Τρίτη 13 Ιουλίου 2021

Επίκουρος: Θεραπεία Ψυχής

 

«Αυτά τα πράγματα και τα ομοειδή τους να στοχάζεσαι με τον εαυτό σου, μέρα και νύχτα, και με ομοίους προς εσένα, και ποτέ δεν θα ταραχθείς ούτε στον ξύπνο σου ούτε στον ύπνο σου, αντίθετα, θα ζήσεις σαν θεός ανάμεσα σε ανθρώπους. Γιατί διόλου δεν μοιάζει με ζώο θνητό ο άνθρωπος που ζει μέσα σε αθάνατα αγαθά» (σελ. 143).

 


«Όποιος γνώρισε τα όρια της ζωής καταλαβαίνει πως εκείνο που διώχνει τον πόνο της έλλειψης και κάνει ολόκληρη τη ζωή τέλεια είναι ευπόριστο. Επομένως, δεν έχει ανάγκη από πράγματα που απαιτούν μεγάλον αγώνα» (σελ. 157).

«Όσοι είχαν τη δύναμη να αποκτήσουν τη μέγιστη ασφάλεια από τους τριγύρω τους, έζησαν ο ένας με τον άλλον πολύ ευχάριστα, με την πιο σίγουρη εγγύηση, και καθώς είχαν μεταξύ τους την πληρέστερη φιλική διάθεση, δεν οδύρονταν για όποιον πέθαινε πρόωρα, σαν να τον λυπούνταν» (σελ. 169).

 


Επίκουρος. Ηθική. Η θεραπεία της ψυχής. Το Βήμα, σελ. 129-143.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.


Δευτέρα 5 Ιουλίου 2021

Διαβάζοντας: Μια φορά... και μια μαμά

Πρόκειται για ένα βιβλίο που σε καθηλώνει. Το ξεκινάς και το τελειώνεις μονομιάς, δίχως παύση. Ολοκληρώνοντάς το αποκτάς μια βαθιά αίσθηση ότι δεν αποτελεί απλώς αφήγηση μιας προσωπικής ιστορίας, αλλά κάτι πολύ περισσότερο, μια κατάθεση ψυχής. Είναι συγκινητικό, είναι αληθινό, είναι μοναδικό στο είδος του, καθώς περιγράφει πραγματικά βιώματα της εμπειρίας μιας νέας γυναίκας που έφερε στον κόσμο ένα παιδί, ένα ξεχωριστό παιδί, εφόσον αυτό γεννήθηκε με ένα σύνδρομο. Αυτό από μόνο του είναι μια πρόκληση, δεν είναι κάτι εύκολο και τις περισσότερες φορές οι άνθρωποι δεν είναι προετοιμασμένοι για να αντιμετωπίσουν κάτι τέτοιο. Συνήθως ξεκινάμε τον έγγαμό μας βίο κάνοντας όνειρα και δεν έχουμε στο νου μας ότι κάτι από όλα αυτά μπορεί να μην εκπληρωθεί, να μην γίνει όπως εμείς το σχεδιάσαμε, όπως εμείς το ονειρευτήκαμε. 


 

Η συγγραφέας, η Μαρία Κακολύρη, ξεδιπλώνει μια πολύ συγκροτημένη σκέψη και μέσα από έναν μεστό λόγο, μας λέει ότι το βιβλίο αυτό αφιερώνεται στους ανθρώπους εκείνους που για να βρουν τον εαυτό τους, χρειάστηκε πρώτα να τον χάσουν, και αυτό είναι κάτι πολύ βαθύ αν το αναλογιστείς. Οπωσδήποτε, το να φέρεις στον κόσμο ένα τέτοιο παιδί δεν είναι κάτι απλό και σε μεταβάλλει, μεταμορφώνει τον ίδιο σου τον εαυτό, την ταυτότητά σου, φέρνει στο προσκήνιο ερωτήματα που δεν είχες ποτέ κάποιο λόγο να αναλογιστείς, να ψάξεις απαντήσεις για αυτά. Όταν πρόκειται για το δικό σου παιδί, τα ερωτήματα γίνονται πιο άμεσα, πιο επιτακτικά.

Το βιβλίο αυτό, λοιπόν, γράφτηκε για τον γιο της, τον Γιώργο, ο οποίος έχει το σύνδρομο του εύθραυστου Χ / fragile X syndrome, όπως λέγεται. Η Μαρία Κακολύρη θεωρεί ότι υπάρχουν «μαμάδες ειδικού συναισθήματος και είναι αυτές που μεγαλώνουν παιδιά με ειδικές ανάγκες, κι επίσης ότι το δικό τους συναίσθημα δεν έχει να κάνει με την αγάπη, αλλά είναι κάτι πιο βαθύ, πιο περίεργο, πιο ιδιαίτερο κι ότι είναι αυτές που μεγαλώνουν τα παιδιά τους και η χαρά με τη λύπη είναι μοιρασμένες στα δύο, είναι που αυτές αγωνιούν πολύ για προβλήματα που για τις άλλες μαμάδες είναι ήδη λυμένα» (Κακολύρη, σ. 15). Δύσκολα μπορεί να καταλάβει κάποιος αυτά τα λόγια, όταν δεν έχει βιώσει κάτι ανάλογο. Μας επισημαίνει ακόμη ότι δεν υπάρχει άλλη επιλογή από το να βρεις τη δύναμη και να ξεπεράσεις τις όποιες δυσκολίες θα παρουσιαστούν, καθώς ο δρόμος δεν είναι εύκολος, δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα, υπάρχουν αυξημένες ευθύνες για τις οποίες ούτε η μαμά, ούτε ο μπαμπάς είναι πάντα προετοιμασμένοι και στον αγώνα τους θα παρεμβάλλονται διάφορα εμπόδια, γιατί κανείς δεν μπορεί να είναι δυνατός πάντα. Κάποια στιγμή όσο δυνατός και να είσαι, θα λυγίσεις, αλλά πρέπει να σηκωθείς ξανά, καθώς ούτε για τον γονιό, ούτε για το παιδί δεν ήταν επιλογή το να μπούνε σε αυτόν τον αγώνα. Είναι ένας αγώνας από τον οποίο κανείς δεν θα βγει αλώβητος, θα προκληθούν πληγές, τραύματα, γρατζουνιές, γδαρσίματα, όπως η ίδια η συγγραφέας αναφέρει. Όμως, ακόμη κι αν κάποια από αυτά τα τραύματα επουλωθούν, σίγουρα θα μείνει κάποια ουλή για να σου θυμίζει ότι αγωνίστηκες. 


 

Στο βιβλίο γίνεται λόγος για το πώς ξεκίνησε αυτός ο αγώνας, για τα διλλήματα, για τα συναισθήματα, για τις σκέψεις, για το πώς η ίδια ως μητέρα αντιμετώπισε το γεγονός, για το πώς η οργανωμένη πολιτεία αντιμετωπίζει αυτές τις περιπτώσεις. Τα ερωτήματα είναι πολλά και τα περισσότερα είναι αναπάντητα, με κυρίαρχο ερώτημα το «γιατί σε εμένα;» και γιατί όχι σε εσένα, αλλά δεν είναι μόνο αυτό, αναδύονται υπαρξιακά ερωτήματα σχετικά με το Θεό, με τον σταυρό που καλούνται να σηκώσουν αυτές οι οικογένειες. Το πώς τα όνειρα για το παιδί σου παίρνουν από πολύ νωρίς ένα απροσδόκητο και αναπάντεχο τέλος. Δεν είναι διόλου απίθανο οι γονείς να προβούν σε αρνητικές σκέψεις κατηγορώντας τον εαυτό τους (self-blaming), βάζοντας ενοχές, όμως ο θυμός και η απόγνωση δεν πρέπει να αποτελέσουν επιλογή. Αυτό που πρώτα μαθαίνεις είναι να εξασκείσαι στην υπομονή, και αυτό σου το διδάσκει το ίδιο σου το παιδί, είναι σαν ένα είδος γυμναστικής που σε βοηθά να αποκτήσεις ακόμη περισσότερα ψυχικά αποθέματα για το καλό το δικό σου και το καλό του παιδιού σου.

Τελικά, τι γίνεται με το στίγμα; Τι γίνεται με όλους αυτούς τους ανθρώπους που βλέπουν ένα διαφορετικό παιδί και δεν καταλαβαίνουν γιατί συμπεριφέρεται έτσι, γιατί βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση; Και το βλέμμα τους είναι επικριτικό απέναντι στους γονείς, σαν οι γονείς να είναι οι υπεύθυνοι, σαν να είναι αυτοί που κάνουν λάθος ως προς τη διαπαιδαγώγηση και τότε η αυτοκατηγόρια επιδεινώνεται από τα επικριτικά βλέμματα των άλλων, ακόμη και των συγγενικών σου προσώπων που υποτίθεται ότι είναι εκεί για να σου θυμίσουν το τι θα γίνει αυτό το παιδί όταν πεθάνεις. Και είναι τόσο τραγικό να σου λένε κάτι τέτοιο, καθώς όλες αυτές οι σκέψεις έχουν ήδη περάσει από το μυαλό των γονιών, δεν χρειάζεται οι άλλοι να επαναλάβουν τέτοιου είδους επώδυνες σκέψεις. Τα λόγια των άλλων ανθρώπων είναι σαν ένα μεγάλο καρφί στον σταυρό που σηκώνεις ως γονιός ενός τέτοιου παιδιού και είναι άδικο σε μια τόσο νεαρή ηλικία να αναρωτιέται ο γονιός πόσος χρόνος του απομένει μέχρι να πεθάνει.


 

 Η Μαρία Κακολύρη σε αυτό το βιβλίο αναφέρεται στα πάντα, στη σχέση με το παιδί της, στον τρόπο που η ίδια προσπάθησε να διαχειριστεί την κατάσταση, στο πώς προσπάθησε να διδάξει στο γιο της επιθυμητές συμπεριφορές, στο πώς οι ταμπέλες δεν βοηθούν και στο πώς πέρασε από διάφορες συναισθηματικές καταστάσεις όπως ενοχή, θυμό, οργή, απελπισία, απογοήτευση, ματαίωση, αδιέξοδο, φόβο, μειονεξία, ντροπή, απόγνωση, άγχος, κατάθλιψη, φθόνο, ζήλεια, πένθος, μιζέρια, κακία. Και πώς όλα αυτά τα αρνητικά συναισθήματα χρειάζεται να αποφορτιστούν, γιατί κουράζουν ακόμη και την ίδια την κούρασή σου όπως αναφέρει χαρακτηριστικά.

Ίσως αυτό που πρέπει να μας απασχολήσει είναι ότι στην ζωή δεν μπορούμε να ελέγξουμε τα πάντα, γιατί στη ζωή τίποτα δεν είναι δεδομένο και αυτό στο οποίο πρέπει να εστιάσει ένας γονιός ενός τέτοιου παιδιού είναι το παρόν και να ξεχάσει όσο μπορεί την θλίψη του, γιατί όπως όλα τα παιδιά, έτσι και τα παιδιά με αυτό ή οποιοδήποτε σύνδρομο έχουν το δικαίωμα να βλέπουν τους γονείς τους χαρούμενους και να είναι και τα ίδια χαρούμενα. Αυτό είναι κάτι πάρα πολύ σημαντικό, γιατί συνήθως όταν οι γονείς βλέπουν πως το παιδί τους δεν πληροί τις προϋποθέσεις που είχαν θέσει οι ίδιοι και δεν ικανοποιεί τις προσδοκίες τους, τότε στρέφουν το θυμό τους προς το ίδιο το παιδί τους και αυτό μετατρέπεται σε πλήγμα στη σχέση τους που με τη σειρά του δημιουργεί μια απόσταση που είναι δύσκολο να γεφυρωθεί.

Για αυτά και για άλλα πολλά γίνεται λόγος σε αυτό το έργο που αγγίζει την ψυχή του αναγνώστη. Σίγουρα είναι ένα βιβλίο που απευθύνεται σε όλους τους ανθρώπους, όχι μονάχα σε γονείς παιδιών με το σύνδρομο του εύθραυστου Χ, γιατί όλοι πρέπει να μάθουμε κάτι σημαντικό, όπως ότι η σιωπή είναι χρυσός. Δεν χρειάζεται να μιλούμε πάντα, να σχολιάζουμε τα πάντα και να γινόμαστε επικριτικοί με τους άλλους, γιατί απλά δεν γνωρίζουμε το τι περνάει ο καθένας. Δεν χρειάζεται να είμαστε αυστηροί με τους άλλους, αλλά ούτε αυστηροί με τον ίδιο μας τον εαυτό ή με ένα παιδί που διαφέρει από τα άλλα. Ας μην ξεχνούμε ότι το παιδί δεν επέλεξε να έχει ένα σύνδρομο που θα δυσκολεύει την ζωή του ή την ζωή των γονιών του. Όλοι ανεξαιρέτως, γονείς, φίλοι, συγγενείς ή και απλοί άνθρωποι που συναντάμε τέτοια ξεχωριστά παιδιά, ας αφήσουμε το επικριτικό και υπεροπτικό μας βλέμμα και ας φορέσουμε κι ας στολίσουμε το πρόσωπό μας με το πιο όμορφο χαμόγελό μας. Ας μετατρέψουμε το βλέμμα μας σε αγάπη, σε ενσυναίσθηση. Για όλους αυτούς τους λόγους αυτό το βιβλίο αξίζει να διαβαστεί από όλους μας, γιατί η γνώση μας βοηθά να αντιμετωπίσουμε καλύτερα τα πράγματα, να τα δούμε από μια διαφορετική οπτική και επίσης μας βοηθά οι ίδιοι να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι, με μεγαλύτερη κατανόηση και θετικότητα που θα μετατραπεί σε μια μεγάλη αγκαλιά και όχι σε κοινωνικό αποκλεισμό αυτών των ανθρώπων. 

Στο κάτω κάτω, δεν μπορούμε όλοι να είμαστε ίδιοι και δεν χρειάζεται και να είμαστε ίδιοι. Καλή ανάγνωση! 

 


Πηγή:

Μ. Κακολύρη. (2017). Μια φορά... και μια μαμά. Ένα ταξίδι στον κόσμο της διαφορετικότητας. Αθήνα: Αγγελάκη. 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

 

Πέμπτη 1 Ιουλίου 2021

Διαβάζοντας: Το αρκουδάκι που δεν ζήλευε το αδερφάκι του

Της Ρένας Ρώσση – Ζαΐρη

 

Πρόκειται για ένα παραμύθι που μιλάει για ένα συναίσθημα που είναι χρωματισμένο με μια αρνητική χροιά, καθώς η ζήλεια είναι κάτι κακό. Δεν είναι ωραίο να ζηλεύουμε τους άλλους και φυσικά δεν είναι ωραίο να μας ζηλεύουν. 


Το παραμύθι αυτό μιλάει για τη ζήλεια ανάμεσα στα αδερφάκια, κάτι που αποτελεί ένα πολύ συχνό φαινόμενο και που παρατηρείται αν όχι πάντα, σε ένα πολύ υψηλό ποσοστό μέσα στις οικογένειες, ειδικά με την έλευση του δεύτερου παιδιού, λίγο πριν να γεννηθεί το δεύτερο αδερφάκι ή λίγο μετά τη γέννηση. Συνήθως μέχρι τη γέννηση το πρώτο παιδί δεν έχει καταλάβει και πολλά πράγματα, βλέπει φουσκωμένη την κοιλιά της μαμάς, ενδεχομένως να έχουν γίνει και συζητήσεις για την έλευση του νέου μέλους της οικογένειας, αλλά το πρώτο παιδί να μην είναι και τόσο σίγουρο για το τι ακριβώς πρόκειται να επακολουθήσει, ότι ένα αδερφάκι θα βγει μέσα από την κοιλιά της μαμάς και ότι θα ζει κι αυτό μέσα στο ίδιο σπίτι, ότι η μαμά κι ο μπαμπάς θα πρέπει να αφιερώνουν από εδώ και πέρα χρόνο στο νέο μέλος κι έτσι το πρώτο παιδάκι να χάσει την πρωτοκαθεδρία και την απόλυτη προσοχή που είχε από τους γονείς του.

Αυτή η απώλεια της πρωτοκαθεδρίας ουσιαστικά πυροδοτεί τα συναισθήματα ζήλειας για το νέο μέλος, διότι κάτι αλλάζει και αυτή η αλλαγή δεν είναι πάντα ευπρόσδεκτη, το να χάσει όλη την προσοχή των γονιών του, να πάψει να είναι το επίκεντρο όχι μόνο των γονιών, αλλά και των οικογενειακών φίλων, των συγγενικών προσώπων και άλλων σημαντικών ανθρώπων, όπως του νονού ή της νονάς οι οποίοι λογικό είναι να εκδηλώσουν περιέργεια και έντονο ενδιαφέρον για το νέο μωράκι που ήρθε στον κόσμο. Επομένως, δημιουργείται ένα πρόβλημα, ένα πρόβλημα που δεν γνωρίζουν όλοι πώς να το διαχειριστούν, διότι δεν έχει πάντοτε την ίδια μορφή και τις ίδιες εκφράσεις και εκδηλώσεις συμπεριφοράς από το πρώτο παιδάκι. Δηλαδή, ίσως να παρατηρήσουμε επιθετικότητα η οποία μπορεί να έχει ποικίλες διαβαθμίσεις. 


 

Σε κάποιες οικογένειες η επιθετικότητα μπορεί να είναι λεκτική, σε άλλες να στρέφεται προς τους γονείς ή προς το μωρό αδερφάκι με τραβήγματα, με σπρωξίματα, με δαγκωνιές, με τσιμπήματα, με γροθιές κτλ ή ακόμη και με επιθετικότητα προς τον ίδιο τον εαυτό του. Κάποιες φορές η επιθετικότητα προς τον ίδιο τον εαυτό δεν είναι έκδηλη, ούτε άμεσα και εύκολα παρατηρήσιμη. Έτσι, το πρώτο παιδί μπορεί να ασχολείται υπερβολικά με το δέρμα του, τσιμπώντας το, ξύνοντάς το, εκδηλώνοντας συμπτώματα δερματιλομανίας όπως λέγεται επιστημονικά αυτή η διαταραχή ή μπορεί κάποιες φορές να ασχολείται υπερβολικά με το τριχωτό της κεφαλής του, τραβώντας τα μαλλιά του, οπότε εκδηλώνει συμπτώματα της διαταραχής της τριχοτιλλομανίας. Αυτές οι συμπεριφορές αποτελούν μηχανισμούς καταπολέμησης του άγχους και του στρες που έχει προκληθεί από την νέα κατάσταση. Δηλαδή το ότι το πρώτο παιδί έχει παραγκωνιστεί και ξαφνικά το ενδιαφέρον δεν είναι το ίδιο όπως πριν με αποτέλεσμα το παιδί ίσως να σκεφτεί ότι κάτι έχει κάνει το ίδιο και δεν το αγαπούν πια, και με το να αυτοκατηγορεί τον εαυτό του, δημιουργεί μια απόσταση ανάμεσα σε ό,τι νιώθει για τον εαυτό του, αλλά και απόσταση από τους σημαντικούς του άλλους, δηλαδή τους γονείς του. Δεν είναι λίγες οι φορές που οι γονείς οι ίδιοι δεν ξέρουν πώς να διαχειριστούν τις προεκτάσεις ενός τέτοιου προβλήματος. Δεν ξέρουν πώς να αντιδράσουν, τι να πουν στο παιδί τους για να το καθησυχάσουν και να το ηρεμήσουν, πώς να συμπεριφερθούν, ώστε να το διαβεβαιώσουν ότι δεν έχουν πάψει να το αγαπούν. 


 

Οπότε, το εν λόγω παραμύθι είναι μια πολύ καλή ευκαιρία για να ειπωθούν κάποια πράγματα και να συζητηθούν με το πρωτότοκο παιδάκι. Η συζήτηση πάντα βοηθά στο να βρεθούν κάποιες λύσεις, εξομαλύνει τις αρνητικές σκέψεις και τις παρορμητικές συμπεριφορές, τα ξεσπάσματα βίας και θυμού. Το παιδί δεν νιώθει μόνο θυμό, αλλά και ένταση, νεύρα, θλίψη, απογοήτευση, στρες όπως αναφέραμε παραπάνω και απόγνωση. Θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι ένα παιδί αισθάνεται και σκέφτεται διάφορα πράγματα, αλλά δεν έχει ακόμη κατακτήσει τον λεκτικό πλούτο που χρειάζεται ώστε να εκφράσει όλα όσα αισθάνεται και γι’ αυτό ξεσπά, δεν μπορεί να πει: μαμά, μπαμπά από τότε που ήρθε το μωράκι αισθάνομαι ζήλεια, θλίψη, παραγκωνισμό, ότι δεν με αγαπάτε πια. Σίγουρα το πρώτο παιδί αισθάνεται άσχημα, αλλά ούτε το ίδιο μπορεί να ερμηνεύσει το γιατί. Δηλαδή δεν θα κάτσει να αναλύσει τι συμβαίνει ή γιατί συμβαίνει, γιατί αισθάνεται έτσι και αν δεν του δοθεί η δυνατότητα να συζητήσει θα συνεχίσει να αισθάνεται άσχημα και να κάνει αρνητικές σκέψεις, δεν θα αλλάξει κάτι.

Κάποιες φορές οι γονείς επιλέγουν να πάρουν κάποια μέτρα καταστολής της επιθετικότητας του πρώτου παιδιού καταφεύγοντας στον ξυλοδαρμό, ξεχνώντας ότι η βία δεν καταπολεμάται με τη χρήση βίας. Ο ξυλοδαρμός δεν είναι λύση και κάνει τα πράγματα πάντα χειρότερα. Θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι οι συμπεριφορές διδάσκονται, όπως και τα συναισθήματα. Τα παιδιά μιμούνται τους μεγάλους. Οι γονείς οφείλουν να μάθουν στο παιδί ότι δεν πρέπει να ζηλεύει το αδερφάκι του, ότι πρέπει να το αγαπά για πολλούς λόγους. 


 

Για τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής τους θα είναι μαζί, και αυτό το «μαζί» γιατί να μην είναι όμορφο; Γιατί να μην είναι ξεχωριστό; Οι αναμνήσεις από την συντροφικότητα των αδελφών θα μείνουν ανεξίτηλες στη μνήμη τους για πάντα. Χτίζοντας μια καλή σχέση από μικρά, τα αδέλφια μπορούν να κρατήσουν αυτή την αδελφική σχέση για μια ζωή και να είναι ο ένας αρρωγός του άλλου, να είναι μαζί και στα εύκολα και στα δύσκολα, και στα ευχάριστα, αλλά και στα δυσάρεστα. Να στηρίζουν ο ένας τον άλλον, και αυτό είναι το πιο σημαντικό, να υπάρχει δηλαδή ανιδιοτελής αγάπη, χωρίς συμφέρον. Να χτίζεται μια σχέση ειλικρίνειας, ένα υποστηρικτικό περιβάλλον, μια σχέση με γερές βάσεις.

Αλλά για να υπάρξει μια σχέση με γερές βάσεις, θα πρέπει από μικρά τα αδέλφια να μάθουν να αγαπούν το ένα το άλλο, να μην υπάρχει ανταγωνισμός, αλλά ευγενής άμιλλα. Ο ανταγωνισμός δημιουργεί απόσταση, ψυχρότητα, ζήλεια, φθόνο. Συνεπώς, θα προτείναμε αυτό το βιβλίο, το οποίο έχει πολύ ωραία εικονογράφηση και με ένα πολύ όμορφο κι έξυπνο τρόπο περνάει το μήνυμα ότι αν δεν ζηλεύεις το αδελφάκι σου, μπορείς να ζήσεις πιο όμορφα, πιο δημιουργικά, με αγάπη και με στιγμές που θα είναι μοναδικές και που κανένας δεν θα μπορεί να στις κλέψει. Η ευτυχία δεν είναι κάτι που το βρίσκεις, αλλά κάτι που το χτίζεις. Όμως, όχι μόνος… με παρέα! Καλή ανάγνωση!

 


Ρένα Ρώσση – Ζαΐρη. Το αρκουδάκι που δεν ζήλευε το αδερφάκι του.

Εικονογράφηση: Λήδα Βαρβαρούση. Εκδόσεις Μίνωας

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.