Πέμπτη 2 Αυγούστου 2018

Θετικά συναισθήματα κατά τη μητρότητα



Η μετάβαση στη μητρότητα

«Η ένταση του τοκετού και οι απαιτήσεις του νεογνού δεν αφήνουν πολλά χρονικά περιθώρια στη νέα μητέρα να προσαρμοστεί στην καινούργια κατάσταση. Επιπλέον, η κούραση, η έλλειψη ύπνου, οι ορμονικές αλλαγές με τις συναισθηματικές μεταπτώσεις που συνεπάγονται, τυχόν προβλήματα θηλασμού που προκαλούν πόνο στο στήθος και άλλες σωματικές ενοχλήσεις από την καισαρική τομή δεν επιτρέπουν, πάντα, στη λεχωίδα να χαλαρώσει» (σελ. 416-417).

«Όση προσοχή και να προσδώσει η νέα μητέρα σε αυτόν τον ρόλο, η πραγματικότητα, όπως παρουσιάζεται, ίσως είναι πολύ διαφορετική από την ιδανική ενδεχομένως προσδοκία που είχε. Η προσαρμογή στις απαιτήσεις της γονεικότητας χρειάζεται χρόνο και η τροποποίηση όλων των απόψεων της προηγούμενης ζωής είναι αναπόφευκτη. Τα πρότυπα της μητρότητας που αναπτύσσονται θα εξαρτηθούν, εν μέρει από την προηγούμενη εμπειρία της μητέρας στο να φροντίζει  παιδιά άλλα περισσότερο από τις προσδοκίες της, την αυτοεκτίμησή της, τη φύση της προσωπικότητάς της και τις ψυχολογικές δυνάμεις της» (σελ. 416-417).



Μωραΐτου, Μάρθα. (2011). Θετικά συναισθήματα και μητρότητα. Στο βιβλίο των Α. Σταλίκα και Π. Μυτσκίδου (Επιμ.), σελ. 401-428. Αθήνα: Τόπος.


Μιλώντας για την αγάπη (ΙΙΙ), Μπουσκάλια



«Αν κάποιος θέλει ν’ αγαπά πρέπει ν’ αρχίσει να λέει ΝΑΙ στην αγάπη» (σελ. 121).

«Η υπεύθυνη αγάπη υψώνεται ακόμη πιο πέρα κι από την ελπίδα. Η ικανότητα να ελπίζουμε, βέβαια, είναι ένα από τα σπουδαιότερα σωστικά της ζωής φαινόμενα του ανθρώπου. Με την ελπίδα ο άνθρωπος φανερώνει ένα βαθύτατο σεβασμό και πίστη στην ικανότητα του ανθρώπου να αλλάζει, μια πίστη στην ‘ακεραιότητα του σύμπαντος’, στην καινούργια αρχή, στο γοητευτικό αύριο. Η ελπίδα είναι κάτι βασικό για τον άνθρωπο, γιατί ο άνθρωπος δεν είναι ακόμα αρκετά γενναίος, ώστε να υπάρχει χωρίς αυτήν. Το να ζει χωρίς ελπίδα θα ήταν καταστρεπτικό για αυτόν. Ο άνθρωπος δεν έχει ακόμη μάθει να εργάζεται για τη χαρά της εργασίας, να μαθαίνει για χάρη της ωρίμανσης, να δημιουργεί για να εκφραστεί και για να ενθουσιαστεί μ’ αυτό που δημιουργεί, ή δεν έχει μάθει ακόμη ν’ αγαπά απλά για την ευχαρίστηση που του προσφέρει η αγάπη, εξακολουθεί να απαιτεί ανταμοιβές» (σελ. 135).  

«Η αγάπη πάει πέρα από την ελπίδα. Η Ελπίδα είναι μια αρχή. Η Αγάπη είναι το παντοτινό» (σελ. 136).

«Στην αγάπη ο κάθε άνθρωπος έχει τη δική του, προσωπική πρόκληση» (σελ. 144).


«Το κάθε άτομο μπορεί να κρίνει για τον εαυτό του μόνο ποιος δρόμος έχει καρδιά για αυτόν. Εκεί όπου οι δρόμοι διασταυρώνονται υπάρχει ένωση, εκεί όπου τραβούν παράλληλοι υπάρχει γαλήνη, φτάνει ο κάθε δρόμος ν’ αγαπά και να τιμά τον άλλο. Η αγάπη δε δίνει ποτέ κατευθύνσεις, γιατί ξέρει πως το να οδηγήσεις έναν άνθρωπο έξω από το δρόμο του είναι σαν να τους προσφέρεις τον δικό σου δρόμο, που δεν θα είναι ποτέ πραγματικά σωστός για αυτόν και είναι σίγουρο ότι θα τον εξασθενίσει. Ο άλλος πρέπει να είναι ελεύθερος να ακολουθήσει τον δικό του δρόμο, με τον τρόπο που έχει επιλέξει και με τον ιδιαίτερο ρυθμό του. Πρέπει να είναι ελεύθερος να κάνει τα δικά του λάθη και να μαθαίνει από αυτά ότι μπορεί. Η αγάπη μας υπάρχει εκεί για να του προσφέρει υποστήριξη, και τη δύναμη να συνεχίσει την αναζήτησή του, με χαρά, προσφέροντάς του ακόμη και την καθημερινή ενθάρρυνση που χρειάζεται. Η όποια βοήθεια προσφέρουμε στρέφεται μόνο στο να βοηθήσει τον άλλο να ανακαλύψει τον εαυτό του που εδώ και πολύ καιρό αναζητά. Η αγάπη είναι ο οδηγός του, όχι ο ηγέτης του. 

Η αγάπη ακούσει τις ίδιες της τις ανάγκες. Η κοινωνία είναι παραφουσκωμένη με κανόνες, κανονισμούς και καθοδηγητικές γραμμές για να ανακαλύψεις την αγάπη και την κοινωνική αποδοχή. Συχνά ο άνθρωπος είναι τόσο πολύ απασχολημένος μ’ αυτά που οι άλλοι πιστεύουν, ή θα σκεφτούν ή λένε, ώστε σταματά να ακούει αυτά που εκείνος πιστεύει, σκέφτεται ή λέει» (σελ. 145-146).   


Μπουσκάλια, Λέο. (1989). Η Αγάπη. Αθήνα:  Γλάρος.

Μιλώντας για την αγάπη (IΙ), Μπουσκάλια



«Η αγάπη είναι ένας καθρέφτης. Όταν αγαπάς κάποιον γίνεσαι ο καθρέφτης του και αυτός ο δικός σου… Κι αντικαθρεφτίζοντας την αγάπη ο ένας του άλλου βλέπεις το άπειρο» (σελ. 71).


«Χρειαζόμαστε τους άλλους. Έχουμε ανάγκη τους άλλους για ν’ αγαπήσουμε και χρειαζόμαστε τους άλλους για ν’ αγαπηθούμε. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως χωρίς αυτό κι εμείς το ίδιο, όπως τα βρέφη που μένουν μόνα, θα πάψουμε να ωριμάζουμε, θα πάψουμε να αναπτυσσόμαστε, και θα διαλέξουμε την τρέλα ή τον θάνατο» (σελ. 74).

«Η αγάπη έχει πάντα ανοιχτή την αγκαλιά της. Αν κλείσεις την αγκαλιά σου γύρω από την αγάπη θα ανακαλύψεις ότι σου έμεινε ν’ αγκαλιάζεις μόνο τον εαυτό σου» (σελ. 82).

«Η αγάπη δε φοβάται να νιώσει και να ζητά με πάθος να εκφραστεί» (σελ. 85).

«Η αγάπη έχει νόημα μόνο έτσι όπως βιώνεται στο ‘τώρα’» (σελ. 90).


«Η αγάπη είναι όλο εμπιστοσύνη, όλο αποδοχή, όλο πίστη, χωρίς να ζητά ποτέ εγγυήσεις. Η αγάπη είναι υπομονετική και περιμένει, αλλά δεν είναι παθητική. Γιατί αδιάκοπα προσφέρει τον εαυτό της σε μια αμοιβαία αποκάλυψη, σε ένα αμοιβαίο μοίρασμα. Η αγάπη είναι αυθόρμητη και διψά να εκφραστεί μέσα από τη χαρά, την ομορφιά, την αλήθεια, ακόμη και μέσα από τα δάκρυα. Η αγάπη ζει τη στιγμή, ούτε χάνει στο χτες, ούτε επιδιώκει το αύριο. Η αγάπη είναι το τώρα!» (σελ. 91).

«Το να αγαπάς δεν είναι ποτέ κάτι εύκολο κι ο άνθρωπος που έχει αποφασίσει να ζει μέσα στην αγάπη είναι σίγουρο ότι θα βρει πολλά εμπόδια στην ωρίμανσή του με την αγάπη» (σελ. 99).

«Για να αγαπήσετε τους άλλους, πρέπει να αγαπήσετε τον εαυτό. Το να αγαπάς τον εαυτό σου σημαίνει να έχεις ένα  πραγματικό ενδιαφέρον, φροντίδα, αγάπη και σεβασμό για τον εαυτό σου. 

Το να αγαπάς τον εαυτό σου σημαίνει ακόμη να ξέρεις ότι μόνο εσύ μπορείς να είσαι εσύ» (σελ. 113-115).


«Αν γνωρίζεις, αποδέχεσαι κι εκτιμάς τον εαυτό σου και τη μοναδικότητά σου, θα επιτρέψεις και στους άλλους να το κάνουν αυτό. Αν αξιολογείς κι εκτιμάς την ανακάλυψη του εαυτού σου, θα ενθαρρύνεις κι άλλους να αρχίσουν τούτη την αυτό-ανακάλυψη (σελ. 115).

Μπουσκάλια, Λέο. (1989). Η Αγάπη. Αθήνα:  Γλάρος.

Μιλώντας για την αγάπη (Ι), Μπουσκάλια




«Δεν είναι αρκετό να ζούμε και να μαθαίνουμε για το σήμερα. Πρέπει να ονειρευόμαστε το πώς θα είναι ο κόσμος σε πενήντα χρόνια και να μορφωνόμαστε για τα εκατό χρόνια που θα ‘ρθουν κι ύστερα να ονειρευόμαστε τον κόσμο για χίλια χρόνια από σήμερα» (σελ. 35).
«Μετά νομίζω ότι ένα αξιαγάπητο άτομο είναι κάποιο πολύ αυθόρμητο άτομο. Είναι κάτι που το νιώθω πολύ, πολύ έντονα, επειδή νομίζω ότι έχουμε χάσει την ικανότητά μας να είμαστε αυθόρμητοι. Είμαστε όλοι σφραγισμένοι από τον χρόνο, είμαστε όλοι προκαθορισμένοι. Έχουμε ξεχάσει το τι είναι να γελάς και να νιώθεις όμορφα γελώντας…» (σελ. 35).

«Αν νιώθετε κάτι, επιτρέψτε στους άλλους να ξέρουν πώς νιώθετε. Δεν έχετε κουραστεί πια μ’ αυτά τα στωικά πρόσωπα που δεν φανερώνουν τίποτα; Αν νιώθετε ότι θέλετε να γελάσετε, γελάστε. Αν σας αρέσει κάτι που λέει κάποιος, σηκωθείτε και δώστε του συγχαρητήρια. Αν αυτό είναι σωστό, θα είναι σωστά και τα συγχαρητήριά σας» (σελ. 36).

«Σταθερά απομακρυνόμαστε από τους εαυτούς μας κι από τους άλλους. Το σκηνικό μοιάζει να σχηματίζεται από το πόσο μπορούμε να απομακρυνθούμε από τους άλλους, κι όχι πόσο κοντά μπορούμε να φτάσουμε μαζί τους. Υποστηρίζω απόλυτα το να γυρίσουμε πίσω στην παλιομοδίτικη υπόθεση της επαφής με τους ανθρώπους.  Το χέρι μου πάντα είναι απλωμένο επειδή, όταν αγγίζω κάποιον, ξέρω ότι είναι ζωντανός. Πραγματικά χρειαζόμαστε αυτή την επιβεβαίωση. Οι υπαρξιστές λένε ότι όλοι νομίζουμε πως είμαστε αόρατοι κι ότι καμιά φορά πρέπει να αυτοκτονούμε για να επικυρώσουμε το γεγονός ότι κάποια ζήσαμε» (σελ. 37).


«Το αξιαγάπητο πρόσωπο δεν έχει ανάγκη να είναι τέλειο, μόνο να είναι ανθρώπινο. Η ιδέα της τελειότητας με τρομάζει. Όλοι μας σχεδόν φοβόμαστε πια να κάνουμε το παραμικρό, επειδή δεν μπορούμε να το κάνουμε τέλεια» (σελ. 38).

«Όμως, ο άνθρωπος είναι πάντα ικανός για ωρίμανση και  αλλαγή. Κι αν δεν το πιστεύεται αυτό, τότε είσαστε ετοιμοθάνατοι. Κάθε μέρα θα πρέπει να βλέπετε τον κόσμο με έναν καινούργιο προσωπικό τρόπο. Το δέντρο έξω από το σπίτι σας το σπίτι σας δεν είναι πια το ίδιο, για αυτό, κοιτάξτε το! Ο άντρας σας, η γυναίκας σας, το παιδί σας, ο πατέρας, η μητέρα σας, όλοι αλλάζουν καθημερινά, για αυτό, κοιτάξτε τους. Το κάθετι βρίσκεται μέσα στη διαδικασία της αλλαγής, ακόμη κι εσείς οι ίδιοι» (σελ. 40).

«Έχω μια πολύ βαθιά εντύπωση πως το αντίθετο της αγάπης δεν είναι το μίσος, αλλά η απάθεια. Είναι το να μη δίνεις δεκάρα για τίποτα» (σελ. 41).



Μπουσκάλια, Λέο. (1989). Η Αγάπη. Αθήνα:  Γλάρος.