Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2015

Ντρέπομαι για τους γονείς μου…



”Εμένα μου φαίνεται πως οι γονείς μου γέρασαν και το χουν χάσει”.
”Και μένα μου φαίνεται πως εσύ τους κοιτάς με διαφορετικά μάτια”. 
”Μα τι σημασία έχει αυτό; Αυτό που είναι, είναι όπως λες κι εσύ”.
Μπουκάι


Ντρέπομαι για τους γονείς μου… ή τα παιδιά μου ντρέπονται για μένα…

Ας το δούμε και από τις δύο πλευρές: πώς νιώθει ένα παιδί που ντρέπεται για τους γονείς του και πώς νιώθει ένας γονιός που καταλαβαίνει ότι το παιδί του ντρέπεται για αυτόν; 

«Υπήρχαν φορές που ντρεπόμουν για αυτή. Δεν ήταν όσο μορφωμένη μου άξιζε, όσο νέα έπρεπε, όσο όμορφη ήθελα. Δεν ξέρω εάν το καταλάβαινε».

«Η κόρη μου δεν μου προτείνει ποτέ να βγούμε μια βόλτα έξω. Πολλές φορές της το έχω ζητήσει και πάντα βρίσκει μια δικαιολογία. Πιστεύω ότι ντρέπεται για μένα».
«Δεν θέλω να εμφανίζομαι πουθενά με τους γονείς μου. Εντάξει, έχουν άλλη ηλικία, άλλες νοοτροπίες και απόψεις, δεν θέλω να με κάνουν ρεζίλι».

Στον κύκλο μας μπορεί να έτυχε να ακούσουμε τα παραπάνω λόγια σε κάποιες κρίσεις ειλικρίνειας ή σε στιγμές με εξομολογητική διάθεση. Και από τις δύο μεριές, η σκέψη αυτή σαν βίωμα ή σαν κατάσταση προκαλεί ενοχές. 

Μεγαλώνοντας, από την εφηβεία ή και πιο νωρίς αρχίζουμε να ασκούμε κριτική στους γονείς, να τους αμφισβητήσουμε και να θέλουμε να τους αλλάξουμε. Ως παιδιά, έχουμε ζηλέψει τους γονείς άλλων παιδιών ή έχουμε σκεφτεί «μακάρι, να είχα κι εγώ τέτοιους γονείς». Όμως, κι ως ενήλικες πλέον στο ρόλο του παιδιού μπορεί να νιώθουμε διάφορα αρνητικά συναισθήματα ντροπής και απαξίωσης για τους γονείς μας. Όσο ασχολούμαστε με το θέμα αυτό και το φέρνουμε στο μυαλό μας στόχος είναι να το επιλύσουμε και όχι να δημιουργηθούν τύψεις και ενοχές, που δεν θα μας βοηθήσουν σε κάτι. Απλά, είναι σημαντικό να καταφέρουμε να αποδεχθούμε τους γονείς μας, γιατί είναι σαν εν μέρει να μην αποδεχόμαστε τον ίδιο μας τον εαυτό. Και θα πρέπει να σκεφθούμε πώς η συμπεριφορά μας απέναντι στους γονείς μας θα πρέπει να είναι τέτοια, που δεν θα μας κάνει να μετανιώσουμε αργότερα… γιατί οι γονείς μας δεν θα είναι για πάντα στη ζωή μας και γενικότερα στη ζωή.

Παιδιά που ντρέπονται για τους γονείς τους είναι συνήθως παιδιά που έχουν μια αρκετά επικριτική στάση απέναντι στους γονείς τους, στις επιλογές των παιδιών τους, θεωρώντας ότι αυτοί ευθύνονται για τις συνθήκες της ζωής τους. Σε κάποιες περιπτώσεις, τα παιδιά που ντρέπονται για τους γονείς τους κατά βάθος φοβούνται να μην γίνουν σαν αυτούς, ή θεωρούν ότι οι γονείς είναι δική τους αντανάκλαση. Θα πρέπει να διαχωρίσουμε στο μυαλό μας τη δική μας υπόσταση και ύπαρξη από εκείνη των γονιών μας, ενώ ταυτόχρονα θα πρέπει να αναγνωρίσουμε το σημαντικό ρόλο αυτής της σχέσης. Για να το κάνουμε αυτό δεν χρειάζεται να κόψουμε τους συναισθηματικούς δεσμούς, αλλά να μην συνδέουμε τις δικές μας συμπεριφορές και τη δική μας ταυτότητα με τις συμπεριφορές και την ταυτότητα των γονιών μας. 


Επίσης, θα πρέπει να σκεφτούμε ότι ο κάθε άνθρωπος συμπεριφέρεται, μιλά και παρουσιάζει τον εαυτό του, ζει και σκέφτεται με διαφορετικό τρόπο. Όλοι είμαστε διαφορετικοί, οπότε είναι λογικό και αναμενόμενο και οι γονείς μας να είναι διαφορετικοί από εμάς, να μην ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις και τις προσδοκίες μας και να μην πληρούν τις προϋποθέσεις που εμείς βάζουμε. Όμως, χρειάζεται να σεβαστούμε αυτή τη διαφορά, να τους δεχτούμε όπως είναι και να τους αποδεχτούμε. Όσο εστιάζουμε στα αρνητικά και είμαστε σε μια διαρκή κατάσταση κριτικής προς τους γονείς μας, τόσο δεν μπορούμε να δούμε κανένα από τα θετικά που έχουν και από τα οφέλη που μας έχουν προσφέρει. Ας σκεφτούμε πως μπορεί η νοοτροπία και ο τρόπος ζωής τους, οι απόψεις και ο τρόπος σκέψης τους να απέχουν πολύ από το δικό μας, όμως, γίναμε αυτό που είμαστε σήμερα μέσα από αυτούς και χάρη σε αυτούς. 

Θα πρέπει να προβληματιστούμε λίγο για το πώς μπορεί να νιώθει ο γονιός μας όταν τον απορρίπτουμε, όταν καταλαβαίνει ότι ντρεπόμαστε για αυτόν και δεν θέλουμε να βγούμε μαζί του ούτε για μια βόλτα, όταν δεν του αφιερώνουμε χρόνο, όταν δεν τον ακούμε και δεν του δίνουμε σημασία. Μπορεί να είναι δύσκολο να καταλάβουμε τους γονείς μας, αλλά θα πρέπει να αναζητήσουμε τα αίτια των προβλημάτων τους, καθώς μόνο μέσα από την κατανόηση αυτών θα μπορέσουμε να τους δούμε με μια πιο συμπονετική ματιά, που θα βοηθήσει τη μεταξύ μας σχέση, αλλά και το πώς νιώθουμε εμείς οι ίδιοι.



Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος- Κοινωνιολόγος, MSc.

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2015

Ελπίδα και απελπισία: δύο αντίθετοι πόλοι ενός συνεχούς…



Ή Ελπίδα, φόβος και απελπισία…


Μπορούμε να χάσουμε την ελπίδα και να φτάσουμε στην απελπισία και μπορούμε να ξεφύγουμε από μια κατάσταση απελπισίας αποκτώντας και πάλι την ελπίδα μας;

Η ελπίδα και η απελπισία αποτελούν δύο ενδοψυχικές καταστάσεις, που διαφέρουν από άτομο σε άτομο, αλλά πρόκειται για δύο αρκετά ευρείες έννοιες. Η ελπίδα αποτελεί μια εσωτερική συνθήκη ή μια νοητική κατάσταση που διευκολύνει την συνέχιση της ζωής, την κινητοποίηση του ατόμου στη ζωή. Η ελπίδα είναι απαραίτητη για να μπορέσουμε να ξανασταθούμε στα πόδια μας όταν η απελπισία μας κατακλύζει ζώντας μια τραυματική κατάσταση. Η ελπίδα θρέφεται από την απελπισία, γιατί είναι η μόνη δυνατή διέξοδος για να μπορέσουμε να αφήσουμε πίσω μας την απελπισία και να επανέλθουμε στη ζωή. Επίσης, η ελπίδα φέρνει στο προσκήνιο τους μηχανισμούς της ψυχής που έχουν αναπτυχθεί στην προσπάθειά μας να αντιμετωπίσουμε τους βαθύτερους φόβους μας.
 
Η ελπίδα μπορεί να είναι εύθραυστη. Οι υγιείς πτυχές του εαυτού μπορεί να κρύψουν ή να μειώσουν την ελπίδα, ώστε να προστατεύσουν τον εαυτό από την επιρροή από τοξικές παθολογικές συνήθειες. Η ελπίδα είναι μια κινητήριος δύναμη που ωθεί στη συνέχιση της επιβίωσης και στην εύρεση νέων στόχων. Με βάση την ψυχανάλυση, η ελπίδα ορίζεται ως μια εμπειρία από ανεκπλήρωτες προβλέψεις που εκφράζει μια τάση στο κενό ανάμεσα στο εγώ και το ιδανικό εγώ. Η ελπίδα χαρακτηρίζεται από μια δυαδικότητα, που περιλαμβάνει μια λιβιδινική και μια καταστροφική μορφή, που στηρίζονται στην προβολή και την προβολική ταύτιση (Figlio, 2009).


Πολλές φορές η ζωή μας ταλαντεύεται ανάμεσα στο φόβο και την ελπίδα. Και τα δύο είναι αναπόφευκτα, καθώς ο φόβος είναι απαραίτητη συνέπεια του αισθήματος ελπίδας. Όσο πιο πολύ φοβόμαστε τόσο περισσότερο αναζητάμε την ελπίδα. Κι όσο πιο πολύ ελπίζουμε τόσο πιο πολύ φόβο έχουμε κρυμμένο μέσα μας. Φόβος και ελπίδα πάνε παρέα και μπορεί κάποιοι να τα θεωρούν αντίθετα μεταξύ τους, είναι όμως και τόσο όμοια, που κάνουν αρκετή παρέα. Ελπίζω για κάτι, όταν φοβάμαι ότι θα αποτύχω. Δεν μπορούμε, λοιπόν, να έχουμε το ένα χωρίς την παρουσία του άλλου. 


Η ελπίδα μπορεί να μας κινητοποιήσει, αλλά και να μας βοηθήσει να αντιμετωπίσουμε τις απογοητεύσεις της ζωής. Η ζωή αποκτά νόημα, ενώ η ελπίδα μας οδηγεί προς την εύρεση λύσεων με στόχο την καλυτέρευση των πραγμάτων. Ταυτόχρονα, όμως, η ελπίδα μπορεί να μετατραπεί σε ένα εμπόδιο, που γίνεται βαρύ και ανυπέρβλητο αφού συνοδεύεται από τον φόβο, το φόβο της αποτυχίας. 
Η ελπίδα και ο φόβος παρέα μας συντροφεύουν κυρίως όταν είμαστε προσανατολισμένοι στο παρελθόν ή στο μέλλον. Η παρούσα στιγμή είναι η μόνη στιγμή που μπορούμε να δούμε πιο καθαρά τα πράγματα, απελευθερωμένοι από το φόβο και την ελπίδα (Wheatley, 2009). 


Επιπλέον, τίθεται το ερώτημα αν μπορούμε να εγκαταλείψουμε την ελπίδα και να μάθουμε να βρίσκουμε το νόημα της ζωής και της ύπαρξής μας πέρα από την ελπίδα και το φόβο. Η απελευθέρωσή μας από την ελπίδα και το φόβο μπορεί να μας οδηγήσει στην ελεύθερη ανακάλυψη της διαύγειας και της ενεργητικότητας. Όμως, πρόκειται για ένα ταξίδι που απαιτεί την υιοθέτηση νέων συμπεριφορών και ενός διαφορετικού τρόπου βίωσης των πραγμάτων, εστιάζοντας κυρίως στο «εδώ και τώρα». Όταν απαλλαγούμε από το φόβο και την ελπίδα, μπορούμε να ανακαλύψουμε ένα ακόμη δώρο στη ζωή μας, που είναι η υπομονή (Wheatley, 2009). 


Η ελπίδα συνδέεται άμεσα με την απελπισία, προκαλώντας θετικές και αρνητικές επιδράσεις στο άτομο. Η ελπίδα και η απελπισία μπορούν να συνδέουν ή χωρίζουν, μπορούν να αλλάζουν ή να καθηλώνουν. Μπορεί ο τρόμος της μιας να οδηγεί στην άλλη. Όταν χάσουμε την ελπίδα και μείνουμε μόνο με το φόβο μπορούμε να οδηγηθούμε σε σκέψεις απελπισίας, καθώς πλέον δεν υπάρχει τίποτα που να μας κινητοποιεί, τίποτα που να μας δίνει την αίσθηση της συνέχειας. Βρισκόμαστε έτσι σε μια κατάσταση που μας ρουφάει όλο και πιο μέσα, χωρίς να μπορούμε να δούμε μια διέξοδο (Wheatley, 2009).


Figlio, K. (2009). The polarization of hope. Psychoanalysis, Culture & Society, 14, 24-31.
Wheatley, M. (2009). The place beyond hope and fear. http://berkana.org/berkana_articles/the-place-beyond-hope-and-fear/.



Απελπισία: φόβος χωρίς ελπίδα.
Καρτέσιος


  
 Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος- Κοινωνιολόγος, MSc.

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2015

Πρώτη μέρα στο σχολείο… αντιμετώπιση του άγχους



Μια μέρα γεμάτη αναμονή και χαρά ή μια μέρα γεμάτη άγχος και φόβο;


Σε ένα μεγάλο μέρος μαθητών αλλά και των γονιών τους, η επιστροφή στο σχολείο ή η έναρξη του σχολείου προκαλεί αγωνία και άγχος, τα οποία γίνονται πιο έντονα όταν υπάρχουν σημαντικές αλλαγές: καινούργιοι δάσκαλοι, καινούργιο σχολείο, καινούργιοι συμμαθητές… Η αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος δημιουργεί έντονα συναισθήματα άγχους και αγωνίας, που μπορεί να προκαλέσουν στο παιδί μια αρνητική διάθεση προς το σχολείο, αγγίζοντας τα όρια της σχολικής άρνησης. Κατά τη διάρκεια των πρώτων ημερών, η άρνηση για το σχολείο μπορεί να είναι μια πιο συχνή κατάσταση, η οποία δεν θα πρέπει να εδραιωθεί. Είναι σημαντικό το παιδί να συνεχίζει να πηγαίνει στο σχολείο, καθώς η απουσία από το σχολείο ενισχύει το αίσθημα άγχους που νιώθει και μεγεθύνει στο μυαλό του τις στρεσογόνες καταστάσεις που βιώνει. 



Για να προσπαθήσουμε να μειώσουμε το άγχος του παιδιού είναι σημαντικό:

  • Να εκθέτουμε το παιδί σταδιακά στο σχολείο.
  • Να μιλάμε με το παιδί για τα συναισθήματα και τους φόβους που έχει- να το ακούμε και να του εξηγούμε με επιχειρήματα όσα λέμε.
  • Να δίνουμε έμφαση στις θετικές πλευρές του σχολείου, χωρίς να παραγνωρίζουμε τα αρνητικά που αναφέρει το παιδί.   
  • Να ενθαρρύνουμε το παιδί να έχει χόμπι και ενδιαφέροντα, ώστε να αναπτύξει την αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση αλλά και να έχει μια ευχάριστη διέξοδο, που θα λειτουργεί και ως τρόπος εκτόνωσης ή και κοινωνικοποίησης.
  • Να συζητήσουμε το θέμα με το δάσκαλο του παιδιού από την αρχή της χρονιάς.
  • Να δώσουμε χρόνο στο παιδί να προσαρμοστεί στο σχολικό περιβάλλον.
  • Να αυξήσουμε την αίσθηση ασφάλειας του παιδιού στο σχολείο, ώστε να συνειδητοποιήσει ότι δεν υπάρχει κάτι που θα πρέπει να του προκαλεί φόβο.


Στόχος δεν είναι να υποτιμήσουμε ή να παραβλέψουμε τους φόβους του παιδιού. Στόχος είναι να αναζητήσουμε τα αίτια, να ακούσουμε το παιδί και να το συζητήσουμε μαζί του…

Τα συναισθήματα άγχους σε ένα μέρος των μαθητών κατά την επιστροφή τους στο σχολείο είναι συνηθισμένα και αναμενόμενα. Πρόκειται για στρεσογόνες καταστάσεις που οφείλονται στην αλλαγή και στα έντονα συναισθήματα ανασφάλειας που αυτή προκαλεί. Τα παιδιά που δυσκολεύονται να λεκτικοποιήσουν τα συναισθήματά τους ή φοβούνται να το κάνουν μπορεί απλά να αναζητήσουν τρόπους αποφυγής του σχολείου, είτε λέγοντας ψέματα (πόνοι στο σώμα) είτε με έντονες αρνητικές συμπεριφορές (κλάμα, επιθετικότητα και θυμός, φωνές). 

Το άγχος αυτό είναι πιο συνηθισμένο στα αγχώδη παιδιά που ανησυχούν για διάφορα θέματα που αφορούν ή δεν αφορούν το σχολείο. Οι πιο κοινές ανησυχίες σχετικά με το σχολείο είναι:


  • Ποιος θα είναι ο νέος μου δάσκαλος; Θα είναι καλός; Θα με συμπαθεί;
  • Θα βρω φίλους μέσα στην τάξη; Θα με αποδεχτούν; Θα κάνουν παρέα μαζί μου;
  • Θα τα καταφέρω στα μαθήματα; Θα είναι δύσκολα; Θα πρέπει συνέχεια να διαβάζω;
  • Θα θυμάμαι αυτά που ήδη έχω μάθει; Θα μπορώ να απαντώ;
  • Αν συμβεί κάτι κακό στην μαμά ή στον μπαμπά όταν εγώ είμαι στο σχολείο; Πώς θα περνάω τόσες ώρες μακριά τους;

Θα πρέπει να εξηγήσουμε στο παιδί ότι όταν μένει στο σπίτι επειδή θέλει να αποφύγει το σχολείο, χάνει όλα αυτά που γίνονται στο σχολείο και κυρίως χάνει την ευκαιρία να αναπτύξει τις ικανότητές του, να πετύχει, να κατακτήσει τις βασικές μαθησιακές δεξιότητες και να αναπτύξει φιλίες.


Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος- Κοινωνιολόγος, MSc.


Η αυτοκτονία, όπως ορίζεται από τον Durkheim



Ο Ντιρκέμ μελέτησε τον εκούσιο θάνατο ως ένα «κανονικό» ή «φυσιολογικό» κοινωνικό φαινόμενο στις κατώτερες κοινωνίες, δηλαδή στις μη αστικές, μη βιομηχανικές κοινωνίες. Στον εκούσιο θάνατο περιλαμβάνει και τον θάνατο, που είναι αποτέλεσμα πράξεων ανδρείας ή αυτοθυσίας, καθώς και τις περιπτώσεις εθιμικού θανάτου, όπως την περίπτωση που η γυναίκα ακολουθεί τον άνδρα στον θάνατο. Σύμφωνα με τον Ντιρκέμ, η αυτοκτονία παραπέμπει στη διάσταση της συλλογικότητας. Κάθε κοινωνία εμφανίζει μια συγκεκριμένη ροπή ή συχνότητα αυτοκτονιών, που συνδέεται άμεσα με τις συνθήκες της συλλογικής ζωής και συνεπώς θα πρέπει να προσεγγιστεί και να αναλυθεί με κοινωνικούς παράγοντες. Επομένως, η αυτοκτονία αποτελεί ένα κοινωνικό παρά ένα ατομικό φαινόμενο. 

Στις πρωτόγονες κοινωνίες, η μελέτη της αυτοκτονίας επιβεβαίωσε τον κοινωνικό της χαρακτήρα. Ο Ντιρκέμ θεωρούσε ότι η αύξηση του δείκτη των αυτοκτονιών που παρατηρήθηκε στην ευρωπαϊκή κοινωνία στα τέλη του προπερασμένου αιώνα αντανακλούσαν τη διάρρηξη της συνοχής ή τον ενδημικό χαρακτήρα των ανομικών κατασκευών που εμφάνιζε. Δηλαδή, η αυτοκτονία ήταν αποτέλεσμα της χαλάρωσης των κοινωνικών ρυθμίσεων, με βασική συνέπεια να εμφανίζεται μια γενικότερη κρίση. 

Ο Ντιρκέμ απορρίπτει τις ψυχολογικές, ψυχαναλυτικές ή ψυχοπαθολογικές αναλύσεις, καθώς και τις κληρονομικές και φυλετικές ερμηνείες του φαινομένου της αυτοκτονίας. Υποστηρίζει ότι πρόκειται για ένα φαινόμενο που έχει μια κοινωνική φύση και συνδέεται με τα δομικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας. Ο Ντιρκέμ παρατήρησε ότι ο δείκτης αυτοκτονίας είναι σχετικά σταθερός σε μια δεδομένη χρονική στιγμή σε ένα δεδομένο πληθυσμό μιας επιμέρους περιοχής. 


Ο Ντιρκέμ συμπέρανε ότι «η αυτοκτονία μεταβάλλεται αντιστρόφως ανάλογα προς τον βαθμό συνοχής των κοινωνικών ομάδων των οποίων μέλη αποτελούν τα επιμέρους άτομα» (Durkheim, La Suicide, αναφ. στην Αντωνοπούλου, 2008: 230). 

Μέσα από την εξέταση του βαθμού συνοχής της κοινωνικής ομάδας και του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου, ο προσδιορισμός της σημασίας παραγόντων, όπως οι θρησκευτικές δοξασίες, η οικογενειακή κατάσταση των ατόμων, η αλτρουιστική ή εγωιστική συμπεριφορά, ο Ντιρκέμ διέκρινε τρία είδη αυτοκτονιών:


Εγωιστική αυτοκτονία: προέρχεται από τον υπέρμετρο ατομισμό, που αποτελεί μια εκτροπή, καθώς το άτομο απομακρύνεται από τη συλλογικότητα, από τη συλλογική προσωπικότητα, διαφοροποιεί τον εαυτό του από τη συλλογική συνείδηση και θέτει σε προτεραιότητα τους δικούς του στόχους. Ουσιαστικά, το άτομο αποσπάται από το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο θα έπρεπε να είναι συνεκτικά και ομαλά ενταγμένο, έτσι η κοινωνική συνοχή απορρυθμίζεται και διαταράσσεται. Η εγωιστική αυτοκτονία αποδίδεται είτε στην απομάκρυνση του ατόμου από τη συλλογικότητα είτε από την έλλειψη αποτελεσματικής αφομοίωσης από την κοινωνία ή τις κοινωνικές ομάδες. Είναι δηλαδή αποτέλεσμα της αδυναμίας του κοινωνικού οργανισμού να λειτουργήσει συνεκτικά ως προς τα άτομα που τον απαρτίζουν. Ο Ντιρκέμ θεωρεί ιδιαίτερα σημαντική τη συνεκτική λειτουργία της οικογένειας. Στο συγκεκριμένο είδος αυτοκτονίας ο εγωισμός θεωρείται η γενεσιουργός αιτία της αυτοκτονίας.   


Αλτρουιστική αυτοκτονία: πρόκειται για ένα είδος αυτοκτονίας που εμφανίζεται κυρίως σε κοινωνίες με υψηλό βαθμό αφομοίωσης του ατόμου στη συλλογική ζωή, με υψηλό βαθμό κοινωνικής συνοχής, καθώς και σε συνθήκες συμπαγούς και αδιαφοροποίητης συλλογικής συνείδησης. Το άτομο ταυτίζεται με την κοινωνία και επιλέγει την αυτοκτονία λόγω ηθικών δεσμεύσεων ή θρησκευτικών δοξασιών, στις οποίες υποτάσσεται με αυτόματο τρόπο. Το άτομο φτάνει στην αυτοκτονία θεωρώντας ότι είναι καθήκον του, ενώ η άρνηση της αυτοκτονίας επιφέρει κυρώσεις. Πιστεύει ότι οδηγείται στη θυσία και αυτό είναι υποχρεωτικό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αλτρουιστικής αυτοκτονίας είναι όταν οι γυναίκες ακολουθούν στον θάνατο τον άνδρα τους ή όταν οι ακόλουθοι ή δούλοι των βασιλέων θανατώνονται ή ακολουθούν τους κυρίους τους όταν αυτοί πεθαίνουν.  
Στα δύο παραπάνω είδη αυτοκτονίας την κύρια ευθύνη την έχει η κοινωνία, η οποία στην πρώτη περίπτωση επιτρέπει στο άτομο να την αποφύγει, καθώς δεν είναι επαρκώς ολοκληρωμένη, ενώ στη δεύτερη περίπτωση κρατά το άτομο σε μια πολύ στενή σχέση μαζί της. Η αλτρουιστική αυτοκτονία συναντάται κυρίως στις πρωτόγονες κοινωνίες.

Ανομική αυτοκτονία: γενεσιουργός αιτία της ανομικής αυτοκτονίας θεωρείται η απορρύθμιση της κοινωνίας, η διατάραξη της κοινωνικής ισορροπίας. Προκαλείται δηλαδή από την απορρύθμιση της ικανότητας της ισορροπίας τις προσδοκίες, τις ανάγκες και τις απολαβές των ατόμων. Ανομία είναι η κατάσταση που χαρακτηρίζεται από χαλάρωση των ρυθμιστικών κανόνων που διέπουν την κοινωνική ζωή. Πρόκειται δηλαδή για μια κατάσταση που αφορά το εσωτερικό περιβάλλον της κοινωνίας και εμφανίζεται κυρίως στο χώρο της οικονομίας, της βιομηχανίας και του εμπορίου.  

Ο Ντιρκέμ διαπίστωσε ότι ο δείκτης αυτοκτονίας είναι πιο υψηλός σε περιοχές, όπου 
επικρατεί ο προτεσταντισμός και πολύ χαμηλότερος σε περιοχές όπου τη δικαιοδοσία έχει η Καθολική Εκκλησία. Οι προτεστάντες δηλαδή αυτοκτονούν ευκολότερα από τους καθολικούς. Το φαινόμενο αυτό εξηγήθηκε με την θέση ότι ο καθολικισμός είναι ένα δόγμα που ελέγχει τη συνείδηση, ενώ ο προτεσταντισμός επιτρέπει ελευθερία στην ατομική σκέψη και συνείδηση. Η Προτεσταντική Εκκλησία είναι λιγότερο ενοποιημένη και ολοκληρωμένη. Επίσης, παραλληλίζει τον προτεσταντισμό με την ευρύτερη εξέλιξη του ατομισμού που αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό της σύγχρονης κοινωνίας.


Αντωνοπούλου, Μ.Ν. (2008). Οι Κλασσικοί της Κοινωνιολογίας. Κοινωνική Θεωρία και Νεότερη Κοινωνία. Αθήνα: Σαββάλας.