Κυριακή 21 Απριλίου 2019

Πώς λειτουργεί η Αυτορρύθμιση;


Τρία στάδια του Μοντέλου Αυτορρύθμισης
 



Ο Κύκλος της Αυτορρύθμισης φέρει δύο προϋποθέσεις:

Το άτομο αποσκοπεί σε ορισμένο στόχο.

Να μην υπάρχουν αυτοματοποιημένες συμπεριφορές που να οδηγούν στον στόχο. 

Η αυτορρύθμιση είναι η διακοπή της αυτόματης διαδοχής συμπεριφορών και κυρίως από τον έλεγχο της επεξεργασίας των πληροφοριών. 

1. Αυτοπαρατήρηση- αυτοπαρακολούθηση: Το άτομο εστιάζει στη συμπεριφορά που οδηγεί στην επίτευξη του στόχου και την παρακολουθεί.

2. Αυτοαξιολόγηση: Συγκρίνονται και αξιολογούνται τα αποτελέσματα της αυτοπαρατήρησης με τη συμπεριφορά που μπορεί να οδηγήσει στην επίτευξη του στόχου. Η αυτοαξιολόγηση μπορεί να επηρεαστεί από λάθη στην αυτοπαρατήρηση, στη δομή του στόχου ή στα κριτήρια και στους κανόνες που το άτομο έχει θέσει αναφορικά με την πραγματοποίηση του στόχου.

3. Αυτοενίσχυση και αυτοτιμωρία- Αυτοπροκαλούμενες επιπτώσεις: Όσο πιο πολύ το άτομο θεωρεί τον εαυτό του υπεύθυνο για τον έλεγχο της συμπεριφοράς του τόσο πιο πολλές είναι οι βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες επιπτώσεις σε συναισθηματικό και γνωστικό επίπεδο. Η θετική αυτοαξιολόγηση μπορεί να οδηγήσει σε βελτίωση της διάθεσης και ενδυνάμωση της τάσης για δράση, καθώς και σε αύξηση των κινήτρων για καταβολή περαιτέρω προσπαθειών προς επίτευξη του στόχου. 


Η αυτορρυθμιστική ικανότητα επηρεάζεται από μελλοντικές συνέπειες (αυτά που το άτομο προβλέπει) και από γεγονότα του παρόντος ή του παρελθόντος. Η προδρομική αυτορρύθμιση αναφέρεται όταν το άτομο σκέφτεται τις μελλοντικές συνέπειες της συμπεριφοράς του. Η αναδρομική αυτορρύθμιση αναφέρεται όταν το άτομο αναλύει τις συνέπειες της συμπεριφοράς στο παρελθόν.  Η διορθωτική ή συνδιαλλακτική αυτορρύθμιση καθοδηγείται από νευροφυσιολογικές και εξωτερική επανατροφοδότηση.

Η πορεία από την επιθυμία για επίτευξη του στόχου προς την τελική ενεργοποίηση του ατόμου για δράση περνά από πολλά στάδια. 


Η επιθυμία μετατρέπεται σε πρόθεση όταν υπάρχει η δυνατότητα να επιτεθεί ο στόχος, όταν υπάρχει η απαιτούμενη χρονική διάρκεια, όταν έχει σπουδαιότητα για το άτομο, όταν είναι επείγουσα η επίτευξη και υπάρχουν τα κατάλληλα μέσα.     

Βιβλιογραφία:
Καλαντζή- Αζίζι, Α. και συν. (2002). Αυτογνωσία και Αυτοδιαχείριση. Γνωσιακή- Συμπεριφοριστική προσέγγιση. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, σελ. 127-130.


Ο ρόλος της αυτοδιαχείρισης στην ψυχοθεραπεία


Έξι βασικοί κανόνες για αυτοδιαχείριση

Όταν το άτομο δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την καθημερινότητά του μέσα από την ικανότητα της αυτορρύθμισης οδηγείται στην αυτοδιαχείριση, που είναι μια «εξώθεν» εξειδικευμένη ψυχοθεραπευτική στήριξη του ατόμου, που εμφανίζει δυσκολίες προσαρμογής. 

Στόχος της αυτοδιαχείρισης είναι να ενεργοποιηθεί το άτομο, δηλαδή να βρει στόχους και να κάνει αυτοπαρατήρηση. Πιο συγκεκριμένα, να κάνει πιο συγκεκριμένους τους στόχους και να βρει τρόπους και εναλλακτικές προσανατολισμού στο μέλλον. 

Ποιοι είναι οι βασικοί κανόνες;

1. Προσανατολισμός της σκέψης προς τη συμπεριφορά. Κατά την περιγραφή των προβλημάτων δεν αρκεί να είμαστε γενικοί και ασαφείς. Μπορεί να περιγράψουμε προβλήματα αποδίδοντάς τα σε χαρακτηριστικά προσωπικότητας ή σε αόριστους όρους, π.χ. λέμε «δεν έχω θέληση», «αισθάνομαι να με κυνηγά η μοίρα», σκέφτομαι «η ζωή μου φεύγει μέσα από τα χέρια»… Τα διαπιστώνω, τα περιγράφω, τα επισημαίνω, αλλά τι κάνω για αυτά; Επίσης, μπορεί να δίνουμε έμφαση στα αποτελέσματα μιας συμπεριφοράς, παρά στην ίδια τη συμπεριφορά. Γκρινιάζω, π.χ. «δεν έχω ελεύθερο χρόνο», «δεν είμαι επαγγελματικά επιτυχημένος».

Τι κάνουμε; Στόχος είναι όσο το δυνατόν πιο συγκεκριμένη περιγραφή των προβληματικών καταστάσεων και των πιθανών λύσεων. Σκοπός είναι η αλλαγή της συμπεριφοράς. Φέρει παρόμοια φιλοσοφία με τη θεραπεία της πραγματικότητας, που υποστηρίζει «είμαστε σε μεγάλο ποσοστό αυτό που κάνουμε, και εάν θέλουμε να αλλάξουμε, που είμαστε, πρέπει να αλλάζουμε αυτό που κάνουμε».

2. Κατεύθυνση της σκέψης προς την επίλυση προβλημάτων. Δεν εστιάζουμε σε αρνητικά στοιχεία που οδηγούν σε σύνθεση του προβλήματος, αλλά στην επίλυση του προβλήματος προσανατολίζει τη σκέψη στη δημιουργική λήψη αποφάσεων και την απομάκρυνση από αρνητικούς μηρυκασμούς. 

3. Θετικός χαρακτήρας σκέψης. Η προσοχή είναι στραμμένη στα θετικά αποτελέσματα και στόχος είναι ο σχεδιασμός των στρατηγικών που υποβοηθούν την πρόοδο και την περαιτέρω ανάπτυξη του ατόμου. 

4. Κατάτμηση στόχων σε μικρά βήματα. Πρόκειται για χρήσιμη στρατηγική για προγράμματα ενίσχυσης και βασική αρχή για απόκτηση νέων δεξιοτήτων. Οι στόχοι είναι σαφώς καθορισμένοι και εφικτοί, ενώ έχουν μεγαλύτεροι πιθανότητα επίτευξης. 

5. Ευελιξία στη σκέψη. Απαιτείται διαρκώς νέος προσδιορισμός και καινούργιες προσαρμογές ως προς στόχους και τρόπους που οδηγούν σ’ αυτό. «Υπάρχουν πολλοί δρόμοι που οδηγούν στην επίτευξη ενός στόχου και η διακοπή της προσπάθειας για αλλαγή θεωρείται βεβιασμένη αντίδραση εάν δεν επιτύχει κανείς τον προκαθορισμένο στόχο. Ευελιξία σημαίνει να αποκτήσει ο θεραπευόμενος την ικανότητα να ξεπερνά κρίσιμες καταστάσεις όταν –απρόβλεπτα- αλλάζουν κάποιοι παράγοντες (σελ. 182). 

6. Προσανατολισμός της σκέψης στο μέλλον. Σημαντικός ο σχεδιασμός για το μέλλον, η διαμόρφωση επιδιώξεων και προσδοκιών αλλά και η γνωστική πρόβλεψη μελλοντικών γεγονότων για την αποτελεσματική καθοδήγηση της συμπεριφοράς. Πόσο μπορεί το άτομο να αναπαραστήσει στη φαντασία του ένα ευρύ φάσμα πιθανών αποτελεσμάτων, δηλαδή αλλαγών στη ζωή του;

Προϋποθέσεις για εφαρμογή αυτοδιαχείρισης:

  • Βασική ικανότητα- ετοιμότητα για λεκτική- μη λεκτική επικοινωνία με άλλα πρόσωπα.
  • Δυνατότητα για κοινωνική επαφή με θεραπευτή ή ομάδα.
  • Πιθανότητα για αλλαγή- βελτίωση, δηλαδή προώθηση ατομικών δυνατοτήτων σε ικανοποιητικό επίπεδο.
  •  Ελάχιστο κίνητρο για αλλαγή δραστηριοτήτων (σελ. 169-184).


Βιβλιογραφία:
Καλαντζή- Αζίζι, Α. και συν. (2002). Αυτογνωσία και Αυτοδιαχείριση. Γνωσιακή- Συμπεριφοριστική προσέγγιση. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Πέμπτη 18 Απριλίου 2019

Περί ψυχής, Αριστοτέλης



«Δυσκολία, όμως, έχουμε και σχετικά με τα πάθη της ψυχής, για το αν, δηλαδή, είναι όλα κοινά και ανήκουν στο ον που περιέχει την ψύχη, ή υπάρχει και κάποιο που ανήκει στην ίδια την ψυχή, αυτό βεβαίως, είναι απαραίτητο να το συλλάβουμε, αλλά δεν είναι εύκολο. 

Και φαίνεται ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, δίχως το σώμα, ούτε πάσχει ούτε προκαλεί κανένα πάθος, δεν οργίζεται, για παράδειγμα, ούτε δείχνει θάρρος, ούτε επιθυμεί, και γενικά δεν αισθάνεται. Κατεξοχήν η νόηση, όμως, φαίνεται πως ανήκει στην ψυχή, αλλά, αν και η νόηση είναι κάποιο είδος φαντασίας, ή τουλάχιστον δεν υπάρχει χωρίς τη φαντασία, δε θα μπορούσε, ούτε αυτή, να υπάρχει χωρίς το σώμα. Αν, λοιπόν, κάποια από τις λειτουργίες ή τα πάθη της ψυχής της ανήκει, η ψυχή θα μπορούσε να υπάρχει ξέχωρα από το σώμα, αν, όμως, τίποτα δεν της ανήκει, δεν μπορεί να υπάρχει χωριστά, αλλά θα συμβαίνει με αυτή ότι και με το ευθύ, το οποίο, ως ευθύ, έχει πολλά κατηγορήματα, αγγίζει για παράδειγμα τη χάλκινη σφαίρα σε ένα σημείο, ενώ δε θα μπορεί να την αγγίζει έτσι, αν υπάρχει χωριστά, και είναι πράγματι αχώριστο, αφού ακριβώς, πάντα, βρίσκεται με κάποιο σώμα. 


Φαίνεται έτσι πως, και τα πάθη της ψυχής, όλα συνδέονται με κάποιο σώμα, το θάρρος, η πραότητα, ο φόβος, ο οίκτος, η τόλμη, επίσης η χαρά και η αγάπη και το μίσος, γιατί, όταν εμφανίζονται αυτά, πάσχει και το σώμα με κάποιον τρόπο. Και σημάδι για αυτό είναι ότι, κάποτε, παρόλο που ενσκήπτουν ισχυρά και ζωηρά πάθη, καθόλου δεν ακολουθεί παροξυσμός ή φόβος, ενώ, άλλες φορές, ασήμαντες και αμυδρές αιτίες αρκούν για να προκαλέσουν κίνηση –όταν το σώμα ήδη βρίσκεται σε διέγερση, και είναι στην ίδια κατάσταση, που βρίσκεται ακριβώς όταν οργίζεται. Ακόμη περισσότερο, όμως, είναι φανερό το εξής: ενώ δε συμβαίνει τίποτε φοβερό, οι άνθρωποι δοκιμάζουν τα πάθη εκείνου που φοβάται. Κι αν έτσι έχει το πράγμα, είναι φανερό πως τα πάθη είναι μορφές που πραγματώνονται μέσα στην ύλη, ώστε οι ορισμοί τους έχουν ως εξής: η οργή, για παράδειγμα, είναι κάποια κίνηση συγκεκριμένου σώματος, ή μέρους ή ικανότητας του σώματος, που έχει μιαν ορισμένη αιτία κι έναν ορισμένο σκοπό» (σελ. 48-49).  


Αριστοτέλης. Περί ψυχής. Αθήνα, Ζήτρος, 2009, σελ. 41-53.

Μια εισαγωγή στον Αριστοτέλη




«Σύμφωνα με τον αριστοτελικό ορισμό, ψύχη είναι η πρώτη εντελέχεια ενός φυσικού, οργανικού σώματος, που έχει τη δυνατότητα της ζωής, και, επίσης, έχει μέσα του την αρχή της κίνησης και της στάσης. Εντελέχεια είναι η μορφή του όντος που υπάρχει σε κατάσταση δυνατότητας. Η ψυχή, δηλαδή, είναι μια υπόσταση με την έννοια της μορφής. Η χαρακτηριστική αριστοτελική διατύπωση, είναι πως η ψυχή είναι αυτό που ένα συγκεκριμένο σώμα ήταν να είναι. Είναι αιτία και αρχή του ζωντανού σώματος, η πηγή και ο σκοπός της κίνησής του. Είναι αιτία ως η μορφή του έμψυχου σώματος. 


Στα ζωντανά όντα, ότι συνιστά την ύπαρξή τους είναι η ζωή, και, για τη ζωή τους, αίτια και αρχή είναι η ψυχή, η οποία, τελικά, ταυτίζεται με την ίδια τη φυσική, οργανική ζωή, μια ζωή που συλλαμβάνεται ως ένα σύνολο ικανοτήτων ή λειτουργιών, που εκτελούνται διαμέσου σωματικών οργάνων. Τις ικανότητες της ψυχής, άλλα όντα τις έχουν όλες, άλλα κάποιες από αυτές, ενώ μερικά, όπως τα φυτά, μία και μόνη. Στις ικανότητες αυτές περιλαμβάνονται η θρεπτική, η ικανότητα της επιθυμίας, της αίσθησης, της κίνησης στον χώρο, η διανοητική ικανότητα» (σελ. 10). 

«Ο Αριστοτέλης αισθάνθηκε την ανάγκη μιας γενικής ψυχολογίας, που θα έχει να κάνει με το ζωντανό οργανισμό ως τέτοιο, και όχι μόνο με τον άνθρωπο. Ταυτόχρονα, κατέληξε να δει καθαρά ότι η ψυχή και το σώμα συνιστούν, στην περίπτωση του ανθρώπου επίσης, μια πολύ συνεκτική ενότητα. Το Περί Ψυχής σηματοδοτεί το τελευταίο στάδιο της εξέλιξης του Αριστοτέλη στον τομέα της ψυχολογίας» (σελ. 14).  




Αριστοτέλης. Περί ψυχής. Αθήνα, Ζήτρος, 2009, σελ. 9-15.

Τρίτη 16 Απριλίου 2019

Ερμηνεία του άγχους από τον Adler





«Κάθε άνθρωπος, σύμφωνα με τον Άντλερ, ξεκινά τη ζωή του σε μια κατάσταση βιολογικής κατωτερότητας και ανασφάλειας. Πράγματι, το ανθρώπινο είδος ήταν κατώτερο στον κόσμο των ζώων. Για τον Άντλερ, ο πολιτισμός –η ανάπτυξη των εργαλείων, των τεχνών, των συμβόλων- είναι αποτέλεσμα της προσπάθειας του ανθρώπου να μετριάσει την κατωτερότητά του στη φύση. Κάθε νεογνό ξεκινά την ύπαρξή του σε μια κατάσταση αδυναμίας και δε θα επιβίωνε αν δεν υπήρχαν οι κοινωνικές πράξεις των γονιών του. 


Φυσιολογικά, το παιδί ξεπερνά την αδυναμία του και αποκτά ασφάλεια επιβεβαιώνοντας προοδευτικά τις κοινωνικές του σχέσεις, τους πολλαπλούς δεσμούς του που συνδέουν άνθρωπο με άνθρωπο. Αλλά η φυσιολογική ανάπτυξη διακυβεύεται και από αντικειμενικούς και από υποκειμενικούς παράγοντες. Οι αντικειμενικοί παράγοντες είναι ότι η κατωτερότητα του βρέφους μπορεί να επαυξηθεί από οργανικές αδυναμίες ή από κοινωνική διάκριση ή από μια ακατάλληλη τοποθέτηση στην οικογένεια. 

Ο καθοριστικός παράγοντας για την ανάπτυξη του νευρωτικού χαρακτήρα είναι η υποκειμενική στάση προς την αδυναμία- κάτι που μας οδηγεί στη σημαντική διάκριση που κάνει ο Άντλερ μεταξύ της κατωτερότητας σα γεγονός και των αισθημάτων κατωτερότητας. Είναι ένα χαρακτηριστικό του ανθρώπινου βρέφους, λέει ο Άντλερ, ότι αντιλαμβάνεται την κατωτερότητά του πολύ πριν μπορέσει να κάνει οτιδήποτε για αυτήν» (σελ. 164-165).



Αφήγηση από το βιβλίο του Rollo May. (2010). Το νόημα του άγχους. Αθήνα: Ύψιλον, σελ. 164-167.