Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2018

Αυτοκτονικότητα των ενηλίκων ανδρών και γυναικών



«Η αυτοκτονικότητα είναι ένας γενικός όρος που περιλαμβάνει όλες τις καταστροφικές σκέψεις και συμπεριφορές που μπορεί να φθάσουν μέχρι την ολοκληρωμένη αυτοκτονία. Οι απλές (περιστασιακές) σκέψεις αυτοκτονίας δεν έχουν επαρκώς μελετηθεί και δεν υπάρχουν τεκμηριωμένες πληροφορίες για τις διαφορές μεταξύ των φύλων στη συχνότητα εμφάνισης των σκέψεων αυτών. 

Εντούτοις, η κλινική εντύπωση είναι ότι οι σκέψεις αυτές εμφανίζονται και στα δύο φύλα ενώ δεν αποτελούν πάντα ένδειξη ψυχοπαθολογίας ενώ συχνά αποτελούν αντιδραστική απάντηση σε κάποια αντιξοότητα της ζωής. Από την άλλη πλευρά, οι επαναλαμβανόμενες ιδέες αυτοκτονίας αποτελούν σοβαρή ψυχοπαθολογική ένδειξη και πρέπει να αξιολογούνται διεξοδικά και επισταμένα στην κλινική πράξη. Η απόπειρα αυτοκτονίας αποτελεί τη συνέχεια και το αποτέλεσμα επαναλαμβανόμενων και πιεστικών σκέψεων αυτοκτονίας σε κάποια χρονική στιγμή που, ενδεχομένως στο μέλλον μπορεί να οδηγήσουν και στην επιτυχή αυτοκτονία. Βέβαια, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι το στοιχείο της παρορμητικότητας υπάρχει σε όλες τις απόπειρες αυτοκτονίας, είτε οδηγούν σε θάνατο είτε όχι. 

Οι παράγοντες κινδύνου για την τέλεση αυτοκαταστροφικής πράξης είναι πολλοί, σύνθετοι, αλληλοδιαπλεκόμενοι, και επηρεαζόμενοι από τη χρονική συγκυρία σε τέτοιον βαθμό, ώστε η εξειδικευμένη πρόβλεψη για το ποιο άτομο θα αποπειραθεί να αυτοκτονήσει ή αν θα ‘επιτύχει’ να αυτοκτονήσει, καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη» (σελ. 222-223).


«Οι καταθλιπτικές γυναίκες έχουν περισσότερες πιθανότητες σε σχέση με τους άνδρες να αναφέρουν αυξημένη όρεξη, δάκρυα στα μάτια,  απώλεια ενδιαφερόντων και σκέψεις θανάτου. Στις γυναίκες, επίσης, εμφανίζεται μειωμένη λίμπιντο, υπερβολικός ύπνος, ημερήσια μεταβολή της αυτοδιάθεσης και υπερβολική αυτομομφή» (σελ. 226). «Στους άνδρες, διαταραχές όπως ο αλκοολισμός, η επιθετικότητα και η κατάχρηση ουσιών, μπορεί να είναι καταθλιπτικά ισοδύναμα που αυξάνουν τον κίνδυνο αυτοκτονίας» (σελ. 226).


Δουζένης, Αθανάσιος & Χαβάκη- Κονταξάκη, Μπεάτα. (2013). Η αυτοκτονικότητα στην παιδική και εφηβική ηλικία. Στο βιβλίο: Αυτοκαταστροφική συμπεριφορά, σελ. 222-235. Αθήνα: Εκδόσεις Βήτα.


Αυτοκτονικότητα στην παιδική και εφηβική ηλικία



«Η αυτοκτονική συμπεριφορά στα παιδιά και τους εφήβους αποτελούσε σχεδόν άγνωστο φαινόμενο πριν από τα μέσα της δεκαετίας του ’70, λόγω της επικρατούσας αντίληψης περί συναισθηματικής και γνωστικής ανωριμότητας των παιδιών».


«Η έννοια της αυτοκτονικής συμπεριφοράς στα παιδιά και τους εφήβους περιλαμβάνει σκέψεις αυτοκαταστροφής ή θανάτου (ευχές θανάτου, αυτοκτονικός ιδεασμός) και πράξεις που αποβαίνουν σε εκούσιο αυτοτραυματισμό (απόπειρα αυτοκτονίας) ή σε θάνατο (αυτοκτονία).


Οι αυτοκτονίες και οι απόπειρες αυτοκτονίας είναι σχετικά σπάνιες στην παιδική και πρώιμη εφηβική ηλικία» (σελ. 213).

«Γενικά, στα παιδιά ή τους εφήβους με αυτοκτονικότητα προτείνονται ατομική ψυχοθεραπεία, οικογενειακή ψυχοθεραπεία, ομαδική θεραπεία ή/ και χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής για την υποκείμενη ψυχοπαθολογία» (σελ. 219).

«Οι στρατηγικές πρόληψης των αυτοκτονικών συμπεριφορών στα παιδιά και στους εφήβους αποσκοπούν στην έγκαιρη ανίχνευση ατόμων σε υψηλό κίνδυνο για αυτοκτονία, με σκοπό την έγκαιρη παραπομπή τους σε δομή ψυχικής υγείας για παιδιά και εφήβους, προκειμένου να λάβουν την κατάλληλη θεραπεία» (σελ. 220).



Κολαΐτης Γεράσιμος & Λύκουρας Λευτέρης. (2013). Η αυτοκτονικότητα στην παιδική και εφηβική ηλικία. Στο βιβλίο: Αυτοκαταστροφική συμπεριφορά, σελ. 213-221. Αθήνα: Εκδόσεις Βήτα.


Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2018

Περί απιστίας ο λόγος


Σιωπηλά ν’ αγαπάς, δυνατά να το δείχνεις!
 
Πώς όμως δείχνεις ότι αγαπάς; Με το να είσαι εκεί και να μην είσαι; Λένε πως όσο πιο όμορφες είναι οι αναμνήσεις με τον σύντροφό μας, τόσο πιο πολύ πονάμε όταν μας απατά. Η απιστία μπορεί να συμβεί μονάχα μια φορά και το δίλημμα για αυτόν που έχει υποστεί αυτή την προδοσία είναι πολύ συγκεκριμένο και επιτακτικό: ξεχνιέται αυτή η «μια φορά»; Προφανώς η απάντηση δεν είναι ούτε μία, ούτε εύκολη. Αν συγχωρήσεις, πώς μπορείς να είσαι σίγουρος ότι δε θα επαναληφθεί; Η εμπιστοσύνη έχει πλέον δεχθεί ένα καίριο πλήγμα. 

Σε έναν ερωτικό δεσμό, πώς κάνουμε ομορφότερη τη ζωή του άλλου; Με το να τον προδώσουμε και να φυτέψουμε τον σπόρο της αμφιβολίας στο μυαλό του; Το επιχείρημα αυτού που μας πρόδωσε είναι συνήθως ότι η απιστία δεν είναι προδοσία. Ή ότι η αγάπη δε χρειάζεται να είναι αποκλειστική. Μα αν δεν είναι προδοσία γιατί τότε γίνεται κρυφά; Εκ των πραγμάτων, όταν απατάς, τότε αγαπάς κάποιον λιγότερο και κάποιον περισσότερο, δεν είσαι πλέον απορροφημένος στον άνθρωπό σου, εφόσον διοχετεύεις ένα μεγάλο μέρος από την ενέργειά σου, τον χρόνο σου και τις δυνάμεις σου, και σε ένα άλλο πρόσωπο. Το να μοιράζεσαι την αγάπη σου σημαίνει ότι τη διαιρείς, την κατακερματίζεις, την κάνεις πιο αδύναμη, πιο λίγη. 


Αλήθεια, αυτός που απατά ή αυτός που σκοπεύει να απατήσει μήπως θα έπρεπε να αναλογιστεί τι θα συμβεί αν ανακαλύψει ότι η νέα του «αγάπη» τον καλύπτει σε όλα περισσότερο; Φυσικά, θα αφήσει την παλιά του «αγάπη» για την καινούργια. Πόσο τίμιο όμως είναι αυτό; Το να ψάχνεις αλλού να βρεις κάποιον καλύτερο, αντί να συζητήσεις με τον άνθρωπό σου για να επικοινωνήσετε βαθύτερα και να έρθετε πιο κοντά.

Ποια η σχέση, λοιπόν, αυτού που απατά με την αυτογνωσία; Έχει αναρωτηθεί ποτέ γιατί έχει δεσμό με έναν άνθρωπο που δεν του αρέσει; Που δεν τον καλύπτει; Δεν γνωρίζει ότι η αγάπη πρέπει να εξυψώνει και όχι να ταπεινώνει; Να σε κάνει ευτυχή και όχι δυστυχή; 


Το ζητούμενο είναι ότι και ο ίδιος αυτός που απιστεί, δεν είναι ευτυχισμένος, διότι ζει μέσα στο ψέμα και ως εκ τούτου στις ενοχές που προκύπτουν από αυτό. Αν δεν έχει κάποιος αναλογιστεί όλα τα παραπάνω, δε θα έπρεπε τουλάχιστον να σκεφτεί το «γιατί» τη δική του ανωριμότητα ή τις ανασφάλειες να τις πληρώνει ο άλλος και τις περισσότερες φορές τα παιδιά; Δεύτερο μεγάλο δίλημμα λοιπόν αυτό, όταν υπάρχουν παιδιά. Τι κάνεις τότε; 

Προσποιείσαι ότι συγχώρεσες και απλά συνυπάρχεις με τον σύντροφό σου σαν δύο ξένοι μέσα στο ίδιο σπίτι για χάρη των παιδιών; Και τα παιδιά τι είναι; Αντικείμενα κενά σκέψης και μνήμης; Δε θα καταλάβουν αργά ή γρήγορα ότι δεν υπάρχει αληθινή αγάπη μεταξύ των γονιών τους, αλλά ψυχρότητα, απόσταση, έλλειψη σεβασμού και επικοινωνίας; Κι όταν τα καταλάβουν όλα αυτά, γιατί εθελοτυφλούμε και πλανώμεθα πλάνην οικτράν νομίζοντας πως κι αυτά όταν μεγαλώσουν δε θα επαναλάβουν αυτές τις συμπεριφορές;   


Εν κατακλείδι, θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι όταν ερωτευόμαστε δεν έχουμε μάτια για άλλον, όταν απιστούμε απλά δεν είμαστε ερωτευμένοι. Για αυτό η αγάπη θα πρέπει να χαρίζεται μόνο εκεί που εκτιμάται. Στη σχέση το «Εγώ» πρέπει να γίνεται «Εμείς», «Εμείς οι δύο», όχι «Εμείς οι δύο και κάποιο τρίτο πρόσωπο». 


«Μάλλον φλύαροι» οι αυτιστικοί


 «Η πολυλογία του αυτιστικού δεν είναι ουσιαστικά μια μοναχική απόλαυση της φωνής, αντιθέτως, προσπαθεί να κρατήσει στο περιθώριο αυτή την φωνή που προκαλεί τρόμο στο υποκείμενο. Στην παιδική ηλικία, κατά τον ίδιο τρόπο που μιλάει εξαλείφοντας τη φωνή, ο αυτιστικός βουλώνει σκόπιμα τα αυτιά του. Η φωνή ως ενορμητικό αντικείμενο δεν είναι η ηχητική της ομιλίας, αλλά αυτό που φέρει την παρουσία του υποκειμένου μέσα στα λεγόμενά του. Πρόκειται για μείζονα σταθερά της αυτιστικής λειτουργίας το να προστατεύεται κανείς από κάθε αγχωτική ανάδυση του αντικειμένου φωνή. Από τη δική του με την πολυλογία ή τη βωβότητα, και από εκείνη του Άλλου με την αποφυγή της συνομιλίας. Η αυτιστική πολυλογία είναι μια καθησυχαστική άσκηση της ομιλίας μέσα στην οποία η φωνή σβήνεται, δεν τοποθετείται στον τόπο του Άλλου, κι έτσι δεν διχάζει το υποκείμενο που μπορεί κατ’ αυτό τον τρόπο να την ελέγχει» (σ. 90-91).  


«Η πολυλογία λοιπόν του αυτιστικού φαίνεται να έχει ως λειτουργία να καταπνίγει και να περιστέλλει μια φωνή την εκδήλωση της οποίας φοβάται. Το αυτί του αυτιστικού δεν είναι κλειστό στη φωνή: γνωρίζουμε την ευαισθησία του στους θορύβους που καμία βλάβη των αισθητηριακών συσκευών δεν εξηγεί. Δεν διαθέτει ένα εξισορροπητικό αντικείμενο παρεμφερές με τους κόκκους της άμμου που ορισμένα ασπόνδυλα όπως οι ψύλλοι του νερού εισάγουν μέσα στα κυστίδιά τους προκειμένου να ρυθμίσουν τη στατικοακουστική τους συσκευή. Ο Λακάν χρησιμοποιεί αυτή την αναλογία για να περιγράψει την ενσωμάτωση της φωνής του Άλλου, που επιχειρείται διαμέσου της εγγραφής του υποκειμένου και της φωνητικής απόλαυσης υπό το εναδικό σημαίνον. Μια φωνή, σχολιάζει ο Λακάν, δεν αφομοιώνεται, ενσωματώνεται. Όταν εκπίπτει από το όργανο της ομιλίας, επιτρέπει τη διαμόρφωση του κενού του Άλλου, καθιστώντας τον έτσι πρόσφορο έδαφος για να δεχτεί ένα σημαίνον που θα είναι φορέας εκφοράς, κι όμως, για τον αυτιστικό, δεν ισχύει κάτι τέτοιο, η έλλειψη του Άλλου δεν είναι εν ειρήνη: αρνείται να τοποθετήσει εκεί τη φωνή του. Μη ενσωματώνοντας την, την κατακρατεί» (σελ. 95-96).


«Οι περισσότεροι αυτιστικοί υψηλής λειτουργικότητας μιλούν σωστά, αλλά χωρίς να λένε κάτι. Αποδεικνύονται συχνά λαλίστατοι» (σελ. 96).

«Η αποσύνδεση της φωνής από τη γλώσσα είναι στη βάση του αυτισμού. Πρόκειται για μια διαταραχή που επιφέρει γενικά γνωσιακά ελλείμματα, τα οποία ωστόσο δεν ορίζουν την ειδοποιό διαφορά. Η άρνηση της έκκλησης στον Άλλο και η άρνηση της αλλοτρίωσης του είναι της απόλαυσης μέσα στη γλώσσα συνιστούν τις ασυνείδητες στρατηγικές που το υποκείμενο μετέρχεται προκειμένου να προστατευτεί από την αγχωτική παρουσία ενός υπερβολικά πραγματικού Άλλου. Η απόσχιση φωνής και γλώσσας γίνεται αισθητή ως αινιγματική και επώδυνη, αλλά επιβάλλεται στη θέληση» (σελ. 101-102).

«Επομένως, δεν είναι δεδομένη εξαρχής για το αυτιστικό παιδί η γνώση ότι οι προφερόμενοι από τους ανθρώπους που το περιβάλλουν ήχοι συνδέονται με ένα συναισθηματικό βίωμα. Δεν το γνωρίζει γιατί δεν το έχει βιώσει» (σελ. 109).

«Το αυτιστικό υποκείμενο είναι ξεκάθαρα διχασμένο ανάμεσα στα συναισθήματα και τη σκέψη του. Η απόλαυση του εμβίου δεν υποτάσσεται, για το αυτιστικό υποκείμενο, στο σημαίνον, με αποτέλεσμα να ελλείπουν εκείνα τα στοιχεία που θα λειτουργούσαν ρυθμιστικά για τις αισθήσεις και τις σκέψεις του. Η αντίληψή του για τον κόσμο παραμένει χαοτική. Το αυτιστικό παιδί αργεί, συχνά, να κατανοήσει το γεγονός πως η γλώσσα μπορεί να χρησιμεύσει στην επικοινωνία. Οι άλλοι του φαίνονται απρόβλεπτοι και ανησυχαστικοί, η πραγματικότητα μέσα στην οποία κινούνται είναι ένα ακατανόητο χάος. Για αυτό τον λόγο καταφεύγει σε έναν ασφαλή κόσμο, που κατοικείται από καλοπροαίρετα αντικείμενα στα οποία δίνει ζωή, ένα είδος οικόσιτων ζώων, συμπαθητικών και προβλέψιμων. Σε αυτό τον κόσμο, οργανωμένο με βάση τους δικούς του κανόνες, αυτό που ονομάζουμε αμετάβλητο πρέπει να βασιλεύει ως κύριος, εξού και η προσήλωσή του στη μοναξιά του. Οι εισβολές τον θέτουν σε κίνδυνο και του προκαλούν άγχος» (σελ. 121).


Μαλβάλ, Ζαν- Κλωντ. (2018). Ο αυτιστικός και η φωνή του. Αθήνα: Εκκρεμές.