Η ενδογενής κατάθλιψη εκδηλώνεται συχνά αιφνίδια, χωρίς ένα εμφανές εξωτερικό ερέθισμα, παρότι στην πραγματικότητα αποτελεί την κατάληξη μακροχρόνιου στρες και βαθύτερων, παλαιών ψυχικών διεργασιών. Παρατηρείται συνήθως σε άτομα με υψηλό βαθμό αυτοελέγχου και εσωτερικής πειθαρχίας — ανθρώπους που για χρόνια «κρατούν» τα συναισθήματά τους υπό έλεγχο, μέχρι που ο μηχανισμός αυτός εξαντλείται. Σε αντίθεση με την αντιδραστική κατάθλιψη, η οποία συνδέεται εμφανώς με κάποιο γεγονός ζωής και εμφανίζεται συχνότερα στις γυναίκες, η ενδογενής μορφή προσβάλλει άνδρες και γυναίκες σε παρόμοια συχνότητα, ενώ συνολικά οι αντιδραστικές μορφές είναι πολλαπλάσιες σε εμφάνιση.

Η ενδογενής κατάθλιψη χαρακτηρίζεται από έντονη ψυχοκινητική επιβράδυνση — η σκέψη γίνεται αργή και βαριά, οι κινήσεις περιορίζονται, η καθημερινή λειτουργικότητα μειώνεται αισθητά. Συχνά παρατηρείται ανορεξία, πολύ πρωινή αφύπνιση και έντονη επιδείνωση της διάθεσης κατά τις πρωινές ώρες. Τα συμπτώματα αυτά βασανίζουν ιδιαίτερα άτομα με γεροντοφοβικές τάσεις, δηλαδή ανθρώπους που βιώνουν τη γήρανση ως απειλή απώλειας αξίας, δύναμης και ταυτότητας.
Η γεροντοκρατική και η γεροντοφοβική στάση απέναντι στη ζωή δεν αποτελούν δύο απόλυτα διακριτές κατηγορίες, αλλά τα άκρα ενός συνεχούς. Οι περισσότεροι ηλικιωμένοι δεν ανήκουν αποκλειστικά στο ένα ή στο άλλο άκρο· κινούνται ανάμεσά τους, συνδυάζοντας στοιχεία και από τις δύο στάσεις. Όπως συμβαίνει με πολλά ανθρώπινα χαρακτηριστικά, η κατανομή τους ακολουθεί την αρχή της κανονικής κατανομής, όπως περιγράφεται από τον Carl Friedrich Gauss: οι περισσότεροι βρίσκονται γύρω από τον μέσο όρο και λιγότεροι στα άκρα.
Η γεροντοφοβική αντίληψη ενισχύεται όταν οργανικοί παράγοντες (π.χ. σωματικές ασθένειες, νευρολογικές μεταβολές) και ψυχολογικοί παράγοντες (απώλειες, μοναξιά, μείωση ρόλων) δρουν ταυτόχρονα. Καθώς μειώνεται η αντοχή στις αλλαγές, ακόμη και μικρές δυσκολίες βιώνονται ως δυσβάστακτες. Η δυσφορική διάθεση μπορεί να ξεπεράσει τα όρια αντοχής του ατόμου, γεγονός που εξηγεί γιατί η κατάθλιψη στην τρίτη ηλικία θεωρείται δυνητικά αυτοκαταστροφική. Συχνά παρουσιάζει υφέσεις και εξάρσεις που επαναλαμβάνονται, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις διαρκεί χρόνια. Ο κίνδυνος αυτοχειρίας αυξάνεται ιδιαίτερα όταν συνυπάρχει εξάρτηση από το αλκοόλ. Επιβαρυντικοί παράγοντες θεωρούνται επίσης το ανδρικό φύλο, η κοινωνική απομόνωση και ορισμένοι κοινωνικοπολιτισμικοί δείκτες.
Στις γυναίκες, οι καταθλιπτικές διαταραχές εμφανίζονται ήδη από νεότερες ηλικίες και σε μεγαλύτερη συχνότητα συγκριτικά με τους άνδρες. Οι συναισθηματικές τους δυσκολίες εκδηλώνονται συχνότερα και εκφράζονται πιο άμεσα. Ωστόσο, αυτή η εκφραστικότητα λειτουργεί και προστατευτικά: όταν το συναίσθημα βρίσκει λέξεις, αρχίζει ήδη να μετασχηματίζεται. Η λεκτικοποίηση και η συμβολοποίηση της εμπειρίας αποτελούν βασικό βήμα προς τη θεραπεία. Έτσι, οι γυναίκες προσφεύγουν συχνότερα σε ψυχοθεραπευτική βοήθεια και μαθαίνουν να διαχειρίζονται τα αρνητικά τους συναισθήματα.
Αντίθετα, πολλοί άνδρες —ιδίως όσοι θεωρούν στίγμα την αναζήτηση ψυχολογικής υποστήριξης— τείνουν να αποσιωπούν τα συναισθήματά τους. Με τον χρόνο, η συναισθηματική καταπίεση παγιώνεται και η κατάθλιψη βιώνεται ως μια «ήρεμη απόγνωση»: μια σιωπηλή, εσωτερικευμένη οδύνη που παραμένει αβοήθητη. Έτσι, η έλλειψη έκφρασης δεν σημαίνει απουσία πόνου· συχνά σημαίνει ότι ο πόνος έχει βυθιστεί τόσο βαθιά, ώστε γίνεται αόρατος στους άλλους — αλλά όχι λιγότερο επικίνδυνος για το ίδιο το άτομο.
Πηγή:
Άννα Παγοροπούλου. 2018. Η γεροντική κατάθλιψη. Εκδόσεις Gutenberg.
Νίκος Κουραβάνας & Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου