Σάββατο 12 Μαρτίου 2022

Δεν εγκρίνουν τις επιλογές μου! Ένας εσωτερικός διάλογος…

Δεν εγκρίνουν τις επιλογές μου! 


 

-Και τι σε νοιάζει τι σκέφτονται ή τι θα πουν οι άλλοι;

Τι με νοιάζει; Μου έχουν γυρίσει την πλάτη!

-Και δεν χαίρεσαι γι’ αυτό;

Γιατί να χαρώ;

-Γιατί δε χάνεις εσύ, αυτοί χάνουν.

Οκ, και τι κερδίζω;

-Την ψυχική σου ηρεμία μήπως; Το να γίνεις αυτοεξαρτώμενος κι όχι εξαρτώμενος από τους άλλους!


 

Και γιατί αυτό είναι κάτι καλό;

-Γιατί πλέον ζεις για εσένα, όχι για τους άλλους. Οι επιλογές είναι δικές σου, άρα γίνεσαι εσύ ο υπ’ αριθμόν ένα υπεύθυνος για τον εαυτό σου.

Και γιατί να μην έχουν και οι άλλοι μέρος ευθύνης για τη ζωή μου;

-Γιατί έτσι δεν ωριμάζεις, ρίχνεις τις ευθύνες στους άλλους για καθετί που σου πάει στραβά. Επίσης δεν μπορείς να ελέγξεις αν κάποιος επίτηδες σου βάζει εμπόδια.

Γιατί να μου βάλει κάποιος εμπόδια; Μιλάω σε φίλους και τους συμβουλεύομαι, γιατί να μου βάλουν εμπόδια;

-Μήπως γιατί συγκρίνονται μαζί σου και θέλουν να σαμποτάρουν την επιτυχία και την ευτυχία σου;

Και γιατί κάποιος να θέλει να σαμποτάρει την επιτυχία και την ευτυχία μου; 


 

-Μήπως γιατί αυτός που δεν είναι ούτε επιτυχημένος, ούτε ευτυχισμένος δεν αντέχει να βλέπει τους άλλους επιτυχημένους κι ευτυχισμένους;

Και σε ποιον να μιλώ για να με βοηθά να κάνω σωστές επιλογές στη ζωή μου;

-Μίλα στον εαυτό σου. Είναι ο μόνος που δε θα σε προδώσει ποτέ.

Κι αν κάνω λάθη;

-Μάθε από αυτά για να μην τα επαναλάβεις. Δεν υπάρχει άνθρωπος που δεν έσφαλε ποτέ.

 


Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.

 

Παρασκευή 11 Μαρτίου 2022

«Οι αυτιστικοί και η φωνή τους»

 «Μάλλον φλύαροι», οι αυτιστικοί

 


Αν και τα αυτιστικά παιδιά θεωρούνται συχνά ως βωβά όντα, ο Λακάν τα παρουσιάζει ως φλύαρα. Σύμφωνα με τον ίδιο: «Όσο κι αν εσείς δυσκολεύεστε να ακούσετε, να καταλάβετε σε όλο τους το εύρος τα όσα λένε, αυτό καθόλου δεν αναιρεί το γεγονός ότι πρόκειται για προσωπικότητες μάλλον φλύαρες». Τα αυτιστικά παιδιά δυσκολεύονται να χρησιμοποιήσουν τον λόγο, γιατί οι λέξεις έχουν μεγάλη βαρύτητα και δεν αισθάνονται άνετα με αυτές τις λέξεις (Μαλβάλ, 2016, σελ. 87).  

Περισσότερα από τα μισά αυτιστικά παιδιά μιλούν, αλλά με ιδιόμορφο τρόπο. Οι γονείς συνήθως παρατηρούν ότι τα αυτιστικά παιδιά μαθαίνουν εύκολα καινούργιες λέξεις, χωρίς όμως να τις χρησιμοποιούν για να επικοινωνήσουν με τους άλλους. Επίσης, σε αυτιστικούς με υψηλή λειτουργικότητα η φωνή συχνά είναι τεχνητή, ιδιαίτερη, χωρίς εκφραστικότητα. «Οι λέξεις εκστομίζονται μάλλον παρά μιλιούνται, προέρχονται από ένα απομνημονευμένο νοητικό ρεπερτόριο, τίποτα δεν είναι πιο δύσκολο για αυτά τα υποκείμενα από μια προσωπική έκφραση» (Μαλβάλ, 2016, σελ. 88). Τα αυτιστικά άτομα δυσκολεύονται δηλαδή να μιλήσουν για τον εαυτό τους και για τα συναισθήματά τους, ενώ συχνά κάνουν μονόπλευρες συζητήσεις και ασταμάτητες ερωτήσεις. Μπορούν να μιλούν ασταμάτητα και με ενθουσιασμό για θέματα που τους ενδιαφέρουν. 


 

Σύμφωνα με τον Μάλβαλ (2016, σελ. 90-91), «η πολυλογία του αυτιστικού δεν είναι ουσιαστικά μια μοναχική απόλαυση της φωνής, αντιθέτως προσπαθεί να κρατήσει στο περιθώριο αυτήν τη φωνή που προκαλεί τρόμο στο υποκείμενο. Στην παιδική ηλικία, κατά τον ίδιο τρόπο που μιλάει εξαλείφοντας τη φωνή, ο αυτιστικός βουλώνει σκόπιμα τα αυτιά του. Η φωνή ως ενορμητικό αντικείμενο δεν είναι η ηχητική της ομιλίας, αλλά αυτό που φέρει την παρουσία του υποκειμένου μέσα στα λεγόμενά του. Πρόκειται για μείζονα σταθερά της αυτιστικής λειτουργίας το να προστατεύεται κανείς από κάθε αγχωτική ανάδυση του αντικειμένου φωνή. Από τη δική του με την πολυλογία ή τη βωβότητα, και από εκείνη του Άλλου με την αποφυγή της συνομιλίας. Η αυτιστική πολυλογία είναι μια καθησυχαστική άσκηση της ομιλίας μέσα στην οποία η φωνή σβήνεται, δεν τοποθετείται στον τόπο του Άλλου, κι έτσι δεν διχάζει το υποκείμενο που μπορεί κατ’ αυτόν τον τρόπο να την ελέγχει».

Ο Μάλβαλ επισημαίνει ότι ο αυτιστικός επιλέγει την πολυλογία ώστε να χαθεί η φωνή του μέσα σε αυτήν και να μην επικεντρωθεί κανείς στην ομιλία. Οι βωβοί αυτιστικοί μερικές φορές μπορεί να βγουν για λίγο από τη σιωπή τους  να προφέρουν μια τέλεια δομημένη φράση και έπειτα να ξαναγυρίσουν στη βωβή τους απόσυρση. Επίσης, ο ίδιος αναφέρει: «Ο αυτιστικός δεν τοποθετεί τη φωνή του μέσα στο κενό του Άλλου, κάτι το οποίο θα του επέτρεπε να εγγραφεί υπό το εναδικό σημαίνον της πρωταρχικής ταύτισης… Κατά τον ίδιο τρόπο που το βλέμμα υποστηρίζει αυτό που λείπει στο πεδίο της όρασης, η φωνή ενσαρκώνει την έλλειψη στο λεκτικό πεδίο» (σελ. 94). 


 

Και στη συνέχεια, ο Μάλβαλ τονίζει το άγχος που βιώνει ο αυτιστικός εξαιτίας του φωνητικού αντικειμένου. «Η πολυλογία, λοιπόν του αυτιστικού φαίνεται να έχει ως λειτουργία να καταπνίγει και να περιστέλλει μια φωνή την εκδήλωση της οποίας φοβάται. Το αυτί του αυτιστικού δεν είναι κλειστό στη φωνή: γνωρίζουμε την ευαισθησία του στους θορύβους» (σελ. 95). Ο Λακάν υποστηρίζει ότι μια φωνή δεν αφομοιώνεται, ενσωματώνεται. Σύμφωνα με τον Ζακ- Αλέν Μιλέρ, αυτό που προσδένει το άτομο στον Άλλο είναι η φωνή στο πεδίο του Άλλου. Όταν αυτό αποτυγχάνει, τότε «το σημαίνον δεν κωδικοποιεί την απόλαυση, κι έτσι το εναδικό σημαίνον, αρμόδιο να εκπροσωπεί το υποκείμενο ενώπιον των άλλων σημαινόντων, δεν λειτουργεί» (σελ. 96).

Οι αυτιστικοί υποφέρουν αρκετά από τη μοναξιά τους και συχνά προσπαθούν να επικοινωνήσουν με τους άλλους. Επιθυμούν την επικοινωνία χωρίς να συνδέεται με τη φωνητική τους απόλαυση. Συχνά, οι αυτιστικοί καταλήγουν να μιλούν χωρίς να λένε κάτι. Έτσι, φαίνονται λαλίστατοι, χωρίς όμως να έχουν αναπτύξει δεξιότητες επικοινωνίας. «Ο μονόλογος τείνει να επιλύσει τη δυσκολία με την οποία βρίσκεται αντιμέτωπος ο αυτιστικός για τον οποίο η μοναξιά γίνεται επώδυνη: του επιτρέπει να πηγαίνει προς τον άλλο μιμούμενος το πρόπλασμα μιας συνομιλίας χωρίς να δεσμεύει τη φωνή του» (σελ. 98). Ο αυτιστικός όταν μιλάει δεν απευθύνεται σε κάποιον και φαίνεται λες και μιλάει στο κενό. Ορισμένοι αυτιστικοί δεν έχουν καθόλου επιτονισμό και ο λόγος τους μοιάζει σαν μια μονότονη ψαλμωδία.

 


Μαλβάλ, Ζαν- Κλωντ. (2016). Ο αυτιστικός και η φωνή του. Αθήνα: Εκκρεμές.

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.   

 


Ειδικές φοβίες

Μια ειδική φοβία μπορεί να είναι αποτέλεσμα εξαρτημένης μάθησης, μίμησης, μιας τραυματικής εμπειρίας ή κάποιας γενετικής επιρροής.

Υπάρχει ένα σύνολο από καταστάσεις ή αντικείμενα που είναι το ερέθισμα μιας φοβικής αντίδρασης και τα οποία μπορούν να ομαδοποιηθούν. 

Φοβίες που σχετίζονται με δραστηριότητες ή εμπειρίες (καταστασιακός τύπος):

Αγυροφοβία (να διασχίσει δρόμους)

Αεροφοβία (αεροπλάνα)

Αμαξοφοβία (οδήγηση ή να είναι στο αυτοκίνητο)

Αμαρτοφοβία (αμαρτία)

Αρπαξοφοβία (κλοπή)

Βιρτζινοφοβία (βιασμό)

Γαμετοφοβία (γάμος)

Γενοφοβία (σεξ)

Γεφυροφοβία (να διασχίσει γέφυρες)

Γηρασκοφοβία (γήρας)

Γλωσσοφοβία (να μιλήσει δημόσια)

Δειπνοφοβία (να δειπνήσει και να συζητήσει ταυτόχρονα)

Διψοφοβία (να πιει)

Εμετοφοβία (εμετός)

Εργοφοβία (δουλειά)

Ζηλοφοβία (ζήλια)

Θανατοφοβία (θάνατος)

Καθισοφοβία (να καθίσει)

Κλιμακοφοβία (να πέσει από σκάλες)

Κλινοφοβία (να πέσει στο κρεβάτι)

Μαιευσιοφοβία (γέννηση παιδιών)

Ουροφοβία (ούρηση)

Πανθοφοβία (να υποφέρει)

Πανφοβία (τα πάντα)

Παχυφοβία (να πάρει βάρος)

Πενιοφοβία (φτώχεια)

Πλουτοφοβία (πλούτος)

Πνευματοφοβία (πνεύματα)

Πνιγοφοβία (να πνιγεί)

Ποινοφοβία (τιμωρία)

Ρυτιδοφοβία (ρυτίδες)

Σκοτοφοβία (σκοτάδι)

Συνουσιοφοβία (συνουσία)

Σχολειοφοβία (σχολείο)

Σωτηριοφοβία (εξάρτηση)

Ταφοφοβία (να ταφεί ζωντανός)

Ταχοφοβία (ταχύτητα)

Τοκοφοβία (εξετάσεις)

Υπνοφοβία (ύπνος)

Φαγοφοβία (να φάει, να καταπιεί)

 

Φοβίες που σχετίζονται με όρους, συναισθήματα ή αισθήσεις:

Χειραπτοφοβία (φόβος να μην αγγιχτείς σε συγκεκριμένο σημείο)

Ακροφοβία (ύψη)

Αμνησιφοβία (αμνησία)

Αμυχοφοβία (γρατζουνιές)

Ασθενοφοβία (να λιποθυμήσει, αδυναμία)

Ατελοφοβία (ατέλεια)

Αφηφοβία (να αγγιχθεί)

Δινοφοβία (ζαλάδα)

Διπλοφοβία (διπλή όραση)

Ηδονοφοβία (να νιώσει ευχαρίστηση)

Θερμοφοβία (ζέστη)

Κλειστοφοβία (κλειστοί χώροι)

Μονοφοβία (μοναξιά)

Ξηροφοβία (ξηρότητα)

Ομοφοβία (ομοφυλοφιλία)

Οσμοφοβία (οσμές)

Φωτοφοβία (φως)

Ψυχροφοβία (κρύο)

 

Φοβίες που σχετίζονται με φυσικά ή περιβαλλοντικά φαινόμενα:

Ανκραφοβία (άνεμος)

Αντλοφοβία (πλημμύρες)

Αστραφοβία (κεραυνός και αστραπή)

Βροντοφοβία (κεραυνός και αστραπή)

Θαλασσοφοβία (θάλασσα)

Κρυοφοβία (πολύ κρύο, πάγος)

Ομβροφοβία (βροχή)

Πυροφοβία (φωτιά)

Υγροφοβία (υγρασία)

Χρονοφοβία (χρόνος)

 

Φοβίες που σχετίζονται με ανθρώπους ή επαγγέλματα:

Αγιοφοβία (αγίους)

Ανδροφοβία (άνδρες)

Ανθρωποφοβία (κοινωνία)

Αποτεμνοφοβία (ανθρώπους με ακρωτηριασμούς)

Γυνηφοβία (γυναίκες)

Δαιμονοφοβία (δαίμονες)

Ενοχλοφοβία (πλήθη)

Ξενοφοβία (ξένοι ή αλλοδαποί)

Παιδοφοβία (παιδιά)

Τυραννοφοβία (τύραννοι)

 


Gardner, J. & Bell, A.H. (2008). Φοβίες και πώς να τις ξεπεράσετε. Αθήνα: Φυτράκης.

 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2022

Η Θεωρία Κοινωνικής Ταυτότητας και η επίδραση στη συμπεριφορά μας

Η κοινωνική ταυτότητα είναι μέρος του εαυτού, που καθορίζεται με βάση την υπαγωγή στην ομάδα. Το άτομο ως μέλος μιας ομάδας διαμορφώνει την κοινωνική του ταυτότητα και το άτομο φέρει τόσες κοινωνικές ταυτότητες όσες είναι και οι ομάδες υπαγωγής. Η θεωρία αυτή αναπτύχθηκε από τους κοινωνικούς ψυχολόγους Henri Tajfel και John Turner, τη δεκαετία του 1970. Οι θεωρητικοί αυτοί περιέγραψαν τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η κοινωνική ταυτότητα, μέσα από τη διαδικασία της κοινωνικής σύγκρισης και της κατηγοριοποίησης. Η θεωρία περιγράφει τους τρόπους με τους οποίους η κοινωνική ταυτότητα μπορεί να επηρεάσει τη συμπεριφορά του ατόμου κατά την αλληλεπίδραση με τους άλλους. 


 

Ο Tajfel στις πρώιμες εργασίες του παρατήρησε και επισήμανε τον ρόλο που παίζουν οι αντιληπτικές διεργασίες, που καταλήγουν στα κοινωνικά στερεότυπα και στην προκατάληψη. Έκανε ένα σύνολο από έρευνες στις οποίες εξέτασε τον τρόπο που συμπεριφέρονται οι άνθρωποι μέσα σε διαφορετικές ομάδες. Η βασική σύγκριση για να καθορίσει κάποιος την ταυτότητά του είναι με την ομάδα υπαγωγής (ενδοομάδα), ενώ ταυτόχρονα συγκρίνεται και με τα μέλη άλλων ομάδων (εξωομάδες). Γενικά, ο Tajfel παρατήρησε μια τάση να ευνοούμε την ομάδα στην οποία ανήκουμε (ευνοιοκρατία) και να διαφέρουμε όσο το δυνατόν περισσότερο από τις άλλες ομάδες.

Ο όρος κοινωνική ταυτότητα χρησιμοποιείται για να περιγράψουμε τον τρόπο που το άτομο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του με βάση τις κοινωνικές ομάδες στις οποίες ανήκει. Η Θεωρία Κοινωνικής Ταυτότητας τονίζει την ανάγκη των ανθρώπων να βρίσκονται μέσα σε ομάδες που θα τους εξασφαλίζουν θετική κοινωνική ταυτότητα. Προϋπόθεση για την απόκτηση και διατήρηση μιας θετικής κοινωνικής ταυτότητας είναι να νιώθει το άτομο ότι ανήκει σε μια ομάδα στην οποία δεν εμφανίζει μεγάλες διαφορές από τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας. 


 

Η Θεωρία αυτή αποτελεί τη βάση για τη μελέτη και ερμηνεία των διομαδικών σχέσεων. Πρόκειται για μια θεωρία που στηρίζεται σε τρεις γνωστικές διεργασίες, που είναι η κοινωνική κατηγοριοποίηση, η κοινωνική ταύτιση και η κοινωνική σύγκριση. Η κοινωνική κατηγοριοποίηση είναι η διαδικασία με την οποία οργανώνουμε τα άτομα σε κοινωνικές ομάδες ώστε να κατανοήσουμε τον κοινωνικό κόσμο γύρω μας. Μέσα από αυτή τη διαδικασία έχουμε τη δυνατότητα να ορίσουμε που ανήκουμε εμείς και που ανήκουν οι άλλοι. Συνήθως, ορίζουμε τους ανθρώπους σύμφωνα με τις κοινωνικές κατηγορίες στις οποίες ανήκουν παρά με βάση τα ατομικά τους χαρακτηριστικά. Η δεύτερη γνωστική διεργασία είναι η κοινωνική ταύτιση, που αφορά την ταυτοποίηση του ατόμου ως μέλους της ομάδας. Η κοινωνική ταύτιση οδηγεί το άτομο να συμπεριφέρεται με τον τρόπο που πιστεύει ότι πρέπει να συμπεριφέρονται τα άτομα αυτής της ομάδας. Το άτομο επενδύει συναισθηματικά στη συμμετοχή του στην ομάδα. Η τρίτη γνωστική διεργασία είναι η κοινωνική σύγκριση, που αφορά τον τρόπο που το κάθε άτομο συγκρίνει την ομάδα του με άλλες ομάδες αναφορικά με το κύρος και την κοινωνική θέση. Στόχος της σύγκρισης είναι το κάθε μέλος της ομάδας να νιώσει θετικά με την ομάδα στην οποία ανήκει εξασφαλίζοντας υψηλά επίπεδα αυτοεκτίμησης.    

Σε περίπτωση που το άτομο δεν είναι ευχαριστημένο με την ομάδα στην οποία βρίσκεται υπάρχουν τρεις στρατηγικές που μπορεί να επιλέξει:

Ατομική κινητικότητα: όταν το άτομο δεν νιώθει καλά στην ομάδα του μπορεί να προσπαθήσει να φύγει από αυτή την ομάδα και να μπει σε μια ανώτερη ομάδα.

Κοινωνική δημιουργικότητα: το άτομο μπορεί να βελτιώσει την κοινωνική θέση της υπάρχουσας ομάδας προσαρμόζοντας κάποιο στοιχείο της σύγκρισης μεταξύ των ομάδων. Το άτομο μπορεί να επιλέξει μια άλλη ομάδα σύγκρισης, δηλαδή να εγκαταλείψει την ομάδα σύγκρισης και να βρει μια άλλη, μπορεί να βρει νέες διαστάσεις σύγκρισης ή να επαναπροσδιορίσει την αξία των διαστάσεων της σύγκρισης.

Κοινωνικός ανταγωνισμός: το άτομο προσπαθεί να βελτιώσει συλλογικά την κοινωνική θέση της ομάδας.

Η Θεωρία Κοινωνικής Ταυτότητας προτείνει ένα σύνολο από στρατηγικές ώστε να μπορέσει το άτομο να βελτιώσει ή να διατηρήσει μια θετική κοινωνική ταυτότητα.

 

 


 

Πηγές:

Tajfel, Henri & John Turner. (1979). “An Integrative Theory of Intergroup Conflict.” The Social Psychology of Intergroup Relations, edited by William G. August and Stephen Worchel, Brooks/Cole, (pp. 33-47).

Χρυσοχόου, Ξ. & Παπαστάμου, Στ. (2008). Η θεωρία της κοινωνικής σύγκρισης. Στο βιβλίο του Στ. Παπαστάμου (Επιμ.), Εισαγωγή στην κοινωνική ψυχολογία. Η παράδοση (Τόμ. Β’), (σελ. 281- 304). Αθήνα: Πεδίο.

 


 

Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc.