Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026

Διαβάζοντας το βιβλίο: Διάβασε την επιθυμία μου

Ο Λακάν εναντίον των ιστορικιστών

 

«Στο "Διάβασε την επιθυμία μου" η Τζόαν Κόπτζεκ σκηνοθετεί μία αναμέτρηση ανάμεσα στη θεωρία του Ζακ Λακάν και στη θεωρία του Μισέλ Φουκώ, πρωταγωνιστών δύο δυναμικών, νεωτερικών επιστημονικών πεδίων -της ψυχανάλυσης και του ιστορικισμού. Κατά κανόνα, οι δρόμοι αυτών των τρόπων σκέψης διασταυρώνονται μόνο μέχρι το σημείο οι ιστορικιστές να κατηγορήσουν την ψυχανάλυση για αδιαφορία απέναντι στην ιστορία, αλλά εδώ η ψυχανάλυση, διαμέσου του Λακάν, περνάει στην επίθεση. Αρνούμενη να εκχωρήσει την ιστορία στους ιστορικιστές, η Κόπτζεκ επιχειρηματολογεί υπέρ της ανωτερότητας της λακανικής ερμηνείας των ιστορικών διαδικασιών και των γενετικών αρχών.

Ο στόχος της είναι να εμπνεύσει ένα νέο είδος πολιτισμικής κριτικής, η οποία να είναι «εγγράμματη ως προς την επιθυμία» και σε θέση να ερμηνεύσει αυτό που είναι ανείπωτο στις πολλαπλές λειτουργίες του πολιτισμού. (Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου). 

 

«Μετά το "Διάβασε την Επιθυμία μου" τίποτα στο πεδίο των πολιτισμικών σπουδών δεν θα παραμείνει ακριβώς το ίδιο: η θεωρία κινηματογράφου, ο φεμινισμός, η φιλοσοφία και η ψυχανάλυση θα πρέπει να συσχετιστούν μεταξύ τους με εντελώς καινούργιο τρόπο. Για πρώτη φορά μία αμερικανίδα συγγραφέας έχει πάρει στα σοβαρά τον Λακάν, υποβαθμίζοντας στην αλυσιτέλεια που της αξίζει την επικρατούσα ιδιοποίηση της λακανικής θεωρίας από τις πολιτισμικές σπουδές. Πέραν της πολιτικής ορθότητας, το βιβλίο είναι θεωρητικά ορθό: αν δεν υπήρχε, θα έπρεπε να το εφεύρουμε!» (Slavoj Zizek).

«Όταν ο Lacan λέει ότι το υποκείμενο δημιουργείται εκ του μηδενός, αναγνωρίζει το γεγονός ότι κάθε εκφερόμενο προετοιμάζει τη δυνατότητα της ίδιας της άρνησής του, το γεγονός ότι η αρχή της ευχαρίστησης οδηγεί αναπόδραστα πέραν του εαυτού της, υπερβαίνει τον εαυτό της παράγοντας αμφιβολία, η οποία, με τη σειρά της, παράγει την πεποίθηση ότι υπάρχει μια πραγματικότητα που κείται πίσω από τη γλώσσα. Το υποκείμενο μπορεί μόνο να αναρωτιέται κατά πόσο αυτό που έχει δοθεί προς ευχαρίστηση είναι αληθινά αυτό που υπάρχει, ή κατά πόσο υπάρχει κάτι που λείπει σε αυτό που έχει προσφερθεί. Η επιθυμία παράγεται όχι σαν ένας αγώνας για κάτι, αλλά μόνο σαν ένας αγώνας για κάτι άλλο ή για κάτι περισσότερο. Απορρέει από το αίσθημα ότι έχουμε πιαστεί κορόιδα από τη γλώσσα, ότι μας έχουν εξαπατήσει σε κάτι, και όχι από το ότι έχει παρουσιαστεί σε εμάς ένα καθορισμένο αντικείμενο ή στόχος, στα οποία μπορούμε να στοχεύουμε. Η επιθυμία δεν έχει κανένα περιεχόμενο- είναι για το τίποτα-, διότι, η γλώσσα δεν μπορεί να παραδώσει σε εμάς καμία αδιάσειστη αλήθεια, κανέναν θετικό στόχο.

Ο λακανικός αφορισμός –επιθυμία είναι η επιθυμία του Άλλου- εκλαμβάνεται συχνά ότι σημαίνει πως το υποκείμενο πλάθει τον εαυτό του κατ’ εικόνα της επιθυμίας του Άλλου. Αυτό έχω εκλάβει σαν μια προβληματική πολιτική θέση, αλλά το ιδιαίτερο ενδιαφέρον μου έγκειται στο πρόβλημα που αυτή η θέση παρουσιάζει για τον φεμινισμό. Διότι όταν αυτή η υπόθεση συνδυάζεται με την αποκάλυψη μιας αρρενωπιστικής προκατάληψης στη διάταξη των κοινωνικών σχέσεων, τότε η γυναίκα μπορεί να γίνει κατανοητή μονάχα ως μια πραγματοποίηση των ανδρικών επιθυμιών, μπορεί μονάχα να θεωρηθεί πως βλέπει τον εαυτό της μέσω της προοπτικής ενός ανδρικού βλέμματος. Η απάντηση του Lacan σε αυτή την λανθασμένη ερμηνεία της διατύπωσής του είναι απλώς ότι δεν έχουμε καμία εικόνα της επιθυμίας του Άλλου και είναι αυτή ακριβώς η έλλειψη που προκαλεί την επιθυμία μας. Είναι πρώτα από όλα, μια ανικανοποίητη επιθυμία που εισάγει τη δική μας, μια που δεν είναι γεμάτη με νόημα ή δεν έχει κανένα σημαινόμενο. Το ότι αυτή η επιθυμία δεν μπορεί να ικανοποιηθεί είναι μια δευτερεύουσα αλήθεια που προκύπτει από αυτή την πρωταρχική προϋπόθεση» (σελ. 101-102).    

 

Πηγή:

Joan Copjec. 2019. Διάβασε την επιθυμία μου. Ο Λακάν εναντίον των ιστορικιστών. Εκδόσεις Πλέθρον.

 

Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου