Πέμπτη 9 Αυγούστου 2018

Γιατί κάποιες γυναίκες γίνονται το θύμα σε μια σχέση;




Χορεύουμε; Γυναίκες που αγαπούν πολύ…


«Πώς αποφάσισες να τον παντρευτείς;»
«Τι μπορείς να απαντήσεις σε μια τέτοια ερώτηση;
Πώς χαμήλωσε το κεφάλι σαν από ντροπή
Και τα μάτια σήκωσε δειλά σαν παιδί….
Πώς τον δρόμο του βρήκε για την καρδιά σου
Και γλυκά, τρυφερά, παιχνιδιάρικα είπε,
«αγάπη μου, είσαι τόσο δυνατή!»
Κι εγώ το πίστεψα.
Η ανόητη, το πίστεψα.
Marilyn French, The Bleeding Heart

Πώς γίνεται οι γυναίκες που αγαπούν πολύ να βρίσκουν ακριβώς τους άντρες εκείνους με τους οποίους θα μπορέσουν να διατηρήσουν τα λανθασμένα πρότυπα σχέσεων που δημιούργησαν στην παιδική τους ηλικία; Πώς, για παράδειγμα, μια γυναίκα της οποίας ο πατέρας ήταν συναισθηματικά απών βρίσκει έναν άντρα του οποίου την προσοχή και το ενδιαφέρον δεν καταφέρνει να κερδίσει ποτέ, παρά τις προσπάθειές της; Πώς μια γυναίκα που μεγάλωσε σε ένα βίαιο και σκληρό περιβάλλον σχετίζεται με έναν άντρα ο οποίος της φέρεται βίαια και τη χτυπά; Πώς μια γυναίκα που μεγάλωσε σε οικογένεια αλκοολικών βρίσκει έναν άντρα που είναι –ή γίνεται- αλκοολικός; Πώς μια γυναίκα της οποίας η μητέρα εξαρτιόταν από κείνη συναισθηματικά βρίσκει έναν άντρα ο οποίος χρειάζεται τη φροντίδα της;

Ανάμεσα σε όλους τους πιθανούς συντρόφους που συναντούν, ποιες σκοτεινές δυνάμεις, ποιες αιτίες οδηγούν αυτές τις γυναίκες κατευθείαν πάνω στους άντρες με τους οποίους μπορούν να εκτελέσουν τα βήματα του χορού που τόσο καλά έμαθαν στην παιδική τους ηλικία; Και πως αντιδρούν (ή δεν αντιδρούν) όταν συναντούν ένα φυσιολογικό άντρα, λιγότερο εξαρτημένο, ανώριμο ή βίαιο από ότι είχαν συνηθίσει, του οποίου όμως ο χορός δεν εναρμονίζεται πλήρως με τον δικό τους; (σελ 151-152).

Ο άνθρωπος που επιλέγουμε δε σημαίνει πως είναι ακριβώς η μαμά ή ο μπαμπάς, αλλά ότι μ’ αυτόν τον άνθρωπο θα μπορέσουμε να αισθανθούμε ξανά τα ίδια συναισθήματα και να αντιμετωπίσουμε τις ίδιες προκλήσεις, θα μπορέσουμε να ξαναδημιουργήσουμε το κλίμα μέσα στο οποίο μεγαλώσαμε  και γνωρίζουμε τόσο καλά και να χρησιμοποιήσουμε τις συμπεριφορές που μας είναι τόσο οικείες. Αισθανόμαστε άνετα, ‘καλά’, μόνο με κάποιον που κοντά του μπορούμε να επαναλάβουμε όλες τις γνωστές κινήσεις, να νιώσουμε όλα τα γνωστά συναισθήματα. Ακόμα κι αν οι κινήσεις ποτέ δεν έφεραν το επιθυμητό αποτέλεσμα και τα συναισθήματα ήταν δυσάρεστα, είναι ό,τι ξέρουμε να κάνουμε καλύτερα. Έχουμε εκείνο το ιδιαίτερο συναίσθημα της οικειότητας κοντά στον άντρα που μας επιτρέπει να χορέψουμε μαζί του τα βήματα που ήδη γνωρίζουμε. Και αποφασίζουμε για χάρη του να κάνουμε τα πάντα για να πετύχει η σχέση (σελ. 152-153). 

Συμπερασματικά, μέσα από την παρούσα αφήγηση ας κρατήσουμε τα εξής:
1. Ο άλλος δεν αλλάζει... Ακόμη κι αν τον λυπάσαι, κι αν θεωρείς ότι θα τον βοηθήσεις, όσο κι αν το θες, ο άλλος δεν αλλάζει και ποτέ δεν πρόκειται να εκτιμήσει τις προσπάθειές σου.
2. Ο άλλος δεν θα εκτιμήσει την αγάπη και την καλοσύνη σου.
3. Αυτός που θα βγει λαβωμένος και θα πληγωθεί μέσα από αυτή τη σχέση θα είσαι εσύ και όχι αυτός... Ο άλλος ίσως σε κάποιες περιπτώσεις θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την καλοσύνη σου για να σε βλάψει...                                                                                                                                                

Απόσπασμα από το βιβλίο:
Robin Norwood. Γυναίκες που αγαπούν πολύ. Εκδόσεις Φυτράκη, σελ. 151-187.


 



Γυναίκες που αγαπούν πολύ...


«Όταν η αγάπη μας προκαλεί πόνο σημαίνει ότι αγαπάμε υπερβολικά. Όταν οι περισσότερες συζητήσεις με τις στενές μας φίλες αφορούν εκείνον –τα προβλήματα, τις σκέψεις, τα συναισθήματά του- και όταν σχεδόν όλες μας οι φράσεις ξεκινούν με τη λέξη «εκείνος…», τότε αγαπάμε υπερβολικά.

Όταν δικαιολογούμε απόλυτα την κακή του διάθεση, τις ιδιοτροπίες, τον θυμό, την έλλειψη ρομαντισμού ή την αδιαφορία του, θεωρώντας ότι οφείλονται στα δυστυχισμένα παιδικά του χρόνια, και προσπαθούμε να παίξουμε τον ρόλο του ψυχοθεραπευτή για χάρη του, τότε αγαπάμε υπερβολικά.

Όταν διαβάζουμε κάποιο βιβλίο ψυχολογίας και υπογραμμίζουμε τα αποσπάσματα που νομίζουμε ότι θα μπορούσαν να τον βοηθήσουν, τότε αγαπάμε υπερβολικά.
Όταν, ενώ δεν εγκρίνουμε πολλά από τα βασικά στοιχεία του χαρακτήρα του, τις αξίες ή τη συμπεριφορά του, συμβιβαζόμαστε πιστεύοντας ότι, αν είμαστε αρκετά ελκυστικές και τρυφερές, θα καταφέρουμε να τον κάνουμε ν’ αλλάξει, τότε αγαπάμε υπερβολικά.


Όταν η σχέση μας μαζί του θέτει σε κίνδυνο την ψυχική μας ισορροπία ή, ακόμα χειρότερα, τη σωματική μας ακεραιότητα και ασφάλεια, τότε σίγουρα αγαπάμε υπερβολικά.

Παρ’ όλο τον πόνο και τη δυσαρέσκεια που προκαλεί η υπερβολική αγάπη, είναι φαινόμενο τόσο συνηθισμένο σ’ εμάς τις γυναίκες, που φτάνουμε στο σημείο να πιστεύουμε ότι έτσι πρέπει να είναι μια σωστή σχέση. Οι περισσότερες από μας έχουμε αγαπήσει υπερβολικά τουλάχιστον μια φορά στη ζωή μας. Πολλές από εμάς έχουμε ζήσει ξανά και ξανά την ίδια ιστορία, ενώ μερικές φορές έχουμε τόσο απορροφηθεί από τον σύντροφό μας και τη σχέση μας μαζί του, ώστε μόλις και μετά βίας μπορούμε να λειτουργούμε φυσιολογικά. 

Για ποιους λόγους μιας γυναίκα, ενώ το μόνο που θέλει είναι να αγαπήσει και να αγαπηθεί, καταλήγει να  βρίσκεται με τον πιο ακατάλληλο και αδιάφορο σύντροφο;


Γιατί, παρόλο που καταλαβαίνουμε ότι η σχέση μας δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες και τις προσδοκίες μας, δεν έχουμε τη δύναμη να τη διακόψουμε. Θα αντιληφτούμε πως η φυσιολογική αγάπη μετατρέπεται σε παθολογική όταν ο σύντροφός μας είναι ακατάλληλος, αδιάφορος ή ήδη δεσμευμένος, και παρόλα αυτά, δεν μπορούμε να τον εγκαταλείψουμε- στην πραγματικότητα μάλιστα τον θέλουμε περισσότερο, τον χρειαζόμαστε ακόμα περισσότερο. 

Τέλος, με ποιον τρόπο η επιθυμία μας ν’ αγαπήσουμε και η ανάγκη μας ν’ αγαπηθούμε γίνονται σιγά- σιγά εθισμός;

Η λέξη εθισμός συνήθως προκαλεί φόβο. Μας φέρνει στον νου φοβερές εικόνες ανθρώπων που τρυπούν τις φλέβες τους και οδηγούνται αργά αλλά σταθερά στην καταστροφή. Ο όρος δε μας αρέσει και σίγουρα δεν θέλουμε να τον χρησιμοποιήσουμε για να χαρακτηρίσουμε τις σχέσεις μας με τους άνδρες. Όμως, πολλές, πάρα πολλές, από εμάς υπήρξαμε ‘ανδρομανείς’ και, όπως όλοι όσοι είναι εθισμένοι σε κάποια ουσία, πρέπει να παραδεχτούμε τη σοβαρότητα του προβλήματός μας πριν ξεκινήσουμε τη θεραπεία του. 

Αν, λοιπόν, ήσασταν κάποτε προσκολλημένη σε έναν άντρα, ίσως διαπιστώσατε κάποια στιγμή ότι η αιτία της προσκόλλησής σας δεν ήταν η αγάπη, αλλά ο φόβος. Όσες αγαπάμε παθιασμένα τρέμουμε από φόβο –τον φόβο της εγκατάλειψης, τον φόβο της απόρριψης, τον φόβο της περιφρόνησης, τον φόβο της μοναξιάς. Δίνουμε απλόχερα την αγάπη μας, ελπίζοντας απεγνωσμένα ότι ο άντρας τον οποίο αγαπάμε τόσο πολύ θα είναι πάντα εκεί για να διώχνει τους φόβους μας. Αντίθετα, όμως, οι φόβοι μας μεγαλώνουν –το ίδιο και η προσκόλλησή μας- καθώς η τάση μας να του δίνουμε αγάπη με σκοπό να κερδίσουμε τη δική του γίνεται η κινητήρια δύναμη στη ζωή μας. Και, επειδή η προσπάθειά μας αποβαίνει άκαρπη, προσπαθούμε ακόμα περισσότερο, αγαπάμε ακόμα περισσότερο, αγαπάμε υπερβολικά.


Αποσπάσματα από το βιβλίο:
Robin Norwood. (2005) Γυναίκες που αγαπούν πολύ. Εκδόσεις Φυτράκη, σελ. 23-25.

Πέμπτη 2 Αυγούστου 2018

Προσωπικές εκμυστηρεύσεις… πόσο επικίνδυνες μπορεί να είναι για εμάς;


Πώς το τι λέμε, σε ποιον και γιατί το λέμε μπορεί να επηρεάσει τις επιλογές μας και κατ’ επέκταση τη ζωή μας…

Ως κοινωνικά όντα, η πλειονότητα των ανθρώπων έχει ανάγκη από την παρουσία «σημαντικών άλλων» κατά τον Mead, δηλαδή ατόμων που τα αισθάνεται ως πολύ κοντινά, ατόμων που εμπιστεύεται, αγαπά και εκτιμά. Διαλέγουμε, λοιπόν, ανθρώπους, οι οποίοι συνήθως μας μοιάζουν ή τους μοιάζουμε αν θέλετε, δηλαδή έχουμε μέσες άκρες κοινό τόπο και τρόπο σκέψης, νοοτροπία και φιλοσοφία ζωής. Όσο περνά ο καιρός και τα χρόνια τους εμπιστευόμαστε όλο και περισσότερο και τους επιτρέπουμε να γνωρίζουν πολλές λεπτομέρειες της ζωής μας. Εκθέτουμε σε αυτούς μυστικά του μυαλού μας, αλλά και της καρδιάς μας, δηλαδή του βαθύτερου και εσώτερου Είναι μας. Εθιζόμαστε σιγά- σιγά στο να γίνεται αυτή η συμπεριφορά μια φυσική διεργασία, και η αποκάλυψη του εαυτού μας πλέον γίνεται ασυναίσθητα και τις περισσότερες φορές εντελώς αυθόρμητα. Θεωρούμε ότι και από την άλλη πλευρά συμβαίνει ισότιμα και με παρόμοιο τρόπο το ίδιο. Το ζητούμενο όμως που προκύπτει είναι ότι για πολλά θέματα, τα οποία συζητάμε δεν ξέρουμε και το πιθανότερο δε θα μάθουμε ποτέ αν ο σημαντικός αυτός «άλλος» ή «άλλοι» της ζωής μας είναι απολύτως ειλικρινείς μαζί μας. 


Ως εκ τούτου, ένα δεύτερο ζητούμενο που προκύπτει είναι: γιατί αποκαλύπτουμε σκέψεις, συμβάντα ή πληροφορίες σε κάποιον που έχουμε οι ίδιοι τοποθετήσει αρκετά ψηλά, θεωρώντας τον άτομο τυφλής εμπιστοσύνης, τη στιγμή που δεν μπορούμε να ελέγξουμε τον βαθμό ειλικρίνειας που τον διακρίνει, καθώς και τις προθέσεις του, αλλά πολύ περισσότερο τα συναισθήματα που βιώνει την ώρα που ακούει όλα αυτά τα πολύ προσωπικά που μας αφορούν; Υπάρχει άραγε κάποιο όριο στο τι θα ξέρουν οι άλλοι για εμάς και στο τι θα κρατήσουμε για τον εαυτό μας;


Λόγου χάρη, έστω ότι δυο φίλοι ή δυο φίλες συζητούν για ένα πολύ προσωπικό θέμα τους, όπως οι επιδόσεις στο σεξουαλικό κομμάτι. Προφανώς, μια τέτοια συζήτηση προϋποθέτει αυξημένη οικειότητα για να γίνει. Έστω, ότι η μια φίλη, ας την πούμε φίλη Α, αποκαλύπτει μια θετική εμπειρία και την περιγράφει με ενθουσιασμό και χαρά. Πώς όμως είναι σε θέση να καταλάβει αν και η άλλη συνομιλήτριά της, η φίλη Β, της περιγράφει τις δικές της εμπειρίες με ειλικρίνεια ή ότι εκείνη τη δεδομένη στιγμή που γίνεται η κουβέντα μέσα της «βράζει» από θυμό ή διακατέχεται από συναισθήματα ζήλειας ή ακόμη και φθόνου, μιας και η ίδια στο σεξουαλικό κομμάτι βιώνει πολλά προβλήματα με τον σύντροφό της. Κανείς άνθρωπος όσο σημαντικός ή κοντινός μας κι αν είναι, δε θα έλεγε ευθέως και ενώπιος ενωπίω για το αν μας ζηλεύει ή μας φθονεί. 


Από την άλλη, έστω ότι η φίλη Α σε ένα διαφορετικό σενάριο περιέγραφε πράγματι ένα σεξουαλικής φύσεως πρόβλημα που την απασχολεί. Πώς μπορεί να είναι σίγουρη ότι η φίλη Β μέσα της δε θα χαρεί ή δε θα νιώσει ικανοποίηση, διότι κι αυτή αντιμετωπίζει κάτι παρόμοιο;

Επιπροσθέτως, πώς είναι δυνατόν μια μη ειδικός να βοηθήσει σε κάτι που ίσως μισοξέρει; Λησμονούμε ότι η ημιμάθεια είναι χειρότερη της αμάθειας; Προφανώς. Πώς λοιπόν μπορούμε να είμαστε απολύτως σίγουροι για την ειλικρίνεια και την εμπιστοσύνη των σημαντικών ανθρώπων της ζωής μας; Πώς μπορούμε να είμαστε σίγουροι για τα αληθινά τους κίνητρα και κυρίως για τα συναισθήματά τους; Ποια είναι τα κριτήριά μας για το τι θα συζητήσουμε, καθώς και με ποιον θα το συζητήσουμε; Η ανάγκη μας για επικοινωνία και επαφή γιατί να γίνεται αφειδώς και χωρίς όρους και όρια; Ποιο το νόημα να εκτίθεσαι μέσω της προσωπικής σου αποκάλυψης σε κάποιον που όχι μόνο δε μπορεί να σε βοηθήσει, αλλά ίσως και από τη ζήλεια του να σου προκαλέσει κακό; Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις, που τέτοιου είδους άτομα προσπαθούν να σου περάσουν υπογείως και με μαεστρία πλάγια και έμμεσα μηνύματα που θα σε βάλουν σε δυσάρεστες σκέψεις, αμβλύνοντας τη χαρά σου και μετατρέποντάς τη σε προβληματισμό ή επιτείνοντας τον ήδη προβληματισμό σου σε καταθλιπτικές σκέψεις ή συναισθήματα απογοήτευσης, ανημπόριας και απελπισίας; 


Για να γίνει πιο κατανοητό αυτό, σκεφτείτε πάλι το παράδειγμά μας από τη σκοπιά δύο ανδρών αυτή τη φορά. Ο φίλος Α εξιστορείται μια όμορφη σεξουαλική εμπειρία με τη σύντροφό του, με την οποία νιώθει πολύ ερωτευμένος, παρόλο που δεν πάνε λίγες μέρες που σύναψε δεσμό μαζί της. Ο «καλός» φίλος Β ως άτομο «εμπιστοσύνης», ενδόμυχα και υποσυνείδητα ζηλεύει και ακούγοντας τα ευχάριστα νέα ανταποκρίνεται με τον εξής τρόπο: «Μα, καλά σου δόθηκε τόσο σύντομα; Προφανώς, είναι εύκολη, ελευθέρων ηθών κ.ο.κ., η κοπέλα δεν κάνει για σένα». Και τότε, ο φίλος Α αρχίζει να καλλιεργεί δυσάρεστες σκέψεις διότι δήθεν για το καλό του ο «έμπιστος» φίλος του τον συμβούλεψε. Στην επόμενη συνάντηση με την κοπέλα του, ο φίλος Α είναι ψυχρός απέναντί της και ο ίδιος, αλλά και η κοπέλα δεν μπορούν να καταλάβουν το γιατί. Ένα χάσμα έχει ήδη δημιουργηθεί και δεν αρκεί η καλή θέληση της κοπέλας για να το γεφυρώσει. 

Όταν μιλάμε για ζήλεια και φθόνο μαζί, τα πιθανά σενάρια θα μπορούσαν να είναι τόσα όσοι και οι ζηλόφθονες άνθρωποι. Θα μπορούσε ο φίλος Β, π.χ. να καλλιεργήσει σκέψεις, όπως να κάνει δική του την κοπέλα του καλού του φίλου, όχι τόσο για να αποκτήσει ένα τρόπαιο (την όμορφη κοπέλα), όσο για να καταστρέψει τον φίλο του, επειδή δεν αντέχει να είναι κάποιος άλλος ευτυχισμένος και όχι ο ίδιος. Μήπως τελικά ο φίλος Α με τα λόγια του κατάφερε να ενσπείρει τέτοιου είδους σκέψεις;

Πέραν αυτών, σχετικά τώρα με την εκδοχή στο ίδιο παράδειγμα, όπου λόγου χάρη, ο φίλος Α περιγράφει ένα σεξουαλικό του πρόβλημα στον έμπιστο φίλο του Β, τότε ο τελευταίος ενώ νιώθει ικανοποίηση και χαρά ως χαιρέκακος που είναι, προσποιείται δήθεν κατανόηση και λύπη λέγοντάς του ψέματα, όπως ότι και ο ίδιος έχει το ίδιο πρόβλημα και δυστυχώς αυτό δεν ξεπερνιέται με τίποτα. 

Συνοψίζοντας, αυτό που ίσως πρέπει να μας απασχολήσει είναι τα εξής ερωτήματα: πόσο καλά γνωρίζουμε τα σημαντικά πρόσωπα που περιστοιχίζουν τη ζωή μας; Σε ποιους αποκαλύπτουμε τι και γιατί; Μήπως η αποκάλυψη πληροφοριών μας καθιστά πιο ευάλωτους αφού όλες αυτές μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναντίον μας;      
        

Θετικά συναισθήματα και τοκετός



«Η μετάβαση στη μητρότητα απαιτεί από τη γυναίκα ψυχολογικούς πόρους που θα τη στηρίξουν για να αντεπεξέλθει στις δυσκολίες της λοχείας και της νέας της ιδιότητας ως μητέρας. Οι ψυχολογικοί πόροι μπορούν να προέλθουν από την ανάπτυξη των θετικών συναισθημάτων, της ψυχολογικής ροής και της ψυχολογικής ανθεκτικότητας, παράγοντες οι οποίοι θωρακίζουν τη λεχωίδα έναντι της καταθλιπτικής συμπτωματολογίας που συνήθως εκδηλώνεται κατά τη διάρκεια της λοχείας» (σελ. 401).


«Η εγκυμοσύνη ως στάδιο προετοιμασίας για τη μητρότητα, είναι ένα βιολογικό φαινόμενο που αφορά σε ολόκληρο τον οργανισμό της γυναίκας, χαρακτηρίζεται δε από θεμελιώδεις διαδικασίες οργανικών και ψυχολογικών μεταβολών, με σκοπό, αφ’ ενός, την ανάπτυξη του εμβρύου, και, αφ’ ετέρου, την παροχή στη μέλλουσα μητέρα της δυνατότητας να προετοιμαστεί τόσο για τις δυσκολίες του τοκετού όσο και για την προσαρμογή στη λοχεία, τον θηλασμό και τη μητρότητα. 

Ο τοκετός, η γέννηση ενός παιδιού, τόσο από οργανική όσο και από συναισθηματική άποψη, είναι μια έντονη εμπειρία που θέτει τη γυναίκα σε μια νέα κατάσταση, αυτή της μητρότητας. Η κάθε επίτοκος την ώρα του τοκετού είναι μοναδική, όπως και ο τοκετός για κάθε γυναίκα είναι μοναδικός. Μετά από τη μακρά περίοδο της εννεάμηνης αναμονής, μετά από τις ωδίνες της διαστολής, μέσα από τη διαδικασία της εξώθησης, μέσα από ένα μοναδικό λεπτό που μοιάζει με χρόνο, η γυναίκα αποκτά νέο ρόλο που θα την ακολουθεί σε όλη την υπόλοιπη ζωή της. Αναμφίβολα, ο τοκετός είναι ένα ιδιαίτερο γεγονός στη ζωή της γυναίκας η οποία σε ‘’μηδενικό’’ χρονικό και μέσα σε μια έκρηξη συναισθημάτων πολλών και διαφορετικών, μπερδεμένων και αλληλοσυγκρουόμενων, αλλά κυρίως θετικών, μετατρέπεται σε μητέρα» (σελ. 401-402).


«Η ψυχολογική ροή είναι η ψυχική κατάσταση μιας δραστηριότητας κατά την οποία το άτομο βυθίζεται πλήρως σε αυτό που κάνει, και η οποία χαρακτηρίζεται από την αίσθηση της ενεργοποιημένης εστίασης στην πλήρη συμμετοχή για την επιτυχία του εγχειρήματος. Η ροή είναι μια κατάσταση κατά την οποία οι άνθρωποι απορροφώνται τελείως από αυτό που κάνουν, δίνοντας την αμέριστη προσοχή τους στο έργο που έχουν να επιτελέσουν, ενώ η αντίληψη γίνεται ένα με τις πράξεις τους. Η προσοχή εστιάζεται τόσο πολύ που η αντίληψη συνδέεται άμεσα με τον στόχο και χάνεται η αίσθηση του χώρου και του χρόνου. Τα συναισθήματα είναι θετικά, ενεργοποιημένα και ευθυγραμμισμένα στο συγκεκριμένο καθήκον. Η βίωση κατά την απόδοση του μέγιστου ή κατά την υπέρβαση των ορίων παρουσιάζεται μόνο στα ανώτερα όρια των ικανοτήτων, όπου οι δεξιότητες αι τα νευρικά κυκλώματα αποδίδουν στο μέγιστο. Το άτομο αισθάνεται κύριος των πράξεων και της μοίρας του και βιώνει ιδιαίτερη χαρά και ευχαρίστηση, που μένει στη μνήμη του ως χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς θέλει να είναι η ζωή του» (σελ. 403-404).


Μωραΐτου, Μάρθα. (2011). Θετικά συναισθήματα και μητρότητα. Στο βιβλίο των Α. Σταλίκα και Π. Μυτσκίδου (Επιμ.), σελ. 401-428. Αθήνα: Τόπος.