Παρασκευή 5 Μαρτίου 2021

Το μελαγχολικό μωρό

Η περίπτωση της κατάθλιψης

Τα καταθλιπτικά άτομα συχνά «κολλάνε», καθώς από τη μια μεριά δεν μπορούν να σταματήσουν τις επώδυνες σκέψεις που κάνουν για τις ανεκπλήρωτες συναισθηματικές τους ανάγκες και από την άλλη νιώθουν ανημπόρια στην προσπάθειά τους να πραγματοποιήσουν κάποια μικρά βήματα προς τη βελτίωση της κατάστασής τους.  Έτσι, αυτοί οι άνθρωποι προσπαθούν να αποφύγουν την αποδοκιμασία και την απόρριψη των άλλων και παράλληλα νιώθουν αποδυναμωμένοι και ανάξιοι να βρουν την υποστήριξη που επιζητούν. 


Στην κατάθλιψη εντοπίζουμε το δίπολο ρήξη και αποκατάσταση. Με βάση την κοινωνική οπτική, η απελπισία που νιώθουμε οφείλεται στην αδυναμία μας να δούμε τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση και δεν έχει να κάνει απλά με τις αρνητικές σκέψεις για τον εαυτό. Έτσι νιώθουμε ότι δεν υπάρχει καμία ελπίδα εξιλέωσης του εαυτού, καθώς δεν μπορούμε να ανακτήσουμε την καλή ιδέα των άλλων για τον εαυτό μας ούτε την ειλικρινή τους αγάπη.

Πρόκειται για ένα σχήμα «κύκλο ρήξης και αποκατάστασης», όπου σε περιπτώσεις διαπροσωπικών συγκρούσεων και στρες είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι οι θετικές σχέσεις μπορούν πάντα να αποκατασταθούν. Το σχήμα αυτό συνδέεται με τον πυρήνα της προσκόλλησης γονιού και παιδιού και αποτελεί την καρδιά της συναισθηματικής ασφάλειας και της αυτοπεποίθησης. Το σύστημα αποκατάστασης διαμορφώνεται στα πρώτα στάδια της ζωής του παιδιού και εδραιώνεται μέχρι το τέλος του πρώτου έτους. Το παιδί που βρίσκεται μέσα σε ένα περιβάλλον που το αντιλαμβάνεται και το βιώνει ως ασφαλές ξέρει ότι ο γονιός θα μπορέσει να του μειώσει την ανησυχία του, να το παρηγορήσει και να μην υποφέρει. Σε περίπτωση που το παιδί δεν μπορεί να απευθυνθεί στον γονιό ώστε να το ηρεμήσει θα παραμείνει με την κορτιζόλη στα ύψη, χωρίς να μπορεί να μειώσει το στρες. 


Το παιδί που μεγαλώνει μέσα στο στρες χωρίς να μπορεί ο γονιός να το ανακουφίσει μεγαλώνοντας θα γίνει ένας ενήλικας που θα νιώθει ανήμπορος να διαχειριστεί τα δυσάρεστα συναισθήματα που προκύπτουν ως αποτέλεσμα των διαπροσωπικών συγκρούσεων. Τα άτομα που πάσχουν από κατάθλιψη στηρίζονται στον πρωτόγονο μηχανισμό απόκρισης «μάχη ή φυγή». Τις περισσότερες φορές αντί να επιχειρούν να λύσουν τα προβλήματα που εμφανίζονται μέσα από την αλληλεπίδραση και τη συνεργασία με τους άλλους ανθρώπους, προτιμούν να αποσυρθούν κοινωνικά ή να επιτεθούν κατά μέτωπο.

Τα καταθλιπτικά παιδιά έχει βρεθεί ότι έχουν διαφορετικές προσδοκίες από τις μητέρες τους σε σχέση με τα μη καταθλιπτικά παιδιά. Τα παιδιά με κατάθλιψη δεν πιστεύουν ότι οι μητέρες μπορούν να τους προσφέρουν μια συναισθηματική ευρυθμία. Γενικά, θεωρούν ότι δε θα αλλάξουν οι αρνητικές διαθέσεις τους, κι αυτό φαίνεται και από τον αρνητισμό που έχουν και από την τάση τους να χαρακτηρίζουν τον εαυτό τους ως άχρηστο, απαίσιο ή ηλίθιο. Τα άτομα με κατάθλιψη χαρακτηρίζονται επίσης από παθητικότητα και απάθεια, ενώ δεν προσδοκούν καμία αποκατάσταση των σχέσεων, καθώς πιστεύουν ότι οι ρήξεις σε μια σχέση δεν μπορούν να αποκατασταθούν, με αποτέλεσμα να αποφεύγουν να στραφούν σε άλλους ανθρώπους. Επίσης, χαρακτηρίζεται από μια συσσώρευση της απελπισίας, καθώς όσο πιο πολύ βυθίζεται κάποιος στην απελπισία τόσο πιο εύκολα επαναλαμβάνει καταθλιπτικά μοτίβα σκέψης και συμπεριφοράς.  


Βασικός στόχος είναι να μπορέσουμε να σπάσουμε τον φαύλο κύκλο. «Αν αποδεχόμασταν ότι ορισμένες ρίζες της κατάθλιψης εντοπίζονται στη βρεφική ηλικία, τότε ίσως να αντιλαμβανόμασταν πόσο επείγον είναι να τη θεραπεύουμε με την πρώτη ευκαιρία, είτε παρέχοντας ένα πιο υποστηρικτικό περιβάλλον για την πρώιμη γονική φροντίδα, είτε εμποτίζοντας μικρά παιδιά με τις ρυθμιστικές δεξιότητες και τη συναισθηματική αυτοπεποίθηση που δεν διαθέτουν» (σελ.258).

 


Πηγή:

Σου Γκέρχαρντ. (2016). Γιατί η αγάπη μετράει (σελ. 218-258). Αθήνα: Καλέντης.    

 

 


Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2021

Σκέψεις και συναισθήματα περί υπογονιμότητας…

«Η ανησυχία και η απελπισία της, η ανικανότητά της να επιτρέψει στον εαυτό της να αισθανθεί αληθινή θλίψη για την ατεκνία της, επισκιάζονται από το πλήγμα που έχει δεχτεί ο ναρκισσισμός της, επειδή δεν μπορεί να καταφέρει κάτι τόσο σημαντικό»… Η γυναίκα ως παιδί είχε ανάγκη να νιώσει ότι η μητέρα της έχει προσφέρει άπλετο εσωτερικό χώρο, ώστε να μπορέσει και η ίδια να βρει χώρο για τα δικά της παιδιά. Επίσης, ο πατέρας συνήθως είναι απών, παρουσιάζοντας μια αδύναμη πατρική μορφή απέναντι στα παιδιά του (σελ. 51).

 

«Η αμφιθυμία είναι ίσως το πιο σημαντικό φαινόμενο στις περιπτώσεις υπογονιμότητας που δεν οφείλεται σε οργανικά αίτια. Δημιουργείται από τραυματικές εμπειρίες που επηρεάζουν αρνητικά την ψυχική διάθεση και γεννάνε αντιφατικά συναισθήματα- τέτοιες εμπειρίες είναι η κατάθλιψη, ο φόβος, το μίσος, η ζήλια, οι ενοχές και η εξάρτηση. Το κομμάτι εκείνο του ανθρώπου που έχει σημαντικούς λόγους  να αρνείται το παιδί, δεν πρέπει να γίνει συνειδητό εξαιτίας του πόνου και της ντροπής που προκαλεί. Κι όμως εκφράζει κάτι βασικό, κάτι που αξίζει να μάθει κανείς για το άτομό του. Αν δεν αναγνωρίσει και δεν ξεφορτωθεί το τεράστιο αυτό βάρος, μπορεί –χωρίς να το καταλάβει και χωρίς να το θέλει- να μεταδώσει τον δικό του πόνο στο παιδί του.

Ουσιαστικά ακόμη και η εξομολόγηση που κάνουν πολλά άτεκνα ζευγάρια, ότι χρειάζονται οπωσδήποτε ένα παιδί για να είναι ευτυχισμένα, δείχνει μια μίζερη στάση απέναντι στη ζωή. Το να βάζει κανείς όρους είναι ίσως η πιο βαθιά έκφραση της αμφιθυμίας.

 

Μου φαίνεται επίσης παράλογη και ενάντια στη ζωή η στάση να συσσωρεύει κανείς τους θησαυρούς του και τα αποθέματα της αγάπης του μέχρι να έρθει κάποια στιγμή στον κόσμο το δικό του παιδί. Μια παραλλαγή αυτού του θέματος παρουσιάζει ο Michael Ente στο παιδικό του μυθιστόρημα «Η Μόμο», όπου αναφέρεται η λεγόμενη ‘τράπεζα του χρόνου’. Στο βιβλίο, οι γκρίζοι κύριοι, άχρωμες μορφές που λειτουργούν εντελώς μηχανικά, κλέβουν από τους ανθρώπους τον χρόνο που δεν αφιερώνεται σε κάποιο σκοπό αλλά στην ευχάριστη συναναστροφή με τους άλλους. Με την πρόφαση ότι αυτός ο χρόνος να κατατεθεί στην τράπεζα χρόνου και θα δώσει τόκους, στερούν από τους ανθρώπους τη χαρά της ζωής. Σ’ αυτή την ιστορία, ένα μικρό κορίτσι που αγαπάει τους φίλους του, κατορθώνει να σώσει τον κόσμο από αυτή την πλάνη. Μακάρι, λοιπόν, να συναντήσουν μια Μόμο και τα ζευγάρια εκείνα που έχουν προσκολληθεί τόσο στη δυστυχία τους, επειδή δεν έχουν παιδιά. Να συναντήσουν μια Μόμο που να τους δείξει ότι η ανεπιφύλακτη και έμπρακτη αγάπη μέσα από την ανθρώπινη συναλλαγή είναι κάτι που όλοι χρειαζόμαστε και κάτι που όλους μας ανταμείβει…» (σελ. 85-87).


«Τελικά κάθε σύλληψη παραμένει ένα μυστήριο και κάθε γέννηση ένα θαύμα. Η ζωή δεν μπορεί να σχεδιαστεί και να προγραμματιστεί. Παρά τον απερίσκεπτο ενθουσιασμό για τα θαύματα της σύγχρονης αναπαραγωγικής ιατρικής, ελπίζουμε πως ο σεβασμός του ανθρώπου για το μυστήριο της δημιουργίας θα εμποδίσει τη βίαιη καταστροφή της φύσης και την υποδούλωση των γυναικών στις άψυχες τεχνολογικές μεθόδους που τους στερούν την αξιοπρέπεια και την ελευθερία» (σελ. 89).

 


Auhagen- Stephanos, Ute. (2006). Υπογονιμότητα. Όταν η ψυχή λέει όχι! Αθήνα: Θυμάρι.

 


 

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2021

Ενσυνειδητότητα και θεραπευτικές προσεγγίσεις

Ενσυνειδητότητα και θεραπευτικές προσεγγίσεις

 

Η ενσυνειδητότητα στηρίζεται στην ηρεμία και στην επικέντρωση της προσοχής. Το άτομο εστιάζει σε ένα συγκεκριμένο αντικείμενο, όπως η αναπνοή, μια νοερή εικόνα, ώστε το μυαλό να γίνει πιο καθαρό και ήρεμο, χωρίς πολλαπλές σκέψεις να το απασχολούν και να το αποσυντονίζουν. Κύριος στόχος είναι τα συναισθήματα, οι σκέψεις και τα βιώματα του ατόμου να εισέλθουν σε συνειδητή κατάσταση, αλλά να μειωθεί η ιδεοληψία που προέρχεται από το ενδιαφέρον και την περιέργεια του ατόμου. Το μειωμένο άγχος και η αίσθηση ηρεμίας είναι αποτέλεσμα της προσπάθειας του ατόμου να μην κρίνει το τι συμβαίνει στο μυαλό ή στο εξωτερικό περιβάλλον, αλλά απλώς να το αποδεχθεί σαν εμπειρία (Huppert & Johnson, 2010).


 

Όσον αφορά στα θετικά συναισθήματα, η κύρια πρακτική προσφέρει την ευκαιρία να αυξηθούν αυτά μέσα από την απόλαυση συνεχών εμπειριών. Οι πρακτικές ηρεμίας του νου και παρατήρησης των εμπειριών συνδέονται με συναισθήματα ικανοποίησης και ενδιαφέροντος. Όσον αφορά τη θετική λειτουργία, η προσοχή μπορεί να αποτελέσει πρακτική της μάθησης και να μπορέσει το άτομο να ανταποκρίνεται. Η δυνατότητα επιλογής μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη αίσθηση αυτοαποτελεσματικότητας, ενώ η ικανότητα θα μπορούσε να αυξηθεί μέσα από τη βελτίωση της προσοχής. Η εκπαίδευση στον συνειδητό έλεγχο των πόρων (συντήρηση, επιλογή και αλλαγή) μπορεί να αποκτήσει ευεργετικά αποτελέσματα στη μάθηση, την επίλυση προβλημάτων, τη λήψη αποφάσεων και άλλες γνωστικές διαδικασίες (Huppert & Johnson, 2010).   

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι σημαντικό ρόλο παίζει η εξάσκηση στην ενσυνειδητότητα κατά τη διάρκεια του χρόνου που περνούν τα παιδιά στο σπίτι μπορεί να συμβάλλει στην ψυχική ευημερία. Η επίδραση της πρακτικής της ψυχικής ευημερίας και η ανάπτυξη της ενσυνειδητότητας επιτρέπουν την ανάπτυξη της προσωπικότητας. Ο βαθμός στον οποίο εφαρμόζεται η πρακτική της ενσυνειδητότητας καθορίζει την ανάπτυξη της ευημερίας του ατόμου και γενικότερα την ανάπτυξη των ικανοτήτων και του ατόμου (Huppert & Johnson, 2010).    


 

Η ενσυνειδητότητα οδηγεί σε θετικές ψυχολογικές επιδράσεις, συμπεριλαμβανομένης της υποκειμενικής ψυχικής ευημερίας, ενώ ταυτόχρονα συμβάλλει στη μείωση των ψυχολογικών συμπτωμάτων και της συναισθηματικής αντιδραστικότητας, καθώς και στη βελτίωση της διαχείρισης της συμπεριφοράς. Η ενσυνειδητότητα έχει βρεθεί ότι σχετίζεται με μείωση της ψυχολογικής αγωνίας, μειώνοντας τα συναισθήματα άγχους, φόβου, θυμού και έντασης. Η αυτορρύθμιση της προσοχής και η προσαρμογή σε νέες καταστάσεις που είναι προσανατολισμένη με βάση τις εμπειρίες του ατόμου, δίνει τη δυνατότητα για παρατήρηση και επίγνωση των αισθήσεων, των σκέψεων και των συναισθημάτων από στιγμή προς στιγμή. Ο προσανατολισμός προς την εμπειρία είναι σημαντικός ώστε να μπορέσει το άτομο να παρατηρήσει με προσοχή, χωρίς επίκριση, τα βιώματα που έχει. Η αποδοχή ανάλογα με το πλαίσιο αναφέρεται στην ικανότητα του ατόμου να βιώσει ένα γεγονός στον μέγιστο βαθμό (Keng et al., 2011).

Τα χαρακτηριστικά της ενσυνειδητότητας έχει βρεθεί ότι σχετίζονται με υψηλότερα επίπεδα ικανοποίησης από τη ζωή, συμφωνίας, συνείδησης και ζωτικότητας, αλλά και αυτοεκτίμησης, ενσυναίσθησης, αισθήματος αυτονομίας και αισιοδοξίας. Αρνητικές συσχετίσεις εντοπίστηκαν ανάμεσα στην ενσυνειδητότητα και την κατάθλιψη, τον νευρωτισμό, την αποσύνδεση, το κοινωνικό άγχος, τις δυσκολίες στη ρύθμιση συναισθημάτων, την υπαρξιακή αποφυγή και την αλεξιθυμία και τις επιπτώσεις στην ψυχική υγεία (Keng et al., 2011).  


 

 Σύμφωνα με τους Shapiro et al (2016), η ενσυνειδητότητα αποτελείται από τρία κύρια στοιχεία, που είναι η πρόθεση, η προσοχή και η στάση. Η πρόθεση συμβάλλει στη δημιουργία του πλαισίου και των κινήτρων που τροφοδοτούν την πρακτική της ενσυνειδητότητας, καθώς η πρόθεση συνδέει τους ανθρώπους με τον απώτερο στόχο που έχουν, με το όραμα και τη φιλοδοξία τους. Η προσοχή περιλαμβάνει την ανάδυση της επίγνωσης στην επικέντρωση και παρατήρηση της κάθε στιγμής των εσωτερικών και εξωτερικών εμπειριών στο εδώ και τώρα. Η στάση αναφέρεται στην ποιότητα της προσοχής μας, που είναι απαιτητική και σκληρή ή ευγενική, περίεργη και ευγενική. Πρόκειται για τρία στοιχεία που είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τη στιγμή προς στιγμή διαδικασία που είναι μια ενσυνείδητη πρακτική.

Για τη βελτίωση της ενσυνειδητότητας μπορούν να εφαρμοστούν διάφορες προσεγγίσεις όπως η γνωσιακή- συμπεριφορική που στηρίζεται στην ενσυνειδητότητα (MBCT), η οποία χρησιμοποιεί τις τεχνικές της γνωσιακής- συμπεριφορικής προσέγγισης και επικεντρώνεται στη γνωστική επεξεργασία των σκέψεων. Μια ακόμη προσέγγιση είναι η πρόληψη υποτροπών που στηρίζεται στην ενσυνειδητότητα (MBRP, Mindfulness- based relapse prevention) είναι μια καινοτόμος θεραπεία που σχεδιάστηκε ως μια παρέμβαση μετά τη φροντίδα για να προστατεύσει τους ασθενείς από πιθανή υποτροπή, εφόσον έχουν διαγνωστεί με διαταραχή χρήσης ουσιών (Shapiro et al., 2016). Η MBCT μπορεί μέσα από τις τεχνικές να βελτιώσει την αυτοβιογραφική μνήμη και να μειώσει τη γενίκευση των μνημών. Ο διαλογισμός της ενσυνειδητότητας αποτελεί μια μορφή εκπαίδευσης της προσοχής και προάγει τα θετικά συναισθήματα, όπως τη χαρά, την αισιοδοξία, την ψυχολογική ευελιξία και την αυτοεκτίμηση, καθώς και τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής και την ικανοποίηση με τη ζωή (Shapiro et al., 2016).

 


Πηγές:

Huppert, F.A. & Johnson, D.M. (2010). A controlled trial of mindfulness training in schools: The importance of practice for an impact on well-being. The Journal of Positive Psychology, 5 (4), 264-274.

Keng, S.L., Smoski, M.J. & Robins, C.J. (2011). Effects of mindfulness on psychological health: A review of empirical studies. Clinical Psychology Review, 31 (6), 1041-1056.

Shapiro, S., de Sousa, S. & Jazaieri, H. (2016). Mindfulness, mental health, and positive psychology. In I. Ivtzan & T. Lomas (Eds.), Mindfulness in positive psychology. The Science of Meditation and Wellbeing. London: Routledge