Παρασκευή 9 Απριλίου 2021

Διαβάζοντας: «Ο Γαργαντούας»

Ίσως να έχετε ακούσει το επίθετο «γαργαντούας», το οποίο κάποιοι το χρησιμοποιούν για να περιγράψουν εκείνον που ζει στην ευμάρεια ή που απλώς τρώει πολύ. Το επίθετο «γαργαντούας» έχει επιβιώσει ως τις μέρες μας από την εποχή του Φρανσουά Ραμπελαί (1484-1553) από το ομώνυμο μυθιστόρημά του, αν κι εκείνη την περίοδο ο όρος «πανταγκρυελισμός» ήταν σε ευρύτατη χρήση. Ο Γαργαντούας και ο υιός του, ο Πανταγκρυέλ, είναι μυθιστορήματα που πραγματεύονται την ιστορία μιας γενεάς γιγάντων, συνεχίζοντας έτσι την μεσαιωνική λογοτεχνική παράδοση που τους θέλει υπερτροφικούς, γλεντζέδες ουμανιστικής αγαθότητας (Βάρσος, 1999). Οι γίγαντες του Ραμπελαί δεν ήταν δική του επινόηση, αλλά τους δανείστηκε από τα Γαργαντούεια χρονικά (Chroniques Gargantuines), δηλαδή από ένα περιπετειώδες ιπποτικό μυθιστόρημα, μέσα από το πλήθος που κυκλοφορούσαν στα τέλη του Μεσαίωνα (Benoit Dusausoy & Fontaine, 1999). 

 


Οι γίγαντες αυτοί είναι άνθρωποι υπερβολικών διαστάσεων, με πολύ ιδιαίτερη και συνάμα εκλεκτική σχέση με το φαγητό και το ποτό. Παρά το γεγονός ότι είναι γίγαντες και συνήθως τους γίγαντες τους έχουμε συσχετίσει με το φόβο, το δέος λόγω του μεγέθους τους και ίσως και με την κακότητά τους όπως λόγου χάρη τον Κύκλωπα Πολύφημο, οι εν λόγω γίγαντες είναι καλοί και αγαθοί, φιλοπερίεργοι, εραστές της καλής ζωής και της περιπέτειας, αλλά επίσης πρόθυμοι να βοηθούν όπου παραστεί ανάγκη. Το μυθιστόρημα του Ραμπελαί είναι πολυσυζητημένο καθώς αποτελεί παρωδία, δηλαδή αποσκοπεί σε ένα κωμικό αποτέλεσμα, όπου η λογοτεχνία ειρωνεύεται τον ίδιο της τον εαυτό. Με όχημα το γέλιο και με γλώσσα κάποιες φορές σατιρική, κάποιες φορές χυδαία, ο Ραμπελαί επιχειρεί να μετατρέψει τους γίγαντές του σε «σύμβολα της μεγάλης, της γιγαντιαίας αξίας που ο ουμανισμός αποδίδει στον άνθρωπο και σε όλες τις διαστάσεις, υλικές και πνευματικές της επίγειας ζωής του, σύμβολα καθόλου απαλλαγμένα και από μια ειρωνική πλευρά, που υπονοεί μια επιφύλαξη απέναντι στον γιγαντισμό του ουμανιστικού ανθρώπινου προτύπου» (Βάρσος, 1999). 


Η σατιρική και αθυρόστομη γλώσσα του Ραμπελαί, αλλά και το περιεχόμενο όσων έγραψε, προφανώς ενόχλησε την Καθολική Εκκλησία η οποία εκείνη την εποχή βρισκόταν σε διαρκή ένταση με την ουμανιστική λογιοσύνη κι έτσι το έργο του καταδικάστηκε από τις αρχές, κυρίως για την αντι – εκκλησιαστική στάση του. Παρά το γεγονός αυτό, η τύχη του συγγραφικού του έργου τυγχάνει μεγάλης αναγνώρισης και μάλιστα σημειώνει τέτοια επιτυχία που είχε ως αποτέλεσμα να εκδοθούν δυο ακόμη συνέχειες και ο Ραμπελαί να παγιώσει τη θέση του στον θεσμό της πεζογραφικής λογοτεχνίας από την εποχή του ως και σήμερα (Βάρσος, 1999).

Πέραν όλων αυτών, θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι ο Ραμπελαί εκτός από καλόγερος στο Τάγμα των Βενεδικτίνων κι έπειτα κοσμικός ιερέας, σπούδασε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Μονπελιέ (Ραμπελαί, 2004) και ως ουμανιστής αλληλογραφούσε με τον Guillaume Budé και τον Έρασμο, των οποίων είχε μελετήσει τα έργα (Benoit Dusausoy & Fontaine, 1999) και προφανώς το έπος των γιγάντων του δεν το έγραψε αναζητώντας την διασκέδαση, αλλά μέσα από το κωμικό στοιχείο προβάλλει το αίτημα «μιας νέας εικόνας ζωής και των διαστάσεών της (Βάρσος, 1999). 


 

Ο Γαργαντούας που αποτελεί ελεύθερη μετάφραση του Χάρη Σακελλαρίου και που απαλλαγμένο από την αθυρόστομη γλώσσα και σε μορφή παραμυθιού, απευθύνεται σε μικρούς και μεγάλους και θα λέγαμε ότι αποτελεί μια καλή ευκαιρία για μια πρώτη επαφή με το έργο του Ραμπελαί, ταξιδεύοντας τον αναγνώστη σε μια μακρινή εποχή, αυτή του τέλους του Μεσαίωνα, που όμως παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με την σημερινή καθιστώντας το έργο του διαχρονικό και επίκαιρο. Στα πλεονεκτήματα του βιβλίου θα πρέπει οπωσδήποτε να προσμετρηθεί η καταπληκτική εικονογράφηση του Βασίλη Γρίβα.  

 


 

Βιβλιογραφία

Βάρσος, Γ. (1999). Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας (Τόμ. Α’). Πάτρα: ΕΑΠ.

Benoit Dusausoy, A. & Fontaine, G. (1999). Ευρωπαϊκά Γράμματα. Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας (Τόμ. Α’). Αθήνα: Σόκολη.  

Ραμπελαί, Φ. (2004). Ο Γαργαντούας. (Διασκευή: Χ. Σακελλαρίου). Αθήνα: Μικρή Μίλητος.

 



Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.

Ανικανότητα του άνδρα και ψυχρότητα της γυναίκας

Η νευρική σεξουαλικότητα

 


«Η σεξουαλική ζωή του νευρικού ανθρώπου καθορίζεται από τις διαταραγμένες ανθρώπινες σχέσεις του. Όπως έχουμε επαναλάβει αρκετές φορές, για τον νευρικό άνθρωπο είναι εξαιρετικά δύσκολο να προσαρμοστεί στην κοινωνική ζωή. Από την ανήσυχη κατάσταση του αισθηματικού του κόσμου είναι εσωτερικά απομονωμένος. Έχει δυσκολία να αισθανθεί ένα με τους άλλους. Φόβοι, αβεβαιότητες, αισθήματα ενοχής και φιλοδοξία τον εμποδίζουν να πλησιάσει αισθηματικά το περιβάλλον του. Μένει κλεισμένος στον εαυτό του» (σελ. 130).


 

«Ο ανίκανος για επαφή άνθρωπος οδηγείται από το γεγονός της σεξουαλικής ορμής και της ανάγκης για αγάπη σε δύσκολη θέση. Από το ένα μέρος ψυχικές και φυσικές ανάγκες τον σπρώχνουν προς το Εσύ, από το οποίο περιμένει ευτυχία και ικανοποίηση, από το άλλο μέρος στην προσωπικότητά του υπάρχουν συσσωρευμένα αισθήματα, που τον χωρίζουν από το Εσύ. Δεν είναι θαύμα ότι οι περισσότεροι νευρικοί ψάχνουν για μια συμβιβαστική λύση, που να ενώνει τις διαφορετικές τάσεις της ψυχικής τους κατάστασης» (σελ. 131-132).

«Ο φόβος και η αδυναμία για επαφή αναγκάζουν τον νευρικό άνθρωπο να περιορίζει την αισθηματική του ζωή και να κλείνεται στον εαυτό του. Τα αιώνια γεροντοπαλίκαρα ή γεροντοκόρες ισχυρίζονται βέβαια, πως δεν βρίσκουν ‘’τον κατάλληλο’’, μια προσεχτικότερη μελέτη της βιογραφίας τους όμως δείχνει ότι οι ‘’ευκαιρίες’’ δεν έλειψαν ποτέ, αλλά ο νευρικός δεν ήξερε να τις εκμεταλλευτεί. Επίσης για αυτό μένει στον απομονωμένο ο αυνανισμό σαν μοναδικός τρόπος σεξουαλικής ικανοποίησης. Έχει το προτέρημα ότι δεν απαιτεί τη δημιουργία σχέσεων με ένα Εσύ. Σήμερα έχουμε βέβαια ξεπεράσει όλες τις θεωρίες για τη βλαβερότητα του αυνανισμού, από την ψυχολογική άποψη πρέπει να τον θεωρούμε όμως σαν μια πράξη βραχυκυκλώματος, που αφήνει τα αισθήματα  να μαραίνονται. Πολλοί νευρικοί συνεχίζουν τον αυνανισμό και στη συζυγική τους ζωή. Αιτία για αυτό είναι η έμμονη ιδέα τους στην αυτοϊκανοποίηση, που προέρχεται από αισθήματα ενοχής και εκφοβισμούς από τη σεξουαλική διαφώτιση στην εφηβική ηλικία, η οποία έχει φουσκώσει το ακίνδυνο πάθος σε ένα σκιάχτρο, που με το δραματοποιημένο μέγεθος του ελκύει και γοητεύει. Στον αυνανισμό που έχει γίνει συνήθεια παίζουν ρόλο κι άλλα προβλήματα, όπως φόβος, αισθήματα κατωτερότητας και νευρική υπερευαισθησία» (σελ. 132).

 


Ράττνερ, Γιόζεφ. (1969). Ο νευρικός άνθρωπος. Αθήνα: Μπουκουμάνης. 

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc. 

Κυριακή 4 Απριλίου 2021

Συναισθηματική εξέλιξη μητέρας- εμβρύου/ βρέφους

 κατά την ενδομήτρια περίοδο έως τους έξι πρώτους μήνες

 


Σύμφωνα με τους ηθολόγους, ο πρώιμος δεσμός θα μπορούσε να δημιουργηθεί πριν από τη γέννηση. Οι έντονες συγκινήσεις που νιώθει η μητέρα προκαλούν την έκκριση ιδιαίτερων ορμονών που μπορούν να μεταδοθούν διαμέσω του πλακούντα στο έμβρυο. Ο φόβος ή το άγχος της μητέρας γίνονται αισθητά στο έμβρυο με χημικά μηνύματα και αυτό είχε αποδειχθεί ύστερα από πειράματα όπου το έμβρυο αντιδρούσε με δυνατές κλωτσιές όταν προκαλούσαν μια ξαφνική αγωνία στη μητέρα. Οι μητέρες που είναι πολύ ευτυχισμένες επειδή θα γεννήσουν, γεννούν παιδιά με καλή σωματική και ψυχική υγεία. Άσχημες καταστάσεις, όπως μεγάλες συζυγικές αγωνίες, απώλεια ενός μέλους της οικογένειας και κυρίως η απώλεια του πατέρα στη διάρκεια της εγκυμοσύνης προκαλούν στρες στα νεογέννητα. Ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες μπορούν να οδηγήσουν σε πρόωρη γέννα, στην εκδήλωση προβλημάτων υγείας στα παιδιά, ενώ η αδιαφορία για το μωρό που θα γεννηθεί μπορεί να προκαλέσει συναισθηματικές διαταραχές στο παιδί (Simonnet, 2008). 


 

Η ακοή είναι η αίσθηση που δέχεται τα περισσότερα ερεθίσματα μέσα στη μήτρα. Παρόλο που τα αυτιά του εμβρύου είναι καλυμμένα με βλεννογόνο και το ακουστικό του περιβάλλον ιδιαίτερα επηρεασμένο από μέσα, είναι αναμφισβήτητο ότι από τους έξι κιόλας μήνες ακούει. Τα πρόωρα βρέφη των έξι μηνών δείχνουν πράγματι να ανταποκρίνονται στα ηχητικά ερεθίσματα. Μάλιστα σε ορισμένα μαιευτήρια εκπαιδεύουν τις μητέρες να τραγουδούν ένα συνηθισμένο νανούρισμα στα έμβρυά τους. Τα βρέφη ακόμη κι ένα χρόνο μετά τη γέννησή τους, έδειξαν ότι θυμόντουσαν πολύ καλά το νανούρισμα και αν έκλαιγαν σταματούσαν αμέσως το κλάμα, οπότε αποδείχθηκε ότι τα βρέφη διαθέτουν ηχητική μνήμη. Συνήθως, το μωρό καταλαβαίνει ποιος μιλάει κι αυτό υποδεικνύει ότι μπορεί να έχει επαφή με τις αισθήσεις του και ίσως με τα συναισθήματά του. Ύστερα από πειράματα, μωρά δύο εβδομάδων που έβλεπαν ένα άγνωστο πρόσωπο να μιλάει με τη φωνή της μητέρας τους έδειχναν να είναι πραγματικά έντρομα, αλλά τρόμαζαν το ίδιο αν η μητέρα τους μιλούσε με ξένη φωνή (Simonnet, 2008).

Εκτός όμως από τα μωρά θα πρέπει να αναφέρουμε ότι οι μισές από τις μητέρες αναγνωρίζουν από την πρώτη μέρα το παιδί τους από τη φωνή. Ακόμη, οι μεγάλες κατηγορίες κλαμάτων ήταν ήδη γνωστές στους γονείς, όπως π.χ. το κλάμα της πείνας. Από την άλλη, όταν ένα μωρό φωνάζει ή κλαίει πολλές φορές δεν το κάνει για να το πάρουμε αγκαλιά και να το παρηγορήσουμε, αλλά το κάνει διότι έχει ανάγκη να επικοινωνήσει. Θα πρέπει να έχουμε υπόψη, λοιπόν, ότι το νεογέννητο όχι μόνο έχει ανάγκη την επικοινωνία με τους γύρω του, αλλά την επιδιώκει κιόλας. 


 

Κατά τη γέννηση το δέρμα του βρέφους αποτελεί ένα αισθητήριο όργανο, ένα μέσο επικοινωνίας ανάμεσα σε αυτό και στη μητέρα του. Το μωρό αναγνωρίζει τη μητέρα του και μάλιστα όσο θερμότερες είναι οι επαφές που έχει μαζί της, τόσο γρηγορότερα επιτυγχάνεται και διευκολύνεται η αναγνώριση. Η πρώτη επαφή είναι σωματική και αισθησιακή, η αφή είναι για τα νεογέννητα ένας προνομιούχος τρόπος επικοινωνίας και μερικές φορές περιγράφεται ως η πρώτη γλώσσα (Simonnet, 2008).

Πέραν όλων αυτών, είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε ότι για μερικούς ηθολόγους η επαφή με τα μάτια είναι καθοριστική για το δεσμό με την μητέρα. Το μωρό είναι αρκετά ικανό για να προσελκύσει κοινωνικές και διανοητικές επαφές με τους γονείς του και έλκεται από το βλέμμα της μητέρας του. Τότε εκείνη εφαρμόζει τέτοιες στρατηγικές με τα μάτια και τοποθετώντας το παιδί στο ύψος των ώμων της προσπαθεί να το κάνει να έρθει σε επαφή μαζί της. Έτσι, όσο πιο σταθερό είναι το βλέμμα της μητέρας τόσο εντονότερη είναι η «συνομιλία» θα έλεγε κανείς. Έχει διαπιστωθεί ότι νεογέννητα δέκα εβδομάδων δείχνουν την ανησυχία τους όταν η μητέρα τους τα κοιτάζει με απαθές πρόσωπο ή όταν τους μιλάει γυρισμένη στο πλάι, διότι αμέσως ταράζονται και κουλουριάζονται. Επίσης, οι μητέρες μωρών που γεννήθηκαν τυφλά νιώθουν μια επώδυνη έλλειψη επαφής (Simonnet, 2008).


 

Τα παραπάνω επιβεβαιώνουν τόσο ο Daniel Stern (1985), όσο και ο Kenneth Wright (1991), οι οποίοι θεωρούν το αμοιβαίο βλέμμα μεταξύ μητέρας και βρέφους ως κύριο παράγοντα ανάπτυξης ενός εσωτερικού κόσμου, στον οποίο ο δεσμός μπορεί να αντιπροσωπεύεται και να ρυθμίζεται (Holmes, 2009). Το νεογέννητο πολύ σύντομα αντιλαμβάνεται ότι όταν χαμογελάει με ορθάνοιχτα τα μάτια του, τότε η μητέρα του θα το κοιτάξει οπωσδήποτε και θα αρχίσει να του μιλάει. Καταλαβαίνοντας ότι η συμπεριφορά του προκαλεί τέτοια επικοινωνία, το μωρό αρχίζει να χρησιμοποιεί το χαμόγελό του υφαίνοντας μια πρώτη συνομιλία με την μητέρα του ενισχύοντας έτσι τον πρώιμο δεσμό. Όσο περισσότερο χαμογελά η μητέρα στο βρέφος, τόσο περισσότερο εκείνο ανταποκρίνεται κοκ. Καθώς συνεχίζεται η ανάπτυξη, η μητρική ικανότητα ανταπόκρισης αποτελεί βασικό καθοριστικό παράγοντα της ποιότητας του δεσμού (Holmes, 2009. Simonnet, 2008).

 


 

Πηγές:

Holmes, J. (2009). Ο John Bowlby και η θεωρία του δεσμού. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Simonnet, D. (2008). Αχ, αυτά τα μωρά! Πόσα ξέρουν… Πρόσφατες ανακαλύψεις της επιστήμης για τον πλούσιο συναισθηματικό και νοητικό κόσμο του εμβρύου, του νεογέννητου και του μωρού. Αθήνα: Θυμάρι.

 

 Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.

Δευτέρα 22 Μαρτίου 2021

Ο Παγουλίνος, ένα παραμύθι για την διαφορετικότητα

Κάποιες φορές ένα διαφορετικό μας χαρακτηριστικό γίνεται αντικείμενο συζήτησης από τους άλλους και ίσως όχι σπάνια γίνεται αντικείμενο για να μας υποτιμήσουν, να μας διακωμωδήσουν ή και να μας γελοιοποιήσουν. Η ιδιομορφία μας ή η ιδιαιτερότητά μας, είτε αυτή είναι έμφυτη είτε επίκτητη, είτε είναι στο σώμα μας είτε στη συμπεριφορά μας αποτελεί αφορμή για να γίνουμε δακτυλοδεικτούμενοι, για να μας επικρίνουν, να μας απορρίψουν, να μας περιθωριοποιήσουν, να μας μετατρέψουν στον αποδιοπομπαίο τράγο όπου θα ρίξουν το ανάθεμα. Οι ομάδες πάντα κατασκευάζουν αποδιοπομπαίους τράγους, άτομα δηλαδή που συνήθως είναι αδύναμα και όχι και τόσο ικανά να αμυνθούν, να εκφράσουν το δίκιο τους. Η ανάγκη για την άνιση αυτή κοινωνική μεταχείριση ψάχνει για επισημάνσεις των διαφορών ώστε να δημιουργήσει από το τίποτα διαχωριστικές γραμμές του τύπου: «Εμείς και οι Άλλοι», διαστρεβλώνοντας και παραποιώντας την πραγματικότητα, καταλήγοντας σε αυθαίρετες γενικεύσεις.
 


Έτσι, γεννιέται ο ρατσισμός και οι αξιολογικές διακρίσεις στο δίπολο «ανώτερος- κατώτερος». Με αυτόν τον τρόπο, τα άτομα, αλλά και ολόκληρες ομάδες ατόμων εγκλωβίζονται στην παγίδα ανελαστικών και ξεπερασμένων αντιλήψεων ή κανόνων καλλιεργώντας το αναίτιο μίσος για τους άλλους, για τους διαφορετικούς από εμάς, προσβάλλοντας την προσωπικότητα και την αξιοπρέπεια, αυξάνοντας την επιθετικότητα, την εχθρότητα, την εγκληματικότητα και τον κοινωνικό ανταγωνισμό. 


 

Όλα τα παραπάνω θα ήταν αδύνατο να τα αντιληφθούν τα παιδιά που θα διαβάσουν τον «Παγουλίνο». Όμως, πάντα τα παραμύθια γίνονται αφορμή για να συζητηθούν πολλά περισσότερα πράγματα και σκέψεις από όσα είναι γραμμένα στις σελίδες ενός βιβλίου. Το εν λόγω βιβλίο αντιμετωπίζει με μια ιδιαίτερη ευαισθησία το ζήτημα της διαφορετικότητας και περνά μηνύματα σχετικά με το πώς το πλάσμα που είναι διαφορετικό αντιμετωπίζεται από τους άλλους, πώς η στάση των άλλων επηρεάζει τη συμπεριφορά και τις αποφάσεις του, πως εκτιμάμε κάποιον όταν τον χάσουμε, πως η αγάπη, το ενδιαφέρον, η τόλμη για αλλαγή, ο σεβασμός και η αναγνώριση μπορούν να γίνουν γροθιά απέναντι στην περιθωριοποίηση και τον ρατσισμό.

Ανεξαρτήτως ικανοτήτων και ιδιαιτεροτήτων, όλοι είμαστε ίσοι και χρήσιμοι στον ανάλογο τομέα. Βιβλία, όπως ο «Παγουλίνος» γράφτηκαν για να διατρανώσουν το μήνυμα, ότι διαφορετικός δε σημαίνει μειονεκτικός ή ανίκανος κι επίσης ότι όλοι μας έχουμε ευθύνη να εγκαταλείψουμε αναχρονιστικές απόψεις για τους διαφορετικούς και ως κοινωνία να αγκαλιάζουμε και να μεριμνούμε για τα διαφορετικά μέλη της.

 


Πηγή:

Ο Παγουλίνος των Monica Miceli & Giulia Aldovini. Εκδόσεις: Αστέρης Δεληθανάσης.

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.

Σάββατο 20 Μαρτίου 2021

Είδη χαρακτήρα κατά Άντλερ

 Ανωριμότητα

«Πολύ συχνά συναντάμε επίσης ανθρώπους που μοιάζουν να παρέμειναν καθηλωμένοι σε ένα σημείο της ανάπτυξής τους και να μην κατάφεραν να ξεπεράσουν το στάδιο του ‘μαθητή’. Στο σπίτι, στη ζωή, στην παρέα και στη δουλειά τους φέρονται συνεχώς σαν σχολιαρόπαιδα, ακούγοντας και περιμένοντας πάντα με ανυπομονησία πότε θα έχουν την ευκαιρία να πουν κάτι. Προσπαθούν διαρκώς να απαντούν πρώτοι στις ερωτήσεις που γίνονται σε κάποια παρέα, σαν να ήθελαν να δείξουν ότι ξέρουν και οι ίδιοι κάτι και περιμένουν καλό βαθμό. Είναι στη φύση αυτών των ανθρώπων να αισθάνονται ασφάλεια μόνο σε συγκεκριμένες μορφές της ζωής τους και να νιώθουν άσχημα τη στιγμή που βρεθούν σε μια κατάσταση όπου δεν μπορούν πλέον να χρησιμοποιήσουν το σχολικό τους πρότυπο. Και αυτός ο τύπος εμφανίζεται σε διάφορα επίπεδα. Στις λιγότερο συμπαθείς περιπτώσεις, το άτομο εμφανίζεται μουντό, ανιαρό και απόμακρο ή μπορεί να θέλει να το παίξει σοφός που είτε τα ξέρει όλα είτε θέλει να ταξινομήσει τα πάντα σύμφωνα με κανόνες και τύπους» (σελ. 122-123).

 


 Αλαζονεία

«Οι άνθρωποι που πρέπει να έχουν πάντοτε τον πρώτο ρόλο, που η ζωή τους όλη είναι το αιώνιο ερώτημα: ‘Πώς μπορώ να υπερέχω έναντι όλων των άλλων;’ Αυτός ο ρόλος συνοδεύεται από απογοητεύσεις κάθε είδους. Μέχρι έναν ορισμένο βαθμό, όταν δεν κρύβει μέσα του πολλή επιθετικότητα και εχθρική δράση, μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμος. Συνήθως αυτούς τους ανθρώπους τους βρίσκουμε εκεί όπου χρειάζεται ένας επικεφαλής, σε θέσεις στις οποίες χρειάζεται κάποιος που να δίνει διαταγές και να οργανώνει. Σε αυτές τις θέσεις ανεβαίνουν σχεδόν από μόνοι τους. Σε ταραγμένες εποχές, όπου ο λαός ξεσηκώνεται, οι άνθρωποι με τέτοια φύση αναδύονται στην επιφάνεια. Κάτι τέτοιο είναι στην πραγματικότητα αυτονόητο, διότι είναι ακριβώς αυτοί που έχουν τις κατάλληλες χειρονομίες, την κατάλληλη στάση και τη λαχτάρα, συνήθως μάλιστα και την απαιτούμενη προετοιμασία και σκέψη. Είναι εκείνοι οι άνθρωποι που έχουν συνηθίσει να διατάζουν ήδη από το σπίτι τους» (σελ. 129-130).

 


Κυκλοθυμία

«Ανήκουν όλοι τους στην κατηγορία των εξαιρετικά φιλόδοξων και, ως εκ τούτου, υπερευαίσθητων χαρακτήρων και αναζητούν διάφορες διεξόδους από τη δυσαρέσκειά τους με τη ζωή. Η υπερευαισθησία τους είναι σαν τεντωμένη κεραία με την οποία ελέγχουν κάθε νέα κατάσταση πριν πάρουν θέση.

Υπάρχουν όμως και άνθρωποι που η διάθεσή τους είναι μονίμως χαρούμενη, που προσπαθούν να δίνουν έμφαση στη φωτεινή πλευρά της ζωής και θεωρούν τη χαρά και την ευθυμία απαραίτητες βάσεις στη ζωή τους. Και σε αυτούς βρίσκουμε όλα τα δυνατά επίπεδα. Ανάμεσά τους υπάρχουν και εκείνοι που έχουν μονίμως τη συμπεριφορά ενός χαρούμενου παιδιού, και αυτή τους η παιδικότητα έχει κάτι το συγκινητικό. Δεν αποφεύγουν τα καθήκοντά τους, αλλά τα εκτελούν με έναν παιγνιώδη, δημιουργικό τρόπο. Ίσως δεν υπάρχει άλλος τύπος που να είναι πιο συμπαθητικός και όμορφος από αυτούς τους ανθρώπους.

Υπάρχουν όμως και εκείνοι που καταλήγουν με την ευθυμία τους σε υπερβολές, που παίρνουν ανάλαφρα ακόμη και καταστάσεις που είναι σχετικά σοβαρές. Δίνουν την αίσθηση ενός παιδαριώδους χαρακτήρα που δεν μπορεί να συλλάβει τη σοβαρότητα της ζωής και κάνουν έτσι άσχημη εντύπωση. Έχουμε πάντοτε ένα αίσθημα ανασφάλειας όταν τους βλέπουμε να εργάζονται, την εντύπωση ότι δεν είναι αξιόπιστοι επειδή επιθυμούν να ξεπερνούν τις δυσκολίες τους υπερβολικά εύκολα. Ως αποτέλεσμα, συνήθως τους κρατάμε μακριά από δύσκολες δουλειές, τις οποίες άλλωστε τις περισσότερες φορές τις αποφεύγουν και από μόνοι τους. Δύσκολα θα τους συναντήσουμε όταν πρέπει να έρθει εις πέρας ένα πραγματικά δύσκολο καθήκον» (σελ. 130-132).


 

Πρόκειται για ένα βιβλίο στο οποίο ο Άντλερ, από την οπτική της ατομικής ψυχολογίας περιλαμβάνει τα γνωρίσματα επιθετικής και μη επιθετικής φύσης καθώς και άλλες μορφές έκφρασης του χαρακτήρα. Μερικές από τις μορφές έκφρασης του χαρακτήρα παρουσιάζονται παραπάνω. Επιπλέον, στο βιβλίο ο Άντλερ περιγράφει τα συναισθήματα, κάνοντας έναν διαχωρισμό αυτών ως εξής: συναισθήματα που χωρίζουν (οργή, θλίψη, κατάχρηση, απέχθεια, άγχος ή τρόμος) και συναισθήματα που ενώνουν (χαρά, συμπόνια, ντροπή).  

Μεταξύ άλλων στο συναίσθημα της συμπόνιας, ο Άντλερ αναφέρει το εξής: «Άλλοι πάλι φαίνονται να αισθάνονται πραγματική ηδονή εντοπίζοντας τη δυστυχία των άλλων. Αυτοί οι επαγγελματίες παρηγορητές θέλουν με τις πράξεις τους να νιώσουν κατά κύριο λόγο το απελευθερωτικό αίσθημα της υπεροχής έναντι των φτωχών και των δυστυχισμένων που υποτίθεται ότι βοηθούν».     

 


 

Απόσπασμα από το βιβλίο του Άλφρεντ Άντλερ. Η θεωρία του χαρακτήρα. Αθήνα: Νίκας.