Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2020

Υποσχέσεις που δεν κρατήσαμε…

Το παράδειγμα του μποξέρ

Υπάρχει μια ευρέως γνωστή φράση στο ελληνικό λεξιλόγιο που τη συνδέουμε με ηθικές αξίες όπως το φιλότιμο, την ντομπροσύνη, την εντιμότητα κοκ. Η φράση αυτή είναι η εξής: ο λόγος μου συμβόλαιο!  Κι έτσι ακριβώς πρέπει να είναι, δηλαδή ο λόγος μας να είναι συμβόλαιο, να μην ξεχνούμε δηλαδή ό, τι και όσα υποσχεθήκαμε. Από την άλλη όμως, όπως κάθε συμβόλαιο έτσι κι εδώ θα πρέπει να υπάρχουν και κάποιοι όροι και κάποιες προϋποθέσεις που θα πρέπει να τηρούνται και από τις δύο πλευρές, και από αυτόν που σε καθησυχάζει λέγοντάς σου να μην ανησυχείς, γιατί ο λόγος του είναι συμβόλαιο, αλλά και από τη δική σου πλευρά προκύπτουν κάποιες υποχρεώσεις, ώστε να μη «σπάσει» αυτό το συμβόλαιο. 


Συνήθως, ξεχνάμε τις δικές μας υποχρεώσεις και μένουμε στην κουβέντα του άλλου που μας διαβεβαίωσε ότι δε θα μας προδώσει, ότι θα είναι εκεί για εμάς, εφόσον ο λόγος του είναι συμβόλαιο. Ενίοτε, δε διστάζουμε να κατηγορήσουμε κιόλας αυτόν που μας είπε αυτή την φράση, η οποία στην ουσία είναι μια υπόσχεση, μια υπόσχεση που κάποιες φορές δεν κρατήθηκε. Έχουμε όμως αναρωτηθεί ποτέ γιατί δεν κρατήθηκε αυτή η υπόσχεση; Έχουμε αναρωτηθεί σχετικά με το τι κάναμε εμείς από τη δική μας πλευρά για να κρατήσει ο άλλος αυτή του την υπόσχεση; Μήπως θεωρήσαμε ότι εμείς δε χρειάζεται να κάνουμε απολύτως τίποτα, γιατί δεν είμαστε εμείς που δεσμευτήκαμε από μια κουβέντα, αλλά ο άλλος; Ναι, όσο κι αν μας φαίνεται παράξενο, η φράση αυτή εκτός από υπόσχεση, εμπεριέχει και μια ή και παραπάνω δεσμεύσεις. Έχουμε, λοιπόν, αναρωτηθεί εάν στηριχθήκαμε σε αυτή τη φράση του άλλου και τον θεωρήσαμε δεδομένο;

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη παγίδα στις διαπροσωπικές σχέσεις από το να θεωρείς κάποιον άνθρωπο δεδομένο. Είναι μια αυταπάτη και μια μεροληψία που μας οδηγεί στο να μην προσπαθούμε να βελτιωθούμε, να μην προσπαθούμε για να βοηθήσουμε τις σχέσεις μας να γίνουν καλύτερες, να νιώθουμε κι εμείς, αλλά κι ο άλλος καλά μέσα στη σχέση μας. Συνήθως, όταν βλέπουμε κάποιον ως δεδομένο, θεωρούμε ότι μπορούμε να του μιλάμε όπως θέλουμε, ακόμη και για πράγματα που δεν είναι έτοιμος ή που δεν θέλει να ακούσει. Ξεπερνούμε τα όρια και δε σεβόμαστε την προσωπικότητά του, τις ψυχικές του αντοχές, ξεχνούμε όσα έχει κάνει ή όσα έχει προσφέρει σε εμάς, απομονώνουμε και μεγεθύνουμε ένα του σφάλμα βλέποντας το δέντρο και χάνοντας το δάσος. Εξαντλούμε όλη μας την αυστηρότητα πάνω του ή ξεσπούμε τα νεύρα μας πάνω του και το χειρότερο είναι ότι δικαιολογούμε τη συμπεριφορά μας πιστεύοντας ότι το άτομο αυτό είναι δεδομένο και ντόμπρο και ειλικρινές κι ότι μας το έχει υποσχεθεί κιόλας! 

 

Εμείς όμως, ήμασταν μαζί του εντάξει; Ή μήπως χρησιμοποιούσαμε αυτό το άτομο σαν έναν σάκο του μποξ όπου χτυπούσαμε ανελέητα για να μπορέσουμε να εκτονώσουμε πάνω του τις δικές μας εντάσεις, τα δικά μας άλυτα προβλήματα ή και κόμπλεξ; Ακόμη κι όταν αυτό το άτομο θελήσει να φύγει από τη ζωή μας ύστερα από τόση κακομεταχείριση, ακόμη και τότε δε διστάζουμε να το κατηγορούμε και να το διαβάλλουμε σε συγγενείς και φίλους ότι εμείς δε φταίξαμε, ότι ο άλλος φταίει που δεν κράτησε το λόγο του, δίχως να μας περάσει από το μυαλό το πώς του φερόμασταν, το αν είμαστε εμείς οι ηθικοί αυτουργοί, δηλαδή αυτοί που προκάλεσαν την φυγή του.

Εξακολουθούμε να κάνουμε αυτό που κάναμε πάντα, γαντζωμένοι στον ρόλο που είχαμε, δηλαδή στον ρόλο εκείνου που χτυπάει τον σάκο του μποξ. Μόνο που αυτή τη φορά ο σάκος του μποξ δεν είναι εκεί μπροστά μας κι έτσι έστω και από απόσταση προσπαθούμε να δώσουμε κι άλλα χτυπήματα. Παρουσιαζόμαστε στους άλλους ως το θύμα, ως οι απολύτως αθώοι, ως οι βαθύτατα τραυματισμένοι ψυχικά και ηθικά και δίνουμε αμέτρητες παραστάσεις υποκρισίας,  λύπησης και μιζέριας σε ένα δράμα του οποίου το σενάριο εμείς το γράψαμε κι εμείς το σκηνοθετήσαμε. Ο σκοπός είναι ένας, να στρέψουμε τους πάντες εναντίον αυτού που για εμάς ήταν ο σάκος του μποξ, να τον χτυπήσουν και άλλοι, να συμπαρασταθούν δηλαδή στο δήθεν δράμα μας. 


Δεν προβαίνουμε σε καμία αυτοαξιολόγηση, σε καμία αυτοκριτική. Για όλα φταίει οι άλλος κι αντί για συγγνώμη, αντί να συνθλιβούμε από το βάρος όσων κάναμε και όσων είπαμε, ζητάμε και τα ρέστα. Δεν αντιλαμβανόμαστε ότι ο σάκος του μποξ έχει φύγει μακριά, κι ότι συνεχίζει να ζει ατενίζοντας το μέλλον με ελπίδα, ότι ήδη κάτι έχει αλλάξει, ότι έχει ξεφύγει από τα άμεσα χτυπήματα. Όμως εμείς, ως άλλοι μποξέρ αντί για το μέλλον, κοιτάμε το παρελθόν μη μπορώντας να εξηγήσουμε γιατί χάσαμε τον σάκο του μποξ. Κι έτσι, απαρηγόρητοι συνεχίζουμε να ζούμε στη σκιά του άλλου, ψάχνοντας τρόπους εκδίκησης, δηλητηριάζοντας την ίδια μας τη ζωή με το μίσος και τον φθόνο που μας κατατρύχει.   


 

Εν κατακλείδι, ένα «συμβόλαιο» εμπεριέχει εκτός από υποσχέσεις, επίσης υποχρεώσεις που αν δεν τηρηθούν, στην καλύτερη περίπτωση «σπάει». Οι δεσμοί, ακόμη κι αυτοί του αίματος, σπάνε αν δεν τους προσέξουμε, αν μόνο απαιτούμε να παίρνουμε, δίχως να δίνουμε.  

 


 

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2020

Ο έρως χρόνια δεν κοιτά…;

Ζευγάρια με μεγάλη διαφορά ηλικίας…

 

Ίσως, αρκετοί από εμάς να έχουμε παρευρεθεί σε κάποια συζήτηση σχετικά με το αν είναι σωστό να υπάρχει διαφορά ηλικίας ανάμεσα σε δυο άτομα που έχουν συνάψει τέτοιου είδους σχέση. Ίσως, κάποια φορά να γνωρίζουμε προσωπικά αυτά τα άτομα και να τα κρίνουμε κιόλας είτε κρυφά, είτε και φανερά, μπροστά τους. Παρακάτω παρατίθενται ορισμένα στοιχεία που δίνουν εξηγήσεις σχετικά με το πόσο συχνά και γιατί συμβαίνει αυτό, όπως επίσης και κάποιες σκέψεις για τις κρίσεις και/ή επικρίσεις μας.

 


Πόσο συχνή είναι η διαφορά ηλικίας στα ζευγάρια;

Σε όλες τις δυτικές χώρες, περίπου το 8% όλων των παντρεμένων ετεροφυλόφιλων ζευγαριών μπορεί να χαρακτηριστεί ότι έχει μεγάλο χάσμα ηλικίας (δέκα ετών και άνω). Σε γενικές γραμμές οι άνδρες είναι συνήθως μεγαλύτεροι και οι γυναίκες νεότερες. Περίπου το 1% των ζευγαριών με ηλικιακή διαφορά περιλαμβάνει μια μεγαλύτερη γυναίκα που έχει συνάψει σχέση με έναν νεότερο άνδρα.

Επομένως, αυτό που προκύπτει από αυτά τα στοιχεία είναι ότι η πλειοψηφία του πληθυσμού είναι πιθανό να συνάψει σχέση με κάποιον παρόμοιας ηλικίας. Συνήθως, οι άνθρωποι τείνουν να συνεργάζονται και να συναναστρέφονται με άτομα περίπου της ίδιας ηλικίας, δηλαδή ο κοινωνικός τους κύκλος σπανίως περιλαμβάνει άτομα με μεγάλη διαφορά ηλικίας. Φαίνεται, λοιπόν, ότι η ηλικιακή ομοιότητα μας φέρνει πιο κοντά, εφόσον συνεπάγεται πολλά παρόμοια πράγματα, όπως ενδιαφέροντα και αξίες, στόχους ζωής, φυσικά χαρακτηριστικά (η ηλικία είναι δείκτης φυσικής εμφάνισης) κοκ.

 

Γιατί η διαφορά ηλικίας δεν έχει σημασία για κάποιους;

Η ερμηνεία των λόγων που κάποια ζευγάρια επιλέγουν να είναι μαζί παρά τη μεγάλη διαφορά ηλικίας έχει βασιστεί σε μεγάλο βαθμό σε εξελικτικές εξηγήσεις.

Από αυτήν την άποψη, πιστεύεται ότι οι προτιμήσεις των ανδρών για τις νεότερες γυναίκες και οι προτιμήσεις των γυναικών για τους μεγαλύτερους άνδρες σχετίζονται με την αναπαραγωγική ικανότητα. Δηλαδή, ο βαθμός στον οποίο κάποιος έχει "καλά γονίδια", που υποδεικνύεται από την ελκυστικότητα και την αίσθηση της ενέργειας (γνωστή και ως «ζωτικότητα»), καθώς και από τον βαθμό στον οποίο αποτελεί "καλή επένδυση" και υποδεικνύεται επίσης από την κατάσταση, τους (υλικούς) πόρους και τη ζεστασιά και αίσθηση εμπιστοσύνης που αποπνέει.

 

Τόσο οι άνδρες, όσο και οι γυναίκες αποδίδουν σημασία σε έναν σύντροφο που να είναι θερμός και αξιόπιστος, ωστόσο οι γυναίκες δίνουν μεγαλύτερη σημασία στην κοινωνική και οικονομική κατάσταση, δηλαδή στους υλικούς πόρους του άνδρα. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι στις γυναίκες που επιθυμούν να κάνουν παιδιά, η επένδυση είναι πολύ υψηλή εκ μέρους τους (χρόνος και προσπάθεια για την τεκνοποίηση και την ανατροφή). Έτσι, είναι συντονισμένες στο να αναζητούν έναν σύντροφο που θα επενδύσει εκτός από συναισθηματικούς πόρους, επίσης υλικούς πόρους σε μια σχέση για να μπορέσει να επιβιώσει όλη η  οικογένεια. Πιο συγκεκριμένα, τα άτομα γενικά θα επιλέξουν συντρόφους με χαρακτηριστικά που μπορούν να αυξήσουν την αναπαραγωγική τους επιτυχία. Ως εκ τούτου, επειδή οι γυναίκες επενδύουν περισσότερο στην αναπαραγωγή (Trivers 1972), θα επιλέξουν τους συντρόφους που είναι σε θέση να επενδύσουν στις ίδιες αλλά και στους απογόνους τους, και που θα μπορούν να τις προστατεύσουν και ταυτοχρόνως να είναι καλοί γονείς (Puts 2016). 


Σύμφωνα με αυτήν την άποψη, ο Buss (2007) διενήργησε διάφορες έρευνες που δείχνουν ότι οι γυναίκες σε διάφορες κουλτούρες τείνουν να εκτιμούν χαρακτηριστικά όπως οι καλές οικονομικές προοπτικές περισσότερο από ό, τι οι άνδρες και χαρακτηριστικά που σχετίζονται με υψηλότερο δυναμικό κέρδους, όπως φιλοδοξία, κοινωνική κατάσταση και μεγαλύτερη ηλικία. Οι άνδρες, από την άλλη πλευρά, τείνουν να εκτιμούν τη φυσική εμφάνιση που είναι ένα στοιχείο της γονιμότητας και της αναπαραγωγικής αξίας των γυναικών. Αυτά είναι χαρακτηριστικά που συνδέονται με τη νεότερη ηλικία και τη ζωτικότητα, που αναφέραμε παραπάνω. Τέτοια πρότυπα συμβάλλουν στην εξήγηση της διαφοράς ηλικίας μεταξύ των συζύγων και τις διαφορές του φύλου στις προτιμήσεις για την ηλικία των συντρόφων. Ενώ οι γυναίκες θα προτιμήσουν τους μεγαλύτερους συντρόφους, καθώς είναι πιο πιθανό να έχουν τελειώσει την εκπαίδευσή τους και να έχουν δημιουργήσει μια καλή καριέρα, οι άνδρες προτιμούν τις νεότερες γυναίκες, επειδή η ελκυστικότητα και η γονιμότητα είναι χαρακτηριστικά πιο εμφανή σε νεαρή ηλικία.

Για αυτούς τους λόγους βλέπουμε ότι σε ζευγάρια με διαφορά ηλικίας είναι πιο πιθανό η γυναίκα να είναι νεότερη. Αυτό δηλαδή, συμβαίνει πιθανώς επειδή οι γυναίκες δίνουν μεγαλύτερη σημασία στους υλικούς πόρους, ενώ οι άνδρες στη γονιμότητα.

 


Άλλες θεωρητικές εξηγήσεις για τη διαφορά ηλικίας στα παντρεμένα ζευγάρια

Οι κοινωνικοπολιτιστικές προσεγγίσεις υποστηρίζουν ότι οι προτιμήσεις για σχέσεις με διαφορά ηλικίας είναι αποτέλεσμα κοινωνικών κανόνων και ρόλων φύλου (Klinger-Vartabedian και Wispe 1989). Από την άλλη πλευρά, οι Bergstrom και Bagnoli (1993) ισχυρίζονται, επίσης ότι η σχετική επιθυμία των γυναικών για να παντρευτούν γίνεται πιο εμφανής σε νεαρή ηλικία από ό, τι στους άνδρες, προτείνοντας έτσι ένα μοντέλο ισορροπίας για να εξηγήσουν τις προτιμήσεις για τους γάμους με διαφορά ηλικίας. Σε αυτό το μοντέλο, οι φιλόδοξοι εκπαιδευτικοί και επαγγελματίες επιλέγουν να περιμένουν μέχρι να επιτύχουν εκπαιδευτική και οικονομική επιτυχία προκειμένου να παντρευτούν. Από την άλλη πλευρά, εκείνοι οι άνδρες που δεν πιστεύουν ότι μπορούν να βελτιώσουν τις εκπαιδευτικές και τις επαγγελματικές τους ευκαιρίες θα προσφερθούν για να παντρευτούν σε νεαρή ηλικία. Εξισσορροπιστικά, οι γυναίκες αναμένεται να παντρευτούν σε νεότερη ηλικία από τους άνδρες. Ωστόσο, οι πιο επιθυμητές γυναίκες θα είναι πιο πιθανό να παντρευτούν ηλικιωμένους άνδρες σε σύγκριση με τις λιγότερο επιθυμητές γυναίκες.

Φυσικά, υπάρχουν και άλλοι τρόποι εξήγησης των σχέσεων με διαφορά ηλικίας, από την κοινωνικοπολιτισμική άποψη. Για παράδειγμα, ίσως οι νεότερες γυναίκες είναι πιο πιθανό να συνάψουν σχέση με μεγαλύτερους άνδρες, επειδή αυτό οδηγεί σε μεγαλύτερη ψυχολογική ομοιότητα μεταξύ των συντρόφων (Ni Bhrolchain, 2006). Αναρίθμητες ψυχολογικές μελέτες φανερώνουν ότι η ομοιότητα είναι μία από τις κινητήριες δυνάμεις πίσω από τη ρομαντική έλξη (π.χ. Byrne, Clore, & Smeaton, 1986; Newcomb, 1978). Παρόλο που οι άνθρωποι αναζητούν συχνά ρομαντικούς συντρόφους που να τους μοιάζουν όσον αφορά στην ηλικία, αυτό δεν αποτελεί μια καθολική τάση. Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι επειδή τα κορίτσια τείνουν να μεγαλώνουν γρηγορότερα από τα αγόρια και ωριμάζουν νωρίτερα, μπορεί κι αργότερα ως γυναίκες να διακρίνουν στους άνδρες της ηλικίας τους κάποια ανωριμότητα και κατά συνέπεια, όχι ιδιαίτερα καλές προοπτικές για μακροπρόθεσμες ρομαντικές σχέσεις. Συνεπώς, οι γυναίκες ίσως να αναζητήσουν μεγαλύτερους άνδρες ως συντρόφους για να βρουν κάποιον που τους ταιριάζει στο επίπεδο ωριμότητας, στις κοινωνικές δεξιότητες ή την επιθυμία για μακροχρόνια δέσμευση. Με άλλα λόγια, η συντροφιά ενός μεγαλύτερου άνδρα και μιας νεότερης γυναίκας μπορεί να είναι ένας τρόπος εύρεσης ενός συντρόφου που παρέχει έναν καλό ταίριασμα σε σχέση με το επίπεδο της ψυχοκοινωνικής ανάπτυξης.

 


Ποια είναι τα επίπεδα ικανοποίησης της σχέσης για ζευγάρια με διαφορά ηλικίας;

Πολλοί άνθρωποι υποθέτουν ότι τα ζευγάρια με διαφορά ηλικίας δεν έχουν καλή σχέση μεταξύ τους ή ότι δεν είναι ικανοποιημένα. Ωστόσο, ορισμένες μελέτες διαπιστώνουν ότι η σχέση ικανοποίησης που αναφέρεται από ζευγάρια διαφοράς ηλικίας είναι αρκετά υψηλή. Αυτά τα ζευγάρια φαίνεται επίσης να αναφέρουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη και δέσμευση και χαμηλότερη ζήλια σε σύγκριση με τα ζευγάρια  που δεν έχουν διαφορά ηλικίας. Πάνω από τα τρία τέταρτα των ζευγαριών όπου νεότερες γυναίκες συνάπτουν σχέση με μεγαλύτερους άνδρες αναφέρουν ικανοποιητικές ρομαντικές σχέσεις.

Ένας παράγοντας που επηρεάζει τη σχέση ζευγαριών με διαφορά ηλικίας είναι οι αντιλήψεις τους ως προς την κοινωνική αποδοκιμασία που δέχονται. Δηλαδή, εάν και κατά πόσο τα άτομα σε σχέσεις με διαφορά ηλικίας πιστεύουν ότι η οικογένειά τους, οι φίλοι τους και η ευρύτερη κοινότητα απορρίπτουν την επιλογή τους να είναι μαζί, και τότε η επιθυμία για δέσμευση μειώνεται, ενώ ο κίνδυνος διάλυσης αυξάνεται.

Αυτά τα αποτελέσματα φαίνεται να ισχύουν τόσο για ετεροφυλόφιλα, όσο και στα ομοφυλόφιλα ζευγάρια. Έτσι, τα αρνητικά αποτελέσματα για τα ζευγάρια με διαφορά ηλικίας δεν αφορούν τόσο σε προβλήματα εντός του ζευγαριού, αλλά σε πιέσεις και κρίσεις από τον έξω κόσμο.

Ένας άλλος παράγοντας μπορεί να σχετίζεται με το στάδιο της ζωής που βιώνει κάθε σύντροφος. Για παράδειγμα, ένα χάσμα δέκα ετών μεταξύ ενός 20χρονου και μιας 30χρονης μπορεί να φέρει διαφορετικές προκλήσεις και ζητήματα από ό, τι για ένα χάσμα δέκα ετών όπου ο ένας σύντροφος είναι 53 και ο άλλος είναι 63. Αυτό μπορεί να γίνει πιο αντιληπτό αν σκεφτούμε λόγου χάρη την επιθυμία για απόκτηση παιδιών και την πίεση από το βιολογικό ρολόι, ειδικά από την πλευρά των γυναικών.

Με άλλα λόγια, οι ζωές μας αποτελούνται από διαφορετικά στάδια, και κάθε στάδιο περιλαμβάνει συγκεκριμένα καθήκοντα ζωής που πρέπει να διαχειριστούμε. Δίνουμε προτεραιότητα στην κυριαρχία διαφορετικών εργασιών σε αυτά τα ξεχωριστά στάδια της ζωής μας. Έτσι, όταν κάθε μέλος ενός ζευγαριού κινείται σε διαφορετικό στάδιο ζωής, μπορεί να είναι δύσκολο για το ζευγάρι να συμφιλιώσει τις διαφορετικές ανάγκες και στόχους της ζωής του άλλου.

 


 

Αντί επιλόγου

Το να λειτουργήσει μια σχέση με διαφορά ηλικίας θα πρέπει να βασίζεται πραγματικά στο να έχετε αρκετά κοινά που θα σας συνδέουν, αρκετή διαφορετικότητα για να μάθει ο ένας από τον άλλο και παρόμοιες απόψεις για την αξία της συντροφικότητας. Ίσως να μην υπάρχει τίποτα πιο ελκυστικό από το να βλέπεις τον κόσμο μέσα από τα μάτια κάποιου που έχει βιώσει πράγματα που εσύ δεν έχεις βιώσει. Η γνωριμία με κάποιον μεγαλύτερο ή νεότερο, αυτομάτως μας εκθέτει στις ιστορίες του, στους συνομηλίκους του, στις πολιτιστικές του αναφορές και τις ιδέες του, πράγματα και γεγονότα που μπορούν να οδηγήσουν σε μεγάλη συζήτηση ή  ακόμη και σε περισσότερη οικειότητα.


 

Ποτέ δε θα μπορέσουμε να μάθουμε για το πόσο θα ζήσουμε εμείς οι ίδιοι, ούτε κι ο σύντροφός μας. Κανείς άνθρωπος δεν έχει αυτή τη γνώση ανεξαρτήτως της ηλικίας του. Βλέπουμε ανθρώπους που ξεκινούν μαζί σε μικρή ηλικία και αναπάντεχα το νήμα της ζωής κόβεται για τον έναν ή και για τους δυο πάνω στην ακμή της νιότης τους. Ίσως αυτό που αξίζει στη ζωή, να είναι οι στιγμές που φτιάχνουμε μαζί με τον σύντροφό μας, προσπαθώντας να πλάσουμε αναμνήσεις που θα αξίζει να τις θυμόμαστε. Οι αναμνήσεις έχουν τη μεγαλύτερη αξία στη ζωή, γιατί είναι ολότελα δικές μας, δεν μπορεί να μας τις κλέψει κανείς. Ας μην επιτρέψουμε στους άλλους να μας αμαυρώσουν αυτές τις αναμνήσεις με τα δηλητηριώδη τους σχόλια, με την κριτική τους και τον στιγματισμό που μας προσάπτουν. Ας τους αγνοήσουμε, όχι μόνο όσοι τυχόν βρισκόμαστε σε σχέσεις με διαφορά ηλικίας, αλλά όλοι. Ας κοιτάξει ο καθένας τη δική του σχέση και ας κρίνει τον εαυτό του αντί για τους άλλους. Αυτό είναι και το πιο δύσκολο πολλές φορές, το να κρίνει ο καθένας τον εαυτό του. Πώς όμως γίνεται να αγνοήσουμε τους άλλους, δηλαδή, εκείνους που μας εκφράζουν τα πικρόχολα σχόλιά τους;

Με το να βάζουμε όρια. Με το να επισημαίνουμε ότι δεν ζητήσαμε από κανέναν να μας πει τη γνώμη του για τη σχέση μας. Με το να τους θυμίζουμε να κρίνουν τον εαυτό τους και τη δική τους σχέση αντί για εμάς. Με το να υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας ότι κανείς δεν έχει το δικαίωμα να κρίνει τις επιλογές μας. Με το να μη λησμονούμε ότι είμαστε αυτοεξαρτώμενοι, ώριμοι και με ελεύθερη βούληση. Με το να μην ενδοβάλλουμε το δηλητήριο και την τοξικότητά τους που κρύβεται στη φράση: «στα λέω για το καλό σου».

 


Πηγές

 

https://www.psychologytoday.com/us/blog/navigating-the-love-gap/201802/is-big-age-difference-problematic-relationship.

https://docs.lib.purdue.edu/cgi/viewcontent.cgi?article=1024&context=psychpubs.

https://link.springer.com/referenceworkentry/10.1007%2F978-3-319-16999-6_233-1.

https://theconversation.com/mind-the-gap-does-age-difference-in-relationships-matter-94132.

https://www.abc.net.au/news/2018-04-20/couple-with-a-larger-age-gap-happier/9680764.

 


Ελεύθερη μετάφραση κειμένου: Κουραβάνας Νικόλαος

Επιμέλεια κειμένου: Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, Msc.

 

 

Αυτοεκπληρούμενη προφητεία: τα πράγματα γίνονται όπως προβλέπουμε;

«Ξέρεις ήδη πώς θα καταλήξουν τα πράγματα που ακόμα δεν έχουν αρχίσει. Οι άνθρωποι είμαστε τόσο ξεροκέφαλοι, που υποφέρουμε περισσότερο αν πέσουμε έξω στην προφητεία μας, παρά αν πάθουμε αυτό που προβλέψαμε, και τότε, χωρίς να το πολυκαταλάβουμε, αφιερωνόμαστε το να κάνουμε πραγματικότητα τις προσωπικές μας καταστροφές, ακόμα και αν είναι μόνο για να επιβεβαιώσουμε αυτό που ήδη ξέραμε… Τι ανοησία! Αν μπορείς να παραιτηθείς από τη ματαιόδοξη επιθυμία της πρόβλεψης του μέλλοντος, θα βρεις μπροστά στα μάτια σου όλα αυτά που σου μένουν να μάθεις. Θα μπορείς να προσεγγίζεις τους ανθρώπους και τις καταστάσεις χωρίς προκαταλήψεις. Θα μάθεις πως τίποτα δεν εγγυάται το τέλος μιας ιστορίας, από καμία άποψη. Θα έχεις θάρρος να εξερευνάς χωρίς δυσπιστία και να παραδίνεσαι χωρίς όρους στο παρόν της ζωής σου. Θα δεχτείς πως σε κάθε γωνία κρύβονται πάντα εκπλήξεις- και από τις καλές και από τις άλλες…» (Μπουκάι, σελ. 78-79).

 

Η αυτοεκπληρούμενη προφητεία διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη ζωή μας, στην καθημερινότητά μας και στον τρόπο που κάνουμε τις επιλογές. Πρόκειται για προβλέψεις που κάνουμε για τη ζωή μας και τελικά καταλήγουμε να γίνουν η νέα μας πραγματικότητα. Σ’ αυτή τη διαδικασία θα μπορούσε κάποιος να σκεφτεί και τι κακό έχει να προβλέπω αυτά που θα έρθουν και να γίνονται τελικά και πραγματικότητα; Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, το πρόβλημα εμφανίζεται στην τάση που έχουμε να κάνουμε αρνητικές προβλέψεις, στην προσπάθειά μας να προλάβουμε από πριν το κακό και να είμαστε προετοιμασμένοι για κάθε αναποδιά στη ζωή μας. Συνήθως, έχουμε την τάση να αναζητούμε τους παράγοντες εκείνους που θα μας οδηγήσουν στον όλεθρο, στην καταστροφή και επιμένοντας στην ενασχόλησή μας με αυτούς τους παράγοντες τελικά καταλήγουμε να φτιάξουμε εμείς τον δρόμο προς την καταστροφή. Κι έτσι, παραμένουμε μέσα σε έναν φαύλο κύκλο, από τον οποίο καθορίζονται τόσο οι σκέψεις όσο και οι συμπεριφορές μας, χωρίς να μπορούμε να βγούμε από το αδιέξοδο. Και μέσα σε αυτόν τον κύκλο βλέπουμε με διαστρεβλωμένο τρόπο τόσο την πραγματικότητα γύρω μας όσο και τον ίδιο μας τον εαυτό.

«Μερικές φορές, η ζωή αναλαμβάνει να τα ανατρέψει όλα- μαζί και τα προβλήματα που πιστεύουμε ότι έχουμε» (Μπουκάι, σελ. 81).


Το ερώτημα είναι: μπορούμε να απαλλαγούμε από την αυτοεκπληρούμενη προφητεία και από όλα όσα προσδοκούμε για τον εαυτό μας και τη ζωή μας, στην προσπάθειά μας να τον προστατεύσουμε από οτιδήποτε αρνητικό; Αν η ζωή ανατρέψει αυτό που ζούμε και αν μας οδηγήσει σε άγνωστα και μη προβλέψιμα μονοπάτια, έχουμε την ευκαιρία να αφήσουμε τους φαύλους κύκλους της αυτοεκπληρούμενης προφητείας και να δούμε την πραγματικότητα γύρω μας και τον εαυτό μας με έναν διαφορετικό τρόπο. Η ίδια η ζωή μπορεί να μας δώσει τέτοιου είδους ευκαιρίες… το ζήτημα είναι πόσο έτοιμοι μπορούμε να είμαστε εμείς ώστε να τις εντοπίσουμε, να τις αναγνωρίσουμε και εν τέλει να τις ακολουθήσουμε… 

 

Οι αυτοεκπληρούμενες προφητείες σχετίζονται με τον θετικό ή αρνητικό, αισιόδοξο ή απαισιόδοξο τρόπο σκέψης μας, με τη στάση μας απέναντι στη ζωή, με τις προσδοκίες μας και με τον τρόπο που βλέπουμε την πραγματικότητα. Οι αυτοεκπληρούμενες προφητείες επηρεάζουν το πώς νιώθουμε για τον εαυτό μας και τη ζωή μας, τι περιμένουμε και πόσο διεκδικητικοί είμαστε στην καθημερινότητά μας. Η έμφαση σε θετικές σκέψεις και συναισθήματα θα μπορέσει να μας προστατεύσει από αρνητικές αυτοεκπληρούμενες προφητείες…  από το κακό που μπορεί να προκαλέσουμε εμείς οι ίδιοι στον εαυτό μας.

 


Μπουκάι, Χόρχε. (2012). Βασίσου πάνω μου. Αθήνα: Opera

 


 

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2020

Προβληματικές ισορροπίες μέσα στην οικογένεια

Γιατί η οικογένειά μας, μας εμποδίζει να κάνουμε βήματα που μας πάνε μπροστά;

Ο ρόλος της οικογενειακής θεραπείας…


Ίσως κάποιοι από εμάς να έχουμε αναρωτηθεί γιατί όταν κάνουμε κάποιες επιλογές στη ζωή μας, για το καλό μας, για να βελτιωθούμε… συναντούμε σφοδρές αντιδράσεις από την ίδια μας την οικογένεια. Σε πολλές περιπτώσεις, η οικογένεια αναζητά τις χαμένες ισορροπίες της και μπορεί να επιλέξει και τον δρόμο της οικογενειακής θεραπείας…

Η οικογενειακή θεραπεία είναι μια μορφή ψυχοθεραπείας στην οποία ο ψυχολόγος συνεργάζεται με ολόκληρη την οικογένεια ταυτόχρονα αντί με μεμονωμένα μέλη. Συχνά, ένας οικογενειακός θεραπευτής θα αρνηθεί ακόμη και να ξεκινήσει μια συνεδρία εάν ένα ή περισσότερα μέλη της οικογένειας δεν είναι παρόντα. Η βασική θεωρία πίσω από την οικογενειακή θεραπεία είναι ότι μια οικογένεια είναι ένα σύστημα που αποτελείται από μέρη και ένα πρόβλημα με ένα από τα μέρη (δηλαδή με ένα από τα μέλη της οικογένειας) επηρεάζει ολόκληρο το σύστημα, ολόκληρη την οικογένεια. Οι οικογένειες προσπαθούν να διατηρήσουν αυτό που ονομάζεται «ομοιόσταση». Αυτό σημαίνει ότι οι οικογένειες προσπαθούν να διατηρήσουν τα πράγματα σταθερά ή ίδια. Εάν ένα μέλος της οικογένειας κάνει κάτι εκτός του «κανόνα», δηλαδή εκτός της σταθερότητας για τη συγκεκριμένη οικογένεια, τότε τα άλλα μέλη αυτής της οικογένειας θα πολεμήσουν εναντίον αυτού του μέλους που ξεκίνησε να διαφοροποιείται με σκοπό να επαναφέρουν τα πράγματα όπως ήταν παλιά. Αυτό γίνεται προβληματικό, ειδικά εάν ένα μέλος της οικογένειας είναι σε θεραπεία και μαθαίνει νέους τρόπους αντιμετώπισης των προκλήσεων της ζωής του, και η οικογένεια αγωνίζεται εναντίων των υγιών αλλαγών αυτού του ατόμου. 


Ένας λόγος για τον οποίο οι οικογένειες προσπαθούν να διατηρήσουν την ομοιόσταση είναι επειδή μια αλλαγή σε ένα μέλος της οικογένειας αναγκάζει τα υπόλοιπα μέλη να προσαρμοστούν και να αλλάξουν επίσης και τα ίδια. Για παράδειγμα, εάν μια κακοποιημένη σύζυγος πηγαίνει στη θεραπεία και μαθαίνει πώς να αντιστέκεται στον άντρα της και να φροντίζει τον εαυτό της, τότε είναι πολύ πιθανό ο σύζυγος να «πολεμήσει» εναντίον της για να διατηρήσει τον έλεγχο που έχει επάνω της. Αυτό δυσκολεύει την αλλαγή της συζύγου. Επομένως, οι οικογενειακοί θεραπευτές προτείνουν ότι η θεραπεία ολόκληρης της οικογένειας στο σύνολό της είναι πολύ πιο αποτελεσματική από την θεραπεία με ένα μέλος ξεχωριστά.

Αξίζει επίσης, να έχουμε υπόψη ότι όσο πιο «προβληματική» είναι μια οικογένεια, τόσο πιο αφοσιωμένη είναι ως σύστημα διατήρησης του status quo. Για τα μέλη της, η αλλαγή είναι απλά πολύ απειλητική, καθώς αντιπροσωπεύει το άγνωστο. Και το γνωστό, ανεξάρτητα από το πόσο «προβληματικό» είναι, προτιμάται πάντα από το άγνωστο.

Η έννοια της ομοιόστασης, λοιπόν, σημαίνει ότι το οικογενειακό σύστημα επιδιώκει να διατηρήσει τη συνήθη οργάνωση και λειτουργία του με την πάροδο του χρόνου. Τείνει δηλαδή, να αντιστέκεται στην αλλαγή. Ο οικογενειακός θεραπευτής μπορεί να χρησιμοποιήσει την έννοια της ομοιόστασης για να εξηγήσει γιατί ένα συγκεκριμένο οικογενειακό σύμπτωμα έχει εμφανιστεί σε μια δεδομένη στιγμή, καθώς και γιατί ένα συγκεκριμένο μέλος αναγνωρίζεται ως «προβληματικό», και τι είναι πιθανό να συμβεί όταν η οικογένεια αρχίσει να αλλάζει.

 

Η Βιρτζίνια Σατίρ υπήρξε βιωματική οικογενειακή θεραπεύτρια, η οποία είχε σημαντική επιρροή στις θεωρίες σχετικά με την οικογενειακή θεραπεία. Πίστευε ότι όλες οι οικογένειες έχουν υγιείς προθέσεις που χάθηκαν όμως σε ανθυγιεινές συμπλοκές. Με άλλα λόγια, τα μέλη της οικογένειας θέλουν υγιείς σχέσεις και έχουν καλές προθέσεις, αλλά απλώς δεν ξέρουν πώς να επικοινωνούν τις ανάγκες και τις επιθυμίες τους με κατάλληλους τρόπους.

Η Σατίρ είχε εξηγήσει ότι όλες οι οικογένειες είναι ισορροπημένα συστήματα, αλλά ορισμένα μέλη της οικογένειας κρίνονται άνισα και αυτό προκαλεί άγχος και σύγκρουση. Για παράδειγμα, εάν μια μητέρα και ένας πατέρας δεν ταιριάζουν, συχνά κάνουν ένα παιδί προκειμένου αυτό να είναι το «ενδιάμεσο» για αυτούς. Συγκρούονται έτσι, μέσω του παιδιού τους. Η γονική σύγκρουση είναι ένα παράδειγμα πρόσθετου στρες σε μια οικογένεια που μπορεί να προκαλέσει «ανισορροπία βάρους». Όταν τα παιδιά χρησιμοποιούνται ως ίσοι με τους γονείς, αναλαμβάνοντας ευθύνες ή ρόλους ενηλίκων, τότε παίρνουν επίσης επιπλέον βάρος που δεν τους αναλογεί στην οικογένεια.

Σε καταστάσεις όπως η παραπάνω, οι γονείς προκαλούν «ασυμφωνία βάρους» στο οικογενειακό σύστημα, κι έτσι το παιδί επιστρατεύεται ασυνείδητα και αναλαμβάνει το ρόλο για την εξισορρόπηση του συστήματος. Δηλαδή, το παιδί αναλαμβάνει επιπλέον βάρος ή ευθύνη για τους γονείς του, ούτως ώστε να είναι αυτό το οποίο θα εξουδετερώνει την ανισορροπία, κάθε φορά που αυτή θα προκαλείται. Προκειμένου να επιλυθεί αυτό το πρόβλημα, η Σατίρ πίστευε ότι οι γονείς έπρεπε να γίνουν πιο ισορροπημένοι, ώστε το παιδί τους να μπορεί να υποχωρήσει στη θέση όπου ανήκει και να μην χρειάζεται να φορτώνεται με επιπλέον βάρος που δεν του αναλογεί. 

 

Επίσης, ένας άλλος σημαντικός οικογενειακός θεραπευτής ήταν ο Μινούτσιν. Μία από τις συνεισφορές του στην οικογενειακή θεραπεία αφορούσε στα όρια. Δήλωνε ότι οι οικογενειακές σχέσεις αποτελούν μια συνέχεια από την κακοποίηση έως την αποδέσμευση. Η κακοποίηση περιγράφει σχέσεις όπως τον υπερβολικό γονέα. Είναι μια σχέση στην οποία τα μέλη της οικογένειας δεν μπορούν να καθορίσουν πού «τελειώνει» το ένα άτομο και πού «ξεκινά» το άλλο άτομο, θέλοντας κατά αυτό τον τρόπο να υπογραμμίσει την έλλειψη ορίων. Η αποδέσμευση είναι το αντίθετο της κακοποίησης. Στην αποδέσμευση, τα όρια των μελών της οικογένειας είναι τόσο κλειστά που αποφεύγουν το ένα το άλλο, δεν μπορούν να ζητήσουν βοήθεια και δεν έχουν καμία αίσθηση οικογενειακής πίστης.

Ο Μινούτσιν περιέγραψε, επίσης, την έννοια του «τριγωνισμού» εντός της οικογένειας. Ένα παράδειγμα τριγωνισμού είναι η κατάσταση στην οποία ένας γονέας συνεργάζεται με ένα από τα παιδιά του στρέφοντάς το εναντίον του άλλου γονέα. Εάν το παιδί παίρνει το μέρος του ενός, τότε εκλαμβάνεται ως μη-πιστό ή ανέντιμο από τον άλλο γονέα. Σε τέτοιες καταστάσεις δεν υπάρχει νικητής, είναι όλοι ηττημένοι. Το παιδί χρησιμοποιείται ως εξωτερικό εμπόδιο μεταξύ των γονέων που συγκρούονται. Η κακοποίηση, η αποδέσμευση και ο τριγωνισμός είναι όλα θέματα οικογενειακής δομής. Τα τρίγωνα σε ένα οικογενειακό σύστημα συνήθως αλληλοσυνδέονται με τρόπο που διατηρεί την οικογενειακή ομοιόσταση. Η διαδικασία οικογενειακής θεραπείας του Μινούτσιν ήταν να εξετάσει την οικογενειακή δομή, να παρακολουθήσει τα δυσλειτουργικά τους πρότυπα και να αναδιαρθρώσει την οικογένεια με πιο υγιείς τρόπους.

 

Κάθε μέλος της οικογένειας θα πρέπει να διατηρεί τη δική του αίσθηση του εαυτού του, ενώ ταυτόχρονα θα παραμένει συναισθηματικά συνδεδεμένο με την οικογένεια. Ας μην λησμονούμε ότι ένα σημάδι μιας υγιούς οικογένειας είναι η ικανότητά της να επιτρέπει στα μέλη της να διαφοροποιούνται. Ο σεβασμός στις επιθυμίες του κάθε μέλους θα πρέπει να αποτελεί την υπ’ αριθμόν ένα προτεραιότητα!

 


Πηγές:

http://drstoop.com/homeostasis-and-family/.

https://www.alleydog.com/topics/family-therapy.php#.X3MGcWgzZPY.

https://family.jrank.org/pages/597/Family-Systems-Theory-Basic-Concepts-Propositions.html.

https://medical-dictionary.thefreedictionary.com/Family+systems+therapy

Retrieved: 29/9/20. 

 

Ελεύθερη μετάφραση κειμένου: Κουραβάνας Νικόλαος

Επιμέλεια κειμένου: Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, Msc.