Τετάρτη 22 Απριλίου 2020

Η «χαμένη» μας ελευθερία


Έντονα απαγορευτικά μέτρα και αυστηροί περιορισμοί, αίσθηση εγκλεισμού μέσα σε ένα σπίτι και μια διαρκής ένταση μας κατακλύζει εσωτερικά… Γιατί νιώθουμε έτσι και γιατί βρισκόμαστε σε μια διαρκή κατάσταση ανάγκης να αντιδράσουμε; Πόσο εφικτή είναι μια αντίδραση και πόσο φθείρει τον ψυχισμό μας αυτή η κατάσταση;

Κάθε φορά που νιώθουμε ότι κάποιος μας στερεί την ελευθερία θα πρέπει να κάνουμε τα πάντα –να αντιδράσουμε- (ψυχολογική αναδραστικότητα) ώστε να μπορέσουμε να επανακτήσουμε τη χαμένη μας ελευθερία. Πρόκειται για μια ψυχολογική κατάσταση που βιώνουμε όταν κάποιος προσπαθεί να μας στερήσει ή να μας περιορίσει από την προσωπική μας ελευθερία. Ο άμεσος τρόπος αντίδρασης ώστε να μειωθεί η ένταση που βιώνουμε και να αποκατασταθεί η αίσθηση της ελευθερίας είναι να απομακρυνθούμε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Είναι πολύ σημαντικό να νιώθουμε ότι εμείς έχουμε τον έλεγχο της ζωής μας, εμείς επιλέγουμε και αποφασίζουμε για εμάς και είμαστε ελεύθεροι να ζήσουμε όπως θέλουμε, όπου θέλουμε, με όποιους θέλουμε…

Η ζωή μας μπορεί λόγω των περιορισμών να άλλαξε δραματικά ή μπορεί να άλλαξε σε μικρό βαθμό. Για παράδειγμα, μπορεί και πριν να περνούσαμε πολλές ώρες κλεισμένοι μέσα στο σπίτι ή στο γραφείο μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή και μπορεί να μην είχαμε σχεδόν ποτέ ελεύθερο χρόνο για μια βόλτα στη θάλασσα. Είναι όμως, διαφορετικό να μην μπορούμε να πάμε στη θάλασσα γιατί έχουμε δουλειά από ό,τι να μην μπορούμε να πάμε γιατί απαγορεύεται. Όσο πιο πολύ μας στερούν κάτι, τόσο πιο πολύ αντιδρούμε (τουλάχιστον γνωστικά- νοητικά και κάποια στιγμή και σε επίπεδο συμπεριφοράς)… και η επίκληση της αυθεντίας δε φέρει πάντα το «επιθυμητό» αποτέλεσμα.   

Επομένως, η ανάγκη για αντίδραση μπορεί να μην είναι πάντα σε επίπεδο συμπεριφοράς, γιατί πολλοί θα σκεφθούν «Τι αντίδραση; Εδώ υπάρχει η μέγιστη συμμόρφωση, στα όρια της αποχαύνωσης». Πολλές φορές, η ψυχολογική αναδραστικότητα παραμένει σε ένα εσωτερικό- γνωστικό διεργασιακό- επίπεδο και δε φτάνει να γίνει πράξη. Οπότε μπορεί εσωτερικά να σκεφτόμαστε ένα σωρό σενάρια, να ψάχνουμε τρόπους αντίδρασης, να θυμώνουμε, να βρίζουμε… και να θέλουμε να κάνουμε το αντίθετο από αυτό που μας λένε… όμως, αναγκαζόμαστε να συμμορφωθούμε… 


Μέσα από τη γνωστική επεξεργασία μπορούμε να μειώσουμε αυτή την εσωτερική ένταση αν σκεφτούμε λογικά και δούμε τους λόγους του περιορισμού… όμως, όταν οι λόγοι αυτοί πλέον βλέπουμε να αρχίζουν να μην υπάρχουν η ψυχολογική μας αναδραστικότητα είναι ακόμα πιο έντονη και νιώθουμε ότι θέλουμε να εκραγούμε… να αντιδράσουμε περισσότερο από ποτέ…
Όταν δεν μπορούμε πλέον να εξηγήσουμε τους λόγους περιορισμού και επιβολής αυστηρών μέτρων, τότε νιώθουμε ότι κανείς δεν έχει το δικαίωμα να μας στερήσει την ελευθερία μας. Η αιτία της αναδραστικότητας διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στον βαθμό της αίσθησης της χαμένης μας ελευθερίας, καθώς και ο φορέας που επιβάλλει την απειλή. 

Η βίωση της ψυχολογικής αναδραστικότητας και η ανάγκη για άμεση ανάκτηση της χαμένης μας ελευθερίας αποτελεί ένα συχνό φαινόμενο που ζούμε και ξαναζούμε τον τελευταίο καιρό, με επιπτώσεις στην ψυχολογική μας κατάσταση, καθώς η διαρκής αίσθηση της μη ελευθερίας μας προκαλεί νεύρα, θυμό, ανισορροπία, εσωτερική ένταση και ανάγκη για αλλαγή…

Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Brehm και τη Θεωρία της ψυχολογικής αναδραστικότητας, η χαμένη μας ελευθερία μπορεί να βρει διάφορους τρόπους επανάκτησης ώστε να μειωθεί ή να επιλυθεί η κατάσταση ψυχολογικής αναδραστικότητας. Έτσι, μπορεί να αξιολογήσουμε πιο θετικά από ότι πριν αυτό που μας απαγορεύτηκε ή αποτέλεσε αντικείμενο σχετικής απειλής. Μπορεί να εκφράσουμε μια διαφορετική επιλογή από αυτή που μας προτάθηκε ή μπορεί να αλλάξουμε την κοινωνική μας στάση προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που μας προτείνουν. 


Η έντονη απαγόρευση δε βοηθάει και η φαινομενική μας συμμόρφωση δε σημαίνει και αποδοχή της κατάστασης και ηρεμία… Αναζητούμε τρόπους να επανακτήσουμε τη χαμένη μας ελευθερία είτε φαίνεται προς τα έξω είτε δε φαίνεται…


Βιβλιογραφία
Hogg, M.A. & Vaughan, G.M. (2010). Κοινωνική Ψυχολογία. Αθήνα: Gutenberg.
Παπαστάμου, Σ. (2008). Εισαγωγή στην Κοινωνική Ψυχολογία. Η παράδοση. Αθήνα: Πεδίο.     

Σάββατο 18 Απριλίου 2020

Η βιβλιοφάγος κάμπια


Η βιβλιοφάγος κάμπια δεν είναι μια συνηθισμένη κάμπια, όπως όλες οι άλλες, καθώς, πριν φάει τα βιβλία, τα διαβάζει πρώτα. Αυτή της η συμπεριφορά θα προκαλέσει το ενδιαφέρον και όχι μόνο… όλου του χωριού. Θα σχολιαστεί, θα χλευαστεί, και θα απομονωθεί για τη φιλομάθειά της. Τελικά, θα βρει το κουράγιο και τη δύναμη να αντιμετωπίσει όλο αυτόν τον ψυχολογικό πόλεμο που υφίσταται από τις άλλες κάμπιες; 



Πρόκειται για ένα θεραπευτικό παραμύθι που διαπραγματεύεται τη ζήλεια, τον φθόνο, την κακία,  την κοινωνική απομόνωση, τις διαπροσωπικές και φιλικές σχέσεις αλλά και τη διαφορετικότητα, τη φιλομάθεια και την πίστη στον εαυτό αλλά και στις προσωπικές επιλογές. Οι επιλογές που έκανε η βιβλιοφάγος κάμπια δεν ήταν εύκολες, καθώς απαιτούσαν μόχθο και κόπο. Πολλές φορές όταν οι άλλοι δεν μπορούν να κοπιάσουν το ίδιο, εκδηλώνουν τη ζήλεια τους, κατηγορώντας αυτόν που μοχθεί… 


Τα παιδιά μαθαίνουν μέσα από το παραμύθι ότι η διαφορετικότητα ακόμη και όταν σχετίζεται με κάτι θετικό δεν είναι πάντα ευπρόσδεκτη από τους άλλους. Τέτοιου είδους συμπεριφορές συναντάμε πολύ συχνά σήμερα στα σχολεία, με τη μορφή του εκφοβισμού (bullying). Βλέπουμε, π.χ. ότι οι καλοί μαθητές αποκαλούνται με μειωτικούς όρους και επίθετα, όπως σπασικλάκια, φυτά, κ.α. Το μήνυμα όμως του παραμυθιού είναι ελπιδοφόρο: Άσε τους άλλους να λένε και επικεντρώσου στον εαυτό σου, στους στόχους και στα όνειρά σου. Και τότε… αργά ή γρήγορα θα ανταμειφθείς.  


Συγγραφέας και αφηγητής: Κουραβάνας Νίκος, Πολιτισμιολόγος, MSc.

Δευτέρα 13 Απριλίου 2020

Έρωτας χωρίς ανταπόκριση




«Ο Έρωτας αυτό το παλιόπαιδο που είναι και θεός, έκανε κάποτε, από εκδίκηση, μια ζαβολιά, από αυτές που συνηθίζει: Χτύπησε με το βέλος του τον Απόλλωνα κι έκανε την καρδιά του να χτυπάει από έρωτα. Έπειτα, χτύπησε τη Δάφνη και την έκανε να αποφεύγει τον έρωτα. Όπως ήταν φυσικό, όταν ο Απόλλωνας, θεός της μουσικής και της ποίησης, πλησίασε την όμορφη νύμφη Δάφνη, εκείνη κίνησε να φύγει γρήγορα από κοντά του. Ο Απόλλωνας την ακολούθησε, την παρακάλεσε, την καλόπιασε, της έταξε τον κόσμο ολόκληρο στα πόδια της. Εκείνη έτρεξε ακόμη πιο γρήγορα να φύγει μακριά του. Ο Απόλλωνας συνέχισε να την κυνηγάει, κι όταν η Δάφνη κατάλαβε πως όπου να ‘ναι θα την έπιανε, ευχήθηκε αυτό το σώμα της που τόσο τον είχε γοητεύσει, να μεταμορφωθεί και να χαθεί για πάντα. Η ευχή της έπιασε: Τα πόδια της έβγαλαν ρίζες, τα μπράτσα της μεταμορφώθηκαν σε κλαδιά, τα μαλλιά της έγιναν φύλλα, τα στήθη της σκεπάστηκαν με λεπτό και τρυφερό φλοιό. Κι ακριβώς τη στιγμή που η Δάφνη μεταμορφωνόταν σε φυτό, ο Απόλλωνας την πρόφτασε. Την αγκάλιασε με ασίγαστη ερωτική λαχτάρα, νιώθοντας πάνω στο στήθος του τον χτύπο της καρδιά της που έσβηνε, σιγά- σιγά, κάτω από τον φλοιό του φυτού. 


Όλοι όσοι πέρασαν κάποτε μια ερωτική απογοήτευση, ξέρουν τον πόνο που προκαλεί ο Έρωτας χωρίς ανταπόκριση. Ο πόνος είναι αναπόσπαστο κομμάτι του έρωτα, ακόμα και του έρωτα που ονομάζουμε υγιή. Κι από ένστικτο έχουμε την τάση να ταυτιζόμαστε με τον ηττημένο του έρωτα, να συμμεριζόμαστε περισσότερο αυτόν που τον απέρριψαν παρά εκείνον που απορρίπτει. (…).


Οι περισσότεροι ταυτιζόμαστε και συμμεριζόμαστε τον πόνο που προξενεί ο Έρωτας χωρίς ανταπόκριση, δηλαδή η τάση να ερωτευόμαστε ή να μας ελκύουν συναισθηματικά άνθρωποι που είναι απρόσιτοι για μας. Απορίας άξιο είναι, επίσης, γιατί κάποιος που επανειλημμένα ερωτεύεται απρόσιτα άτομα, είναι κι αυτός επανειλημμένα απρόσιτος για όσους ενδιαφέρονται για τον ίδιο. Είναι πολλοί οι πελάτες μου που ‘κλαίγαν για τη μοίρα τους να τους ελκύουν άνθρωποι που δεν μπορούσαν να ανταποδώσουν τα συναισθήματά τους, ενώ, την ίδια στιγμή δεν μπορούσαν κι αυτοί να ανταποδώσουν τα συναισθήματα όσων ενδιαφέρονταν για αυτούς» (σελ. 127-130).


Είναι σημαντικό όταν βρισκόμαστε σε μια σχέση να μπορούμε να ξεκαθαρίσουμε τι ακριβώς θέλουμε από τη σχέση και από τον σύντροφό μας- τι μετράει περισσότερο για εμάς; Τι είναι πιο σημαντικό; Τι πραγματικά θέλουμε;


Για να έχουμε μια σχέση και για να προχωράει αυτή η σχέση θα πρέπει να αποδεχθούμε ότι θα πρέπει και το άλλο άτομο απέναντί μας να είναι διαθέσιμο. Και από τους διαθέσιμους ανθρώπους θα πρέπει να αφαιρέσουμε όσους μέχρι τώρα λειτουργούσαν ως καθρέφτης και μας έδειχναν ενδιαφέρον μόνο και μόνο επειδή εμείς δεν ήμασταν διαθέσιμοι. 


«Ενώ οι περισσότεροι πιστεύουμε ότι θα μπορέσουμε να δεσμευτούμε μόνιμα, μόνο όταν συναντήσουμε τον ‘κατάλληλο άνθρωπο’, δηλαδή κάποιον που δε δημιουργεί μέσα μας αμφιθυμία, η αλήθεια είναι ότι μπορούμε να ξεπεράσουμε την αμφιθυμία μας, μόνο αφού δεσμευτούμε. Αυτό συμβαίνει, γιατί όσο νομίζουμε ότι υπάρχει δυνατότητα να φύγουμε από τη σχέση, δεν έχουμε κίνητρο για να πολεμήσουμε την αμφιθυμία μας» (σελ. 139).




Alon Gratch. (2005). Αν η αγάπη μπορούσε να σκεφτεί. Αθήνα: Θυμάρι.

Σάββατο 11 Απριλίου 2020

Κατάθλιψη: τρόποι για να συνεχίσουμε να ζούμε…


Η κατάθλιψη και η μανία δεν αποτελούν δύο αντίθετες καταστάσεις αλλά δύο διαφορετικές καταστάσεις μέσα από τις οποίες μπορούμε να εκφράσουμε τη συναισθηματικότητά μας, έτσι ώστε να μπορέσουμε να αμυνθούμε απέναντι στο άγχος και στην αγωνία που νιώθουμε. Η θλίψη δεν ταυτίζεται με την κατάθλιψη, το να είμαστε θλιμμένοι δε σημαίνει απαραίτητα ότι έχουμε κατάθλιψη. 




Η κατάθλιψη πηγάζει από μια απώλεια που δεν έχουμε επεξεργαστεί, δεν έχουμε αφομοιώσει και δεν καταφέραμε να ξεπεράσουμε. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να μη γνωρίζουμε καν ποια είναι η απώλεια που μας οδήγησε στην κατάθλιψη. Επίσης, η κατάθλιψη μπορεί να μην προέρχεται από μια μεμονωμένη απώλεια, αλλά από μια συσσώρευση επεισοδίων απώλειας, που αφορούν σχέσεις, πράγματα, πρόσωπα, συγκινήσεις, τα οποία θεωρούμε ότι αφήσαμε στο παρελθόν για να αναζητήσουμε καινούργιες εμπειρίες στο μέλλον. 


Πώς αισθανόμαστε όταν έχουμε κατάθλιψη;


Συγκρίνουμε τον εαυτό μας με τους άλλους και νομίζουμε ότι όλοι οι άλλοι είναι ευτυχισμένοι εκτός από εμάς. «Μέσα μας υπάρχει ένα κενό που μεγαλώνει μέρα με τη μέρα». Πλέον ότι φαινόταν να μετρά στα μάτια του κόσμου όπως η ευπρέπεια, η σεμνότητα, οι καλοί τρόποι, φαντάζουν ανούσια και απίστευτα κουραστικά. «Κοιτάζουμε μέσα μας και δε βρίσκουμε πια τίποτα, έχουμε χάσει τη συνοχή της προσωπικότητάς μας, αισθανόμαστε αμέτοχοι στη χαρά των άλλων, αλλά και σε ό,τι μας βασανίζει χωρίς να μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε. Όλα φαίνονται δύσκολα και μας καταλαμβάνει μια μόνιμη ηττοπάθεια» (σελ. 36-37).


Η απόσταση μεγαλώνει ανάμεσα σε εμάς και στους άλλους «ευτυχισμένους» ανθρώπους. Νιώθουμε εντελώς μόνοι και καλλιεργούμε ενοχικά συναισθήματα, θεωρώντας ότι δε μας καταλαβαίνουν, όχι γιατί δεν μπορούμε να τους εξηγήσουμε πως νιώθουμε, αλλά γιατί πραγματικά δεν αξίζουμε τίποτα, ότι δεν πετύχαμε τίποτα με την αξία μας. Κι επομένως, ποιος θα ενδιαφερθεί για έναν αποτυχημένο; Οι ενοχές γιγαντώνονται μέσα στο μυαλό μας και οποιαδήποτε απόφαση κι αν πήραμε μοιάζει λανθασμένη. Η ανικανότητά μας, μας οδηγεί σε ακόμη πιο αρνητικές σκέψεις… σαν ένα βάρος προς τα αγαπημένα μας πρόσωπα. Εμμένουμε πάντα στις ίδιες θλιβερές σκέψεις, σαν να είμαστε δεμένοι σε έναν νερόμυλο, που καθώς γυρνά μας βυθίζει σε έναν βούρκο, από τον οποίο νιώθουμε ότι δε θα βγούμε ποτέ… αλλά λίγο πριν πνιγούμε μας ανεβάζει και πάλι στην επιφάνεια, για μια τελευταία ανάσα και μετά ξανά… στον ίδιο φαύλο κύκλο…



«Ένα βουνό, το βουνό του να ζεις, είναι πάνω στους ώμους μας και μας πατάει όλο και πιο αμείλικτα, μας σφίγγει το μυαλό, την ανάσα, την καρδιά, το στομάχι. Κοιτάζουμε γύρω μας και ανακαλύπτουμε ότι είμαστε μέσα σε ένα μαύρο σύννεφο: μας λένε ότι είναι ένα τούνελ που πρέπει να διασχίσουμε. Πώς όμως, όταν στην άκρη του δε βλέπουμε φως;» (σελ.37).





D' Agostini, G. (2006). Κατάθλιψη, Μελαγχολία και Μανία. Αθήνα: Lector.


Τετάρτη 8 Απριλίου 2020

Συνδέομαι, άρα υπάρχω...




«Όταν κάποιος αναζητά τη βοήθεια ψυχοθεραπευτή, έχει να διηγηθεί μια ιστορία. Συχνά πρόκειται για την προβληματική, μπερδεμένη, επώδυνη ή οργισμένη ιστορία μιας ζωής ή μιας σχέσης που έχει πλέον διαλυθεί. Για πολλούς είναι η ιστορία ολέθριων γεγονότων που συνωμοτούν ενάντια στην αίσθηση ευημερίας  τους, στην εσωτερική τους ικανοποίηση ή στην αίσθηση της αποτελεσματικότητά τους. Για άλλους η ιστορία μπορεί να αφορά αδιόρατες και μυστηριώδεις δυνάμεις, οι οποίες διεισδύουν στην οργανωμένη αλληλουχία της ζωής, διαταράσσοντας και καταστρέφοντας τα πάντα. Τέλος, για ορισμένους, οι οποίοι έχουν την ψευδαίσθηση ότι γνωρίζουν πώς είναι ή πώς θα έπρεπε να είναι ο κόσμος, είναι σαν να βρίσκονται κατά κάποιον τρόπο αντιμέτωποι με προβλήματα για τα οποία η περιγραφή την οποία προκρίνουν δεν τους είχε προετοιμάσει…» (σελ.121)

     

Gergen, K.J. (2016). Θεραπευτικές πραγματικότητες. Συνεργασία, καταπίεση & σχεσιακή ροή. Αθήνα: Πεδίο.                                                                                                         

Πέμπτη 2 Απριλίου 2020

Γυάλινος κόσμος: ένας κόσμος γεμάτος ηθική και δικαιοσύνη…



 Μεγαλώνει η απόσταση…


Πόση απόσταση υπάρχει ανάμεσα σ’ αυτά που λέμε και σ’ αυτά που κάνουμε; Όσο πιο πολύ διατυμπανίζουμε περί ηθικής και δικαιοσύνης, μήπως τόσο λιγότερο ηθικοί και δίκαιοι είμαστε;

Η απόσταση όλο και μεγαλώνει… Γιατί άραγε και που οδηγούμαστε; Πόσο ηθικοί και δίκαιοι τελικά είμαστε;



Ζούμε σε μια κοινωνία που η διαφορά ανάμεσα στα λόγια και τις πράξεις μας μοιάζει πλέον τεράστια. Άλλα λέμε και άλλα πράττουμε, αλλιώς εμφανίζουμε τον εαυτό μας και άλλοι είμαστε, άλλα δείχνουμε και άλλα πιστεύουμε για εμάς… Γιατί τόση απόσταση ανάμεσα σε αυτά που λέμε και σ’ αυτά που κάνουμε; Και τι διδάσκουμε και στους νεότερους με αυτή τη στάση μας; Πόσο μπερδεύουμε τους άλλους και πόσο αμφιλεγόμενα μηνύματα δίνουμε και στον ίδιο μας τον εαυτό; Πόσο σταθερή και δομημένη ταυτότητα έχουμε, όταν καλούμαστε άλλο να είμαστε και άλλο να παριστάνουμε πώς είμαστε; 


Παριστάνουμε τους ηθικούς, μιλάμε περί ηθικής και αυτοαποκαλούμαστε ηθικοί αλλά αν σκεφτούμε πόσο ηθικοί είμαστε στην πραγματικότητα και πόσο όλη αυτή η ηθική αντανακλάται στις πράξεις μας, ίσως, να μην μπορέσουμε να βρούμε μια σύνδεση. Το ότι μιλάμε για ηθική δε σημαίνει πως είμαστε και ηθικοί και το ίδιο συμβαίνει και με τη δικαιοσύνη. Πόσο δίκαιο θεωρούμε τον εαυτό μας και πόσο εύκολα καταφεύγουμε να επικρίνουμε τους άλλους που είναι άδικοι, χωρίς να προβληματιστούμε πρώτα σχετικά με το πόσο δίκαιοι είμαστε εμείς οι ίδιοι; Το ότι μιλάμε περί δικαίου δε σημαίνει ότι στις αποφάσεις μας είμαστε δίκαιοι. Πόσο προσπαθούμε να μην αδικούμε τους άλλους και πόσο τελικά το καταφέρνουμε, χωρίς να παρασυρόμαστε από συμπάθειες, από προσωπικά οφέλη, από συμφέροντα ή από λανθασμένες κρίσεις; Και πόση πλάνη δημιουργούμε στον ίδιο μας τον εαυτό όταν διαρκώς τον καθησυχάζουμε ή και τον εκθειάζουμε για την ηθική και τη δικαιοσύνη που τον διακρίνει; 




Και παρατηρώντας γύρω σου, αναρωτιέσαι… γιατί τόση απόσταση ανάμεσα στο πόσο ηθικοί και δίκαιοι λέμε ότι είμαστε και στο πόσο τελικά είμαστε; Είναι ένα σημείο των καιρών; Είναι η κατάληξη της σύγχρονης αποξενωμένης και αποστασιοποιημένης κοινωνίας; Η κοινωνία πάντα έτσι ήταν… Απλά εμείς θέλαμε να βλέπουμε τα πράγματα από τη ρομαντική τους πλευρά! 


Δυστυχώς, αυτός ο γυάλινος κόσμος μέσα στον οποίο είχαμε ζήσει μέχρι τώρα και που ήταν φτιαγμένος από δήθεν εμπιστοσύνη, ασφάλεια, υποστήριξη, νοιάξιμο, αποδοχή και αγάπη, έγινε χίλια κομμάτια και πολλά από τα θραύσματα αυτού του γυαλιού πλήγωσαν για πάντα την ταλαιπωρημένη μας καρδιά. Τα θραύσματα αυτά διέλυσαν την παραμορφωμένη εικόνα για το τι υπάρχει έξω από αυτόν τον κόσμο και επιτέλους, καταφέραμε να απελευθερωθούμε… να δούμε τα πράγματα όπως είναι και όχι όπως φαίνονται… να αντιληφθούμε ότι όσο πιο πολύ μιλά κάποιος για ηθική τόσο πιο πολλά ανήθικα στοιχεία προσπαθεί να κρύψει… εξάλλου, έμαθε ότι τα πολλά λόγια μπερδεύουν και θολώνουν την πραγματικότητα… και μιλώντας για ηθική μπορεί να πείσει και τους άλλους για το πόσο ηθικός είναι…

Κυριακή 22 Μαρτίου 2020

Η υγεία πάνω από όλα…;


Πολύ συχνά ακούμε ότι η υγεία είναι το πιο πολύτιμο «αγαθό», ότι η υγεία είναι πάνω απ’ όλα, ότι «ας έχουμε την υγειά μας και όλα τα άλλα έρχονται»… και ίσως από συνήθεια ή λόγω του τρόπου που μεγαλώσαμε να περιλαμβάνεται και στο δικό μας λεξιλόγιο, όμως, δεν είναι σίγουρο ότι αυτό το κάνουμε και πράξη, ούτε ότι συνειδητοποιούμε τη σημαντικότητα αυτών των φράσεων, δηλαδή πόσο σημαντική είναι η υγεία και πόσο όλα εξαρτώνται από αυτή…

Τις τελευταίες εβδομάδες ίσως ήρθε η ώρα να το αποδείξουμε και στον εαυτό μας και στους άλλους γύρω μας ότι το πιο σημαντικό είναι η υγεία και κατ’ επέκταση η ζωή και όλα τα άλλα μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα. Πόσο δύσκολο μας είναι να συμμορφωθούμε σ’ αυτό και πόσο με αυτή τη συμπεριφορά μας δείχνουμε ότι αψηφούμε ότι μπορεί να συμβεί και σε εμάς…; Πόσο άτρωτοι νιώθουμε και πόσο προσπαθούμε να συνεχίσουμε να ζούμε την καθημερινότητά μας παριστάνοντας ότι δε συμβαίνει τίποτα;



Τα αφήσαμε όλα στην άκρη και στην προσπάθεια να προστατεύσουμε την υγεία μείναμε σπίτι… μέσα στο σπίτι δεν υπάρχει λόγος ούτε να σκεφτόμαστε διαρκώς αυτή την κατάσταση, ούτε να ενημερωνόμαστε όλες τις ώρες σχετικά με τον ιό, δεν μπορούμε να ζούμε έχοντας διαρκώς στο μυαλό μας ότι εκεί έξω υπάρχει μια απειλή, μια αόρατη απειλή που όλοι για αυτή συζητούν, που αρκετοί την έχουν βιώσει και που κάποιοι δεν υπάρχουν πλέον σ’ αυτή τη ζωή… 


Μείναμε σπίτι, αλλά ας βρούμε τρόπους να παραμείνουμε ψυχικά υγιείς μέσα στο σπίτι… Η διαρκής ενασχόληση με τον ιό, δε θα μας βοηθήσει να σωθούμε από τον ιό, αλλά να αποκτήσουμε προβλήματα ψυχικής υγείας. Όσο σημαντική είναι η σωματική μας υγεία άλλο τόσο σημαντική είναι και η ψυχική μας υγεία… Επομένως, μένουμε σπίτι, αλλά βρίσκουμε να κάνουμε πράγματα που μας ευχαριστούν, πράγματα για εμάς… για όσους είναι γύρω μας, μαζί μας… πράγματα που μας κάνουν να ξεχνιόμαστε, αλλά και να νιώθουμε δημιουργικοί, χρήσιμοι, ζωντανοί… 


Μείναμε σπίτι, αλλά φροντίζουμε τον εαυτό μας και φροντίζουμε να είμαστε καλά εμείς και οι γύρω μας… ίσως είναι μια ευκαιρία ή και μια πρόκληση να έρθουμε πιο κοντά στον εαυτό μας, να σκεφτούμε τι κάνουμε και τι θα θέλαμε να κάνουμε σ’ αυτή τη ζωή…

Και αν σκεφτόμαστε ότι εδώ ο κόσμος καίγεται κι εμείς θα ζούμε χαλαρά μέσα στο σπίτι… το σημαντικό είναι να μείνουμε σπίτι… από εκεί και πέρα ο τρόμος, ο φόβος, η διαρκής απειλή δε μας βοηθούν σε κάτι… 


Είναι σημαντικό να μείνουμε σπίτι, αλλά να είμαστε και να νιώθουμε καλά… ασφαλείς, με θετικά συναισθήματα και σκέψεις… Οι κρίσεις πάντα μας βοηθούν να δούμε τα όρια μας, να δοκιμάσουμε τον εαυτό μας, να εκτιμήσουμε αυτά που έχουμε, να κάνουμε μια επαναξιολόγηση της ζωής μας… και ίσως… πολλοί σκεφθούν ότι δεν είναι η κατάλληλη στιγμή… όμως, η κατάλληλη στιγμή είναι όταν έχουμε πιο πολύ χρόνο… και τώρα έχουμε χρόνο… οπότε αντί να διαμαρτυρόμαστε γιατί αναγκαζόμαστε να μένουμε σπίτι, ας προσπαθήσουμε να γίνουμε λίγο καλύτεροι άνθρωποι ή τουλάχιστον ας γνωρίσουμε τον εαυτό μας λίγο καλύτερα… 




Κανείς μας δεν επιλέγει μια κρίση, ούτε θα επέλεγε αυτή την κατάσταση, όμως, ας σταματήσουμε να τρομοκρατούμε τον εαυτό μας και τους γύρω μας και ας αναλογιστούμε: είναι το πιο πολύτιμο αγαθό η υγεία και η ζωή; Πόσο αναλωνόμαστε σε κακίες, σε υλικά αγαθά, σε ανήθικες πράξεις, σε αδικίες, σε ανταγωνισμούς, σε καθημερινές διαμάχες και σε ασυδοσίες; Ας παραμείνουμε στα σημαντικά πράγματα στη ζωή μας και ας μην ξεχνάμε ότι χωρίς υγεία και χωρίς ζωή δεν μπορούμε να έχουμε και τίποτα άλλο…   

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2020

Πόσο σταθεροί είμαστε στις σχέσεις μας;


Σύμφωνα με τη θεωρία του Bowlby, τα άτομα στα πρώτα στάδια της ζωής τους, κυρίως στο πρώτο εξάμηνο, μπορεί να αναπτύξουν έναν ασφαλή ή μη ασφαλή δεσμό με τη μητέρα τους, που εξαρτάται από το πόσο κοντά συναισθηματικά και σταθερά νιώθουν ότι είναι η μητέρα τους. Ο Bowlby διέκρινε τρεις τύπους δεσμού: 


O ασφαλής δεσμός του βρέφους με τη μητέρα, όπου τα βρέφη μπορούν να εξερευνήσουν γύρω τους υπό την παρουσία της μητέρας και παρηγορούνται εύκολα όταν η μητέρα επιστρέφει, παρά την αναστάτωση που τους προκάλεσε ο αποχωρισμός. Η μητέρα συνήθως είναι θερμή, τρυφερή και ανταποκρίνεται στις συναισθηματικές ανάγκες του βρέφους. 


Ο αποφευκτικός δεσμός του βρέφους με τη μητέρα, που χαρακτηρίζεται από αποστασιοποίηση και αποφυγή της στενής επαφής, καθώς το βρέφος βιώνει πολύ έντονα το άγχος όταν φεύγει η μητέρα και δεν καθησυχάζεται ούτε κατά την επιστροφή της. Η μητέρα συνήθως είναι απόμακρη ή ιδιαίτερα αυστηρή.


Ο αγχώδης- αμφίθυμος δεσμός του βρέφους με τη μητέρα, όπου το βρέφος εμφανίζει έντονη δυσφορία κατά τον αποχωρισμό της μητέρας και εκδηλώνει θυμό ή αμφιθυμία κατά την επιστροφή της μητέρας. Η μητέρα συνήθως δεν χαρακτηρίζεται από ευαισθησία και από συνέπεια. 


Οι Hazan & Shaver (1994) διαπίστωσαν ότι τα είδη σύναψης δεσμού του βρέφους με τη μητέρα διατηρούνται και κατά τη σύναψη στενών διαπροσωπικών –ερωτικών- σχέσεων όταν το άτομο είναι πλέον ενήλικας. 


Τα άτομα με ασφαλή δεσμό εμφανίζουν άνεση για αναζήτηση για εγγύτητα και δεν έχουν άγχος από τις στενές σχέσεις. Είναι άτομα που κάνουν εύκολα γνωριμίες, δεν αμφισβητούν πολύ τον εαυτό τους και θεωρούν ότι η ερωτική αγάπη θα έχει διάρκεια, χωρίς να φοβούνται να επενδύσουν σ’ αυτή τη σχέση. Εμπιστεύονται σταδιακά το άλλο πρόσωπο και δεν έχουν πρόβλημα να έρθουν κοντά με τον άλλο. Οι σχέσεις με τους γονείς τους συνήθως ήταν ζεστές και τρυφερές.  Σε περίπτωση απουσίας του/ της συντρόφου δεν εμφανίζουν άγχος, αν και νιώθουν ότι τους λείπει. 


Τα άτομα με αποφευκτικό δεσμό νιώθουν δυσφορία με την εγγύτητα και δυσκολεύονται να έχουν πολύ στενές σχέσεις ή να νιώθουν ότι ο άλλος εξαρτάται από τα ίδια. Πιστεύουν ότι η ερωτική αγάπη δεν έχει διάρκεια και σταδιακά χάνει την έντασή της, ενώ συνήθως εκδηλώνουν φόβο για τη στενή επαφή και χαμηλή αποδοχή του συντρόφου, καθώς δε θέλουν να επενδύσουν σ’ αυτή τη σχέση και πολύ γρήγορα εντοπίζουν τα αρνητικά χαρακτηριστικά των άλλων. Οι μητέρες συνήθως ήταν έντονα ψυχρές και απορριπτικές. Συνήθως, το άτομο είναι ψυχρό απέναντι στο άλλο μέλος της σχέσης και θυμώνει κατά την απουσία του άλλου, καθώς αρχίζει να κάνει διάφορα σενάρια.  


Τα άτομα με αγχώδη- αμφιθυμικό δεσμό εμφανίζουν μια επιθυμία για έντονη ακραία εγγύτητα, ενώ έχουν έντονο άγχος εγκατάλειψης και φόβο μήπως χάσουν την ερωτική αγάπη. Αμφισβητούν συχνά τον εαυτό τους, θεωρούν σπάνια την ερωτική αγάπη, δεν εμπιστεύονται τον άλλο μέσα στη σχέση και πιστεύουν ότι ο άλλος έχει λίγη διάθεση για δέσμευση. Ζουν με το φόβο ότι θα διαλυθεί σύντομα η σχέση και ο άλλος θα τους εγκαταλείψει, με αποτέλεσμα οι ίδιοι να εξαρτώνται από τον άλλο και να χαρακτηρίζεται η σχέση από υπερεμπλοκή ή εμμονή, συναισθηματική αστάθεια και ισχυρή σεξουαλική έλξη. Οι πατέρες περιγράφονται ως άδικοι από τα παιδιά τους. Τα υπερεμπλεκόμενα άτομα κατά την απουσία του/ της συντρόφου νιώθουν άδεια, κενά, ανασφαλή για την πιθανή μη επιστροφή του άλλου και έντονη ανάγκη για άμεση εγγύτητα. 



Στην πορεία στα τρία αυτά είδη προστέθηκε ένα ακόμη είδος κι έτσι έγιναν συνολικά τέσσερα τα είδη σύναψης δεσμού: το ασφαλές, το υπερεμπλεκόμενο, το απορριπτικό και το φοβικό. 


Τα ασφαλή άτομα μαθαίνουν να αναγνωρίζουν και να μιλούν για τη δυσφορία που νιώθουν, αναζητώντας τη στήριξη από τους άλλους. Ως προς τη σεξουαλικότητα, το σεξ άρχιζε κυρίως με αμοιβαία πρωτοβουλία και δεν αναζητούσαν σεξουαλικές εμπειρίες με άλλα πρόσωπα. 


Τα αποφευκτικά άτομα μαθαίνουν να αποφεύγουν να αναγνωρίσουν και να μιλήσουν για τη δυσφορία που νιώθουν. Ως προς τη σεξουαλικότητα, χαρακτηρίζονται από αχαλίνωτη σεξουαλικότητα, κυρίως ευκαιριακό σεξ, χωρίς εγγύτητα και ανάπτυξη συναισθηματικής επένδυσης. 


Τα αγχώδη- αμφιθυμικά άτομα εστιάζουν στις σκέψεις και στα συναισθήματα που τους προκαλούν δυσφορία, προσπαθώντας να μη χάσουν τους ασυνεπείς δότες φροντίδας. Ως προς τη σεξουαλικότητα, λάμβαναν μεγαλύτερη ευχαρίστηση από το να κρατούν ο ένας τον άλλο παρά από τις αυτές καθαυτές τις σεξουαλικές συμπεριφορές. 


Είναι σημαντικό να έχουμε μια εικόνα με βάση τη σχέση με τη μητέρα και το μοτίβο των σχέσεων που κάνουμε ως ενήλικες ώστε να δούμε που μπορούμε να τοποθετήσουμε τον εαυτό μας όσον αφορά τη σύναψη δεσμού. Αυτό παίζει καθοριστικό ρόλο όχι μόνο στις στενές διαπροσωπικές μας σχέσεις, αλλά και σε ένα σύνολο άλλων συμπεριφορών, όπως τη στάση μας απέναντι στον γάμο, στη γονεϊκότητα, στην εμφάνιση εκδηλώσεων βίας και στην αντιμετώπιση αυτών των περιστατικών, καθώς και ένα σύνολο από ζητήματα που συνδέονται με τις σχέσεις μας σε ένα ευρύτερο πλαίσιο.




Βιβλιογραφία

Hazan, C. & Shaver, P.R. (1994). Attachment as an organizational framework for research on close relationships. Journal of Psychological Inquiry, 5, 1-22.

Hendrick, C. & Hendrick, S.S. (2012). Στενές σχέσεις. Θεμελιώδη ζητήματα της ψυχολογίας των διαπροσωπικών σχέσεων. (Επιμ. Π. Κορδούτης). Αθήνα: Πεδίο.


Περιορίζεται η αρνητικότητα στο ζευγάρι;


Τα ζευγάρια που βιώνουν υψηλά επίπεδα αρνητικών συμπεριφορών φέρουν περισσότερες πιθανότητες να βιώνουν δυσαρέσκεια και τάση για αποδέσμευση από τη σχέση. Τα επίπεδα αρνητικότητας μπορεί να είναι ιδιαίτερα έντονα, σε σημείο που το ίδιο το άτομο να μην μπορεί να το ελέγξει, καθώς νιώθει να δυσφορεί μέσα σ’ αυτή τη σχέση. 


Είναι δύσκολο όταν το ζευγάρι έχει εγκαταστήσει έναν αρνητικό φαύλο κύκλο, όπου οι επιθετικές και εχθρικές αλληλεπιδράσεις επαναλαμβάνονται, να μπορέσει να ξεφύγει από αυτόν. Η κάθε πλευρά αποδίδει αυτή την αρνητικότητα στην άλλη πλευρά, ενώ ταυτόχρονα ο καθένας ανταποδίδει αυτές τις αρνητικές συμπεριφορές. Αυτό οδηγεί το ζευγάρι στο να πληγώνει ο ένας τον άλλο, απαντώντας στην αρνητική συμπεριφορά που έχει δεχθεί. 


Έτσι, το ζευγάρι καταλήγει να είναι καταπονημένο και να νιώθει διαρκώς δυσφορία και ένταση, μη μπορώντας να βγει από αυτόν τον φαύλο κύκλο. Και οι δύο συχνά παραπονιούνται ή επικρίνουν την άλλη πλευρά, περιφρονούν τον άλλο, αμύνονται ή κρατούν μια διφορούμενη στάση. Τα μηνύματα που δίνει ο κάθε σύντροφος στον άλλο εντείνουν τα αρνητικά συναισθήματα, με αποτέλεσμα το ζευγάρι να γίνεται αμυντικό και αποτραβηγμένο, λόγω των έντονων αρνητικών συναισθημάτων.


Με διαφορετικό τρόπο φαίνεται πως αντιδρούν άνδρες και γυναίκες απέναντι στην αρνητικότητα που βιώνουν μέσα στη σχέση. Οι άνδρες εμφανίζουν συνήθως θυμό και περιφρόνηση για τη σύντροφο ή σύζυγο, ενώ οι γυναίκες νιώθουν κυρίως λύπη και φόβο, εξαιτίας της κατάστασης που βιώνουν. Οι Gottman & Levenson (1992) βρήκαν ότι τα ευτυχισμένα ζευγάρια εμφανίζουν λιγότερα παράπονα, συμπεριφορές επίκρισης , περιφρόνησης, αμυντικότητας και διφορούμενης στάσης, σε σύγκριση με τα ζευγάρια με υψηλά επίπεδα αρνητικότητας. Επίσης, τα ευτυχισμένα ζευγάρια δεν έχουν αμοιβαία αρνητικά συναισθήματα και καταστρεπτικές συμπεριφορές. 



Αυτό δε σημαίνει απαραίτητα αποφυγή της σύγκρουσης. Παίζει σημαντικό ρόλο ο τρόπος που το ζευγάρι μπορεί να διαχειριστεί τη σύγκρουση ώστε να καταφέρει να καταλαβαίνει ο ένας τον άλλο. Στις περιπτώσεις που το ζευγάρι δεν καταφέρνει να επιλύσει αποτελεσματικά τις συγκρούσεις που βιώνει, οδηγείται σε αύξηση των συγκρούσεων φτάνοντας στην απόφαση του χωρισμού (Hendrick & Hendrick, 2012).




Βιβλιογραφία

Gottman, J.M. & Levenson, R.W. (1992). Marital processes predictive of later dissolution: Behavior, physiology and health. Journal of Personality and Social Psychology, 63, 221-233.

Hendrick, C. & Hendrick, S.S. (2012). Στενές σχέσεις. Θεμελιώδη ζητήματα της ψυχολογίας των διαπροσωπικών σχέσεων. (Επιμ. Π. Κορδούτης). Αθήνα: Πεδίο.

Σάββατο 14 Μαρτίου 2020

Ερωτικές σχέσεις μέσα από έγχρωμους φακούς ωραιοποίησης


Η μεροληψία της θετικότητας στις στενές διαπροσωπικές σχέσεις



Στα πρώτα στάδια μιας ερωτικής σχέσης, τα άτομα φορούν το καλύτερο προσωπείο τους και υιοθετούν τις πιο επιθυμητές συμπεριφορές, ώστε να δημιουργήσουν θετικές εντυπώσεις. Συμπεριφέρονται δηλαδή με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, χωρίς να εκφράζουν τις πραγματικές πτυχές του εαυτού τους. Αυτό έχει ως συνέπεια να αποκρύπτουν αρνητικά συναισθήματα και να δείχνουν μόνο την ευχάριστη, χαρούμενη και αισιόδοξη πλευρά του εαυτού τους. Έτσι, οι περισσότεροι άνθρωποι δείχνουν τον καλύτερο εαυτό τους και έχουν την τάση με τον ίδιο τρόπο να βλέπουν και τις σχέσεις τους.


Σύμφωνα με τους Hendrick & Hendrick, «οι καινούργιοι εραστές τείνουν να βλέπουν ο ένας τον άλλο μέσα από έγχρωμους φακούς ωραιοποίησης» (1988: σελ. 161).



Όταν κάποιος ξεκινάει τη σχέση έχοντας μια θετική μεροληπτική στάση, δεν μπορεί να δει ξεκάθαρα ούτε το άτομο που έχει απέναντί του, ούτε αυτά που μπορεί να του προσφέρει αυτή η σχέση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργούνται εσφαλμένες προσδοκίες, που ξεπερνούν κατά πολύ την επιθυμία ή την ικανότητα του άλλου να προσφέρει σ’ αυτή τη σχέση. Κι έτσι το άτομο καταλήγει να απογοητεύεται γιατί μια άλλη εικόνα είχε στην αρχή της σχέσης από το άτομο που είχε απέναντί του. 


Στα πρώτα στάδια εξέλιξης της σχέσης, φαίνεται πως πολλά άτομα επιλέγουν την αναστολή της έκφρασης αρνητικών συναισθημάτων, θεωρώντας ότι είναι μη κατάλληλες συμπεριφορές και ότι μπορεί να επηρεάσουν την έκβαση της σχέσης ή την εικόνα που θα διαμορφώσει η άλλη πλευρά. Γενικά, έχει βρεθεί ότι ο κάθε άνθρωπος μέσα σε μια ερωτική/ συντροφική σχέση, στην αρχή θεωρεί ότι ο άλλος θα πρέπει να εκφράζει περισσότερα θετικά παρά αρνητικά συναισθήματα, ενώ όποιος εκφράζει περισσότερα αρνητικά συναισθήματα εύκολα χαρακτηρίζεται ως αντιπαθής ή αποκλίνων. 


Όταν η σχέση γίνει πιο στενή και αναπτυχθεί οικειότητα λόγω αύξησης της εγγύτητας, μειώνεται και η μεροληψία της θετικότητας, καθώς το άτομο νιώθει πλέον ότι δε χρειάζεται να αποκρύπτει τα αρνητικά συναισθήματα. Έτσι, οι κανόνες κοινωνικής ευγένειας που διέπουν τη συμπεριφορά στα πρώτα στάδια μιας σχέσης αντικαθίστανται τώρα από πιο γνήσιες και ειλικρινείς συμπεριφορές, που δεν είναι μόνο θετικές, αλλά και αρνητικές. Αυτό βέβαια δημιουργεί ένα χάσμα ανάμεσα στην αρχική και την τωρινή εικόνα του άλλου. Κι έτσι προκαλούνται πολλά ερωτήματα: μα γιατί άλλαξε τόσο, γιατί δεν είναι τρυφερός/ή όπως στην αρχή, γιατί νευριάζει τόσο εύκολα, γιατί δεν έχει υπομονή, γιατί δεν είναι γλυκός/ια όπως στα πρώτα βήματα της σχέσης;



Το ζητούμενο δεν είναι να αποφύγουμε τελείως τη μεροληψία της θετικότητας στα πρώτα βήματα της σχέσης, αλλά να καταφέρουμε να εξασφαλίσουμε μια σχέση με ειλικρινείς συμπεριφορές και συναισθήματα, χωρίς έντονους εντυπωσιασμούς και υπερβολική καλοσύνη. Είναι σημαντικό να γνωρίζει ο ένας τις θετικές και αρνητικές πτυχές του άλλου, αρκεί να μην φτάσουμε στο άλλο άκρο: οι αρνητικές αποδόσεις για τον άλλο να είναι περισσότερες και να υπερισχύουν έναντι των θετικών (Hendrick & Hendrick, 2012). 


Σύμφωνα με τους Metts & Bowers (1994, σελ. 535), «η εγγύτητα είναι εξ ορισμού μια κατάσταση ευθύτητας και εξοικείωσης. Είναι ο χώρος στον οποίο οι προδιαγραφές περί θετικών συναισθημάτων καταργείται. Θεωρητικά, αποτελεί σημάδι εγγύτητας, τα άτομα να μπορούν να αισθάνονται και να εκφράζουν αρνητικά συναισθήματα χωρίς να διατρέχουν τον κίνδυνο για αποδόσεις αρνητικών προδιαθέσεων». Ωστόσο, κατά την έκφραση αρνητικών συναισθημάτων, που αγγίζει τα όρια της υπερβολικής αρνητικότητας ελλοχεύει ο κίνδυνος να εμφανιστεί έλλειμμα ικανοποίησης και στοιχεία δυσαρέσκειας στη σχέση.  

              
                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                   



Βιβλιογραφία

Hendrick, C. & Hendrick, S.S. (1988). Lovers wear rose-colored glasses. Journal of Social and Personal Relationships, 5, 161-183.

Hendrick, C. & Hendrick, S.S. (2012). Στενές σχέσεις. Θεμελιώδη ζητήματα της ψυχολογίας των διαπροσωπικών σχέσεων. (Επιμ. Π. Κορδούτης). Αθήνα: Πεδίο.

Metts, S. & Bowers, J.W. (1994). Emotion in interpersonal communication. In M.L. Knapp & G.R. Miller (Eds.), Handbook of interpersonal communication (2nd ed., pp. 508-541). Thousand Oaks, CA: Sage.


"Ο εαυτός μου που είναι;" του Μπουκάι


«Ήταν μια φορά ένας κύριος που κάθε πρωί έφευγε από το σπίτι του για να πάει στη δουλειά. Παρόλο που το ωράριό του δεν είχε αλλάξει τα τελευταία είκοσι χρόνια, συνέχιζε να αργεί κάθε μέρα. Πάντα έχανε τα πρώτα λεπτά της μέρας προσπαθώντας να βρει τα ντοσιέ του, τα παπούτσια του ή τα έσωρουχά του. Τέτοια ήταν η αφηρημάδα του, που μερικές φορές, όταν επιτέλους κατάφερνε να βγει και να πάει στη στάση του λεωφορείου, αναγκαζόταν να γυρίσει ξανά σπίτι του για να πάρει κάτι που μόλις συνειδητοποιούσε πως είχε ξεχάσει. Όταν δεν ήταν τα λεφτά του, ήταν η ταυτότητά του, όταν δεν ήταν η γραβάτα του ήταν μία από τις κάλτσες του.


Ένα βράδυ, αποφάσισε πως αυτό δεν μπορούσε να συνεχιστεί έτσι. 


‘Θα φτιάξω μια λίστα’, είπε στον εαυτό του, ‘θα σημειώνω κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ που αφήνω το κάθε πράγμα, και θα αφήσω το σημειωματάριό μου στο κομοδίνο, δίπλα στο κρεβάτι μου. Όταν σηκωθώ, θα δω τη λίστα μου και θα ξέρω που είναι το κάθε τι που πρέπει να πάρω μαζί μου’.


Ο άνθρωπος, ευχαριστημένος από την ιδέα του, στον δρόμο για το σπίτι αγόρασε ένα μικρό τετράδιο και ένα μολύβι, κατάλληλα για τον σκοπό του. Μπαίνοντας σπίτι έβγαλε το παλτό του και το κρέμασε. Στο τετράδιό του σημείωσε: ‘το παλτό, στην κρεμάστρα’ και βγάζοντας τη γραβάτα πρόσθεσε: ‘και η γραβάτα, επίσης’. Άφησε τα ντοσιέ και τα χαρτιά του πάνω στο τραπέζι και το σημείωσε. Αργότερα, όταν ξάπλωσε, σημείωσε τη θέση κάθε πράγματος που έβγαζε: ‘το πουκάμισο και το παντελόνι στην καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι… τα παπούτσια κάτω από το κρεβάτι και οι κάλτσες μέσα στα παπούτσια…’


Το άλλο πρωί, μόλις ξύπνησε, πήρε το τετράδιό του και διάβασε από κάτω προς τα πάνω: ‘οι κάλτσες μέσα στα παπούτσια… που είναι κάτω από το κρεβάτι…’ Τα βρήκε και τα φόρεσε. Κι έτσι συνέχισε να ντύνεται με ηρεμία και τάξη, αξιοποιώντας τον κόπο του… Όταν ήταν έτοιμος, πήρε τα ντοσιέ από το τραπέζι και ετοιμάστηκε να βγει. Όταν έφτασε στην πόρτα, πριν βγει, ξανακοίταξε τη λίστα, για να βεβαιωθεί ότι δεν είχε ξεχάσει τίποτα. Άρχισε να τα επαναλαμβάνει: ‘οι κάλτσες, τα παπούτσια, το πουκάμισο, η γραβάτα, τα χαρτιά μου, τα ντοσιέ…’


Και ξαφνικά χλόμιασε. 


‘Κι εγώ;;; Εγώ πού είμαι;’ Αναρωτήθηκε. 


Ξαναμπήκε για να ψάξει, χωρίς επιτυχία. Έκατσε σχεδόν απελπισμένος στην πολυθρόνα και μάταια έψαξε στη λίστα, αλλά δεν υπήρχε τρόπος: είχε ξεχάσει τον εαυτό του» (σελ. 67-68).



Μπουκάι, Χόρχε. (2012). Βασίσου πάνω μου. Αθήνα: Opera.