Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2016

«Φόβος και αντινομίες της ζωής»



Απόσπασμα από το βιβλίο του Riemann “Τετραλογία του φόβου”

«Το συναίσθημα του φόβου θα αποτελεί πάντα αναπόσπαστο στοιχείο της ύπαρξής μας. Όσο όμως κι αν αυτό είναι γενικά αποδεκτό, ο καθένας μας ζει τον προσωπικό του φόβο, τον φόβο που τον νιώθει μοναδικό, όπως τον θάνατο ή την αγάπη. Κάθε άνθρωπος βιώνει την προσωπική του μορφή φόβου που ανήκει σε αυτόν και στην ύπαρξή του, όπως και τη δική του μορφή αγάπης και τον δικό του θάνατο. Ο φόβος, λοιπόν, βιώνεται και καθρεφτίζεται εξατομικευμένα, για αυτό και έχει πάντα μια προσωπική σφραγίδα. Αυτός ο προσωπικός μας φόβος εξαρτάται από τις ατομικές συνθήκες ζωής, την ιδιοσυγκρασία μας και το περιβάλλον μας και έχει ένα ιστορικό εξέλιξης που αρχίζει πρακτικά με τη γέννησή μας».


«Αν παρατηρήσουμε κάποια στιγμή τον φόβο “δίχως φόβο”, σχηματίζουμε την εντύπωση ότι έχει δύο πλευρές:
Αφενός μπορεί να μας ενεργοποιήσει.
Αφετέρου να μας παραλύσει.

Ο φόβος είναι πάντα ένδειξη και προειδοποίηση κινδύνου και ταυτόχρονα μας ωθεί να τον ξεπεράσουμε. Η παραδοχή και η αντιμετώπιση του φόβου σημαίνει ένα βήμα εξέλιξης, δρομολογεί ένα στάδιο ωρίμανσης. Αντίθετα, η άρνηση του φόβου και η αποφυγή της αντιμετώπισής του εμποδίζει την εξέλιξή μας, οπότε μένουμε στάσιμοι και ανώριμοι. Ο φόβος εμφανίζεται πάντα όταν βρεθούμε σε μια κατάσταση που δεν την αντέχουμε ή που δεν είμαστε ακόμα σε θέση να την αντέξουμε. Κάθε στάδιο ωρίμανσης και εξέλιξης είναι συνδεδεμένο με τον φόβο, διότι μας οδηγεί σε κάτι καινούργιο και άγνωστο, κάτι που δεν έχουμε δοκιμάσει μέχρι στιγμής, σε εσωτερικές ή εξωτερικές καταστάσεις, που δεν έχουμε ακόμα ζήσει ή αισθανθεί. Καθετί νέο και άγνωστο, καθετί που νιώθουμε ή κάνουμε για πρώτη φορά εμπεριέχει όχι μόνο το ερέθισμα του καινούργιου, τη χαρά για την περιπέτεια και τη λαχτάρα για το ρίσκο, αλλά συγχρόνως και τον φόβο» (σ. 18-19).


Σύμφωνα με τον ίδιο συγγραφέα, όλες οι μορφές φόβου αποτελούν παραλλαγές συγκεκριμένων μορφών φόβου, πρωταρχικές μορφές του φόβου, που συνδέονται με την παρουσία και τη διαβίωσή μας μέσα στον κόσμο, στον οποίο συνυπάρχουν δύο μεγάλες αντινομίες:

«Είμαστε υποχρεωμένοι να ζούμε κάτω από την επίδραση άλυτων αντιθέσεων και αντιφάσεων αυτών των δύο αντινομιών»:

Η πρώτη αντινομία αφορά την απαίτηση της ζωής, ότι θα πρέπει να βιώνουμε την αυτοπροστασία και την αυτοπραγματώση, την αφοσίωση και τον αλτρουισμό. Να ξεπερνάμε δηλαδή ταυτόχρονα και τον φόβο της αυταπάρνησης και τον φόβο της αντινομίας.
Η δεύτερη αντινομία απαιτεί από εμάς να επιδιώκουμε ταυτόχρονα τη διάρκεια και την αλλαγή, ξεπερνώντας τον φόβο της αναπόφευκτης παροδικότητας και τον φόβο της αναπόφευκτης αναγκαιότητας.


Οι τέσσερις βασικές μορφές φόβου είναι οι εξής:
Φόβος της αφοσίωσης, που βιώνεται ως απώλεια του Εγώ και ως εξάρτηση
Φόβος της αυτονομίας, που βιώνεται ως απομόνωση και έλλειψη προστασίας
Φόβος της αλλαγής, που βιώνεται ως παροδικότητα και ανασφάλεια
Φόβος της αναγκαιότητας, που βιώνεται ως οριστικότητα και απώλεια της ελευθερίας
(Riemann, 1994: 24-25)

Οι επιμέρους φόβοι που έχουμε στηρίζονται σε αυτές τις τέσσερις βασικές μορφές φόβου. Σημαντικό ρόλο παίζουν οι φόβοι που έχουμε βιώσει στην παιδική ηλικία, καθώς δεν έχουν αναπτυχθεί ακόμη οι απαιτούμενες άμυνες. Επομένως, είναι σημαντικό να καταφέρουμε να εντοπίσουμε και να αναγνωρίσουμε τους φόβους που κουβαλάμε από την παιδική μας ηλικία.


Riemann, F. (1994). Τετραλογία του φόβου. Μτφρ. Π. Παπαδόπουλος.

Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2016

Μεγαλώνοντας με έναν απόμακρο πατέρα



Ένας «παρών- απών» πατέρας

«Ήσουν πάντα απών. Για να είμαι πιο ακριβής ήσουν πάντα ένας «παρών- απών». Παρών ως φυσική παρουσία αλλά απών ως προς τη μεταξύ μας σχέση. Συναισθηματικά δεν ήσουν ποτέ εδώ… καμία επικοινωνία, καμία κατανόηση, καμία ενσυναίσθηση, καμία σχέση».

Πόσο δύσκολο είναι να μεγαλώνουμε με έναν συναισθηματικά απόμακρο πατέρα; Και το πιο δύσκολο από όλα είναι ότι ενώ είναι «παρών» δεν μπορείς να του κάνεις τα παράπονα που έχεις γιατί ξέρεις ότι δεν πρόκειται να τα ακούσει και δεν μπορεί να σε κατανοήσει. Είναι σαν να έχεις σχέση με ένα φάντασμα, από το οποίο δεν μπορείς να απαλλαγείς καθώς δεν είναι δυνατό να ξεφύγεις από ένα μη υπαρκτό στη ζωή σου πρόσωπο. Πάντα θα υπάρχει και πάντα θα νιώθεις ότι σε στοιχειώνει αυτή η σχέση, χωρίς να προχωρά και να εξελίσσεται.

Ένας παρών- απών πατέρας δεν μπορεί ποτέ να βρίσκεται εδώ, να νιώθεις ότι βρίσκεται εδώ, να είναι διαθέσιμος συναισθηματικά και ανοιχτός στην επικοινωνία μαζί σου. Η φυσική του, όμως, παρουσία διαρκώς σου δίνει μια αίσθηση ελπίδας, μια διαρκής αναζήτηση δόμησης μιας ουσιαστικής σχέσης, μια αποκατάσταση της μέχρι τώρα απούσας επικοινωνίας.   


Και αφού μεγάλωσες με μια πατρική φιγούρα που υπήρχε και δεν υπήρχε, που ήταν και δεν ήταν εδώ, που σου έδινε και δεν σου έδινε σημασία, έφτασες στο σήμερα, να αναρωτιέσαι τι θέλεις από τους άλλους και από τις σχέσεις σου. Σκέψου πρώτα τι έχεις μάθει να περιμένεις από ένα σημαντικό για σένα πρόσωπο. Μήπως οι περισσότερες σχέσεις σου περιλαμβάνουν συναισθηματικά μη διαθέσιμα άτομα; Πόσο ασφαλές και οικείο σου είναι αυτό; Μπορεί να μην σε ικανοποιεί, ξέρεις, όμως, πώς να συμπεριφερθείς, τι να περιμένεις και τι να προσδοκάς, προσπαθώντας να καλυφθούν τα κενά που έχουν δημιουργηθεί από τη σχέση με τον πατέρα.

Όταν έχεις μεγαλώσει με έναν «παρών- απών» πατέρα έχεις ήδη βιώσει αρκετή απογοήτευση. Οπότε μεγαλώνοντας θεωρείς ότι δεν μπορείς να περιμένεις κάτι παραπάνω από τους άλλους ανθρώπους. Αφού ένας τόσο δικός σου άνθρωπος σε πλήγωσε, σε απογοήτευσε και σε πρόδωσε, γιατί να μην το κάνουν και όλοι οι άλλοι γύρω σου; Έτσι, βιώνεις ένα έντονο φόβο να αφεθείς και να εμπιστευτείς άλλους ανθρώπους. Η απόσταση που βίωνες από την πλευρά του πατέρα σου είναι τώρα η δική σου πραγματικότητα. Λόγω φόβου να μην απογοητευθείς και να μην πληγωθείς κρατάς απόσταση από τους άλλους ανθρώπους γύρω σου. Φοβάσαι να αφήσεις τους άλλους να σε πλησιάσουν, σου είναι δύσκολο να μοιραστείς τους φόβους, τα πάθη και τις ανησυχίες σου με ένα σημαντικό για σένα πρόσωπο. Κάνεις σχέσεις στις οποίες ουσιαστικά δεν είσαι εκεί… για να μην πληγωθείς, για να μην απογοητευθείς, για να μην ξαναβιώσεις όλα όσα βίωνες τόσα χρόνια στη σχέση σου με τον πατέρα σου. Και μήπως καταλήγεις σε αυτές τις σχέσεις να είναι «παρών- απών»; 

Σε τέτοιου είδους σχέσεις δεν υπάρχει η δυνατότητα να καλλιεργηθεί η εμπιστοσύνη, με αποτέλεσμα να προκύπτουν σημαντικά προβλήματα εμπιστοσύνης και αίσθησης ασφάλειας. Όλοι είναι αναξιόπιστοι και δεν αξίζουν την εμπιστοσύνη σου. Ακόμα κι αυτοί που θα μπορούσες να τους εμπιστευτείς σίγουρα έχουν κάποια κίνητρα που θα τα ανακαλύψεις στη συνέχεια. Δεν γίνεται κάποιος να είναι καλός μαζί σου χωρίς να υπάρχει κάποιος απώτερος σκοπός, κάποιος βαθύτερος λόγος. Κι όσο αναλώνεσαι σε τέτοιου είδους σκέψεις και σχέσεις αποδεικνύεις στον εαυτό σου πόσο ανεπαρκείς είναι οι συναισθηματικές σχέσεις για σένα, πόσα λίγα σου προσφέρουν και πόσο μπορεί να σε πληγώσουν. Και το αποτέλεσμα πάντα το ίδιο: αποτυχία. Κανείς δεν θέλει να σε γνωρίσει πραγματικά, κανείς δεν μπορεί να είναι πραγματικά εδώ για σένα και κανείς δεν σ’ αγαπά. 

Όλα όσα δεν έλαβες από τη σχέση με τον «παρών- απών» πατέρα σου δεν κατάφερες να τα λάβεις και από καμία άλλη σχέση; Μήπως αυτό πίστευες από την αρχή και απλά επέλεγες ασυνείδητα όλα όσα το επιβεβαίωναν; Στο τέλος, ίσως καταλήγουμε να επαναλαμβάνουμε διαρκώς αυτό που διακαώς προσπαθούμε να αποφύγουμε. Αντί να προσπαθούμε να το αποφύγουμε, θα ήταν προτιμότερο να προσπαθούμε να το αναγνωρίσουμε, να το προσεγγίσουμε, να το βιώσουμε, να το επεξεργαστούμε…

Μπορεί να κρύβει πολλές αρνητικές εμπειρίες και απωθημένα το να έχουμε μεγαλώσει με έναν απόμακρο και απών πατέρα, όμως, είναι πολύ περισσότερα τα αρνητικά που βιώνουμε αν δεν συνειδητοποιήσουμε όλα όσα ζήσαμε, όλα όσα δεν ζήσαμε και όλα όσα θα θέλαμε να ζήσουμε. 

«Δεν ήσουν ποτέ εδώ… να με δεις, να με ακούσεις, να με νιώσεις, να με στηρίξεις… κι όμως σ’ έβλεπα και περίμενα... Κι αυτό είναι πολύ χειρότερο από το να ήσουν ολότελα απών…». 

«Ήταν σαν μια διαρκή απώλεια, που την διάψευδε η παρουσία σου, αλλά την ίδια στιγμή την επιβεβαίωνε η συναισθηματική σου απουσία. Ήσουν ένας «παρών- απών», δεν μ’ άφηνες να πενθήσω την απουσία σου, αλλά ούτε και να χαρώ την παρουσία σου. Και κάπως έτσι πέρασε όλη μου η ζωή μαζί σου… προσδοκώντας, ελπίζοντας…».


Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2016

Μαθαίνοντας να χαλαρώνουμε



Αναπνοή: πρώτα από όλα μαθαίνουμε να ελέγχουμε την αναπνοή μας
Καθόμαστε αναπαυτικά σε μια πολυθρόνα ή ξαπλώνουμε και εστιάζουμε την προσοχή μας στην αναπνοή μας. Το βασικό είναι ο ρυθμός.

Εισπνέουμε φέρνοντας αργά τον αέρα στους πνεύμονές μας (προσπαθούμε να νιώσουμε τον αέρα να κατεβαίνει στο διάφραγμά μας), κρατάμε την αναπνοή μας για ένα με δύο δευτερόλεπτα και κατόπιν εκπνέουμε αργά.

Δοκιμάζουμε να εισπνέουμε και να εκπνέουμε μετρώντας αργά: ΕΙΣΠΝΟΗ (1,2,3,4), ΣΤΑΜΑΤΗΜΑ (1,2) και ΕΚΠΝΟΗ (1,2,3,4).


Όταν βρούμε ένα βολικό ρυθμό που μας ταιριάζει, εστιάζουμε την προσοχή μας στις λέξεις εισπνοή και εκπνοή. Συνεχίζουμε να επαναλαμβάνουμε: «Εισπνοή- εκπνοή, εισπνοή- εκπνοή» σε συγχρονισμό με την αναπνοή μας. 

(«Μην πιέζετε τον εαυτό σας. Απλώς αφεθείτε και αναπνεύστε αρκετά βαθιά και αργά, με ένα χαλαρό ρυθμό που σας βολεύει. Μόλις καταφέρτε να διατηρήσετε αυτό το βασικό ρυθμό, συλλογιστείτε ότι προσπαθείτε να επιβραδύνετε τους ρυθμούς του σώματός σας και να χαλαρώστε. Κάθε φορά που εκπνέετε πείτε από μέσα σας τη λέξη ΧΑΛΑΡΩΣΕ ή αν προτιμάτε ΗΡΕΜΗΣΕ. Φανταστείτε ότι με κάθε εκπνοή νιώθετε το σώμα σας πιο ζεστό, πιο βαρύ και πιο χαλαρό, καθώς η έντασή σας φεύγει»).

Μυϊκή χαλάρωση: Μόλις μάθουμε να αναπνέουμε σωστά χωρίς προσπάθεια, στρέφουμε την προσοχή μας στο σώμα μας. Υπάρχουν πολλές μέθοδοι για να χαλαρώσουμε το σώμα μας. Κατ’ αρχάς μπορούμε να εστιάσουμε σε ένα μέρος του σώματός μας κάθε φορά. Καθώς εισπνέουμε σφίγγουμε ελαφρά το μέρος αυτό, και καθώς εκπνέουμε το νιώθουμε να χαλαρώνει και αφήνουμε την ένταση να φύγει.


Ας αρχίσουμε με τα πέλματά μας. Καθώς εισπνέουμε σφίγγουμε τα πέλματά μας και νιώθουμε την ένταση. Τη στιγμή που εκπνέουμε λέμε «χαλάρωσε» και αφήνουμε την ένταση να φύγει από τα πέλματά μας. Επαναλαμβάνουμε.

Προχωράμε στις κνήμες μας και κάνουμε το ίδιο. Εισπνέοντας σφίγγουμε τις κνήμες μας και νιώθουμε την ένταση. Εκπνέοντας λέμε «χαλάρωσε» και αφήνουμε την ένταση να φύγει από τις κνήμες μας. Επαναλαμβάνουμε.

(«Παρατηρήστε ότι οι μύες σας έχουν διαφορετική αίσθηση όταν είναι σφιγμένοι από ότι όταν αφήνετε την ένταση να φύγει. Φανταστείτε ότι το σώμα σας γίνεται ζεστό και βαρύ. Εφαρμόστε την ίδια μέθοδο και εστιάστε την προσοχή σας σε μια μυϊκή ομάδα κάθε φορά, ανεβαίνοντας προοδευτικά στους μυς των μηρών, της μέσης, του στομαχιού, του στήθους, του αυχένα, των ώμων, των χεριών και του προσώπου. Για να δημιουργήσετε ένταση στο πρόσωπό σας, συνοφρυωθείτε. Αφού καλύψετε όλες τις βασικές μυϊκές ομάδες, ασχοληθείτε με ολόκληρο το σώμα σας επιτρέποντάς του να χαλαρώσει καθώς εισπνέετε και εκπνέετε»).

Η άσκηση θα πρέπει να διαρκεί τουλάχιστον 10 λεπτά ή περισσότερο, αν το επιθυμείτε. Μπορείτε να την εφαρμόζετε όποια στιγμή θέλετε. Μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη, κυρίως, λίγο πριν πέσετε για ύπνο.


Άλλοι τρόποι χαλάρωσης

«Οι δημιουργικές φαντασιώσεις, δηλαδή οι ευχάριστες εικόνες που φέρνουμε στο μυαλό μας, μπορούν να μας βοηθήσουν να επιτύχουμε βαθύτερη χαλάρωση. Για παράδειγμα, καθώς ακούτε τον ήχο των εισπνοών και των εκπνοών σας, δείτε αν, φέρνοντας στο μυαλό σας τα κύματα της θάλασσας που πλησιάζουν και τραβιούνται, βαθαίνει τη χαλάρωσή σας. Εστιάστε την προσοχή σας στη θαλάσσια αύρα και στο πως χαϊδεύει απαλά την ακτή σε απόλυτο συγχρονισμό με την αναπνοή σας. Με κάθε εκπνοή  η έντασή σας φεύγει παρασυρμένη από το κύμα. Άλλοι άνθρωποι προτιμούν την εικόνα ενός όμορφου κήπου ή ενός δάσους, τη ροή ενός ποταμού κ.α. Οι εικόνες είναι καθαρά προσωπικές. Δημιουργήστε στο μυαλό σας ένα ήρεμο, θεραπευτικό μέρος και επιστρέψτε σε αυτό όποτε θέλετε να χαλαρώσετε…»


Gilbert, Paul. (2014). Ξεπερνώντας την κατάθλιψη. Ένας οδηγός αυτοβοήθειας με γνωσιακές- συμπεριφοριστικές τεχνικές. Αθήνα: Εκδόσεις Πεδίο.

Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2016

Απομυθοποίηση του συντρόφου: Αρκεί η αγάπη;



Οι άνθρωποι ενοχλούνται όχι από τα πράγματα αλλά από τον τρόπο με τον οποίο τα ερμηνεύουν.
Επίκτητος

Αν παραφράσουμε τα λόγια του Επίκτητου, οι άνθρωποι ενοχλούνται όχι από τις σχέσεις καθαυτές, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο τις ερμηνεύουν. Τι είδους ερμηνείες και τι είδους διαστρεβλώσεις δημιουργούνται στις σχέσεις, από πού πηγάζουν οι συγκρούσεις και πώς φτάνουμε από τον έρωτα και τον ενθουσιασμό στον πόλεμο και την επίκριση;
«Πώς λοιπόν ένα ζευγάρι περνά από τη μυθοποίηση στην απομυθοποίηση, από τη γοητεία στην απογοήτευση, από την απόλυτη ικανοποίηση στη δυσαρέσκεια;»

Πώς σε μια σχέση ο θαυμασμός μετατρέπεται σε επίκριση;

Όταν πλέον αρχίζει η απομυθοποίηση του κάθε συντρόφου για τη σχέση, το κάθε μέλος της σχέσης αρχίζει να αποδίδει αρνητικούς χαρακτηρισμούς στα ίδια χαρακτηριστικά, τα οποία αρχικά αντιμετωπίζονταν με ενθουσιασμό. Δεν σημαίνει απαραίτητα πως αυτό θα συμβεί ταυτόχρονα και από τις δύο πλευρές.


Ωστόσο, η απομυθοποίηση του συντρόφου για τη σχέση οδηγεί σε αλλαγή ως προς τον τρόπο αντίληψης του συντρόφου και κατ’ επέκταση σε αλλαγή ως προς τα συναισθήματα που βιώνει το άτομο.

Κάθε σχέση ξεκινάει με μια εξιδανίκευση του συντρόφου, με υψηλές προσδοκίες και αναμονές, με μια θετική πρόσληψη του συντρόφου, εστιάζοντας στα θετικά στοιχεία που φέρει. Η εξιδανίκευση όμως γκρεμίζεται… αρχίζει να καταρρέει όταν εμφανίζονται τα προβλήματα της συμβίωσης και της καθημερινότητας. Έτσι, τον αυθορμητισμό του συντρόφου τώρα πλέον μπορούμε να τον ερμηνεύουμε ως επιπολαιότητα, την έλλειψη σοβαροφάνειας ως επιφανειακή συμπεριφορά και την ευελιξία ως ανευθυνότητα.


«Για να διαπιστώσουμε τι μπορεί να θεραπεύσει τις πληγές ενός ζευγαριού, πρέπει κατ’ αρχάς να καταλάβουμε πιο ολοκληρωμένα πώς οι σχέσεις μπορούν να διαλυθούν. Παραδόξως, οι ρίζες του προβλήματος συχνά ανάγονται στην καταλυτική γοητεία που προσέλκυσε τους δύο συντρόφους στην αρχή». Αυτό, δηλαδή, που αρχικά λειτουργούσε ως στοιχείο έλξης σταδιακά μετατρέπεται σε ένα χαρακτηριστικό που δεν μπορούμε να αντέξουμε στον άλλο και μας εκνευρίζει. Για να αντιμετωπίσουμε τις πληγές που έχουν δημιουργηθεί θα πρέπει να ανατρέξουμε στα στοιχεία έλξης, που αποτέλεσαν τις βάσεις της σχέσης κατά τα πρώτα στάδια. 

Ωστόσο, τα στοιχεία που προσελκύουν στην αρχή τους συντρόφους δεν αρκούν για να διατηρήσουν τη σχέση. Σταδιακά, οι σύντροφοι βλέπουν να μειώνονται οι προσδοκίες τους από τη σχέση ή να αυξάνονται οι απαιτήσεις που έχει η σχέση. Επίσης, σε πολλές περιπτώσεις έρχονται αντιμέτωποι με μια αθέτηση υποσχέσεων, καθώς κάποιες υποσχέσεις που είχαν δοθεί κατά τα πρώτα στάδια της σχέσης δεν εκπληρώθηκαν, με αποτέλεσμα να συσσωρευτούν και να οδηγήσουν με πιο γρήγορους ρυθμούς στην απομυθοποίηση. 

Προβλήματα προκύπτουν στο ζευγάρι και από τις διαφορές ως προς την αντίληψη του ενός για τον άλλο, αλλά και για τον ίδιο τους τον εαυτό, καθώς και γενικότερα ως προς τον τρόπο αντίληψης των πραγμάτων. Τα προβλήματα αυτά οδηγούν σε συγκρούσεις ως προς τις αντιλήψεις και πεποιθήσεις, καθώς και ως προς τον τρόπο αντίληψης του άλλου. Οι συγκρούσεις συμβάλλουν στην ενίσχυση των εγωκεντρικών αντιλήψεων, καθώς το άτομο λόγω της απειλής που βιώνει υιοθετεί μια κλειστή οπτική γωνία έτσι ώστε να μπορέσει να αμυνθεί. 


Κι έτσι, δύο σύντροφοι που είχαν αγαπηθεί πολύ καταλήγουν να μαλώνουν, να λογομαχούν, να βρίσκονται σε μια εμπόλεμη κατάσταση. Όταν κάποιος έχει πληγωθεί έχει την τάση να κατηγορεί και να εντοπίζει τις αρνητικές πτυχές του άλλου. Είναι ένας τρόπος άμυνας, αλλά και ένας τρόπος εκτόνωσης. Οι πληγές παραμένουν, ωστόσο, οι συγκρούσεις διαβρώνουν την εικόνα που έχει ο κάθε σύντροφος για τον άλλο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο κάθε σύντροφος να θέτει κάποιους κανόνες μέσα στη σχέση, που οδηγούν στη δόμηση ενός τείχους, το οποίο δεν επιτρέπει την εξέλιξη της σχέσης.


Χρειάζεται διαρκής προσπάθεια ώστε να εξελίσσεται και να αναπτύσσεται η σχέση. Απαραίτητο στοιχείο είναι να αναζητούμε τα στοιχεία εκείνα για τα οποία έχουμε αγαπήσει τον άλλο και να μην μένουμε μόνο στα αρνητικά που προκύπτουν μέσα στην καθημερινότητα. Δεν αρκεί η αγάπη για να είμαστε ευτυχισμένοι μέσα σε μια μακροχρόνια σχέση. Απαιτείται μια διαρκής αναδόμηση της εικόνας που έχουμε για τον άλλο και του τρόπου που αντιλαμβανόμαστε τη σχέση και αξιολογούμε τη συμπεριφορά του άλλου στο πλαίσιο της σχέσης.


Beck, A.T. (2012). Δεν αρκεί μόνο η αγάπη. Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη.