Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2014

Τι νιώθω και πώς συμπεριφέρομαι…



Γιατί οι άνθρωποι δεν συμπεριφέρονται σύμφωνα με τα συναισθήματά τους; Είναι τόσο κακό να εκφράσουμε τα συναισθήματά μας; Είναι τόσο δύσκολο να κάνουμε αυτό που νιώθουμε;


Τα συναισθήματά μας είναι τα μόνο πραγματικά- αυτά που υπάρχουν… με ή χωρίς ανταπόκριση, με ή χωρίς αναγνώριση. Τα συναισθήματά μας είναι το μόνο αληθινό και μόνο εμείς ξέρουμε ότι υπάρχουν. Είναι τα μόνα που έχουμε είτε επιλέξουμε να τα εκφράσουμε είτε όχι. 


Γιατί όμως είναι τόσο δύσκολο να εκφράσουμε όσα νιώθουμε; Προτιμούμε να κάνουμε υπεκφυγές, να πούμε δικαιολογίες, να καταστρώσουμε σχέδια ολόκληρα, παρά να επιλέξουμε να εκφράσουμε άμεσα το πώς νιώθουμε… Φοβόμαστε τι θα σκεφτεί ο άλλος; Προσπαθούμε να τον προφυλάξουμε ή πιστεύουμε ότι δεν είναι έτοιμος να μας ακούσει ή ότι δεν θέλει να μας ακούσει. Έτσι, προσπαθούμε έμμεσα να πούμε όσα νιώθουμε ή προσπαθούμε να μαντέψει ο άλλος τι νιώθουμε… ώστε να δούμε πώς θα αντιδράσει και μετά βλέπουμε… 

Δεν μπορούμε να προβλέψουμε συμπεριφορές, ούτε τους ανθρώπους. Δεν μπορούμε να ξέρουμε τι πραγματικά νιώθουν οι άλλοι… μπορούμε όμως να εκφράσουμε τα δικά μας συναισθήματα. Σου λέω τι πραγματικά νιώθω κι εσύ επιλέγεις αν θα μου πεις για τα δικά σου συναισθήματα ή όχι, στην περίπτωση βέβαια που είναι υπαρκτά. Όμως, δεν θα πρέπει να μας επηρεάζει αυτό στην επιλογή του να εκφράσουμε εμείς τα δικά μας συναισθήματα. Ωστόσο, αυτό δεν συμβαίνει πάντα, καθώς ορισμένες φορές μπορεί να νιώθουμε ντροπή ή αμηχανία για τα συναισθήματά μας. 

Αν, όμως, ήμασταν όλοι λίγο πιο ειλικρινείς με τα συναισθήματά μας, ίσως, αποφεύγαμε κάποια από τα συναισθηματικά προβλήματα, αλλά και πολλά από τα συναισθηματικά αδιέξοδα… 

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2014

Τι σκέφτονται οι άλλοι για μένα;



Πόσο σημαντικό είναι να αναλώνομαι στο τι σκέφτονται οι άλλοι για μένα; Πόσο σημαντική θέση δίνω στους άλλους και σε πόσο χαμηλή θέση βάζω τον εαυτό μου;
Μήπως έχω φτιάξει μια φυλακή μέσα στην οποία έχω εγκλωβιστεί; Μια φυλακή της τέλειας εικόνας που δεν μ’ αφήνει να ζήσω; Κι αν δείξω τον πραγματικό μου εαυτό; Κι αν σκεφτούν κάτι αρνητικό για μένα;

Τι θα πουν οι άλλοι; Τι θα σκεφτούν οι άλλοι; Τι θα πιστέψουν για μένα και τι θα συζητήσουν για μένα;

Και… βρίσκομαι κλεισμένος μέσα σε  μια τεράστια φυλακή, όπου ζω με το φόβο του τι σκέφτονται οι άλλοι για μένα. Προσπαθώ να εξασφαλίσω μια όσο το δυνατόν καλύτερη αξιολόγηση, προσπαθώ να προσαρμοστώ στα μέτρα των άλλων και να φτιάξω μια καλή εικόνα σταθερή στα μάτια των άλλων… όμως, είμαι τόσο απορροφημένος σε αυτή την προσπάθεια που ξεχνώ να κοιτάξω λίγο και μέσα μου. Περνώντας ο καιρός έχω ξεχάσει ότι εκτός από την εικόνα που έχουν οι άλλοι για μένα θα πρέπει να ασχοληθώ λίγο και με την εικόνα που έχω εγώ για τον εαυτό μου. 


Με αυτή την εικόνα ζω, αυτή η εικόνα είναι σταθερή και πιο «αντικειμενική» για μένα τον ίδιο και αυτή η εικόνα είναι η δική μου εικόνα. Επηρεάζεται, διαμορφώνεται και αναδιαμορφώνεται, θολώνει, βιώνει ρήγματα και εντάσεις, εξυψώνεται και βελτιώνεται… Όλα αυτά μπορεί να συμβούν στην εικόνα που έχω για τον εαυτό μου, αλλά και στην εικόνα που έχουν οι άλλοι για τον εαυτό μου. Το τι σκέφτονται όμως οι άλλοι για μένα, οι εντυπώσεις που σχηματίζουν και οι απόψεις που έχουν δεν με επηρεάζουν άμεσα ή δεν θα έπρεπε να με επηρεάζουν άμεσα.


«Η μεγαλύτερη φυλακή μέσα στην οποία ζούμε, είναι ο φόβος για το τι σκέφτονται οι άλλοι άνθρωποι για εμάς…»


Όταν ξέρεις ποιος είσαι… Δεν σε νοιάζει τι θα πουν οι άλλοι…


Ζεις μέσα σε ένα κοινωνικό περιβάλλον, αλληλεπιδράς με άλλους ανθρώπους και αυτοπροσδιορίζεσαι και αυτοκαθορίζεσαι μέσα από αυτές τις αλληλεπιδράσεις, χωρίς όμως να είναι αυτές καθοριστικές για την ύπαρξή σου. Έχεις μια εικόνα για τον εαυτό σου, που δεν ραγίζει κάθε φορά που θα ακούσεις μια αρνητική κριτική, κάθε φορά που θα σου κάνουν μια παρατήρηση. Μόνο εσύ ξέρεις ποιος είσαι… τι είναι το καλύτερο για σένα… μόνο εσύ ξέρεις εσένα ή τουλάχιστον έτσι θα έπρεπε να είναι… 

Το τι σκέφτονται οι άλλοι για εμάς θα πρέπει να μας αγγίζει στο βαθμό που μας βοηθάει να αναζητήσουμε και να ανακαλύψουμε κομμάτια του εαυτού μας. 

Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2014

Το Σύνδρομο της Στοκχόλμης: θετικά συναισθήματα του θύματος για το δράστη



Μπορούμε να νιώσουμε θετικά συναισθήματα για έναν εγκληματία, για κάποιον που μας προκαλεί μια βλάβη –σωματική ή ψυχολογική, που στην πραγματικότητα μας προκαλεί τρόμο και φόβο;

Για πρώτη φορά παρατηρήθηκε το Σύνδρομο της Στοκχόλμης το 1973 κατά τη διάρκεια μιας ληστείας σε τράπεζα, όπου οι ληστές κράτησαν άτομα ως ομήρους για έξι μέρες. Κάποιοι από τους ομήρους είχαν δεθεί συναισθηματικά με τους ληστές. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που έχει παρατηρηθεί και σε θύματα βίαιων καταστάσεων καθώς και σε φυλακισμένους. Ουσιαστικά αναπτύσσεται ένας συναισθηματικός δεσμός ανάμεσα στα θύματα και τους δράστες έτσι ώστε να μπορέσουν τα θύματα να αντέξουν τη βία και την κακοποίηση που δέχονται.


Το βασικό ερώτημα που μας γεννάται είναι: τι είδους επιδράσεις ασκεί ο δράστης στο θύμα, ώστε το τελευταίο να αναπτύσσει θετικά συναισθήματα προς το δράστη, ακόμη και σε περιπτώσεις που υπάρχει πρόκληση βλάβης ή υποτίμησης;

Οι όμηροι φαίνεται πως αρχικά ταυτίζονται με τους δράστες. Η ταύτιση αποτελεί έναν μηχανισμό άμυνας που τους προφυλάσσει καθώς πείθουν τον εαυτό τους ότι ο δράστης δεν θα τους κάνει κακό και δεν θα τους βλάψει. Έτσι, επιλέγουν να είναι συνεργάσιμοι ή και να εμφανίζουν συμπεριφορές στήριξης του δράστη προσπαθώντας να προστατεύσουν τον εαυτό τους και να εξασφαλίσουν την αίσθηση της ασφάλειας, αλλά και να κερδίσουν την εύνοια του δράστη.

Όσο πιο μακροχρόνια είναι η αιχμαλωσία τόσο πιο δυνατή είναι η εξάρτηση που αναπτύσσει το θύμα από το δράστη, καθώς πλέον το θεωρεί ως ένα οικείο πρόσωπο που κουβαλάει τα δικά του προβλήματα και τις δικές του ανησυχίες, ενώ μπορεί να δικαιολογεί και τη συμπεριφορά του. Ταυτόχρονα το θύμα εμφανίζει αρνητικά συναισθήματα και συμπεριφορές προς την αστυνομία και τις αρχές, με αποτέλεσμα να επιτίθεται προς αυτούς και να ανησυχεί για τον δράστη. 


Χαρακτηριστικές συμπεριφορές του θύματος με το Σύνδρομο της Στοκχόλμης είναι: 

Το θύμα αρχίζει να βλέπει τα πράγματα και την κατάσταση από την πλευρά του θύτη.

Το θύμα αρχίζει να συμφωνεί με τον θύτη και ταυτίζεται μαζί του αναγνωρίζοντας ότι υπάρχουν ορισμένες πτυχές της δικής του προσωπικότητας. 

Το θύμα αρχίζει να μαθαίνει πώς να ηρεμήσει ή και να ευχαριστήσει το θύτη, ώστε να μπορεί να προφυλάξει τον εαυτό του από το να πληγωθεί. 

Σταδιακά το θύμα αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι ο θύτης έχει παρόμοια χαρακτηριστικά με τους άλλους ανθρώπους, ενώ μπορεί να αρχίσει να βλέπει στο θύτη και πλευρές του δικού του χαρακτήρα. 

Έτσι, το θύμα βλέπει και αντιμετωπίζει το θύτη ως λιγότερο απειλητικό, ενώ ταυτόχρονα έρχεται όλο και πιο κοντά –συναισθηματικά- με το θύτη. Ο θύτης ενδεχομένως μπορεί να κάνει αναφορές σε προσωπικά του στοιχεία και βιώματα ώστε να προκαλέσει τον οίκτο και όχι θυμό και αντιδράσεις. 

Το θύμα βιώνει αντικρουόμενα συναισθήματα για το θύτη: από τη μια οργή και από την άλλη οίκτο, από τη μια επιθυμία για απελευθέρωση και από την άλλη παράλογη ανησυχία για το θύτη ή και ενδιαφέρον για τις ανάγκες του θύτη.  

Ωστόσο, να σημειωθεί πως το Σύνδρομο της Στοκχόλμης δεν εμφανίζεται σε όλα τα θύματα που έχουν βρεθεί σε κατάσταση ομηρίας, αιχμαλωσίας ή γενικότερα κακοποίησης. Οι παράγοντες που ενισχύουν την εμφάνιση του Συνδρόμου είναι η χρονική διάρκεια της κατάστασης, η επαφή του δράστη με το θύμα, και οι ενδείξεις ευγένειας και καλής συμπεριφοράς του δράστη προς το θύμα.


Τέσσερις βασικές καταστάσεις στις οποίες μπορεί να εμφανιστεί το Σύνδρομο της Στοκχόλμης είναι οι εξής:

  • Αντιληπτή ή πραγματική απειλή γα τη σωματική ή ψυχολογική επιβίωση και την πεποίθηση ότι ο θύτης θα πραγματοποιήσει την απειλή του. Ο θύτης μπορεί να διαβεβαιώνει το θύμα ότι η συνεργασία θα του εξασφαλίσει ασφάλεια και θα είναι καλός μαζί του. 
  •  
  • Παρουσία λίγης ευγένειας ή καλοσύνης από το θύτη προς το θύμα. Κάποιες ενδείξεις ευγένειας, όπως να επιτρέψει στο θύμα να κάνει μπάνιο ή η παροχή τροφής μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο που το θύμα βλέπει το θύτη. Επίσης, κάποιες ενδείξεις, όπως ένα δώρο ή μια ειδική μεταχείριση του θύτη προς το θύμα λειτουργούν ως απόδειξη για το θύμα ότι ο θύτης δεν είναι απόλυτα κακός. 

  • Απομόνωση του θύματος από άλλες συμπεριφορές και προσεγγίσεις. Το θύμα στην προσπάθειά του να επιβιώσει λαμβάνει την οπτική γωνία του θύτη, ενώ αποκομμένο, όπως είναι από άλλες οπτικές, στηρίζει τον τρόπο που ο θύτης βλέπει τα πράγματα και εμφανίζει θυμό προς εκείνους που προσπαθούν να βοηθήσουν.
  •  
  • Αντιληπτή ή πραγματική αδυναμία του θύματος να ξεφύγει από την κατάσταση. Το θύμα μπορεί να έχει οικονομικές υποχρεώσεις, χρέη ή έλλειψη σταθερότητας, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να επιβιώσει μόνο του. Ο θύτης συνήθως χρησιμοποιεί απειλές.



Οι άνθρωποι που συχνά αισθάνονται αβοήθητοι σε διάφορες περιπτώσεις στη ζωή τους ή είναι πρόθυμοι να κάνουν τα πάντα ώστε να επιβιώσουν φαίνεται πως είναι πιο επιρρεπείς στην εμφάνιση του Συνδρόμου, όταν βρεθούν σε κατάσταση ομηρίας. Τα άτομα που εμφανίζουν το συγκεκριμένο Σύνδρομο εκδηλώνουν συμπτώματα παρόμοια με τα συμπτώματα της διαταραχής μετατραυματικού στρες, όπως αϋπνία, εφιάλτες, ευερεθιστότητα, δυσκολία συγκέντρωσης, συναισθήματα σύγχυσης, αδυναμία άντλησης ικανοποίησης και απόλαυσης διαφόρων θετικών εμπειριών, συχνές αναδρομές στο παρελθόν και αυξημένη δυσπιστία απέναντι στους άλλους.


Ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφέρεται το άτομο με το Σύνδρομο της Στοκχόλμης μοιάζει με τον τρόπο που συμπεριφέρεται κάθε άτομο που ζει σε μια κακοποιητική σχέση, με βασικότερο χαρακτηριστικό την ανάγκη του θύματος να ασκεί έλεγχο στις καταστάσεις ώστε να προβλέπει την εμφάνιση προβλημάτων και να μην εκνευρίζει το θύτη. Το θύμα εμφανίζεται αρκετά υποχωρητικό προς τις απαιτήσεις του θύτη, ενώ συχνά δικαιολογεί τις συμπεριφορές του και απομακρύνεται από αγαπημένα του πρόσωπα, όπως οικογένεια και φίλους, αν αυτό ζητά ο θύτης. Διαρκώς προσπαθεί να εξασφαλίσει μια ήρεμη κατάσταση ώστε να αποφευχθούν οι εντάσεις και οι αντιδράσεις του θύτη, ενώ το πιο σημαντικό από όλα θεωρεί την «αγάπη» που έχει για το θύτη.  


Πηγές:

Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2014

Παγκόσμια Ημέρα για τα άτομα με αναπηρία



Όλοι διαφορετικοί, όλοι ίσοι: μπορεί να το μαθαίνουμε από το σχολείο, αλλά στην πράξη το εφαρμόζουμε ποτέ;

Προσηλώνεις το βλέμμα σε ένα παιδί και δεν σε νοιάζει καν γιατί δεν καταλαβαίνει… ή τουλάχιστον γιατί αυτό το συμπέρασμα βγάζεις… αυτό πιστεύεις… 

Ίσως, δεν προβληματίζεσαι καθόλου πως μπορεί να νιώθει. Σίγουρα νιώθει και αντιλαμβάνεται περισσότερα από όσα εσύ πιστεύεις. Όμως, αντί να εστιάσουμε στο τι νιώθει το παιδί, ας εστιάσουμε στο γιατί εσένα δεν σ’ απασχολεί γιατί το κάνεις… Είναι περιέργεια; «Ενδιαφέρον»; Ένδειξη ενσυναίσθησης ή φιλευσπλαχνίας; Ή είναι απλά αγένεια και έλλειψη τρόπων και παιδείας;  

Το διαφορετικό, το άγνωστο σε εμάς, το ιδιαίτερο συνήθως προσελκύει το «ενδιαφέρον», όμως, ας σκεφτούμε λίγο πώς θα νιώθαμε εμείς αν κάθε φορά που βγαίναμε έξω, χωρίς να είναι επιλογή μας, προσελκύαμε αυτό το «ενδιαφέρον», σαν να είμαστε αντικείμενα άξια παρατήρησης. 


Η αναπηρία δεν είναι επιλογή κανενός, ωστόσο, αρκετοί άνθρωποι ζουν με αυτή… Η παροχή στήριξης και ενσυναίσθησης δεν επιτυγχάνεται με το να προσηλώσω το βλέμμα σε αυτή. Σε κοιτάζω έντονα, με περιέργεια και με οίκτο δεν σημαίνει συμπάσχω μαζί σου… Σε κοιτάζω εξονυχιστικά λόγω της συμπεριφοράς σου, των περίεργων κινήσεών σου δεν σημαίνει πως προσπαθώ να σε κατανοήσω… Ίσως κάθε φορά που σε κοιτάζω επίμονα απλά σε κάνω να νιώθεις όχι διαφορετικός αλλά ελαττωματικός, όχι ξεχωριστός αλλά μειονεκτικός, όχι ενδιαφέρων αλλά προκλητικός. 

Η αναπηρία δεν είναι επιλογή, αλλά η αποδοχή είναι. 


Και… αποδέχομαι σημαίνει πως σε αντιμετωπίζω ως άνθρωπο, ως μια ξεχωριστή οντότητα, ως μια ξεχωριστή προσωπικότητα, ως ένα άτομο με πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα, με δυνατά και αδύναμα σημεία, όπως είμαστε όλοι μας… ως ένα άτομο χωρίς ταμπέλες, χωρίς διαγνώσεις, χωρίς ενδοιασμούς και χωρίς επιφυλάξεις.