Σάββατο 12 Μαΐου 2018

Μητέρα: μια αφανής ηρωίδα…


«Ποιος τρέχει να με βοηθήσει όταν πέφτω; Ποιος θα μου πει μια ευχάριστη ιστορία για να ξεχάσω; Ποιος θα φιλήσει το μέρος που πόνεσα για να γειάνει;...
Η ΜΗΤΕΡΑ...»

Πόσο δίκιο έχει ο Taylor μέσα σε αυτές τις λίγες γραμμές; Πράγματι, έχουμε αναλογιστεί ποτέ γιατί ρωτούμε να μας πει κάποιος ξένος ποια είναι η μητρική του γλώσσα, ενώ η φράση «πατρική» γλώσσα ούτε καν υπάρχει; Πολύ απλά επειδή στην πλειονότητα των πολιτισμών, η μητέρα έχει αναλάβει τον πολύ σπουδαίο γονεϊκό ρόλο της ανατροφής και της διαπαιδαγώγησης των παιδιών. Ίσως αυτό ακούγεται σαν κάτι απλό, όμως στην πραγματικότητα είναι ένας πολύ δύσκολος και απαιτητικός ρόλος, όπου εξαρτάται ολόκληρο το μέλλον του παιδιού και η μετέπειτα πορεία του ως ενήλικας. 


Θα λέγαμε ότι η διαπαιδαγώγηση ή αλλιώς η αγωγή που παίρνει το παιδί από τη μητέρα στο σπίτι είναι πιο σημαντική από εκείνη που θα λάβει στο σχολείο, διότι η διαμόρφωση του χαρακτήρα λαμβάνει χώρα κατά κόρον στην πρώιμη προσχολική ηλικία. 

Για να χτιστεί, λοιπόν, μια ολοκληρωμένη και συγκροτημένη προσωπικότητα στην ενήλικη ζωή είναι αναγκαίο τα θεμέλια όχι μόνο να μπουν ήδη από τη βρεφική ηλικία, αλλά ταυτόχρονα να είναι γερά. Και για να είναι γερά τα θεμέλια χρειάζεται πολλή αγάπη, στοργή, αλλά και γνώση. Ως η πρώτη παιδαγωγός, η μητέρα θα μάθει στο παιδί πώς να μαθαίνει, πώς να ξεκλειδώνει τις κλίσεις και τα ταλέντα του, θα του μεταδώσει τα εφόδια για να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες της ζωής, θα του διδάξει τις αρετές, το ήθος, τη συνέπεια, την αξιοπρέπεια, την ευγένεια, την υπομονή και την επιμονή. Κι όλα αυτά θα τα διδάξει, για να σμιλέψει δυνατούς χαρακτήρες, ανεξάρτητους και ανυπότακτους.

Συνεπώς, αξιέπαινος αλλά και βαρυσήμαντος ο ρόλος της μητέρας, επιφορτισμένος στις μέρες μας από την ανάγκη και το δικαίωμα στην εργασία. Κι όμως, πόσοι πατεράδες αναγνωρίζουν τον μόχθο και τον κόπο της εργαζομένης μητέρας; Πόσες φορές η αγνωμοσύνη των παιδιών με λόγια άστοχα ή με θυμό και οργή πικραίνουν τη μητέρα; 

Να τη θυμόμαστε κάθε μέρα… μια μονάχα λέξη είναι ικανή να γλυκάνει την ψυχή της, να της λέμε συχνά «Σ’ ευχαριστώ» κι αυτή θα ξέρει το γιατί.        
   

Κυριακή 6 Μαΐου 2018

Η εμπειρία της απώλειας: Πένθος



«Οι απώλειες που επιφέρουν γεγονότα σαν κι αυτά δεν είναι παρά οι πιο ορατές από εκείνες που συναντάμε στην πορεία της ζωής. Οι άλλες είναι περισσότερο δυσδιάκριτες, λιγότερο κοινωνικά αποδεκτές ή περισσότερο ‘κρυφές’» (σελ. 23-24).


«Επειδή οι αναπότρεπτες μεταβάσεις που βιώνουμε από την παιδική έως τη γεροντική μας ηλικία μας συρρικνώνουν και ταυτόχρονα μας μεγεθύνουν, είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι κάθε αλλαγή εμπεριέχει την απώλεια, όπως ακριβώς κάθε απώλεια απαιτεί την αλλαγή» (σελ. 25).


«Καθώς αρχίζει μια πιο ολοκληρωτική συνειδητοποίηση της πραγματικότητας της απώλειας, μπορεί να εκδηλωθούν έντονες συναισθηματικές αντιδράσεις, που συχνά περιλαμβάνουν την οργισμένη διαμαρτυρία εναντίον εκείνων που θεωρούνται υπεύθυνοι για τον θάνατο. Σε πολλούς πενθούντες, μπορεί αυτός ο κατακλυσμός των συναισθημάτων να είναι ορατός από τους γύρω τους, οδηγώντας ορισμένες φορές σε παρεξηγήσεις και αποστασιοποίηση, όταν ο εκνευρισμός ή ο θυμός στρέφονται ενάντια σε αυτούς που θεωρούνται ‘πιο τυχεροί’. Για άλλους πενθούντες, το συναισθηματικό χάος που αναδύεται καθώς μειώνεται η αποφυγή της πραγματικότητας μπορεί να παραμένει ένα ιδιωτικό δράμα που γνωρίζουν μόνο οι ίδιοι, επειδή καταβάλλουν προσπάθεια για να συγκρατήσουν την αποκάλυψη της οδύνης τους όταν άλλοι είναι παρόντες» (σελ. 27).  


Neimeyer, Robert. (2006). Ν’ αγαπάς και να χάνεις: Αντιμετωπίζοντας την απώλεια. Εκδόσεις Κριτική, σελ. 23-35.

Έρως, Φιλία και Αγάπη, κατά τον Μπουκάι




«Ο όρος Έρως αναφέρεται στην υγιή και αναγκαία έλξη ενός ανθρώπινου όντος προς ένα άλλο» (σελ. 193).

«Η Αγάπη δεν έχει όρια, ούτε εξαιρέσεις, ούτε δίνεται με όρους. Τίποτα από όσα γίνονται δεν μπορεί να ακυρώσει την ικανότητά σου ν’ αγαπάς.
Σε αντίθεση με τον Έρωτα, που μιλάει για μια προσωρινή έκφραση αγάπης, η Αγάπη δεν συνδέεται με την εξωτερική ή την εσωτερική κατάσταση του άλλου, ούτε με τις μεταβολές της διάθεσής μου για τα πράγματα. Ως αποζημίωση για την εφήμερη φύση του, ο Έρως μπορεί να συνδέεται με την ηδονή, με μια ένταση που δεν γνωρίζει η Αγάπη. Για να το ξαναπώ με τους όρους που συνηθίζω να χρησιμοποιώ: εκείνος έχει την ένταση κι αυτή έχει το βάθος. Τι κρίμα που μπορούν να κοιτάζουν μαζί το ίδιο πράγμα για τόσο λίγο!» (σελ. 200).

Χόρχε Μπουκάι. (2014). Ο Δρόμος της Πνευματικότητας. Φύλλα Πορείας V. Εκδόσεις opera, σελ. 192-201. 


Τετάρτη 2 Μαΐου 2018

Η μητέρα που φθονεί


Αυτό που περιμένουμε από μια μητέρα είναι να λειτουργεί ως στήριγμα στο παιδί, παρέχοντάς του ασφάλεια και ενθάρρυνση. Η μητέρα αποτελεί έναν καθρέφτη για το παιδί, μια αντανάκλαση μέσα από την οποία το παιδί λαμβάνει πίστη και ενίσχυση, αποκτώντας αυτοπεποίθηση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, παρατηρείται ότι η μητέρα είναι μια πηγή φθόνου και άγχους, καθώς τέτοιου είδους συναισθήματα της προκαλεί η χαρά και η ανάπτυξη του παιδιού. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, η μητέρα να φθονεί την ανεξαρτησία και την περηφάνια του παιδιού, αποδομώντας την ταυτότητά του και καταστρέφοντας την αυτοπεποίθησή του. Η μητέρα, αντί να χαίρεται για το παιδί της, αναρωτιέται: «Γιατί το παιδί μου να χαίρεται, ενώ εγώ δεν νιώθω χαρά;» ή «Γιατί του δίνεται η ευκαιρία να επιτύχει, ενώ εγώ βίωσα την απογοήτευση;» ή «Και αν η επιτυχία του σημαίνει πως θα με εγκαταλείψει;» (σελ. 213-214).

«Ο φθόνος μιας δύσκολης μητέρας προδίδει τους βαθύτερους όρους στους οποίους βασίζεται το συμβόλαιο με το παιδί της». «Ο φθόνος είναι ένα από τα πιο δυσάρεστα βιώματα στον κατάλογο των ανθρωπίνων συναισθημάτων, τόσο για εκείνον που φθονεί όσο και για εκείνον που νιώθει ότι τον φθονούν. Μια μητέρα που φθονεί το παιδί της σχεδόν ποτέ δεν έχει συνείδηση του φθόνου της. Τον μεταμφιέζει και τον κάνει αόρατο στα μάτια της εξηγώντας τη δυσαρέσκειά της με ένα σωρό άλλους τρόπους: ‘Έχεις μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου’, κατηγορεί το παιδί, και ‘Είναι δουλειά μου να σου υπενθυμίσω που βρίσκεσαι’, ή ‘Παραέχεις ψηλές προσδοκίες, σε περιμένει η απογοήτευση’» (σελ. 214).

Σε ορισμένους γονείς, η επιτυχία και η ευτυχία του παιδιού γεννούν συναισθήματα εχθρότητας απέναντί του. Ο φθόνος προσφέρει ένα διπλό αδιέξοδο, οδηγώντας στην παραγωγή δύο αντίθετων μεταξύ τους μηνυμάτων. Συγκεκριμένα, ο γονιός δίνει στο παιδί τα εξής μηνύματα: «Θα είμαι χαρούμενος και θα σ’ αγαπώ, αν αποδείξεις ότι είσαι ικανός και σίγουρος για τον εαυτό σου» και «Θα σε τιμωρήσω, αν έχεις καλή τύχη», που μεταδίδεται με ψυχρότητα, απόσυρση ή σκυθρωπή έκφραση (σελ. 216).


Οι περισσότερες μητέρες χαίρονται με τα προτερήματα και τα επιτεύγματα του παιδιού τους και είναι περήφανες για αυτά. Ωστόσο, ορισμένες μητέρες, που ενδεχομένως έχουν βιώσει πολλές προσωπικές απογοητεύσεις έχουν πιο πολλές πιθανότητες να εμφανίσουν φθόνο, καθώς βιώνουν το αίσθημα της απειλής όταν βλέπουν το παιδί τους να προχωρά, να χαίρεται ή να είναι χαρούμενο. Η ευφορία, η ξεγνοιασιά και η δημιουργικότητα του παιδιού γεμίζουν τη μητέρα οργή και φθόνο. Για παράδειγμα, η μητέρα εμφανίζει φθόνο για την επιτυχία της κόρης της, επειδή η ίδια στο παρελθόν βίωσε τη ματαίωση των δικών της φιλοδοξιών. Η μητέρα δίνει ένα διπλό μήνυμα στο παιδί της: «Για να ευτυχήσεις, πρέπει να επιτύχεις σ’ αυτό που είναι σημαντικό για σένα», αλλά «Όσο εσύ θα πετυχαίνεις, εγώ θα συσσωρεύω αποδοκιμασία για σένα». Και το παιδί σκέφτεται: «Μπορεί κάποιος να μου πει γιατί να θέλω να πετύχω; Τα καταφέρνεις μια χαρά και τι κερδίζεις; Καταλήγεις να ‘σαι δυστυχισμένος» (σελ. 220).

«Μερικά παιδιά που έρχονται αντιμέτωπα με αυτή την αντιφατική αντίδραση, πιστεύουν ότι κρατούν στα χέρια τους μια τρομακτική δύναμη. Γιατί η μητέρα φοβάται ότι τα κάνει να χαίρονται; Γιατί οι καλύτερες προσπάθειές τους της κάνουν εμφανώς κακό; Τι έχουν μέσα τους που προκαλεί τέτοια παράδοξη αντίδραση;» (σελ. 220).

Το παράδοξο που αντιμετωπίζει μια κόρη ή ένας γιος που βιώνουν τον φθόνο της μητέρας είναι το εξής: «όταν επιτυγχάνεις, τότε συνιστάς απειλή για τη σχέση από την οποία εξαρτάσαι. Αν όμως αποτύχεις, τότε απογοητεύεις τον άνθρωπο από τον οποίο εξαρτάσαι» (σελ. 220).


Ο φθόνος, σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι άμεσα συνδεδεμένος με τη συγχώνευση, την αδυναμία δηλαδή να υπάρξει διαχωρισμός ανάμεσα στο παιδί και τη μητέρα. «Σε μια συγχωνευμένη σχέση η μητέρα δεν κατορθώνει να γνωρίσει το παιδί της. Αντί να δέχεται τα σήματα που στέλνει το παιδί για το τι σκέφτεται και τι νιώθει, κάνει δικές της υποθέσεις για το ποιος είναι ο γιος ή η κόρη της. Αρνείται τη διαφορετικότητα του παιδιού ή τη θεωρεί ‘ανόητη’, ‘λάθος’ ή ‘κακή’. Η μητέρα αισθάνεται απειλημένη και επιδιώκει να καταστρέψει την πολύπλευρη ατομικότητα του παιδιού» (σελ. 224).

«Ο φθόνος είναι μια αλλόκοτη διαστρέβλωση του θαυμασμού, αντί να δει την επιτυχία του παιδιού ως πηγή περηφάνιας και αντί να χαρεί την άνθιση του γιου ή της κόρης της, μια μητέρα που φθονεί αισθάνεται ότι η ευτυχία του παιδιού της κλέβει κάτι δικό της. Νιώθει ότι δεν μπορεί να σχετιστεί με ότι καλό έχει το παιδί της ή με ότι του προκαλεί ευχαρίστηση, για αυτό επιθυμεί (ασυνείδητα) να το καταστρέψει. Πιστεύει ότι μπορεί να έχει έναν βολικό και ασφαλή δεσμό με το παιδί της, μόνο αν η αυτοεκτίμηση του παιδιού είναι εξίσου χαμηλή όσο η δική της» (σελ. 227).

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της σχέσης είναι η δυσκολία που βιώνουν τα παιδιά στην προσπάθειά τους να απομακρυνθούν. Είναι πιο δύσκολο να απομακρυνθεί κανείς από μια δύσκολη μητέρα παρά από μια μητέρα που προσφέρει ανακούφιση, σεβασμό και υποστήριξη. «Μια μητέρα που φθονεί μπορεί να σε κάνει να νιώθεις τόσο άσχημα, ώστε να ξοδεύεις την ενέργειά σου για να την εξευμενίσεις. Μπορεί να μένεις πίσω, να περιορίζεις τον εαυτό σου και να ζεις μέσα στην αύρα των ανικανοποίητων αναγκών της, επειδή κατηγορείς τον εαυτό σου ότι της προκάλεσες δυσάρεστα συναισθήματα» (σελ. 228). 

«Μια μητέρα που φθονεί, διαθέτει ολόκληρο οπλοστάσιο για να ενσταλάζει ενοχή. Μερικά από τα όπλα της είναι:
Οι κατηγορίες: ‘Έχεις μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου’ ή ‘Κάνεις φιγούρα’.
Η υποτίμηση: ‘Υπάρχουν ένα σωρό άνθρωποι πολύ καλύτεροι από σένα’.
Η συλλογή οφειλών: ‘Μη νομίζεις ότι έφτασες όπου έφτασες μόνος σου’ ή ‘Ένα σωρό άνθρωποι έκαναν θυσίες για σένα’.
Η ψυχρότητα και η αποδοκιμασία: συγκρατημένος και δυστυχής γονιός.
Αγγελιοφόρος κακών: ‘Πας κατευθείαν να φας το κεφάλι σου’ ή ‘Ξέρεις τι παθαίνει όποιος πετάει πολύ ψηλά;’ Ή ‘Οι μεγάλες προσδοκίες φέρνουν μόνο απογοήτευση’.
Επείγοντα προβλήματα υγείας: Το υπόγειο μήνυμα είναι ‘Η ευτυχία σου, το μεγάλωμά σου, η επιτυχία σου με σκοτώνουν’» (σελ. 228-229).

«Το πιο συνηθισμένο παρεπόμενο του φθόνου ενός γονιού είναι ένας μόνιμος φόβος για την επιτυχία. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο φόβος για την επιτυχία οδηγεί στην αυτό-υπονόμευση. Άλλωστε η αποτυχία δεν ξυπνά τον φθόνο.

Μήπως διαπιστώνετε ξανά και ξανά ότι, ενώ προχωρείτε προς μια επιτυχία, ξαφνικά όλα ανατρέπονται;
Μήπως τα θαλασσώνετε σε μια συνέντευξη, δεν καταφέρνετε να ολοκληρώσετε ένα σημαντικό έργο ή προσβάλλετε έναν άνθρωπο που η καλή του διάθεση απέναντί σας θα σας πρόσφερε σημαντική υποστήριξη;
Μήπως μονίμως κρύβετε τα ταλέντα σας;
Μήπως ο τρόπος που ντύνεστε κρύβει τα όμορφα χαρακτηριστικά σας;
Μήπως φροντίζετε να αποφεύγετε τις ανταγωνιστικές καταστάσεις;
Μήπως αποσύρετε μια αίτηση, όταν ανακαλύπτετε ότι ένας φίλος σας ή κάποιο από τα αδέλφια σας έχει υποβάλει αίτηση για την ίδια θέση;» (σελ. 236).

Κατά την αξιολόγηση του ζητήματος είναι σημαντικό να σκεφθούμε κατά πόσο το πρόβλημα παραμένει ζωντανό και συνεχίζουμε να έχουμε μια μητέρα που φθονεί ή αν εκείνο που αισθάνεται απειλημένο είναι το παιδί μέσα μας.

Terri Apter. (2015). Δύσκολες μητέρες. Εκδόσεις Αρμός.