Σάββατο 15 Ιουλίου 2023

Κάρεν Χόρνευ: η ζωή της και η κριτική στον Φρόυντ

«Το βασικό κακό και τα δεινά συνδέονται πάντα με έλλειψη γνήσιας ζεστασιάς και στοργής».

Η Κάρεν Χόρνευ (Karen Danielsen Horney) γεννήθηκε σε ένα χωριό της Γερμανίας, το 1885 και ζήλευε πολύ τον μεγαλύτερο αδερφό της. Τα ανδρικά μέλη της οικογένειας, πατέρας και αδερφός, ήταν αυτά που άσκησαν σημαντική επίδραση στη ζωή της. Ο πατέρας της ήταν 50 ετών, όταν γεννήθηκε η Χόρνευ, ενώ η μητέρα της ήταν 17 χρόνια μικρότερη από τον πατέρα της. Ο πατέρας της ήταν θρησκευόμενος, κυριαρχικός, δεσποτικός, υπερόπτης και δύσθυμος, ενώ η μητέρα της ήταν ελκυστική, ενθουσιώδης και είχε ελεύθερη σκέψη. Όταν η Χόρνευ ήταν μικρή, η μητέρα της την είχε εμπιστευτεί και της είπε ότι επιθυμούσε τον θάνατο του πατέρα της.

Η Χόρνευ μέχρι την ηλικία των 8 ετών ήταν ένα παραδειγματικό παιδί, που είχε την αποδοχή της μητέρας της. Ωστόσο, η ίδια δεν ένιωθε ότι εισπράττει αγάπη, αποδοχή και ασφάλεια, για αυτό άλλαξε συμπεριφορά απέναντι στη μητέρα της και έγινε φιλόδοξη και επαναστάτρια. Σε όλη της τη ζωή ένιωθε ότι δεν έχει λάβει αγάπη και αναζητούσε αυτή την αγάπη σε σχέσεις που έκανε. Κατά τη διάρκεια των σπουδών της, η Χόρνευ γνώρισε και παντρεύτηκε τον άντρα της, από τον οποίο κράτησε και το επίθετό του, που ήταν υποψήφιος διδάκτορας στις πολιτικές επιστήμες. Στον γάμο της ένιωθε έντονη προσωπική δυσφορία, ενώ έκανε τρεις κόρες. Ένιωθε να κατακλύζεται από δυστυχία και αισθήματα καταπίεσης. Κατά τη διάρκεια του γάμου της και μετά τον χωρισμό της, η Χόρνευ είχε διάφορες ερωτικές σχέσεις. Μια από τις πιο μακροχρόνιες σχέσεις της ήταν με τον ψυχαναλυτή Έριχ Φρομ, που ήταν 15 χρόνια μικρότερός της και η σχέση διήρκεσε 20 χρόνια. Μετά από προτροπή της Χόρνευ, ο Φρομ ανέλαβε την κόρη της για ψυχανάλυση, την οποία βοήθησε να κατανοήσει την εχθρότητα που είχε απέναντι στη μητέρα της. Η Χόρνευ ένιωσε ότι την πρόδωσε ο Φρομ κι έτσι τον χώρισε και έπειτα άρχισε να συνάπτει σχέσεις με νεότερους άνδρες. 

Δεν υπήρξε ποτέ ούτε μαθήτρια ούτε αναλυόμενη του Φρόυντ, αν και εκπαιδεύτηκε στην κλασική ψυχαναλυτική θεωρία. Διαφώνησε έντονα με τον Φρόυντ και τη θεωρία του, κυρίως στον τρόπο που εκείνος περιέγραφε και παρουσίαζε το ψυχολογικό πορτρέτο των γυναικών. Η Χόρνευ υποστήριξε ότι η ψυχανάλυση έδωσε έμφαση στη μελέτη της ανάπτυξης των ανδρών παρά των γυναικών. Μίλησε για τον φθόνο της μήτρας για να απαντήσει στον Φρόυντ, που είχε αναφερθεί στον φθόνο του πέους. Η θεωρία της Χόρνευ ήταν επηρεασμένη σε μεγάλο βαθμό από τις προσωπικές της εμπειρίες, κατά την παιδική και εφηβική ηλικία, καθώς και από κοινωνικούς και πολιτισμικούς παράγοντες. Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στις κοινωνικές σχέσεις και αλληλεπιδράσεις.

Το 1913 η Χόρνευ πήρε το πτυχίο της ιατρικής στο Βερολίνο και ολοκλήρωσε την ψυχιατρική και την ψυχαναλυτική της εκπαίδευση. Ο Φρόυντ ήταν περίπου 30 χρόνια μεγαλύτερος από τη Χόρνευ, οπότε όταν αυτή ξεκινούσε την πιο παραγωγική της περίοδο, ο Φρόυντ βρισκόταν ήδη στην κορυφή της μεγαλύτερης δημιουργικής του δύναμης.

 

Πηγές:

Schultz, D.P. & Schultz, S.E. (2021). Ψυχολογικές Θεωρίες Προσωπικότητας. Πεδίο.

Χόρνευ, Κ. (1967). Η ψυχολογία της γυναίκας. Εκδόσεις Γλάρος.

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

Τρίτη 11 Ιουλίου 2023

Πώς μιλάμε στους εφήβους;

 Πως μπορούμε να εξασφαλίσουμε τη συνεργασία ενός εφήβου;

Αντί να δίνουμε διαταγές μπορούμε:

Να περιγράψουμε το πρόβλημα – «Δεν μπορώ να σκεφτώ ή να συζητήσω όταν στο τέρμα η μουσική».

Να περιγράψουμε αυτό που αισθανόμαστε- «Μου τρυπάει τα αυτιά».

 

Να δώσουμε πληροφορίες- «Η συχνή έκθεση σε τόσο δυνατό θόρυβο μπορεί να βλάψει την ακοή ενός ατόμου».

Να δώσουμε μια επιλογή- «Τι θα προτιμούσες να κάνεις- να χαμηλώσεις εντελώς την ένταση ή να τη χαμηλώσεις λιγάκι και να κλείσεις την πόρτα του δωματίου σου;»

Να το πούμε με μια λέξη- «Την ένταση!».

Να δηλώσουμε τις αξίες ή τις προσδοκίες μας- «Χρειάζεται όλοι μας να προσαρμοστούμε στην αντοχή που έχει ο καθένας για τη δυνατή μουσική».

Να κάνουμε κάτι απροσδόκητο- «Φέρτε τα χέρια σας στα αυτιά, κάντε μια κίνηση που να υποδεικνύει το χαμήλωμα της έντασης, ενώστε τις παλάμες σας και κάντε μια υπόκλιση ως ένδειξη ευγνωμοσύνης» (σελ. 97-98).

«Τι είναι αυτό που ελπίζουμε πως θα γίνει όταν ένα παιδί παραβεί τους κανόνες; Ελπίζουμε πως θα εντοπίσει το λάθος του. Πως θα καταλάβει γιατί ήταν λάθος. Πώς θα νιώσει λύπη για αυτό που έχει κάνει. Πως θα σκεφτεί με ποιον τρόπο δε θα ξανασυμβεί. Και πως θα σκεφτεί σοβαρά πώς θα μπορέσει να διορθώσει τα πράγματα. Με άλλα λόγια, για να υπάρξει πραγματική αλλαγή, οι έφηβοί μας χρειάζεται να δουλέψουν τα συναισθήματά τους. Και η τιμωρία παρεμβαίνει σ’ αυτή τη σημαντική διαδικασία» (σελ. 115).

Στην προσπάθεια να επιλύσουμε μαζί με τον έφηβο ένα πρόβλημα, μπορούμε να τον ενθαρρύνουμε να μας πει την άποψή του, αφού τον ακούσουμε μπορούμε να του πούμε τη δική μας άποψη, κι έπειτα τον ενθαρρύνουμε να βρούμε μαζί μια λύση. Για να εντοπίσουμε μια λύση μπορούμε να καταγράψουμε όλες τις ιδέες- λογικές ή ανόητες- χωρίς να τις αξιολογήσουμε και έπειτα αποφασίζουμε ποιες ιδέες είναι σύμφωνες με εμάς και ποιες θα μπορούσαμε να εφαρμόσουμε και πως…

 

Φέιμπερ Αντέλ & Μάζλις Ιλέιν. 2021. Πώς να μιλάτε στους εφήβους ώστε να σας ακούν & πώς να τους ακούτε ώστε να σας μιλούν. Εκδόσεις Πατάκη.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

 

Κυριακή 9 Ιουλίου 2023

Διαβάζοντας… «Η ψυχική διαταραχή στον κινηματογράφο»

Σύμφωνα με το οπισθόφυλλο του βιβλίου: «Αιμοδιψής δολοφόνος ή αφελές ‘θύμα’, επαναστάτης ή νοητικά καθυστερημένος ταλαντούχος ή αξιολύπητος, ο κινηματογραφικός τρελός διαμορφώνει τις κατεξοχήν στερεοτυπικές δομές στη συλλογική συνείδηση των δυτικών, κυρίως κοινωνιών. Το αποτέλεσμα; Σύγχυση, στιγματισμός, διακρίσεις, επιδείνωση της νόσου. Εν τούτοις, όταν η φιλμική αποτύπωση της ψυχικής διαταραχής γίνεται σε αισθητική φόρμα μέτρου και σεβασμού, τότε ο κινηματογράφος αποστιγματίζει, διαφωτίζει και ‘θεραπεύει’, ρίχνει φως στον κόσμο της ψυχής και της ψυχιατρικής.

 

Στο βιβλίο, επιχειρείται να προσεγγιστεί το ζήτημα της αναπαράστασης της ψυχοπαθολογίας και του ψυχιατρικού κόσμου στον μυθοπλαστικό κινηματογράφο. Ερευνώνται οι αρνητικές συνέπειες που τα σχετικά στερεότυπα, μύθοι και λανθασμένες αντιλήψεις του κινηματογράφου επιφέρουν. Παρουσιάζονται, ακόμα, τα εποικοδομητικά αποτελέσματα των ρεαλιστικών και ευμενών κινηματογραφικών αναπαραστάσεων της ψυχικής ζωής στον χώρο της ψυχικής υγείας».

Μέσα από τις ταινίες, τα άτομα μπορούν να ψυχαγωγηθούν, αλλά και να αξιολογήσουν τα συναισθήματά τους, συνδέοντας σκέψεις, συναισθήματα και συμπεριφορές. Η παρακολούθηση ταινιών στις οποίες βλέπουμε ότι οι άλλοι αντιμετωπίζουν προβλήματα μας βοηθάει να εξετάσουμε και τις δικές μας αντιλήψεις. «Οι ταινίες εγείρουν συναισθήματα που μπορεί να οδηγήσουν σε νέες, γόνιμες ιδέες και στη βελτίωση των δύστοκων τρόπων σκέψης, διότι ο θεατής έχει τη δυνατότητα να προβεί σε κρίσεις και αξιολογήσεις βασισμένος στις αποφάσεις και τις δράσεις των προβαλλόμενων χαρακτήρων, για τους οποίους λυπάται, αγωνιά, ενθουσιάζεται» (σελ. 91).

Στον κινηματογράφο συχνά αναπαρίσταται η ψυχική ασθένεια με ρεαλιστικό τρόπο και προσεγγίζεται με ενσυναίσθηση ο ψυχικά πάσχοντας. «Τα άτομα με σχιζοφρένεια μπορεί να είναι πιο βίαια από τον γενικό πληθυσμό, ενώ το μεγαλύτερος μέρος αυτής της βίας εμφανίστηκε να αποδίδεται σε μια μικρή υποομάδα ασθενών που σχετίζονται με τη χρήση ουσιών και το ιστορικό βίας. Στην πραγματικότητα, οι άνθρωποι με σοβαρές ψυχικές παθήσεις είναι πιο πιθανό να γίνουν θύματα βίαιων πράξεων παρά να είναι οι δράστες. Η βίαιη συμπεριφορά των ατόμων με ψυχική διαταραχή οφείλεται στη μη λήψη των φαρμάκων, που αφήνει ανεξέλεγκτες τις παραληρηματικές ιδέες των σοβαρών ψυχικών νόσων, και στην έλλειψη περιβαλλοντικής στήριξης και αποδοχής» (σελ. 29).  

 

 

Νέλλη Διαμαντοπούλου. 2016. Η ψυχική διαταραχή στον κινηματογράφο. Αιγόκερως.

  

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

 

Ντρεπόμαστε να πούμε στους συγγενείς και φίλους ότι έχουμε πάρει διαζύγιο…

Τι θα πει ο κόσμος;

 

Προφανώς, είναι δικαίωμά σας να νιώθετε όπως εσείς επιθυμείτε, και είναι δικαίωμά σας επίσης να ενεργείτε όπως θέλετε. Όμως τι συμβαίνει όταν δεν ενεργείτε όπως αισθάνεστε κι όπως εσείς θέλετε, αλλά ενεργείτε όπως ακριβώς θέλουν οι άλλοι; Πριν αποφασίσετε για το αν είναι σωστό να συνεχίσετε να το αποκρύβετε ή όχι, ίσως βοηθηθείτε αν έχετε υπόψη και τα εξής παρακάτω:

1)    «Έρευνες δείχνουν ότι τα παιδιά χωρισμένων γονιών έχουν ανάγκη από τη στήριξη και τη βοήθεια από το συγγενικό, το φιλικό και το σχολικό περιβάλλον» (Χατζηχρήστου, 2015).

Αν κανείς δεν ξέρει ότι έχει επέλθει ρήξη στον γάμο σας και έχετε πείσει και τα παιδιά σας να αποσιωπούν ένα τόσο σοβαρό γεγονός στη ζωή τους, τότε περνούν όλη αυτή τη δύσκολη περίοδο προσαρμογής μόνα τους. Επίσης, ίσως κάποιες φορές να είναι βυθισμένα στις σκέψεις τους, να είναι αγχωμένα για το πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα στο μέλλον, ή ακόμη και να έχουν αισθήματα ντροπής γι’ αυτό που συνέβη, αλλά να μην μπορούν να εξωτερικεύσουν σε κανέναν όσα σκέφτονται και όσα αισθάνονται κι άρα να μην μπορούν να ρυθμίσουν ή να αποσυμφορήσουν την αρνητική ενέργεια που προκύπτει από όλη αυτή την κατάσταση.

Φυσικά εννοείται ότι η διάλυση ενός γάμου σε καμία περίπτωση δε θα έπρεπε να φέρνει αισθήματα ντροπής σε κανέναν, καθώς είναι προτιμότερο όλοι να διαβιούν σε συνθήκες ψυχικής ηρεμίας, παρά σε ένα περιβάλλον με συνεχείς εντάσεις κι έλλειψη σεβασμού. Για τα παιδιά δεν είναι πάντα εύκολο να συζητήσουν με τους γονείς τους, καθώς αρκετές φορές έχουν θυμό απέναντί τους, γιατί θεωρούν ότι θα μπορούσε να αποτραπεί το διαζύγιο και δεν λείπουν και περιπτώσεις που ο ένας εκ των δυο ή και οι δυο πλευρές εξαπολύουν κατηγορίες και συκοφαντίες δημιουργώντας ένα κλίμα που δεν αρμόζει σε ώριμους ανθρώπους.

2)   «Η ύπαρξη συγγενών και/ή φίλων για βοήθεια και υποστήριξη αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την προσαρμογή όλων των μελών της οικογένειας μετά το διαζύγιο» (Χατζηχρήστου, 2015).

Ως εκ τούτου, αν κανείς δεν το ξέρει, τότε πώς θα σας υποστηρίξει; Στην ουσία αποκλείετε και απορρίπτετε έναν καθοριστικό παράγοντα προσαρμογής όλων των μελών της οικογένειας. Είναι σαν να προσπαθείτε να κρατήσετε ζωντανό ένα γάμο που από καιρό έχει σταματήσει να «ζει», με αποτέλεσμα να μην μπορεί να δώσει ζωή και σε εσάς. Ελπίζετε ίσως ότι κάτι θα αλλάξει στο διάστημα μέχρι να το αποκαλύψετε; Μήπως κατά βάθος αρνείστε να το αποδεχθείτε κι εσείς οι ίδιοι;

Αν ναι, γιατί τόση άρνηση να αποδεχθείτε ότι τελείωσε; Τι θα αλλάξει αν περιμένετε; Και για πόσο θα περιμένετε; Οι σχέσεις πολλές φορές παλιώνουν, φθείρονται, «γερνούν» και τίποτα νέο δεν μπορεί να ανθίσει, ούτε να γεννηθεί απ’ αυτές. Όσα είχαν να δώσουν, τα έδωσαν… δεν υπάρχει κάτι καινούργιο ή διαφορετικό που θα μπορούσατε να πάρετε. Όσο γρηγορότερα το συνειδητοποιήσει κανείς αυτό, τόσο πιο εύκολα μπορεί να πάει παρακάτω και να κάνει μια καινούργια αρχή, με έναν άλλον άνθρωπο που θα μπορεί να εκτιμήσει ή να δώσει όλα όσα δεν μπορούσε να δώσει το πρόσωπο με το οποίο προσπαθήσατε να είστε μαζί.

Σκεφτείτε επίσης, ότι ίσως κάποιο άτομο από το κύκλο σας να ενδιαφέρεται για εσάς και με το να μην ξέρει ότι έχετε χωρίσει, να μην μπορεί να έρθει πιο κοντά σας. Ίσως, όμως αυτό το άτομο να έχει να σας δώσει όλα όσα έφθιναν με τον καιρό, όπως αγάπη, συντροφικότητα, στοργή, σεβασμό, ενδιαφέρον, οικειότητα, σύνδεση, επικοινωνία, χαρά, συμπόνοια κοκ.

3)   «Έχει διαπιστωθεί ότι το ενδεχόμενο κοινωνικό στίγμα και τα αρνητικά στερεότυπα για τους χωρισμένους γονείς και τη λειτουργία της οικογένειας μετά το διαζύγιο επιδρούν αρνητικά σε όλα τα μέλη της οικογένειας» (Χατζηχρήστου, 2015).

Το κοινωνικό στίγμα συνδέεται άμεσα με την απλή φράση που σίγουρα θα έχουμε ακούσει και που μας απασχολεί σχεδόν όλους: «τι θα πει ο κόσμος;» Ναι φυσικά μέσα στον κόσμο ζούμε, και ίσως οι περισσότεροι από εμάς δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς τον κόσμο. Όμως, αυτό που πρέπει να μας απασχολήσει όλους ως κοινωνία είναι το εξής απλό: ποιος είναι αποτυχημένος γάμος; Αυτός όπου μια γυναίκα καλύπτει με make up τα σημάδια από τη σωματική βία που ασκεί σε βάρος της ο σύζυγός της και δεν παίρνει απόφαση να ζητήσει διαζύγιο ή εκείνος μιας γυναίκας που βίωσε ακριβώς το ίδιο και βρήκε το κουράγιο να πάρει διαζύγιο; Στα μάτια του κόσμου η πρώτη περίπτωση δεν φαίνεται, γιατί καλύπτεται με make up και με ψέματα ότι όλα πάνε καλά. Η πρώτη περίπτωση για τα μάτια του κόσμου αποτελεί έναν επιτυχημένο γάμο, ενώ η δεύτερη περίπτωση για τα μάτια του κόσμου αποτελεί μια αποτυχία, μια διαλυμένη οικογένεια. 

 

Δυστυχώς, ζούμε σε μια κοινωνία που η υποκρισία περισσεύει και το κοινωνικό στίγμα για τους διαζευγμένους αποτελεί το σύμπτωμα μιας κοινωνίας που νοσεί και που την ενδιαφέρει περισσότερο το «φαίνεσθαι» από το «είναι». Τον κόσμο δεν τον ενδιαφέρει το αν κάποιος κακοποιεί τη σύζυγό του, αρκεί αυτός να μπορεί να παρουσιάζεται με το προσωπείο του οικογενειάρχη, του παντρεμένου, του καλού και στοργικού πατέρα.

Συνεπώς, ζώντας μέσα στον κόσμο που αυτό που θα πει θα είναι το ψέμα κι αυτό που θα κάνει θα είναι να κρίνει τους πάντες εκτός από τον εαυτό του, γιατί θα πρέπει να μας νοιάζει και να δίνουμε τόσο αξία στο «τι θα πει» αυτός ο κόσμος; Και ποιος είναι αυτός ο κόσμος; Αυτός που μέχρι πρότινος δεν ενδιαφερόταν για εμάς και που το μόνο που ξέρει είναι να κρίνει και να καταδικάζει τους άλλους; Κι ακόμη, αν ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται για εμάς, εμείς γιατί να ενδιαφερθούμε γι’ αυτόν; Κι αλήθεια, αυτός ο κόσμος είναι άμεπτος, αλάνθαστος, ηθικός, δίκαιος και τα έχει όλα λυμένα;

Κάποια στιγμή αυτή η κοινωνία της υποκρισίας, θα πρέπει να μάθει εκτός από τους άλλους, να κρίνει και τον εαυτό της και να αφήσει κατά μέρος τον στιγματισμό για τους χωρισμένους, καθώς έτσι υποθάλπει και γίνεται συνένοχη σε συμπεριφορές που ενισχύουν την κακοποίηση και τη βιαιοπραγία σε βάρος των γυναικών. Όχι, διαλυμένη οικογένεια, δεν είναι η οικογένεια που αποφάσισε να ακολουθήσει διαφορετικούς, δρόμους. Αποτυχημένη δεν είναι η γυναίκα που έβαλε ψηλότερα την αξιοπρέπειά της από το τι θα πει ο κόσμος. Αποτυχημένος δεν είναι κανείς άνθρωπος που αποφάσισε να χωρίσει γιατί δεν μπορούσε να ζει σε έναν γάμο καταπιέζοντας τα συναισθήματά του για χάρη του «τι θα πει ο κόσμος».

 

Πηγή:

Χ.Γ. Χατζηχρήστου, 2015, Πρόληψη και Προαγωγή της Ψυχικής Υγείας στο Σχολείο και στην Οικογένεια, Gutenberg.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

Κυριακή 2 Ιουλίου 2023

"Θα προτιμούσα να μην είχα γεννηθεί…"

Ίσως, αυτή τη φράση να την έχετε ακούσει από ένα κοντινό σας πρόσωπο. Ίσως, κάποτε να την είπατε κι εσείς σε κάποιον άλλον ή και στον ίδιο σας τον εαυτό. Ίσως να την πιστεύετε ακόμη και σιωπηρά ή φωναχτά να την επαναλαμβάνετε μέσα σας ή στους άλλους γύρω σας…

 

Πίσω από αυτή τη φράση, πίσω από αυτές τις λέξεις, κρύβονται σκέψεις. Σκέψεις αρνητικές, σκοτεινές, απαισιόδοξες και μίζερες. Επαναλαμβάνοντας αυτή τη φράση, επαναλαμβάνετε αυτές τις σκέψεις, τους δίνετε δύναμη, αξία, βαρύτητα, τις καλλιεργείτε, τις μεγεθύνετε, τις παγιώνετε, τις συνηθίζετε, τις «αγαπάτε», τις αποζητάτε, δεν κάνετε χωρίς αυτές. 

Προφανώς, κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να είναι σε θέση να επιλέξει σχετικά με το αν θα γεννηθεί ή όχι. Δεν είναι στο χέρι μας να αποφασίσουμε για κάτι τέτοιο. Για να φτάσουμε όμως στο να εκφράσουμε αυτή τη σκέψη, τότε η αξιολόγηση της ζωής μας δεν έχει θετικό πρόσημο. Τα αρνητικά είναι περισσότερα από τα θετικά.

Είναι όμως έτσι ή εμείς έχουμε προβεί σε μια πολύ αυστηρή αξιολόγηση του εαυτού μας και κατ’ επέκταση όλης μας της ζωής; Επιπλέον, έχει σημασία η ηλικία στην οποία θα εκφράσουμε αυτή την σκέψη; Ίσως, και να έχει σημασία, διότι αν είμαστε πολύ νέοι, τότε έχουμε χρόνο να μετατρέψουμε το πρόσημο από πλην (-) σε συν (+). Αν πάλι τα χρόνια της νιότης έχουν παρέλθει και το πρόσημο δεν μπορεί να αντιστραφεί, τότε γιατί να μην χρησιμοποιήσουμε αυτή τη σοφία που αποκτήσαμε, προκειμένου να βοηθήσουμε άλλους ανθρώπους να αποφύγουν τους δρόμους που πήραμε;

Τι πιο σημαντικό από αυτό; Από το να παραδεχτείς ότι έσφαλες, ότι έχεις κάνει λάθη κι ότι η ζωή σου δεν ήταν τέλεια. Όμως αναρωτήσου: ποιανού η ζωή ήταν ή είναι τέλεια; Υπάρχουν τέλειες κι αλάνθαστες ζωές; Υπάρχουν τέλειοι κι αλάνθαστοι άνθρωποι; Αν όχι, τότε μήπως απλά κάποιοι βλέπουν τα λάθη τους, ενώ κάποιοι όχι; Μήπως κάποιοι δεν έχουν το θάρρος να αντιμετωπίσουν την αλήθεια κατάματα και να παραδεχθούν τα λάθη τους; 

 

Αν όντως κάτι τέτοιο συμβαίνει, τότε ποιος είναι πιο αληθινός κι αυθεντικός άνθρωπος; Αυτός που βλέπει την αλήθεια ή αυτός που την σκεπάζει με ένα πέπλο που είναι βουτηγμένο στο ψέμα, στην αποσιώπηση, στην ωραιοποίηση; Ποιος λοιπόν, από τους δύο βρίσκεται σε καλύτερη θέση; Αυτός που ζει μέσα στην αλήθεια ή αυτός που ζει μέσα στο ψέμα επειδή δεν αντέχει την αλήθεια;

Και ποιος από τους δυο πιστεύετε ότι μπορεί να αλλάξει; Αυτός που έχει δει και έχει παραδεχθεί τα λάθη του ή αυτός που τα κρύβει και που προσποιείται ότι δεν έχει κάνει λάθη;

Ας επανέλθουμε όμως στην αρχική μας φράση: «Θα προτιμούσα να μην είχα γεννηθεί…» Γιατί; Γιατί σου είπαν ότι οι άνθρωποι έρχονται στη ζωή χωρίς να κάνουν λάθη; Ή μήπως γιατί η ζωή θα πρέπει να είναι εύκολη, χωρίς εναλλαγές ανάμεσα στη χαρά και στον πόνο; Κι αν δεν υπήρχε πόνος… αν δεν υπήρχε θλίψη, αν δεν υπήρχαν αποτυχίες, αν δεν υπήρχαν δυσκολίες, αν δεν υπήρχε κλάμα, δυστυχία κοκ, τότε πώς θα μπορούσε κανείς να εκτιμήσει τη χαρά, την επιτυχία, τις ευκολίες, το γέλιο, την ευτυχία;

Γιατί θα πρέπει να πιστεύουμε ότι μονάχα αν μας πάνε όλα καλά και μόνο τότε, θα έχουμε το δικαίωμα στη χαρά, στην ικανοποίηση, στην ευτυχία; Γιατί να μην μπορούμε να πάρουμε χαρά και ικανοποίηση από τα μικρά πραγματάκια που καταφέρνουμε να επιτύχουμε κάθε μέρα; Τόσο δα μικρά όπως ένα νόστιμο φαγητό που γευθήκαμε, μια βολτούλα στη λιακάδα, μια όμορφη συζήτηση με ένα αγαπημένο μας πρόσωπο κοκ. Οι μικρές απολαύσεις της καθημερινότητας, συμπληρώνουν ένα παζλ από στιγμές, που είναι ανεπανάληπτες και γι’ αυτό μοναδικές κι απαράμιλλες. Εντοπίστε αυτές τις στιγμές και δώστε τους αξία! Αν για εσάς αυτές οι στιγμές είναι αυτονόητες και δεδομένες, για κάποιους άλλους αποτελούν έναν θησαυρό στον οποίο δεν έχουν πρόσβαση. Εκτιμήστε τα δώρα που σας δίνονται καθημερινά, γιατί μόνο έτσι η ζωή αποκτά νόημα κι αξία.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.