«Η αποτυχία της ανάλυσης της 18χρονης Dora -Ida Bauer- το 1900, η οποία εγκατέλειψε σε κατάσταση σοκ τον Freud μετά από έντεκα εβδομάδες θεραπείας, οδήγησε στην ανακάλυψη της μεταβίβασης. Ο Freud κατάλαβε εκ των υστέρων ότι σε αυτή την ανάλυση δεν συνειδητοποίησε εγκαίρως μια αντίσταση που πήγαζε από τη μεταβίβαση της εφήβου: ‘’Η μεταβίβαση, που φαίνεται να ορίζεται ως το μεγαλύτερο εμπόδιο, γίνεται ο πιο δυνατός σύμμαχος, εάν η παρουσία της μπορέσει να ανιχνευθεί και εξηγηθεί στην ασθενή’’.

Η Dora επισκέφθηκε τον Freud μετά την ερωτική σχέση που ανέπτυξε ο πατέρας της με την κ.Κ., τη γυναίκα ενός φιλικού ζευγαριού. Ο κ. Κ, για να εκδικηθεί την προδοσία, φλέρταρε την Dora, την κόρη του αντιζήλου του, φιλώντας τη μια μέρα ξαφνικά στο στόμα. Αυτό που τη σόκαρε, είπε στον Freud, είναι ότι όταν την έσφιξε ένιωσε το εν στύσει πέος πάνω στο σώμα της. Μετά ανέπτυξε αηδία και σοκ όταν ερχόταν σε επαφή με άνδρες, κατάθλιψη και ιδέες αυτοκτονίας» (σελ. 181).
Ο Sigmund Freud, στην περίπτωση της Dora, φαίνεται να ασκεί και ο ίδιος μια μορφή «σαγήνης», επιβάλλοντας τη δική του ερμηνεία ώστε να επιβεβαιώσει τη θεωρία του ότι τα υστερικά συμπτώματα έχουν σεξουαλική προέλευση και ότι τα όνειρα αποκαλύπτουν τις ασυνείδητες συγκρούσεις. Παρά τη διακοπή της θεραπείας, μετέτρεψε αυτή την αποτυχία σε θεωρητικό κέρδος: διαπίστωσε ότι η Dora μετέφερε στον αναλυτή συναισθήματα και σενάρια από σημαντικά πρόσωπα του παρελθόντος της. Έτσι, η σαγήνη που είχε βιώσει από τον φίλο του πατέρα της αναβίωνε στη σχέση της με τον ίδιο τον αναλυτή, ως συνέχεια μιας ακόμη παλαιότερης εμπειρίας με τον πατέρα της.
Είκοσι χρόνια αργότερα, ο Freud αναθεώρησε εν μέρει τη στάση του. Το 1923 παραδέχθηκε σε υποσημείωση ότι δεν είχε αναγνωρίσει επαρκώς την έντονη ομόφυλη προσκόλληση της Dora στη μητέρα της ούτε τη σημασία του ομόφυλου έρωτα στον ψυχισμό της. Ομολόγησε ότι δεν τη βοήθησε να το συνειδητοποιήσει. Η αδυναμία του αυτή συνδεόταν και με τα θεωρητικά του όρια: ενώ στο κλινικό υλικό αναφερόταν στις πρώιμες εμπειρίες του θηλυκού σώματος και στις εσωτερικές γενετήσιες διεγέρσεις, στη θεωρία του απέρριπτε την ιδέα μιας πρωτογενούς θηλυκότητας, υποστηρίζοντας ότι το μικρό κορίτσι βιώνει τον εαυτό του ως «ευνουχισμένο αγόρι».
Η έννοια της μεταβίβασης είχε ήδη παρουσιαστεί από τον Freud το 1895 στις Μελέτες επί της Υστερίας, όπου περιγράφεται ως η μεταφορά ασυνείδητων αναπαραστάσεων στον αναλυτή — αρχικά θεωρούμενη κυρίως ως μορφή αντίστασης στην ανάκληση τραυματικών αναμνήσεων. Στην Η Ερμηνεία των Ονείρων (1900) μίλησε για «σκέψεις εκ μεταβίβασης»: όταν μια ασυνείδητη αναπαράσταση δεν μπορεί να εισέλθει αυτούσια στο συνειδητό, συνδέεται με μια προσυνειδητή ή συνειδητή παράσταση (όπως τα κατάλοιπα της ημέρας), διοχετεύοντας εκεί τη συναισθηματική της ένταση.
Αργότερα, ο Freud έδωσε έναν πιο δυναμικό ορισμό: οι μεταβιβάσεις είναι νέες εκδοχές παλαιών ενορμήσεων και φαντασιώσεων που ενεργοποιούνται στη θεραπεία και βιώνονται όχι ως αναμνήσεις του παρελθόντος, αλλά ως ζωντανές εμπειρίες που αφορούν τον αναλυτή στο παρόν. Έτσι, ανοίχθηκε ένας νέος δρόμος κατανόησης του ασυνειδήτου.
Η μελέτη της μεταβίβασης εμπλουτίστηκε και από άλλους ψυχαναλυτές, όπως ο Sándor Ferenczi, ο οποίος τόνισε ότι οι ασθενείς συχνά ωθούν τον αναλυτή να ενσαρκώσει τον γονεϊκό ρόλο που ταυτόχρονα αγαπούν, φοβούνται και μισούν. Η μεταβίβαση είναι επομένως αμφιθυμική — θετική και αρνητική μαζί.
Στη σύγχρονη ψυχαναλυτική σκέψη, η μεταβίβαση δεν θεωρείται μόνο επανάληψη του παρελθόντος στο παρόν. Είναι και δημιουργία: μέσα στη θεραπευτική σχέση μπορεί να αναδυθεί και να μορφοποιηθεί ένα βίωμα που ποτέ πριν δεν είχε αναπαρασταθεί, εκφραστεί ή εγγραφεί στην ψυχική ιστορία του υποκειμένου. Έτσι, η μεταβίβαση γίνεται όχι μόνο ανάμνηση, αλλά και πρωτογενής εμπειρία.
Πηγή:
Μανωλόπουλος Σωτήρης. 2012. Για τον χαρακτήρα. Μια ψυχαναλυτική προσέγγιση. Εκδόσεις Μετά.
Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου