Η σύνδεση ανάμεσα στον Jacques Lacan και τον Αριστοτέλη γίνεται πιο σαφής αν δούμε ότι και οι δύο διαμορφώνουν τη σκέψη τους αντιπαρατιθέμενοι σε παρόμοιους θεωρητικούς «αντιπάλους». Ο Αριστοτέλης στράφηκε εναντίον των Ελεατών, οι οποίοι υποστήριζαν ότι το Είναι είναι ενιαίο, αμετάβλητο και ότι η μεταβολή είναι ψευδαίσθηση. Αντίθετα, ο ίδιος έθεσε στο κέντρο της φιλοσοφίας του τη μεταβολή και το γίγνεσθαι: η πραγματικότητα δεν είναι στατική, αλλά μια ενιαία διαδικασία που δεν μπορεί να τεμαχιστεί σε εξωτερικά, άσχετα μεταξύ τους μέρη.

Ένα κρίσιμο σημείο διαφοροποίησης ανάμεσα στον Αριστοτέλη και τον Bergson αφορά την τελεολογία. Ο Αριστοτέλης υπερασπίστηκε την τελεολογική εξήγηση, δηλαδή την ιδέα ότι τα φυσικά όντα κινούνται προς έναν σκοπό (τέλος). Ο Bergson, αντίθετα, άσκησε έντονη κριτική σε κάθε μορφή «εσωτερικού φιναλισμού», θεωρώντας ότι μια προκαθορισμένη τελική μορφή ακυρώνει την πραγματική διάρκεια του χρόνου και τη δημιουργική καινοτομία. Ωστόσο, ο Αριστοτέλης δεν υιοθετεί έναν ιδεαλισμό όπου η μορφή προϋπάρχει σε έναν υπερβατικό χώρο και κατευθύνει τα πράγματα εξ αρχής. Για εκείνον, η μορφή είναι το αποτέλεσμα —ο τερματικός σταθμός— της φυσικής διαδικασίας μεταβολής. Ο χρόνος, όπως και στον Bergson, δεν επιτρέπει να δοθούν όλα μονομιάς· παρεμβάλλεται ως καθυστέρηση και ανάπτυξη. Η τελεολογία, λοιπόν, στον Αριστοτέλη δεν είναι μηχανιστική πρόβλεψη αλλά μια προσπάθεια να εξηγηθεί η μεταβολή χωρίς να αναχθεί σε απλή εξωτερική ώθηση.

Στο πλαίσιο αυτό αποκτά σημασία ο αριστοτελικός όρος «αυτόματον» (το αυτόματο). Ο Αριστοτέλης, στην προσπάθειά του να ορίσει την αιτία, υποστήριξε ότι κάθε φυσική υπόσταση διαθέτει μια εσωτερική αρχή μεταβολής. Παράλληλα όμως, για να διασφαλίσει τόσο την ποικιλία όσο και τη συνέχεια της κίνησης, εισήγαγε την έννοια του ‘’Πρώτο Κινούν’’, ως θεμελιακή αρχή που καθιστά δυνατή την κίνηση χωρίς η ίδια να κινείται.
Το «αυτόματο», ωστόσο, δηλώνει μια διαφορετική κατηγορία συμβάντων: εκείνα που προκύπτουν από τη σύμπτωση ανεξάρτητων αιτιακών αλυσίδων. Δεν καθοδηγούνται από εσωτερικό σκοπό ούτε από ενιαία τελική αιτία. Είναι αποτέλεσμα της διασταύρωσης γεγονότων που το καθένα έχει τη δική του αιτία, χωρίς να υπάρχει συνολική εξήγηση για τον συγχρονισμό τους. Με αυστηρούς όρους, η σύμπτωση δεν είναι ένα «ενιαίο» γεγονός με ενιαία αιτία.
Το κλασικό παράδειγμα που δίνει ο Αριστοτέλης είναι ο άνθρωπος που πηγαίνει στην αγορά για έναν συγκεκριμένο λόγο και τυχαίνει να συναντήσει εκεί έναν οφειλέτη που του επιστρέφει τα χρήματα. Η συνάντηση αυτή δεν συνέβη «για να» εισπράξει το χρέος· είναι προϊόν σύμπτωσης. Εδώ φαίνεται το όριο της τελικής αιτίας: δεν εξηγούνται όλα με όρους σκοπού.
Αυτή ακριβώς η διάσταση της «αποτυχίας» της τελικής αιτίας θα απασχολήσει τον Λακάν, ιδίως όταν επανερμηνεύει την ενόρμηση θανάτου του Freud. Για τον Λακάν, το σημαίνον δίκτυο —ο συμβολικός μηχανισμός της γλώσσας— λειτουργεί με έναν τρόπο που θυμίζει το «αυτόματο»: κινείται πέρα από τις προθέσεις του υποκειμένου. Η αιτία, υποστηρίζει, δεν ταυτίζεται με το καθοριστικό στοιχείο μιας αλυσίδας· κάθε φορά που μιλάμε για αιτία, υπάρχει ένα υπόλοιπο ακαθοριστίας, ένα ρήγμα στο νόημα.
Έτσι, ενώ ο Αριστοτέλης διακρίνει ανάμεσα στην τελεολογική κίνηση και στη σύμπτωση, ο Λακάν θα αναδείξει το στοιχείο της αποτυχίας, του αστάθμητου και του μη-πλήρως-καθορισμένου ως δομικό στοιχείο της ίδιας της αιτιότητας. Η αιτία, στον Λακάν, δεν είναι ποτέ πλήρως παρούσα μέσα στην αλυσίδα των γεγονότων· είναι αυτό που τη διακόπτει, που εισάγει το απρόβλεπτο — ένα «αυτόματο» του σημαίνοντος που υπερβαίνει τόσο τον κλασικό τελεολογισμό όσο και τον καθαρό μηχανισμό.
Πηγή:
Joan Copjec. 2019. Διάβασε την επιθυμία μου. Ο Λακάν εναντίον των ιστορικιστών. Εκδόσεις Πλέθρον.
Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου