχοθεραπευτική διαδικασία, για να μπορέσει να κατανοήσει βαθύτερα τι του συμβαίνει, είτε να ενισχύσει αυτή την αναγκαία ιατρική, φαρμακευτική ή χειρουργική παρέμβαση της διαφοροποίησης» (σελ. 75).


«Οι γονείς πρέπει να γνωρίζουν την αξία που έχουν ως πρότυπα πάνω στη ζωή του παιδιού τους, καταλαβαίνοντας τις σημαντικές πληροφορίες που ο καθένας από τη δική του σκοπιά δίνει, με θετική ενίσχυση ο ένας προς τον άλλο, βοηθώντας το αγόρι να περάσει ομαλά τα στάδια της ψυχοσεξουαλικής του ανάπτυξης και να ταυτιστεί τελικά με το πρότυπο που καθορίζει το φύλο του» (σελ. 77-780).  


Αποσπάσματα από το βιβλίο του Θάνου Ασκητή, "Γονείς και παιδί. Απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα", Αθήνα: Λιβάνη, 2006, σελ.67-75.

Απορίες για μπάνιο, ύπνο των παιδιών με τους γονείς τους




«Το παιδί, από μια ηλικία και μετά, από τα πέντε ή έξι χρόνια, είναι σωστό να μην κάνει μπάνιο μαζί μας και να αποφεύγουμε κάτι τέτοιο. Καλό είναι να του δείξουμε ότι το μπάνιο είναι ο προσωπικός του χώρος και εκεί πρέπει να πλένεται μόνο του και να φροντίζει την υγιεινή του σώματός του, κάτι που θα του φανεί χρήσιμο όταν θα χρειαστεί να μείνει εκτός σπιτιού» (σελ. 63).


«Το κρεβάτι μας δε χωράει τους τρεις μας, ή τους τέσσερις, ή τους πέντε. Χωράει μόνο τους δυο μας. Το κρεβάτι μας είναι για να κοιμάται ο μπαμπάς και η μαμά, και το παιδί μπορεί να έρχεται στο κρεβάτι μας και να παίζουμε όλοι μαζί ή να βλέπουμε τηλεόραση ή να ακούμε μουσική, όταν φτάνει όμως η ώρα που πρέπει να κοιμηθούμε, εκείνο πρέπει να πηγαίνει στο δικό του κρεβάτι. Πολλές φορές το παιδί αυτό δεν το καταλαβαίνει και επιμένει να θέλει να κοιμηθεί στο κρεβάτι μας, αναγκάζοντας τον γονιό να υποχωρήσει, ενώ στο ίδιο δημιουργείται η εντύπωση ότι έτσι κέρδισε την παρουσία του στον χώρο μας. Κάτι τέτοιο όμως θα προκαλέσει νοσηρή εξάρτηση στο παιδί μας και θα περιορίσει τη δική του ψυχολογική ανάγκη να αυτονομηθεί στο δωμάτιό του, να μάθει να κοιμάται στο κρεβάτι του και σιγά σιγά να αντιληφθεί την αξία του ιδιωτικού του χώρου, που είναι το δωμάτιό του» (σελ. 64).
  


Αποσπάσματα από το βιβλίο του Θάνου Ασκητή, "Γονείς και παιδί. Απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα", Αθήνα: Λιβάνη, 2006, σελ.61-67.