«Αυτή η προσέγγιση εμπεριέχει μια
καινούργια έμφαση στον πολιτισμό, και με την ευρύτερη έννοια των πολιτισμικών
προτύπων σαν καθοριστικών παραγόντων για την ύπαρξη άγχους σε μια δεδομένη
ιστορική περίοδο και με τη στενότερη έννοια της σχέσης μεταξύ παιδιού και
σημαντικών προσώπων στο περιβάλλον του. Το νευρωτικό άγχος έχει την πηγή του σ’
αυτήν την τελευταία σχέση. Αυτή η προσέγγιση δεν αρνείται, ασφαλώς το γεγονός των
βιολογικών αναγκών του παιδιού ή του ενήλικα.
Έτσι, το άγχος δεν είναι η εξειδικευμένη
αντίδραση στην προσδοκία ματαίωσης των ενστικτικών ή λιβιδινικών αναγκών. Αξιοσημείωτη
ματαίωση μιας ενστικτικής ανάγκης μπορεί να γίνει ανεκτή από το φυσιολογικό
πρόσωπο χωρίς άγχος. Η ματαίωση των ενστιτικών τάσεων- και πάλι το σεξ είναι
ένα καλό παράδειγμα- έχει αποτέλεσμα άγχος μόνο όταν αυτή η ματαίωση απειλεί
κάποια αξία ή τρόπο μιας διαπροσωπικής σχέσης την οποία το άτομο θεωρεί ζωτική
για την ασφάλειά του» (σελ. 170).
Αφήγηση από το βιβλίο του Rollo May. (2010). Το νόημα του άγχους. Αθήνα: Ύψιλον, σελ.
169-174.
«Υπάρχουν τρεις βασικές παράμεροι
για την αποτελεσματική ανάπτυξη του αυτοελέγχου και της υπευθυνότητας των
παιδιών:
Οι κυρώσεις πρέπει να
χρησιμοποιούνται θετικά.
Τα λόγια των γονέων πρέπει πάντα
να μετρούν.
Η σύγκρουση με τα παιδιά πρέπει
να αποφεύγεται.
Η επιβολή μιας κύρωσης είναι
αποτελεσματική όταν γίνεται με τρόπο ώστε το παιδί να ξέρει επακριβώς:
Με ποιον τρόπο φέρθηκε ανεύθυνα
και τι ακριβώς ζητείται από αυτό» (σελ. 104-105).
Τα λόγια πρέπει πάντα να μετρούν
«Τα βασικά γνωρίσματα ενός αποτελεσματικού
συστήματος συμπεριφορικού ελέγχου σε μια οικογένεια είναι η προβλεψιμότητα, η
ιδιαιτερότητα και η συνεκτικότητα.
Προβλεψιμότητα σημαίνει να ξέρει
το παιδί πως ακριβώς θα αντιδράσετε σε μια δεδομένη συμπεριφορά, υπεύθυνη ή
ανεύθυνη. Η προβλεψιμότητα ισχύει είτε δίνετε μια υπόσχεση είτε απειλείτε με
κυρώσεις. Τα λόγια αρχίζουν να λαμβάνονται υπόψη από τα παιδιά όταν
μετουσιώνονται σε πράξη. Οι γονείς οφείλουν να καθορίζουν με ακρίβεια τις υποσχέσεις
ή τις κυρώσεις τους.
Όσον αφορά την ιδιαιτερότητα, οι
γονείς οφείλουν να καθορίζουν με ακρίβεια τις υποσχέσεις ή τις κυρώσεις τους. Το
να υποσχεθείτε σε ένα παιδί ότι ‘’θα κάνουμε κάτι ωραίο το Σαββατοκύριακο’’ ως
αντάλλαγμα για μια υπεύθυνη πράξη ή απλώς σε μια αυθόρμητη χειρονομία αγάπης,
είναι υπερβολικά ασαφές και επίσης ξεχνιέται εύκολα.
Το τρίτο βασικό γνώρισμα ενός αποτελεσματικού
συστήματος συμπεριφορικού ελέγχου είναι η συνεκτικότητα των αποκρίσεων ανάμεσα στις
διάφορες καταστάσεις, στα αρμόδια άτομα και στα μεμονωμένα παιδιά. Αν οι δύο
γονείς χρησιμοποιούν διαφορετικά συστήματα ευθύνης, τα παιδιά καταλήγουν
μπερδεμένα, διότι δεν είναι σίγουρα ποιον γονέα να ακούσουν. Επίσης, όπως και
οι ενήλικες, τα παιδιά εκμεταλλεύονται αυτή την αδυναμία του συστήματος για να
αποφύγουν τις υποχρεώσεις. Όλοι οι γονείς ξέρουν ότι τα παιδιά μπορούν να
στρέψουν τον ένα γονέα εναντίον του άλλου ή τον έναν δάσκαλο εναντίον του άλλου»
(σελ. 107-109)
«Κάποιες φορές το παιδί εμμένει στις
διασπαστικές συμπεριφορές ότι κι αν κάνει ο γονέας. Είναι βέβαιο ότι σε αυτές τις
περιπτώσεις η ηρεμία και η υπομονή του γονέα θα αρχίσουν να στερεύουν. Όταν συμβαίνει
αυτό, η καλύτερη τακτική είναι να αποτραβηχτεί ο γονέας από το παιδί. Η απώλεια
ελέγχου δε βοηθάει καθόλου» (σελ. 111).
Αποσπάσματα από το βιβλίο του
Τόνι Χάμφρις. (2018). Αυτοεκτίμηση. Το κλειδί για το μέλλον του παιδιού σας.
Αθήνα: Το μέλλον, σελ. 104-112.
«Ο συμπεριφορικός έλεγχος
ξεκινάει από τους γονείς. Ο γονέας που χάνει εύκολα τον έλεγχο απέναντι σε έναν
σύντροφο, έναν άλλο ενήλικα ή ένα παιδί δε δικαιούται να απαιτεί από τους άλλους
να έχουν αυτοέλεγχο ο γονέας υποχρεούται να έχει αυτοέλεγχο, και τυχόν απώλεια
ελέγχου απέναντι στα παιδιά ισοδυναμεί με αθέτηση αυτής της υποχρέωσης.
Ο γονέας που είναι εκτός ελέγχου
και απαντάει επικριτικά και επιθετικά στα παιδιά, στην πραγματικότητα εκχωρεί
στα παιδιά τον έλεγχο του εαυτού του. Σε μια τέτοια οικογένεια τα παιδιά ξέρουν
ότι μπορούν να έχουν στο χέρι τον γονέα και, εφόσον τα παιδιά δεν αποκτούν
μεγάλη εξουσία στο σπίτι, αυτή η ελάχιστη δύναμη γίνεται όπλο που μπορούν να το
χρησιμοποιήσουν, ιδίως όταν απειλείται η αυταξία τους. Ενίοτε η συμπεριφορά των
παιδιών μπορεί να είναι εξαιρετικά εκνευριστική και η υποχρέωση των γονέων να
διατηρήσουν τον αυτοέλεγχό τους μπορεί να δοκιμαστεί σκληρά. Όταν προκύπτει μια
τέτοια κατάσταση, το καλύτερο που έχετε να κάνετε είναι να απομακρυνθείτε από
το παιδί. Το τελευταίο που θέλετε είναι να ρίξετε λάδι στη φωτιά. Μια επιθετική
αντίδραση θα προκαλέσει είτε μια ακόμα πιο απρεπή συμπεριφορά από τη μεριά του
παιδιού, είτε αποχή, και θα επηρεάσει σίγουρα τη μεταξύ σας σχέση.
Οι γονείς που δυσκολεύονται να ελέγξουν
τη διατροφική τους συμπεριφορά, τις επικριτικές και επιθετικές απαντήσεις προς τα
παιδιά τους ή τις ανεύθυνες πράξεις παραμέλησης, έχουν ανυπερθέτως προβλήματα
αυτοεκτίμησης και χρήζουν επαγγελματικής βοήθειας. Είναι ευθύνη αυτών των
δυσλειτουργικών γονέων να ζητήσουν βοήθεια προκειμένου να ξεπεράσουν τα
προβλήματά τους και να μη κληροδοτήσουν τα συναισθηματικά και συμπεριφορικά τους
απορρίμματα στα παιδιά τους» (σελ. 97-99).
Αφήγηση από το βιβλίο του Τόνι
Χάμφρις. (2018). Αυτοεκτίμηση. Το κλειδί για το μέλλον του παιδιού σας. Αθήνα:
Το μέλλον, σελ. 96-104.
«Μια κόρη μπορεί να διδαχθεί να
γνωρίζει, να εμπιστεύεται και να αγαπά τον εαυτό της μόνον όταν η μητέρα της
διαθέτει και η ίδια αυτά τα χαρακτηριστικά. Επιπλέον, προκειμένου αυτές οι
ποιότητες να κληροδοτηθούν επιτυχώς, χρειάζεται να έχει δημιουργήσει μια
ισορροπημένη σχέση δέσμευσης με την κόρη της. Ένα από τα προβλήματα του
ναρκισσισμού είναι ότι δεν ευνοεί την ισορροπία. Οι κόρες ναρκισσιστικών
μητέρων ζουν σε ακραία οικογενειακά περιβάλλοντα. Πιστές στην κληρονομιά της
διαστρεβλωμένης αγάπης, που έχει περάσει από γενιά σε γενιά, οι περισσότερες
ναρκισσιστικές μητέρες χαρακτηρίζονται από μια από τις παρακάτω ακραίες
συμπεριφορές: είτε εμπλέκονται υπερβολικά πολύ ως γονείς (η περίπτωση της
καταβροχθιστικής μητέρας), είτε εμπλέκονται υπερβολικά λίγο (η περίπτωση της
αδιάφορης μητέρας). Αν και μοιάζουν να είναι απολύτως αντίθετες μεταξύ τους,
αυτές οι δύο γονεϊκές στάσεις, αμφότερες ναρκισσιστικές, έχουν το ίδιο
αποτέλεσμα σε ένα παιδί: η εικόνα του εαυτού του διαστρεβλώνεται και τα
αισθήματα ανασφάλειας που το διακατέχουν μοιάζουν αδύνατο να αποτιναχθούν»
(σελ. 81-82).
«Μια μητέρα καταβροχθιστική είναι
πνιγηρή για την κόρη της, καθώς δεν αντιλαμβάνεται τις ιδιαίτερες ανάγκες και
επιθυμίες της τελευταίας. Ίσως ι εσείς να έχετε ανατραφεί κάπως έτσι. Σε μια
τέτοια περίπτωση, είναι πιθανόν τα φυσικά σας ταλέντα, τα όνειρα που θέλατε να
κυνηγήσετε, ίσως ακόμη και οι πιο σημαντικές σας σχέσεις να έτυχαν σπάνια
κάποιας καλλιέργειας. Η μητέρα σας μόνιμα σας έστελνε μηνύματα σχετικά με το
ποια χρειαζόταν να είστε αντί να επικυρώνει αυτό που στ’ αλήθεια ήσασταν. Κι εσείς,
λαχταρώντας απεγνωσμένα την αγάπη και την αποδοχή της, συμμορφωνόσασταν,
χάνοντας στην πορεία τον ίδιο σας τον εαυτό.
Εάν σας ανέθρεψε μια μητέρα
αδιάφορη, το μήνυμα που σας έδωσε, πάλι και πάλι, ήταν πως είστε αόρατη. Πολύ απλά,
στην καρδιά της δεν υπήρχε αρκετός χώρος για εσάς. Ως αποτέλεσμα, σας αγνοούσε
και σας παρέβλεπε. Στα παιδιά ιδιαίτερα αδιάφορων μητέρων δεν καλύπτονται ούτε
οι πιο στοιχειώδεις ανάγκες –τροφή, καταφύγιο, ένδυση ή προστασία, χώρια την
καθοδήγηση ή τη συναισθηματική υποστήριξη. Η έλλειψη ενός σταθερού
οικογενειακού περιβάλλοντος σας έκανε πιθανόν να νιώθετε ανασφαλής κι ασθενική,
ή να έχετε τον φόβο πως δεν μπορείτε να τα καταφέρετε στο σχολείο. Η συναισθηματική
και φυσική παραμέληση σας στέλνει το μήνυμα πως δεν έχετε σημασία.
Μια μητέρα- νάρκισσος, είτε
καταβροχθιστική είτε αδιάφορη, καθιστά την εξατομίκευση –τη διαμόρφωση μιας ξεχωριστής
αίσθησης εαυτού- μια δύσκολη υπόθεση για την κόρη της. Η κόρη, της οποίας οι
συναισθηματικές ανάγκες δεν καλύφθηκαν, θα εξακολουθήσει να επιστρέφει στη
μητέρα, ευελπιστώντας να κερδίσει την αγάπη και τον σεβασμό της σε δεύτερο
χρόνο. Αντίθετα, η κόρη που έχει ένα γεμάτο συναισθηματικό ‘ντεπόζιτο’, διαθέτει
και την απαραίτητη αυτοπεποίθηση που θα της επιτρέψει να αποχωριστεί με έναν
υγιή τρόπο, και να προχωρήσει στην ενήλικη ζωή» (σελ. 82-83).
Καταβροχθιστική- εγκολπωτική
μητέρα
Πρόκειται για τη μητέρα που
προσπαθεί να ελέγχει και να κυριαρχεί σε όλα τα επίπεδα στη ζωή της κόρης της,
ενώ παίρνει αποφάσεις για εκείνη και την πιέζει σχετικά με τη συμπεριφορά της,
τα συναισθήματα και τις σκέψεις της, τις επιθυμίες και τις επιλογές της, τα
λόγια και τη ζωή της. Η κόρη δεν έχει τη δυνατότητα να αναπτυχθεί και να
ανθίσει, δεν έχει τη δική της φωνή και νιώθει ότι αποτελεί προέκταση της μητέρας
της. Επίσης, η μητέρα αυτή φαίνεται προς τα έξω ως μια ιδιαίτερα δραστήρια και
τέλεια μητέρα, που επιτελεί με αφοσίωση τον γονεϊκό της ρόλο. «Κι όμως: η
εξασθενημένη εικόνα του εαυτού και η αίσθηση αναξιότητας, που η κόρη αναπτύσσει
εξαιτίας αυτής της συμπεριφοράς, είναι τραγικές. Οι ναρκισσιστικές μητέρες
αγνοούν πόσο επιζήμια, και συχνά πόσο καταστροφική είναι η συμπεριφορά τους,
πράγμα που φυσικά δε μειώνει τα μόνιμα αποτέλεσμα που αυτή η συμπεριφορά έχει»
(σελ. 84).
Αδιάφορη μητέρα
Η μητέρα που είναι αδιάφορη
απέναντι στην κόρη της ή που υπολείπεται στον γονεϊκό της ρόλο δεν μπορεί να
προσφέρει καθοδήγηση, συναισθηματική υποστήριξη ή ενσυναίσθηση. Πρόκειται για
μια μητέρα που διαρκώς βρίσκεται κάτω από άρνηση ή παράβλεψη των συναισθημάτων της
κόρης της. «Εάν σταθεί τυχερή, μια κόρη θα βρει κάποιον άλλον ενήλικα που θα
μπορεί να τη βοηθήσει, αναγνωρίζοντας και επικυρώνοντας τα συναισθήματά της και
παρέχοντας κάποια καθοδήγηση. Ένα τέτοιο πρόσωπο μπορεί να λειτουργήσει ως
συναισθηματικό σωσίβιο» (σελ. 87). Η αδιαφορία της μητέρας δημιουργεί βαθιά
συναισθηματικά κενά στη ζωή ενός παιδιού, τα οποία μπορεί να μη
συνειδητοποιούνται για πολλά χρόνια από το ίδιο.
«Όταν οι γονείς είναι τόσο
ναρκισσιστικοί, ώστε να είναι ανίκανοι, ή απρόθυμοι, να καλύψουν έστω και τις πιο
βασικές ανάγκες της κόρης τους –να φροντίζουν, ώστε να είναι ασφαλής, υγιής και
να πηγαίνει στο σχολείο-, αυτό είναι κάτι που φαίνεται» (σελ. 88).
Βιβλιογραφία
McBride, K. (2018). Υπάρχει χώρος
για μένα; Οι περιπέτειες του ναρκισσισμού στην εποχή μας μέσα από τις σχέσεις
μάνας- κόρης. Αθήνα: Πορφύρα.