Τρίτη 16 Αυγούστου 2022

Βλέποντας...: “A good woman”

Ένα οικογενειακό μυστικό είναι αρκετό για να δημιουργηθούν ένα σωρό παρεξηγήσεις, συγκρούσεις και εντάσεις.

Η ταινία “A good woman”, του Mike Barker (2004), μας μεταφέρει στη δεκαετία του 1930 στην ιταλική Ριβιέρα, όπου ένα νιόπαντρο ζευγάρι, η Μεγκ και ο Ρόμπερτ, περνάνε τις διακοπές τους. Εκεί συναντούν μια μυστηριώδη, ώριμη γυναίκα, αμφιβόλου ηθικής, την Έρλιν, που έρχεται κοντά με τον Ρόμπερτ και έναν Λόρδο που φλερτάρει την Μεγκ. Τελικά, ένα ακόμη πρόσωπο που εμφανίζεται επιθυμεί να παντρευτεί την Έρλιν. 

 

Η ταινία αναδύει ένα σύνολο από θέματα και προκαλεί ποικίλους προβληματισμούς… Πλούτος, αγορές, διασκεδάσεις, ακριβά δώρα και έμφαση στα υλικά αγαθά… σχέσεις, γάμοι, αμφισβήτηση και μείωση του γάμου, αναμετρήσεις ανάμεσα στα δύο φύλα…  

Ορισμένες φράσεις που αξίζει να κρατήσουμε από την ταινία καθώς δημιουργούν έντονο προβληματισμό και ερωτήματα, είναι οι ακόλουθες…

«Τι επιλέγεις έναν κίβδηλο γάμο ή τον εαυτό σου;»

Τι είναι πιο σημαντικό για τον καθένα; Να βρίσκεται μέσα σε ψεύτικες σχέσεις ή να μπορεί να έχει επαφή με τον εαυτό του; Μήπως το εγώ μας αποτελεί εκείνο το εμπόδιο που καταστρέφει την αγάπη; Όταν κυριαρχεί το εγώ δεν υπάρχουν περιθώρια ανάπτυξης της γνήσιας επικοινωνίας, της συναισθηματικής κάλυψης, καθώς και της ασφάλειας και προστασίας που καλό θα ήταν να μας παρέχει μια σχέση. Το εγώ, εν ολίγοις, αντιτίθεται στην εμπιστοσύνη, την ανεκτικότητα, τον σεβασμό, τη στοργή, την αφοσίωση, τη φροντίδα, τον αλτρουισμό και την αγνότητα των αισθημάτων.  


«Αν ακολουθούμε τη γνώμη των άλλων, τι να την κάνουμε τη δική μας;»

Άνθρωποι που αντί να ρίξουν το βλέμμα τους στις δικές τους ζωές προτιμούν να παρακολουθούν τις ζωές των άλλων σε μια απέλπιδα προσπάθεια να βγουν από την ανία που χαρακτηρίζει τη ζωή τους ακόμη και στις διακοπές. Επικεντρώνονται στο κουτσομπολιό, γεγονός που δείχνει πόσο εύκολο είναι να κρίνουν τους άλλους και να βγάζουν αυθαίρετα συμπεράσματα για αυτούς, αφήνοντας στην άκρη τα δικά τους προβλήματα.  Επίσης, το κουτσομπολιό φανερώνει την αδυναμία δημιουργίας γνήσιων και ουσιαστικών ανθρώπινων σχέσεων, καθώς και απομάκρυνση από το ενδεχόμενο της αυτοκριτικής και ως εκ τούτου της αυτογνωσίας.

«Θέλει εξάσκηση και επιδεξιότητα για να μην μετανιώνεις για τη ζωή σου».

Πόσο σημαντικό είναι να μην μετανιώνουμε για τις επιλογές μας; Να έχουμε ήσυχη τη συνείδησή μας; Να νιώθουμε πλήρεις και ολοκληρωμένοι με τις επιλογές μας; Πάντα μας δίνονται επιλογές, όμως, μόνο εμείς οι ίδιοι μπορούμε να αποφασίσουμε ποιες είναι οι πιο κατάλληλες για εμάς τη δεδομένη στιγμή… Κατά πόσο μια λάθος επιλογή μπορεί να μας κυνηγά σε όλη την υπόλοιπη ζωή μας και είναι σίγουρο ότι διορθώνεται;

 

«Δε γίνεται να κλείνουμε τα μάτια σε ότι δεν είναι τέλειο».

Πόσο ουτοπική είναι η αναζήτηση τελειότητας; Πόσο χρόνο χάνουμε από τη ζωή μας κυνηγώντας να είναι τα πράγματα τέλεια; Και τι σημαίνει τέλειο και για ποιον να είναι τέλειο; Κάτι που εμείς πιστεύουμε ότι είναι τέλειο δε σημαίνει ότι καλύπτει και τα κριτήρια του άλλου απέναντί μας. Και πόσο τέλεια μπορούν να είναι τα πράγματα μέσα σε μια σχέση;

Τέλος, η ταινία μας βάζει να σκεφτούμε πόση αλληλοκατανόηση υπάρχει μέσα στον γάμο και τελικά ο γάμος εκφράζει σχέσεις αμοιβαιότητας που θεμελιώνονται στην ειλικρίνεια, την ανταπόκριση και την εμπιστοσύνη;

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.

Τρίτη 9 Αυγούστου 2022

Διαβάζοντας: Ο Πολιτισμός πηγή δυστυχίας, το μέλλον μιας αυταπάτης, του Σίγκμουντ Φρόυντ

Στο βιβλίο αυτό όπως διαφαίνεται κι από τον τίτλο, ο Φρόυντ ασκεί κριτική στον πολιτισμό. Ο Φρόυντ ξεκινά την κριτική του λέγοντας ότι αυτό που επιδιώκει ο άνθρωπος στην ζωή του είναι η ηδονή, δηλαδή η εύρεση της ευχαρίστησης και για να το πετύχει αυτό πρέπει να αποφεύγει τον πόνο κι επίσης ότι ο άνθρωπος για να αποφύγει τις δυσκολίες της ζωής, γιατί η ζωή έτσι όπως μας έχει δοθεί είναι δύσκολή και γεμάτη πόνους, απογοητεύσεις κι άλυτα προβλήματα, χρειάζεται την προστασία του πατέρα και παρομοιάζει τον πατέρα με τον Θεό, καθότι ο Θεός είναι πατέρας για τους ανθρώπους. 

 

Συνεπώς, πολύ σημαντικό μέρος της ανάλυσης του Φρόυντ το καταλαμβάνει η κριτική της θρησκείας, η οποία είναι βασικό συστατικό του πολιτισμού και η οποία προσπαθεί να απαντήσει στο θεμελιώδες ερώτημα σχετικά με το ποιος είναι ο σκοπός της ζωής. Οπότε, βλέπουμε ότι με αυτή του την ανάλυση ο Φρόυντ αγγίζει και κάποια υπαρξιακά ζητήματα. Για τον Φρόυντ είναι πιο εύκολο να βρει κάποιος την δυστυχία παρά την ευτυχία, καθώς οι δυνατότητες για την εύρεσή της είναι περιορισμένες και ότι την ευτυχία την βρίσκουμε όταν έχουμε ξεπεράσει τον πόνο, δηλαδή θεωρεί ότι εμείς οι άνθρωποι μπορούμε να προσεγγίσουμε την ηδονή αν θα αποφύγουμε τους πόνους.

Για τον Φρόυντ μια βασική πηγή πόνου είναι οι ανθρώπινες σχέσεις και η εκούσια απομόνωση και απομάκρυνση από τους άλλους είναι μια πρόχειρη προστασία από τον πόνο που μπορεί να προκληθεί από τις ανθρώπινες σχέσεις. Με αυτό τον τρόπο όμως πάλι δεν επιτυγχάνεται η ευτυχία, αλλά περισσότερο η ησυχία. Αναφέρεται και στη Γιόγκα, ήταν γνωστές όλες αυτές οι Ανατολίτικες φιλοσοφίες, αλλά και πάλι, δηλαδή με τη μέθοδο της Γιόγκα καταλήγει ότι δεν αποκτάει κανείς την ευτυχία, αλλά την ησυχία. 

 

Επίσης, αναφέρεται στην τέχνη λέγοντας ότι «όποιος είναι δεκτικός στην επίδραση της τέχνης, ξέρει να την εκτιμά σαν πηγή ηδονής και παρηγοριάς στη ζωή, αλλά η ελαφρή νάρκωση, στην οποία μας μεταφέρει η τέχνη, δεν μπορεί να μας μεταφέρει παραπάνω από μια φευγαλέα απομάκρυνση από τις ανάγκες της ζωής και δεν είναι αρκετά ισχυρή για να μας κάνει να ξεχνάμε την πραγματική αθλιότητα» (σ. 20). Οπότε, ούτε η τέχνη δεν μπορεί να μας προσφέρει ευτυχία. Η τέχνη είναι πηγή ηδονής, αλλά δεν είναι η πηγή ηδονής που επιδιώκει ο άνθρωπος.

Παρακάτω, ο Φρόυντ αναφέρεται στην αισθητική, λέγοντας ότι «η ομορφιά και η γοητεία είναι αρχικά ιδιότητες του σεξουαλικού αντικειμένου κι ότι είναι αξιοσημείωτο ότι τα γεννητικά όργανα που η θέα τους προκαλεί πάντα ερεθισμό, δεν μπορούν ποτέ να κριθούν σαν ωραία, αντίθετα ο χαρακτήρας της ομορφιάς φαίνεται πως ταιριάζει σε ορισμένα δευτερεύοντα σεξουαλικά σημεία» (σ.22).

Επίσης, μας λέει ότι «δεν υπάρχει καμία συμβουλή που να κάνει για όλους, ο καθένας θα πρέπει να δοκιμάζει μόνος του με ποιον ιδιαίτερο τρόπο μπορεί να γίνει ευτυχισμένος» (σ. 23). 

 

Και παρακάτω αναφέρεται ξανά στην θρησκεία λέγοντας ότι «η θρησκεία βλάπτει αυτό το παιχνίδι της εκλογής και της προσαρμογής με το να επιβάλλει σε όλους με τον ίδιο τρόπο τον δικό της δρόμο προς την ευτυχία και την αποφυγή του πόνου. Η τεχνική της έγκειται στο να μειώνει την αξία της ζωής και να παραμορφώνει απατηλά την εικόνα του πραγματικού κόσμου, πράγμα που έχει σαν προϋπόθεση την καταπτόηση της ευφυίας» (σ.σ. 23,24).

Για τον Φρόυντ όπως ο ίδιος λέει «υπάρχουν πολλοί δρόμοι που μπορεί να οδηγήσουν στην ευτυχία όπως είναι εφικτοί στον άνθρωπο, δεν υπάρχει όμως κανένας που να οδηγεί σίγουρα εκεί, ούτε η θρησκεία μπορεί να τηρήσει την υπόσχεσή της, όταν ο πιστός αναγκάζεται τελικά να μιλήσει για τις ανεξιχνίαστες βουλές του Θεού, ομολογεί πως σαν τελευταία παρηγοριά και πηγή ηδονής μέσα στον πόνο του έχει απομείνει μόνο η άνευ όρων υποταγή, κι αν είναι έτοιμος γι’ αυτή θα μπορούσε ίσως να έχει γλιτώσει την χρονοτριβή» (σ. 24).

Ασφαλώς, ο Φρόυντ αναφέρεται και στις σεξουαλικές σχέσεις, συγκεκριμένα αναφέρει το εξής: «είπαμε πως η σεξουαλική αγάπη προσφέρει στον άνθρωπο τις ισχυρότερες ικανοποιήσεις, του δίνει στην πραγματικότητα το πρότυπο για κάθε ευτυχία και θα έπρεπε να του έχει υποβάλλει να αναζητά και στο εξής την ευτυχία της ζωής στον τομέα των σεξουαλικών σχέσεων, να θέσει τον σεξουαλικό έρωτα στο επίκεντρο της ζωής» (σ.σ. 35,36). Βέβαια, ο άνθρωπος ακόμη κι όταν επενδύσει σε κάτι τέτοιο, στο “εκλεγμένο σεξουαλικό αντικείμενο”, «υπάρχει η πιθανότητα να εκτεθεί σε ισχυρότερο πόνο αν περιφρονηθεί απ’ αυτό ή αν το χάσει εξαιτίας απιστίας ή θανάτου» (σ. 36).

Ευχάριστη έκπληξη αποτελεί το γεγονός ότι διακρίνει την αγάπη σε ανακομένη και αισθησιακή… σύμφωνα με τα λόγια του: «η ανακομένη αγάπη ήταν αρχικά αισθησιακή αγάπη και είναι ακόμη στο ασυνείδητο των ανθρώπων. Και οι δύο, η αισθησιακή και η ανακομένη αγάπη βγαίνουν από τα όρια της οικογένειας και δημιουργούν νέες σχέσεις με ξένους μέχρι τώρα. Η σεξουαλική αγάπη οδηγεί σε δημιουργία νέων οικογενειών, η ανακομένη σε φιλίες που έχουν σημασία για τον πολιτισμό, επειδή ξεφεύγουν από μερικούς περιορισμούς της σεξουαλικής αγάπης, παραδείγματος χάρη, την αποκλειστικότητά της. Αλλά η σχέση της αγάπης προς τον πολιτισμό δεν είναι πια στην πορεία της εξέλιξης μονοσήμαντη. Από το ένα μέρος η αγάπη αντιστέκεται στα συμφέροντα του πολιτισμού, από το άλλο ο πολιτισμός απειλεί την αγάπη με σημαντικούς περιορισμούς» (σ. 37). Άρα έχουμε τρία είδη αγάπης, την διακρίνει σε αισθησιακή, σεξουαλική και ανακομένη.


 

Προκαλεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον κάτι που ο Φρόυντ αναφέρει παρακάτω, ότι «μία από τις κύριες επιδιώξεις του πολιτισμού είναι να συνδέει τους ανθρώπους σε μεγάλες ενότητες. Η οικογένεια όμως δε θέλει να αφήσει το άτομο ελεύθερο. Όσο στενότερη είναι η συνοχή των μελών της οικογένειας, τόσο πιο πολύ τείνουν συχνά να απομονώνονται από τους άλλους, τόσο δυσκολότερη τους γίνεται η είσοδος στον πλατύτερο κύκλο της ζωής» (σ. 37).

Αυτό θα λέγαμε ότι εξηγεί κάποιες φορές το «σύνδρομο της άδειας φωλιάς», όταν δηλαδή τα παιδιά θέλουν να φύγουν από την οικογένεια και οι γονείς όσο κι αν γνωρίζουν ότι αυτή είναι η φυσική εξέλιξη των πραγμάτων, δεν την επιθυμούν και θυμώνουν ή κατά μία έννοια βιώνουν παρόμοια συναισθήματα όπως στα στάδια του πένθους μπροστά σε μια άλλου είδους απώλεια. Οι γονείς ποτέ δεν είναι απόλυτα προετοιμασμένοι για αυτή την στιγμή που τα παιδιά θα ανοίξουν τα δικά τους φτερά και θα πετάξουν μακριά αναζητώντας τη δική τους πορεία στο ταξίδι της ζωής. Για κάποιους γονείς είναι τόσο δύσκολη κι επώδυνη αυτή η στιγμή που θα προτιμούσαν να μην ήταν ελεύθερα τα παιδιά τους για να κάνουν τις δικές τους επιλογές. Θα ήθελαν τα παιδιά τους να παραμείνουν για πάντα μαζί τους. Γενικά αυτό το φαινόμενο το βλέπουμε έντονα να υφίσταται στην Ελληνική οικογένεια και δεν είναι καθόλου τυχαία όλα αυτά τα ανέκδοτα για την κακιά πεθερά, η οποία δεν αποδέχεται ποτέ την νύφη της, καθώς νιώθει ότι της έκλεψε τον γιο.

Μας εξηγεί επίσης, ότι οι «γυναίκες εκπροσωπούν τα συμφέροντα της οικογένειας και της σεξουαλικής ζωής, η πολιτιστική εργασία έγινε περισσότερο υπόθεση των ανδρών, τους θέτει διαρκώς δυσκολότερα προβλήματα, τους εξαναγκάζει σε μετουσίωση των ορμών, όπου οι γυναίκες δεν μπορούν να ανταποκριθούν εύκολα. Επειδή ο άνθρωπος δεν διαθέτει απεριόριστες ποσότητες ψυχικής ενέργειας, πρέπει να εκτελέσει τα καθήκοντά του με κατάλληλη κατανομή της σεξουαλικής ενέργειας. Ό,τι καταναλώνει για πολιτιστικούς σκοπούς, το αφαιρεί κατά μεγάλο μέρος από τις γυναίκες και τη σεξουαλική ζωή: η διαρκής τους συνεργασία με άνδρες, η εξάρτησή του από τη σχέση προς αυτούς τον αποξενώνει μάλιστα από τα καθήκοντά του σαν συζύγου και πατέρα. Έτσι η γυναίκα βλέπει πως από τις απαιτήσεις του πολιτισμού απωθείται στα παρασκήνια και παίρνει απέναντί του εχθρική στάση» (σ. 38). 


 

Από την μέση του βιβλίου του κι έπειτα, ο Φρόυντ στρέφεται ακόμη περισσότερο σε μία ανάλυση του ρόλου που έχει η θρησκεία στον πολιτισμό και στην ζωή των ανθρώπων. Εξηγεί την εντολή: «αγάπα τον πλησίον σου περισσότερο από τον εαυτό σου», όπως επίσης, ότι οι θρησκείες δεν μπορούν να κατανοηθούν με βάση τη λογική, αλλά περισσότερο ως εσωτερικό βίωμα, το οποίο πιστοποιεί την αλήθεια που κρύβεται μέσα σε μία θρησκεία. Αλλά, ο Φρόυντ διερωτάται τι γίνεται με τόσους ανθρώπους που δεν έχουν ένα τέτοιο παράξενο βίωμα.

Θα λέγαμε ότι ο Φρόυντ βλέπει περισσότερο τις θρησκείες ως μία αυταπάτη, αλλά και ως ένα αναγκαίο κακό, όπου χωρίς αυτό ο άνθρωπος δεν θα είχε κανένα εμπόδιο να ανακόψει τις ορμές του για παράδειγμα να φονεύσει τον διπλανό του. Δεν πιστεύει όμως ότι θα πρέπει να συνεχιστεί η διδασκαλία της θρησκείας στα σχολεία και αναρωτιέται αν αφού έχει αναγνωρίσει τα θρησκευτικά δόγματα σαν αυταπάτες, αν θα έπρεπε να αναγνωρίσει ως τέτοια και κάποια άλλα πολιτιστικά αποκτήματα που τα εκτιμούμε πολύ και που επηρεάζουν τη ζωή μας και ενδεχομένως είναι της ίδιας φύσης. Ο Φρόυντ παραλληλίζει την θρησκεία με καταναγκαστική νεύρωση όπως ακριβώς αυτή του παιδιού που προέρχεται από το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα, από την σχέση προς τον πατέρα, εφόσον οι περισσότερες θρησκείες είναι μονοθεϊστικές, κι άρα ο ένας Θεός παραλληλίζεται με τον πατέρα.

Τέλος, ο Φρόυντ διερωτάται επίσης σχετικά με το τι επιρροή θα έχει το βιβλίο του αυτό στους ανθρώπους και αν τυχόν προκαλέσει κακό, καθώς χωρίς την θρησκεία ο κόσμος ίσως να οδηγούνταν στο χάος. Σε μια σύγκριση ανάμεσα στην επιστήμη και την θρησκεία λέει ο ίδιος: «γνωρίζω πόσο δύσκολο είναι να αποφύγουμε τις αυταπάτες, ίσως και οι ελπίδες που τρέφω να είναι αυταπάτες, αλλά επιμένω σε μια διαφορά. Οι αυταπάτες μου εκτός από το ότι η μη αποδοχή τους δεν τιμωρείται, δεν είναι σαν τις θρησκευτικές, ώστε να μην επιδέχονται διόρθωση, δεν έχουν παρανοϊκό χαρακτήρα» (σ. 116).

Αυτά κι άλλα πολλά αναφέρονται σε αυτό το βιβλίο του Φρόυντ, αξίζει σίγουρα να το διαβάσει κανείς, καθώς θα εμβαθύνει στον τρόπο σκέψης και θεώρησης του πατέρα της ψυχανάλυσης.

 

Πηγή:

Φρόυντ (1974), Ο Πολιτισμός πηγή δυστυχίας, το μέλλον μιας αυταπάτης, μετάφραση: Γ. Βαμβαλής, Εκδόσεις: Επίκουρος

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.

 


 

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2022

Διαβάζοντας: Ο φόβος μπροστά στην ελευθερία, του Erich Fromm

Πρόκειται για ένα βιβλίο που έχει πολλά να πει για το άτομο και για τη θέση του στην κοινωνία δίνοντας ερμηνείες κι εξηγήσεις βασισμένες στην ψυχολογιστική και οικονομιστική προσέγγιση, καθώς και την ιδεαλιστική θέση, η οποία εκπροσωπείται από την ανάλυση του Μαξ Βέμπερ. Παραθέτουμε δυο λόγια δικά του για να δώσουμε ένα στίγμα όσων είναι γραμμένα σε αυτό το βιβλίο. 

 

«Σχετικά με το ζήτημα του πνεύματος του Προτεσταντισμού και του καπιταλισμού, προσπάθησα να δείξω ότι η κατάρρευση της μεσαιωνικής κοινωνίας απείλησε τη μεσαία τάξη ότι η απειλή αυτή είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση ενός αισθήματος απομόνωσης μέσα στην αδυναμία και την αμφιβολία ότι αυτή η ψυχολογική αλλαγή ευθύνεται για την απήχηση που βρήκαν τα δόγματα του Λούθηρου και του Καλβίνου ότι αυτά τα δόγματα ενδυνάμωσαν και σταθεροποίησαν τις αλλαγές στον χαρακτήρα και ότι τα γνωρίσματα του χαρακτήρα που αναπτύχθηκαν με αυτόν τον τρόπο έγιναν στη συνέχεια παραγωγικές δυνάμεις για την ανάπτυξη του καπιταλισμού, ο οποίος προέκυψε από τις οικονομικές και πολιτικές αλλαγές.  

Σχετικά με τον Φασισμό, εφαρμόστηκε η ίδια ερμηνευτική αρχή: η χαμηλότερη μεσαία τάξη αντέδρασε σε κάποιες οικονομικές αλλαγές, όπως ήταν η αυξανόμενη δύναμη των μονοπωλίων και του μεταπολεμικού πληθωρισμού, κάνοντας πιο έντονα κάποια γνωρίσματα του χαρακτήρα της, δηλαδή τις σαδιστικές και μαζοχιστικές ορμές της η ιδεολογία των Ναζί βρήκε απήχηση σε αυτά τα χαρακτηριστικά και με τη σειρά της τα έκανε πιο έντονα {…} Και στις δύο περιπτώσεις βλέπουμε ότι όταν μία τάξη απειλείται από καινούργιες οικονομικές τάσεις, αντιδρά σε αυτή την απειλή ψυχολογικά και ιδεολογικά {…} Ο άνθρωπος αντιδρά στην αλλαγή των εξωτερικών συνθηκών αλλάζοντας τον εαυτό του και αυτοί οι ψυχολογικοί παράγοντες με τη σειρά τους συμβάλλουν στη διαμόρφωση του οικονομικού και κοινωνικού γίγνεσθαι. {…} Με άλλα λόγια, οι κοινωνικές συνθήκες επηρεάζουν τα ιδεολογικά φαινόμενα μέσω του χαρακτήρα ο χαρακτήρας από την άλλη πλευρά, δεν είναι αποτέλεσμα παθητικής προσαρμογής στις κοινωνικές συνθήκες, αλλά αποτέλεσμα μιας δυναμικής προσαρμογής βάσει στοιχείων που είτε είναι από βιολογική άποψη εγγενή στην ανθρώπινη φύση είτε έχουν πια γίνει αναπόσπαστο μέρος της ως συνέπεια της ιστορικής εξέλιξης» (σ. 333-335). 

 

Ο Έριχ Φρομ (1900 – 1980), ήταν Γερμανοαμερικανός ψυχαναλυτής, κοινωνιολόγος και σοσιαλιστής και γνωστός για την κοινωνικοπολιτική και κοινωνικο – ψυχαναλυτική πρωτότυπη μελέτη του. Κάποια από τα πιο δημοφιλή κλασικά πια έργα του είναι τα εξής: Ο φόβος μπροστά στην ελευθερία (1941), Ο άνθρωπος για τον εαυτό του (1947), Η υγιής κοινωνία, (1955), Η τέχνη της αγάπης (1956), η καρδιά του ανθρώπου (1964), Η ανατομία της ανθρώπινης καταστροφικότητας (1973), και να έχεις ή να είσαι; (1976). Εκατομμύρια αντίτυπα των βιβλίων του πωλούνται κάθε χρόνο κι έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, καθώς ο Φρομμ θεωρείται ένας από τους πιο δημοφιλείς ψυχαναλυτές της Αμερικής που άσκησε επιρροή και το όνομά του συνδέεται επίσης με την περίφημη Σχολή της Φρανκφούρτης και την κριτική θεωρία της. 

 

Ο Έριχ Φρομ είχε σπουδάσει νομικά στο Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης, ενώ στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης σπούδασε κοινωνιολογία έχοντας δάσκαλό του τον Άλφρεντ Βέμπερ, τον αδελφό του Μαξ Βέμπερ. Η σύζυγός του, η Φρίντα Ράιχμαν, τον μύησε στις ιδέες του Σίγμουντ Φρόυντ, για τον οποίο ο Φρομ επέδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον αναπτύσσοντας τις δικές του θεωρίες κατανόησης κι ερμηνείας των κοινωνικών και πολιτισμικών φαινομένων μέσα από την ψυχαναλυτική ματιά. Οπωσδήποτε, το έργο του Φρομ είναι ανεκτίμητης αξίας και αξίζει τον κόπο και τον χρόνο ενασχόλησής μας με αυτό. Σας ευχόμαστε καλή ανάγνωση!

 

Πηγή:

Ο φόβος μπροστά στην ελευθερία, του Erich Fromm, 2017. Διόπτρα.

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.

 

 

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2022

Σχεδιαστική πλάνη… Τι είναι; Και πώς επηρεάζει την τήρηση προθεσμιών;

Ίσως, για τους περισσότερους από εμάς το να υπάρχει μια καταληκτική προθεσμία είναι πολύ αγχωτικό και γίνεται ακόμη περισσότερο, καθώς παρατηρούμε ότι δυσκολευόμαστε να φέρουμε εις πέρας ένα έργο που έχουμε αναλάβει να το τελειώσουμε σε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα κι ενώ έχουμε όλη την καλή διάθεση και την πρόθεση και πραγματικά το πιστεύουμε ότι θα τα καταφέρουμε, κάτι πάει στραβά και «πεθαίνουμε» από το άγχος, καταλήγοντας να ζητήσουμε παράταση αν αυτό είναι εφικτό ή να παραδώσουμε την εργασία μας όπως- όπως με όποιες συνέπειες κάτι τέτοιο συνεπάγεται. 

 

Μάλιστα, τα άτομα που έχουν μια μεγαλύτερη ηλικία κι ως εκ τούτου έχουν μια μεγαλύτερη εμπειρία στην ανάληψη τέτοιων υποχρεώσεων, εφόσον μέσα από την ακαδημαϊκή ή εργασιακή τους εμπειρία έχουν κατά καιρούς αναλάβει πρότζεκτς και διάφορες εργασίες με χρονοδιαγράμματα, κι ενώ γνωρίζουν τις δυσκολίες κι ότι η περισσότερη δουλειά συνήθως βγαίνει τις τελευταίες μέρες, εξακολουθούν να δεσμεύονται για σύντομη ολοκλήρωση και παράδοση ακόμη και νωρίτερα από την καταληκτική ημερομηνία.

Γιατί όμως συμβαίνει κάτι τέτοιο; Γιατί ακόμη και τα άτομα με εμπειρία «αυτό-παγιδεύονται» με το να υποσχεθούν και να δεσμευθούν χρονικά ωθώντας τον εαυτό τους σε καταστάσεις πιεστικού άγχους και στρες; Μοιάζει σαν να λησμονούν ότι πέρα από τις ακαδημαϊκές ή τις επαγγελματικές τους υποχρεώσεις, υπάρχουν και οικογενειακές υποχρεώσεις ή άλλοι αστάθμητοι παράγοντες που παρεμποδίζουν την ομαλή διεξαγωγή μιας εργασίας που δεν γνωρίζουν εκ των πραγμάτων τις δυσκολίες ή τις χρονικές προκλήσεις που θα παρουσιαστούν. 

 

Για την επιστήμη της Κοινωνικής Ψυχολογίας, μια κύρια αιτία είναι η «σχεδιαστική πλάνη». Δηλαδή, «η τάση των ανθρώπων να έχουν μια υπερβολική αισιοδοξία σχετικά με τον χρόνο ολοκλήρωσης ενός σχεδίου, ακόμη κι όταν δεν έχουν καταφέρει να ολοκληρώσουν παρόμοια σχέδια στον απαιτούμενο χρόνο στο παρελθόν» (Buehler et al. 2010).

Οι Buehler et al. διεξήγαν μια έρευνα σε ένα κολέγιο όπου ρώτησαν τους φοιτητές πόσες μέρες πίστευαν ότι θα χρειάζονταν για να ολοκληρώσουν τις διατριβές τους. Οι περισσότεροι υπολόγισαν ότι θα τους έπαιρνε 34 ημέρες και όταν τους τέθηκε το ίδιο ερώτημα με τη διαφορά ότι όλα θα τους πήγαιναν όσο το δυνατόν χειρότερα, τότε δήλωσαν ότι σε μια τέτοια περίπτωση θα χρειάζονταν 49 ημέρες. Τελικά, διαπιστώθηκε ότι ο μέσος χρόνος που χρειάστηκε για την ολοκλήρωση των διατριβών ήταν 56 ημέρες.

 

Οπότε, η «σχεδιαστική πλάνη» είναι γεγονός και θα πρέπει να την έχουμε πάντοτε υπόψη όταν πρόκειται να αναλάβουμε να φέρουμε εις πέρας συγκεκριμένα πρότζεκτς κι εργασίες που απαιτούν παράδοση σε συγκεκριμένη προθεσμία. Θα πρέπει πάντοτε να υπολογίζουμε ότι τα πράγματα ενδεχομένως και να μην πάνε έτσι ακριβώς όπως τα έχουμε σχεδιάσει ή τα φανταζόμαστε μέσα στο μυαλό μας. Συνεπώς, θα λέγαμε ναι στην αισιοδοξία, αλλά όχι στην υπεραισιοδοξία, όταν μάλιστα μας εμπλέκει σε δεσμεύσεις που απαιτούν πολύ κόπο και χρόνο.

 

Πηγή:

Buehler, R., Griffin, D., & Peetz, J. (2010). The planning fallacy: Cognitive, motivational, and social origins. In M.P. Zanna (Ed.), Advances in experimental  social psychology. Academic Press.

 

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.

«Το παιδί βρέχει το κρεβάτι του»


 Βίντεο απόσπασμα από το βιβλίο "Γονείς: μια διαρκής πρόκληση"


«Η αδυναμία του παιδιού να ελέγχει την ούρησή του είναι γνωστή με το όνομα ‘ενούρηση’. Ενώ η ‘εγκόπριση’ αναφέρεται όταν δεν ελέγχει τα κακά του. Πρέπει να γίνεται διάκριση ανάμεσα στην πρωτοπαθή ενούρηση ή στην πρωτοπαθή εγκόπριση, οι οποίες προκαλούνται όταν το παιδί δεν καταφέρνει να μάθει να ελέγχει τους σφιγκτήρες του, και στις δευτεροπαθείς, που εμφανίζονται όταν το παιδί που ήξερε να τους ελέγχει ξανακάνει πιπί ή κακά πάνω του. Και οι δύο είναι πολύ συχνός λόγος σε επίσκεψη σε παιδιάτρους, κλινικούς ψυχολόγους και ψυχαναλυτές. Αν και μπορεί να εμφανιστούν συγχρόνως, είναι συνηθέστερο το παιδί να κάνει πιπί, και όχι κακά, στο κρεβάτι. 


 

Είναι ένα ζήτημα που συνήθως αγχώνει τους γονείς, επειδή νομίζουν ότι το να βρέχει το κρεβάτι του μπορεί να είναι πολύ τραυματικό για το παιδί και, επιπλέον, αισθάνονται άσχημα που δεν ξέρουν τι να κάνουν. Ωστόσο, κυρίως σε περιπτώσεις πρωτοπαθούς ενούρησης ή εγκόπρισης, η αποφυγή τους είναι πολύ πιο απλή από ότι πιστεύουν πολλοί αμήχανοι γονείς που περνάνε μήνες ολόκληρους πλένοντας σεντόνια…» (σελ. 102-103).

 


Πηγή:

Joseph Knobel Freud. (2015). Γονείς: Μια διαρκής πρόκληση. Πατάκης, σελ. 102-110.

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.