Κυριακή 23 Ιουλίου 2023

Κινηματογράφος και ψυχική ασθένεια

Ο κινηματογράφος αποτελεί τόσο είδος τέχνης όσο και μέσο μαζικής επικοινωνίας και ψυχαγωγίας. Ο τρόπος που επιλέγει να παρουσιάσει την ψυχική ασθένεια διαφέρει από ταινία σε ταινία. Άλλοτε επιλέγει να παρουσιάσει την ψυχοπαθολογία με έναν εμμονικό τρόπο διαστρεβλώνοντάς τη και άλλοτε με έναν ρεαλιστικό τρόπο, περιγράφοντας την κατάσταση που βιώνουν τα άτομα. Το ζητούμενο είναι ότι ο κινηματογράφος έχει επίδραση στο κοινό διαμορφώνοντας αντιλήψεις και ως εκ τούτου η ψυχική ασθένεια αναπαρίσταται διαστρεβλωμένα, προσβλητικά, με ανακρίβειες, και αναπαράγεται το στίγμα και τα στερεότυπα που επικρατούν για τις ψυχικές ασθένειες μέσα στην κοινωνία (Διαμαντοπούλου, 2016).

 

«Ο κινηματογράφος, εν προκειμένω, μετατρέπει σε δραματοποιημένη πλοκή σοβαρά θέματα, όπως η ψυχοπαθολογία, μέσα στο πλαίσιο των επικρατούντων κοινωνικών πεποιθήσεων εις βάρος της πραγματικότητας και της ακρίβειας με αποτέλεσμα να προβάλλει μύθους για τις ψυχικές διαταραχές που αφορούν στη θεραπεία, στην αιτιοπαθογένεια και στη συμπτωματολογία τους» (Διαμαντοπούλου, 2016, σελ. 12). Ο κινηματογράφος συνδέεται άμεσα με την ψυχιατρική καθώς το ένα συμπληρώνει δημιουργικά το άλλο, αλλά αποτελούν και μια ευκαιρία να ασκούν αμοιβαίες επιρροές (Damjanovic et al., 2009).

Οι χαρακτήρες των ταινιών συνήθως παρουσιάζονται ως ψυχικά πάσχοντες που είναι απομονωμένοι, διαφορετικοί, ιδιόρρυθμοι, περίεργοι, με κακή εξωτερική εμφάνιση. Η πιο συχνή ψυχική ασθένεια που παρουσιάζεται σε ταινίες του κινηματογράφου είναι η σχιζοφρένεια, η οποία ταυτίζεται με την άσκηση βίας, την εγκληματικότητα και τον φόνο. Παρόλο που τα στερεότυπα αυτά είναι αβάσιμα, η παραγωγή ταινιών με αυτή τη θεματολογία αυξάνεται ανά τον κόσμο, καθώς οι ήδη υπάρχουσες ταινίες επαναπροβάλλονται αλλά και δημιουργούνται και νέες ταινίες, με την ίδια θεματική, που βασίζεται σε αυτά τα στερεότυπα, με αποτέλεσμα την αφομοίωση και τη διαιώνισή τους. Ταυτόχρονα, αλλοιωμένη και διαστρεβλωμένη είναι και η εικόνα του ειδικού ψυχικής υγείας, ο οποίος τις περισσότερες φορές παρουσιάζεται ως ένα άτομο με βίαια χαρακτηριστικά, ενισχύοντας την ήδη υπάρχουσα εικόνα που έχει η κοινωνία για την ψυχική ασθένεια και προκαλώντας φόβο και αποστροφή (Διαμαντοπούλου, 2016• Geller, 2020). 

 

Επομένως, η ψυχική ασθένεια παρουσιάζεται συστηματικά με πιο αρνητικό τρόπο, δίνοντας έμφαση στην υποτιθέμενη βιαιότητα και επικινδυνότητα των ψυχικά ασθενών. Για παράδειγμα, η στερεότυπη εικόνα του ‘σχιζοφρενούς’ που προβάλλεται δημιουργεί προκαταλήψεις και φόβο, συμβάλλοντας στον στιγματισμό, την απόρριψη και την περιθωριοποίηση των ατόμων που νοσούν (Οικονόμου, 2008, σελ. 19-20). Ο αυτοστιγματισμός έχει αρκετές επιπτώσεις στο ίδιο το ψυχικά πάσχον άτομο, καθώς υιοθετεί τα αρνητικά στερεότυπα και ασυνείδητα οδηγείται στην αυτοεκπληρούμενη προφητεία και στην πρόκληση επώδυνων προσωπικών εμπειριών και βιωμάτων (Corrigan & Rao, 2012• Ζήση, 2022).

Εφόσον οι αναπαραστάσεις για την ψυχική ασθένεια στην πλειοψηφία τους είναι αρνητικές και διαστρεβλωμένες, οι λίγες ρεαλιστικές ή θετικές αναπαραστάσεις δεν αρκούν για να μεταβάλλουν τις στάσεις και εικόνες του κοινού για τους ψυχικά πάσχοντες, τους ειδικούς ψυχικής υγείας και την ίδια την ψυχική ασθένεια. Οι αρνητικές αυτές αναπαραστάσεις δημιουργούν έντονο στιγματισμό για τους ψυχικά πάσχοντες, οι οποίοι καταφεύγουν σε αυτομομφή, αποφεύγουν να ζητήσουν ιατρική και ψυχολογική βοήθεια και σε κάποιες περιπτώσεις οδηγούνται σε αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές, όπως αυτοτραυματισμό και αυτοκτονία (Διαμαντοπούλου, 2016). 

 

Πηγές:

Corrigan, P, & Rao, D. (2012), On the self-stigma of mental illness: Stages, disclosure, and strategies for change. Canadian Journal of Psychiatry, 57, 464–469, https://doi.org/10.1177/070674371205700804.

Damjanovic, A., Vukovic, O., Jovanovic, A.A., & Jasovic- Gasic, M. (2009), Psychiatry and movies. Psychiatria Danubina, 21(2), 230-235.

Διαμαντοπούλου, Ν. (2016), Η Ψυχική Διαταραχή στον Κινηματογράφο. Αθήνα: Αιγόκερως.

Ζήση, Α. (2022), Κοινωνικό στίγμα και ψυχική ασθένεια: Ανασκόπηση εννοιών, μεθόδων και ευρημάτων. Ψυχιατρική, 33, 149-156. https://doi.org/10.22365/jpsych.2021.039.

Geller, J.D. (2020), Introduction: Psychotherapy through the lens of cinema. Journal of Clinical Psychology, 76, 1423-1437.

Οικονόμου, Μ. (2008), Ψυχική ασθένεια και κοινωνικό στίγμα: Διαχρονικές και σύγχρονες προκλήσεις. Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση, Τετράδια Ψυχιατρικής, 102, Απρίλιος- Μάιος, 19- 26.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

Κινηματογράφος και κατάθλιψη

Ένας από τους πρώτους ψυχολόγους που ασχολήθηκε με τον κινηματογράφο ήταν ο Munsterberg (2006), ο οποίος έχει αναφέρει ότι ο κινηματογράφος διηγείται την ανθρώπινη ιστορία ξεπερνώντας τον χώρο, τον χρόνο, την αιτιότητα και αναδεικνύοντας τον εσωτερικό κόσμο, δηλαδή την προσοχή, τη μνήμη, τη φαντασία και τα συναισθήματα. Αυτός ίσως είναι ένας από τους λόγους που η απήχηση του κινηματογράφου στο ευρύ κοινό είναι τεράστια. 

 

Οι ταινίες αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του σύγχρονου πολιτισμού και αναπαριστούν με διάφορους τρόπους την καθημερινότητα, λειτουργώντας ως καθρέφτης για τους ανθρώπους. Παρακολουθώντας μια ταινία, ο θεατής έχει την ευκαιρία να βιώσει μια κατάσταση που δεν τον αφορά άμεσα, καθώς οι ταινίες έχουν στοιχεία, που συνδέονται άμεσα με τη ζωή μας μέσα στην κοινωνία. Οι ταινίες μπορούν να ασκήσουν επιρροή στην αντίληψη του κοινού σχετικά με την ψυχική ασθένεια, λόγω της έλλειψης ευαισθητοποίησης του κοινού σχετικά με τα προβλήματα που σχετίζονται με ψυχικές διαταραχές. Τα μέσα επικοινωνίας τείνουν σε μεγάλο βαθμό να αλλοιώνουν ή να αποκρύπτουν την πραγματική κατάσταση της ψυχικής ασθένειας (Damjanovic et al., 2009). Οι ταινίες είναι ένα αποτελεσματικό μέσο για να μπορέσουν ορισμένοι θεραπευόμενοι να έρθουν σε επαφή με το συναίσθημά τους (Geller, 2020• Schulenberg, 2003).

Στον κινηματογράφο συχνά απεικονίζονται και περιγράφονται και οι διαταραχές της διάθεσης, κυρίως η κατάθλιψη και η διπολική διαταραχή, που πολλές φορές συνδέονται και με απόπειρα αυτοκτονίας. 

 

Σε μια ταινία του 1993, η οποία αποτελεί κινηματογραφική μεταφορά του ομότιτλου αυτοβιογραφικού μυθιστορήματος, με τίτλο “Girl, interrupted”, η μία εκ των πρωταγωνιστριών εισάγεται εκούσια σε ψυχιατρική κλινική ύστερα από απόπειρα αυτοκτονίας. Εμφανίζονται και άλλοι χαρακτήρες με ψυχικές διαταραχές, όπως ψυχωσική κατάθλιψη, μεθοριακή διαταραχή προσωπικότητας, βουλιμία και ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, μυθομανία και αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας. Η κατάθλιψη σε αυτή την ταινία παρουσιάζεται υπερβολικά δραματοποιημένη, ενώ το θετικό στοιχείο είναι ότι η θεραπεία είναι αποτελεσματική. Μια ακόμη ταινία που παρουσιάζει την ταραχώδη ζωή του Βαν Γκογκ και διαπραγματεύεται την πάλη του με την αυτοχειρία είναι η ταινία “Lust for life”, του 1956. Επίσης, η ταινία “Sylvia”, του 2003, παρουσιάζει τη ζωή, το συγγραφικό ταλέντο, την κατάθλιψη και την αυτοκτονία της Σύλβια Πλαθ (Διαμαντοπούλου, 2016).

Σε πολλές ταινίες παρουσιάζεται η μειωμένη ή ελάχιστη αποτελεσματικότητα της θεραπείας της κατάθλιψης και άλλων διαταραχών που συνδέονται με την αυτοκτονία, αποθαρρύνοντας τους νέους από το να ζητήσουν βοήθεια (Jamieson et al., 2006). Επίσης, οι Stack και Bowman (2011, όπως αναφ. στη Διαμαντοπούλου, 2016, σελ. 87) εξέτασαν πάνω από χίλιες ταινίες και διαπίστωσαν ότι ο κινηματογράφος προβάλλει την αυτοκτονία ως αποτέλεσμα εξωτερικών στρεσογόνων παραγόντων, όπως η οικονομική πίεση και οι κοινωνικές εντάσεις, οι κοινωνικές σχέσεις, η ενδοοικογενειακή βία, οι συγκρούσεις, οι απορρίψεις και διάφορες μορφές κοινωνικής ντροπής. Γενικά, η αυτοχειρία αναπαρίσταται με υψηλή δόση αληθοφάνειας και ρεαλισμού και μεγάλο βαθμό δραματικότητας (Διαμαντοπούλου, 2016).

 

Πηγές:

Damjanovic, A., Vukovic, O., Jovanovic, A.A., & Jasovic- Gasic, M. (2009), Psychiatry and movies. Psychiatria Danubina, 21(2), 230-235.

Διαμαντοπούλου, Ν. (2016), Η Ψυχική Διαταραχή στον Κινηματογράφο. Αθήνα: Αιγόκερως.

Geller, J.D. (2020), Introduction: Psychotherapy through the lens of cinema. Journal of Clinical Psychology, 76, 1423-1437.

Jamieson, P.E., Romer, D., & Jamieson, K.H. (2006), Do films about mentally disturbed characters promote ineffective coping in vulnerable youth? Journal of Adolescence, 29, 749-760.

Munsterberg, H. (2006), Η ψυχολογία στον κινηματογράφο. (Μτφρ. Μ. Μωραΐτης). Αθήνα: Του κινηματογράφου Καθρέφτης και της τέχνης. 

Schulenberg, S.E. (2003), Psychotherapy and movies: On using films in clinical practice. Journal of Contemporary Psychotherapy, 33(1), 35-48.

Stack, S. & Bowman, B. (2011), Durkheim at the Movies: A century of suicide in film. Crisis, 32(4), 175-177.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

 

 

Τρίτη 18 Ιουλίου 2023

Κοινωνική Αναπαράσταση της Κατάθλιψης και της Αυτοχειρίας στην Ταινία «Οι Ώρες»

Στη σύγχρονη κοινωνία, που κυριαρχεί η αποξένωση και διογκώνονται οι δυσκολίες στις ανθρώπινες σχέσεις, η κατάθλιψη και η αυτοχειρία βρίσκονται σε μια ανοδική πορεία. Πρόκειται για δύο καταστάσεις που εξηγούνται μέσα από διάφορες προσεγγίσεις και θεωρίες και συνδέονται και με τα χαρακτηριστικά της κοινωνίας.

Η ανάλυση της ταινίας στηρίζεται στη μελέτη των κοινωνικών αναπαραστάσεων, που αναφέρονται στο σύνολο των πεποιθήσεων, απόψεων και γνώσεων που έχει το άτομο για ένα αντικείμενο ή μια ολόκληρη κατηγορία. Στηρίζονται στην κοινή σκέψη και συνδέονται με την οργάνωση, επεξεργασία και μετάφραση της πραγματικότητας. Όλοι οι άνθρωποι έχουν διαμορφώσει τις δικές τους αναπαραστάσεις, ενώ μέσα από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τις τέχνες και γενικότερα το περιβάλλον οδηγούνται σε αναδιαμόρφωση των αναπαραστάσεων, καθώς υπάρχουν επιδράσεις (Moscovici, 1999).

Η ταινία που επιλέχθηκε να αναλυθεί είναι η ταινία “The Hours”, στην οποία πρωταγωνιστούν τρεις γυναίκες: Meryl Streep, Nicole Kidman και Julianne Moore. Η ταινία είναι βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Cunningham Michael. Το σενάριο στηρίζεται στο βιβλίο της Βιρτζίνια Γουλφ «Η κυρία Νταλογουέι», το οποίο ασκεί επιρροές στη ζωή διαφορετικών ανθρώπων σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Σε κάθε ιστορία απεικονίζονται ψυχικές διαταραχές, όπως κατάθλιψη και διπολική διαταραχή (μανιοκατάθλιψη) και υπάρχει και η διαχείριση του θέματος της αυτοκτονίας. Η ιστορία εξελίσσεται σε τρεις διαφορετικές χρονικές στιγμές και περιγράφει τη ζωή τριών διαφορετικών γυναικών, δημιουργώντας και μια σύγκριση του τρόπου αναπαράστασης της κατάθλιψης και της αυτοχειρίας σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. 

Δεκαετία του 1920. Στην αγγλική εξοχή ζει η Βιρτζίνια Γουλφ με τον σύζυγό της, σε ένα κτήμα μακριά από το Λονδίνο, όπου κυριαρχεί η ηρεμία και η γαλήνη. Η Γουλφ παλεύει να αντιμετωπίσει τη διπολική διαταραχή από την οποία πάσχει, ενώ έχει στο ιστορικό της δύο απόπειρες αυτοκτονίας. Τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή ασχολείται με τη συγγραφή του βιβλίου της «Κυρία Νταλογουέι» και προσπαθεί να αντισταθεί στις αρνητικές σκέψεις που κυριεύουν το μυαλό της και τις σκέψεις για την τάση αυτοκτονίας που έρχονται συχνά στο μυαλό της, ως μια προσπάθεια να απαλλαγεί από τη δυσφορία που νιώθει. Η ταινία ξεκινάει με την Βιρτζίνια Γουλφ, η οποία σε ένα γράμμα της γράφει: «Αγαπημένε μου, νομίζω πως αρχίζω να τρελαίνομαι ξανά. Νιώθω ότι δεν αντέχουμε να ξεπεράσουμε μία από εκείνες τις άσχημες στιγμές κι αυτή τη φορά δεν θα μπορέσω να το ξεπεράσω. Άρχισα να ακούω φωνές και δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Για αυτό θα κάνω αυτό που νομίζω καλύτερο». Εδώ περιγράφει τα συμπτώματα που έχει, τα οποία αφορούν τη διπολική διαταραχή. Αφήνει το γράμμα και πηγαίνει στο ποτάμι για να αυτοκτονήσει.   

 

Δεκαετία του 1950. Στο Λος Άντζελες, στη μεταπολεμική εποχή ζει η Λόρα Μπράουν, που είναι παντρεμένη, έχει ένα παιδί και είναι έγκυος στο δεύτερο παιδί. Φαίνεται πως η ζωή της είναι μια χαρά, όμως, η ίδια πάσχει από κατάθλιψη και σκέφτεται την αυτοκτονία. Αποφασίζει να πάει σε ένα ξενοδοχείο για να αυτοκτονήσει, όπως πριν το κάνει, διαβάζει το βιβλίο «Κυρία Νταλογουέι», την παίρνει ο ύπνος και όταν ξυπνά μετά από έναν εφιάλτη, αλλάζει γνώμη και επιστρέφει στην οικογένειά της. Έχει όμως πάρει μια απόφαση: μόλις γεννήσει να εγκαταλείψει και τα δύο παιδιά της και να φύγει από τον γάμο, μέσα στον οποίο ένιωθε φυλακισμένη και χωρίς να μπορεί να επιλέξει τη ζωή που ήθελε.

 

Δεκαετία του 2000. Στη Νέα Υόρκη ζει η Κλαρίσα Βόγκαν, που διοργανώνει ένα πάρτι για τη βράβευση του συγγραφέα φίλου και πρώην συντρόφου της, Εντ Χάρις, που πάσχει από AIDS και είναι βαριά άρρωστος. Όταν τον επισκέπτεται και τον ρωτά αν έφαγε, αν πήρε τα χάπια του, της απαντά ότι δεν αντέχει άλλο, να αναπαριστά τον γενναίο μπροστά σε όλους. Θεωρεί ότι του έδωσαν το βραβείο εξαιτίας της κακής υγείας που έχει και αν ήταν υγιής δεν θα έπαιρνε κανένα βραβείο. Η Κλαρίσα είχε σχέση μαζί του όταν ήταν στο κολέγιο, ενώ ο Εντ μετά προτίμησε να κάνει σχέσεις κυρίως με άντρες. Ομοφυλόφιλη ήταν και η Κλαρίσα, η οποία έχει μακροχρόνια σχέση. Ο ίδιος δεν μπορούσε να αντέξει την κατάσταση στην οποία βρισκόταν και αυτοκτόνησε μπροστά στα μάτια της Κλαρίσα πέφτοντας από το παράθυρο. Η Κλαρίσα έρχεται κοντά με τη μητέρα του Εντ, που είναι η Λόρα Μπράουν, η οποία τον εγκατέλειψε όταν γεννήθηκε γιατί δεν ήταν σε καλή ψυχολογική κατάσταση και δεν άντεχε τη ζωή της.

Μέσα από την ιστορία των τριών αυτών γυναικών περιγράφονται οι δυσκολίες που κρύβουν οι ψυχικές διαταραχές και πώς νιώθουν τα άτομα αυτά, αλλά και πόσο δύσκολη είναι η κατάσταση για το περιβάλλον μέσα στο οποίο βρίσκονται. Το ίδιο το άτομο με διαταραχή συναισθήματος δεν βρίσκει κάποιο νόημα στη ζωή του και αναζητά τρόπους ώστε να μπορέσει να δραπετεύσει από την ίδια τη ζωή, από τον ίδιο τον εαυτό. Όλα είναι το ίδιο ανούσια, δεν προκαλούν καμία ευχαρίστηση και ικανοποίηση και δε γεμίζουν με κάποιο τρόπο τον ψυχισμό των ατόμων. Σύμφωνα με το DSM-IV (εγχειρίδιο για τις ψυχιατρικές διαταραχές), η καταθλιπτική διάθεση, η ψυχοκινητική αναστάτωση, η απώλεια όρεξης, τα αισθήματα αναξιότητας, η έλλειψη συγκέντρωσης, η αναποφασιστικότητα και η απουσία ευχαρίστησης και ενδιαφέροντος είναι τα βασικά συμπτώματα της κατάθλιψης (Bennett, 2010· Kring et al., 2010· Pearson, 2006), τα οποία περιγράφονται με αρκετά ρεαλιστικό τρόπο από τους χαρακτήρες της ταινίας. Οι χαρακτήρες της ταινίας έχουν ένα κοινό αίσθημα: την απουσία επιλογής για τη ζωή τους, με αποτέλεσμα να νιώθουν ότι δεν ζουν όπως θέλουν, αναπτύσσοντας ένα αίσθημα αβοηθησίας, νιώθουν δηλαδή ότι δεν μπορούν οι ίδιοι να βοηθήσουν τον εαυτό τους και να επιλέξουν αυτό που θέλουν, όπως τον έρωτα που επιθυμούν (έρωτας της Λόρας για τη φίλη της Κίττι), (Bennett, 2010· Wiener, 2008).  

 

Η αυτοκτονία είναι αποτέλεσμα της βαθιάς απελπισίας που νιώθουν ότι η κατάσταση αυτή δεν πρόκειται να αλλάξει και κανείς δεν μπορεί να τους βοηθήσει, ούτε οι ίδιοι θεωρούν ότι μπορούν με κάποιο τρόπο να βοηθήσουν τον εαυτό τους. Για την κατανόηση της κατάθλιψης, ο Seligman ανέπτυξε τη θεωρία της μαθημένης αβοηθησίας, περιγράφοντας το αίσθημα του ατόμου ότι δεν μπορεί να βοηθήσει τον εαυτό του, που το οδηγεί σε ένα αίσθημα απόγνωσης και απελπισίας. Η θεωρία της απελπισίας, του Abramson et al. υποστηρίζει ότι το αίσθημα αβοηθησίας οδηγεί τα άτομα σε ένα αίσθημα απελπισίας, όπου νιώθουν ένα αδιέξοδο, από το οποίο δεν μπορούν να ξεφύγουν, πιστεύουν ότι δε θα υπάρξει επιθυμητή εξέλιξη στα πράγματα, ότι δεν έχουν την επιλογή της ζωής τους και ότι δεν μπορούν να αλλάξουν την κατάσταση. Επομένως, ως μόνη λύση θεωρούν τον θάνατο (Kring et al., 2010) . Έρχονται αντιμέτωποι με μια σκληρή πραγματικότητα, στην οποία υπάρχουν ορισμένα κοινά συμπτώματα και βιώματα και ένας κοινός στόχος: η μάχη απέναντι στη διαταραχή με σκοπό την επιβίωση.

 

Πηγές:

Bennett, P. (2010), Κλινική ψυχολογία και ψυχοπαθολογία. Αθήνα: Πεδίο.

Kring, A.M., Davinson, G.C., Seale, J.M. & Johnson, S.I. (2010), Ψυχοπαθολογία. Αθήνα: Gutenberg.

Moscovici, S. (1999), Η Ψυχανάλυση, η εικόνα και το κοινό της. Αθήνα: Οδυσσέας.

Pearson, Q.M. (2006). Using the Film The Hours to teach diagnosis. Journal of Humanistic Counseling, Education and Development, 45, 70-78.

Wiener, D.R. (2008), A meditation on depression, time, aqnd narrative peregrination in the film “The Hours”. In H. Clark (Ed.), Depression and Narrative: Telling the dark (p. 157-160). State University of New York Press.

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.

Η περίπτωση της Άννας Ο.

Μια γυναίκα με υστερία, ασθενής του Μπρόγιερ

 

Η θεραπεία μιας ιδιαίτερα διαταραγμένης και ταλαντούχας νεαρής γυναίκας, που ήταν έξυπνη, ελκυστική και μορφωμένη, ηλικίας 21 ετών και καταγόταν από μια σημαντική οικογένεια. Παρά τις αξιοσημείωτες ικανότητές της, οι κοινωνικοί περιορισμοί που επικρατούσαν εκείνη την εποχή για τις γυναίκες της συγκεκριμένης κοινωνικής θέσης, προκαλούσαν στην Άννα πλήξη και την άφηναν σεξουαλικά απληροφόρητη και ανώριμη. Η Άννα περνούσε την ημέρα της ονειροπολώντας. Ήταν ιδιαίτερα προσκολλημένη στον πατέρα της, ο οποίος την είχε παραχαϊδέψει.

Τους δύο τελευταίους μήνες, που ο πατέρας της Άννας ήταν βαριά άρρωστος και η ίδια είχε αναλάβει την περίθαλψή του, αρρώστησε και η ίδια τόσο βαριά ώστε δεν ήταν σε θέση να συνεχίζει να τον φροντίζει. Η Άννα εμφάνιση πονοκεφάλους, κρίσεις διέγερσης, διπλωπία, απώλεια των αισθήσεων και μερική παράλυση. Όσο περνούσε ο καιρός, τα συμπτώματα γίνονταν όλο και πιο περίεργα και φαινόταν να βρίσκεται σε μια κατάσταση έκστασης. Οι περίοδοι διέγερσης που αρχικά εμφάνιζε, μετατράπηκαν σε εναλλαγές της διάθεσης. Άρχισε να οραματίζεται μαύρα φίδια, κρανία και σκελετούς, ενώ κατά διαστήματα μιλούσε σαν να ήταν μικρό παιδί. Κάποιες φορές αδυνατούσε να μιλήσει, να διαβάσει ή να γράψει στη μητρική της γλώσσα, που ήταν τα γερμανικά και χρησιμοποιούσε τα αγγλικά, τα γαλλικά ή τα ιταλικά.

Όταν πέθανε ο πατέρας της τα συμπτώματα επιδεινώθηκαν και οδηγήθηκε σε εμβροντησία (απουσία αντίδρασης απέναντι στο περιβάλλον). Ο Δρ. Μπρόγιερ επισκεπτόταν την Άννα Ο. καθημερινά, όπου η Άννα του έλεγε ιστορίες για τον εαυτό της. Μέσα από τις συζητήσεις αυτές, η Άννα άρχισε να ανακαλεί σημαντικές αναμνήσεις και να αναβιώνει συναισθήματα, τα οποία προηγουμένως δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί ή να εκφράσει. Η διαδικασία ανάκλησης και αναβίωσης των συναισθημάτων ονομάζεται κάθαρση και έπειτα ακολούθησε η ανακούφιση των συμπτωμάτων. Η Άννα αποκαλούσε αυτή τη διαδικασία ‘θεραπεία μέσω συζήτησης’. Ο γιατρός Μπρόγιερ παρατήρησε ότι όταν η Άννα βρισκόταν σε ύπνωση, ήταν σε θέση να περιγράψει με τη βοήθειά του τα συμπτώματα που βίωνε και να τα συνδέσει με κάποιο συγκεκριμένο γεγονός ή κατάσταση που το είχε προκαλέσει. Τα συμπτώματά της συνδέονταν με καταπιεσμένα συναισθήματα και παρορμήσεις. Μέσα από αυτή την ανακάλυψη, ο Μπρόγιερ κατάφερε να εξαλείψει τα συμπτώματα της Άννας και να την επαναφέρει σε υγιή κατάσταση. 

 

Ωστόσο, υπάρχουν διάφορες εκδοχές για τη συνέχεια της περίπτωσης της Άννας. Μια εκδοχή είναι ότι η σύζυγος του γιατρού Μπρόγιερ άρχισε να δυσανασχετεί γιατί ο γιατρός αφιέρωνε πολύ χρόνο στην όμορφη νεαρή ασθενή του και για αυτό αποφάσισε να διακόψει τη θεραπεία μαζί της, όταν παρουσίασε βελτίωση. Μετά τη διακοπή της θεραπείας, σε σύντομο χρονικό διάστημα, ο γιατρός Μπρόγιερ κλήθηκε στο σπίτι της Άννας, όπου τη βρήκε σε παραλήρημα με κοιλιακές συσπάσεις. Όταν ρώτησε τι συμβαίνει, η Άννα του είπε ότι υπέφερε από ωδίνες τοκετού και ότι γεννούσε το παιδί του. Μετά από αυτό το γεγονός, ο γιατρός εγκατέλειψε την Άννα και διέκοψε κάθε ενασχόληση μαζί της.

Ο νεαρός συνάδελφος του Μπρόγιερ, ο Φρόυντ αναρωτήθηκε γιατί αυτή η νεαρή γυναίκα αντέδρασε με αυτόν τον τρόπο απέναντι στον γιατρό της. Αυτό αποτέλεσε το έναυσμα για να προχωρήσει ο Φρόυντ σε νέες ανακαλύψεις σχετικά με τον τρόπο που προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε την ανθρώπινη συμπεριφορά και τα κίνητρά της, την ψυχοπαθολογία και την ψυχοθεραπεία. Μέσα από τη μελέτη της συγκεκριμένης περίπτωσης, ο Φρόυντ συμπέρανε ότι η υστερία έχει τις ρίζες του στην παιδική σεξουαλική κακοποίηση. Η έμφαση του Φρόυντ στη σεξουαλικότητα αποτέλεσε σημείο ρήξης με τον Μπρόγιερ, ο οποίος διαφωνούσε με την ερμηνεία αυτή.

 


Πηγή:

Heiden & Hersen. (2011). Εισαγωγή στην κλινική ψυχολογία. Αθήνα: Πεδίο.  

 

Κουραβάνας Νικόλαος & Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc.