Με τη ματιά των υπαρξιστών
Ο Jean-Paul Sartre αναλύει το υπαρξιακό άγχος μέσα από τρεις θεμελιώδεις εμπειρίες της ανθρώπινης ύπαρξης: την αγωνία, την εγκατάλειψη και την απόγνωση. Οι εμπειρίες αυτές δεν αποτελούν απλώς δυσάρεστες ψυχολογικές καταστάσεις, αλλά συνδέονται άμεσα με τη συνειδητοποίηση της ανθρώπινης ελευθερίας, της ευθύνης και της περατότητας της ύπαρξης.

Κάθε άνθρωπος που έχει συνείδηση της ελευθερίας του είναι αναπόφευκτο να βιώσει αγωνία. Η αγωνία προκύπτει από το γεγονός ότι ο άνθρωπος καλείται συνεχώς να επιλέγει, χωρίς να διαθέτει έναν απόλυτο και αδιαμφισβήτητο κανόνα που να του υποδεικνύει εκ των προτέρων τι πρέπει να πράξει. Οι επιλογές μας είναι αναπόφευκτες, αλλά δεν είναι ποτέ απολύτως τέλειες ή απαλλαγμένες από συνέπειες. Μια επιλογή μπορεί να είναι θετική από μια άποψη και ταυτόχρονα να έχει αρνητικές συνέπειες από μια άλλη. Κάθε απόφαση συνεπάγεται, επομένως, την ανάληψη ευθύνης για κάτι που δεν μπορούμε να γνωρίζουμε και να ελέγξουμε πλήρως.
Η αγωνία, λοιπόν, δεν είναι απλώς φόβος απέναντι σε έναν συγκεκριμένο κίνδυνο. Ο φόβος έχει συνήθως ένα συγκεκριμένο αντικείμενο, ενώ η υπαρξιακή αγωνία αφορά την ίδια την ελευθερία και την ευθύνη του ανθρώπου. Ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να μεταθέσει οριστικά σε κάποιον άλλον την ευθύνη για τις επιλογές του. Ακόμη και όταν προσπαθεί να ακολουθήσει κανόνες, παραδόσεις ή εντολές, εξακολουθεί να είναι αυτός που αποφασίζει να τους ακολουθήσει.
Στην αγωνία προστίθεται η εμπειρία της εγκατάλειψης. Με τον όρο αυτό ο Sartre αναφέρεται στην ιδέα ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να στηριχθεί σε ένα δεδομένο, απόλυτο και εξωτερικό σύστημα αξιών που θα του εξασφάλιζε εκ των προτέρων το νόημα της ζωής του. Στον «άθεο υπαρξισμό» του Sartre, η απουσία του Θεού σημαίνει επίσης την απουσία ενός θεϊκά προκαθορισμένου ηθικού νόμου που θα μπορούσε να απαλλάξει το άτομο από την ευθύνη της επιλογής. Ο άνθρωπος βρίσκεται, κατά κάποιον τρόπο, «μόνος» μπροστά στην ελευθερία του και καλείται να αποφασίσει τι θα κάνει με τη ζωή του.
Η τρίτη εμπειρία είναι η απόγνωση. Η απόγνωση συνδέεται με την αναγνώριση των ορίων της ανθρώπινης δύναμης. Δεν μπορούμε να βασιζόμαστε σε όσα βρίσκονται έξω από τον έλεγχό μας ούτε να θεωρούμε βέβαιη την έκβαση των πράξεών μας. Μπορούμε να επιλέξουμε, να σχεδιάσουμε και να δράσουμε, αλλά δεν μπορούμε να εγγυηθούμε το αποτέλεσμα. Ο άνθρωπος οφείλει επομένως να στηρίζεται σε εκείνα που πραγματικά εξαρτώνται από αυτόν και να αποδέχεται την αβεβαιότητα όσων δεν μπορεί να ελέγξει.
Τι πρέπει, λοιπόν, να κάνουμε απέναντι στο υπαρξιακό άγχος και σε όλες αυτές τις εμπειρίες που μπορεί να βιώνονται ως δυσάρεστες; Η υπαρξιστική απάντηση είναι ότι δεν πρέπει να προσπαθούμε να τις εξαφανίσουμε ή να τις συγκαλύψουμε, αλλά να τις αντιμετωπίζουμε ευθέως. Η αγωνία, η εγκατάλειψη και η απόγνωση αποτελούν συνέπειες της ίδιας της ανθρώπινης κατάστασης και μπορούν να λειτουργήσουν ως αφορμές αυτογνωσίας. Το ζητούμενο δεν είναι να απαλλαγεί ο άνθρωπος από την ελευθερία του, αλλά να αποκτήσει επίγνωση της ελευθερίας και της ευθύνης που αυτή συνεπάγεται.
Από αυτή την άποψη, αποτελεί βαθιά υπαρξιακή ευθύνη του ατόμου να αντιμετωπίσει τη δική του θνητότητα, την αβεβαιότητα και την απουσία ενός προκαθορισμένου νοήματος και, παρ’ όλα αυτά, να αναζητήσει και να δημιουργήσει έναν σκοπό για την ύπαρξή του. Το νόημα δεν προσφέρεται έτοιμο στον άνθρωπο· συνδέεται με τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος επιλέγει να ζήσει, να πράξει και να αναλάβει την ευθύνη των επιλογών του. Για τον λόγο αυτό απαιτείται υπαρξιακό θάρρος: η ικανότητα να παραμένει κανείς ενεργός και υπεύθυνος ακόμη και όταν δεν διαθέτει απόλυτες βεβαιότητες.
Υπάρχει, βέβαια, πάντα μια διέξοδος —τουλάχιστον προσωρινή— που δεν απαιτεί ούτε ιδιαίτερο θάρρος ούτε ψυχική αντοχή: η αποφυγή του ίδιου του προβλήματος. Το άτομο μπορεί να αρνηθεί να αναρωτηθεί για το νόημα της ζωής, να παραμείνει στην επιφάνεια των πραγμάτων και να αναζητήσει ασφάλεια μέσα στην κοινωνική σύμβαση. Μπορεί να υιοθετήσει έτοιμες αντιλήψεις για το τι σημαίνει «επιτυχημένη» ή «σωστή» ζωή και να ακολουθήσει τον δρόμο που του υποδεικνύουν οι άλλοι. Πρόκειται για μια μορφή φυγής από την προσωπική ευθύνη, η οποία στον Sartre συνδέεται με την έννοια της «κακής πίστης».
Η κακή πίστη δεν σημαίνει απλώς ότι κάποιος λέει ψέματα στους άλλους. Πρόκειται κυρίως για μια μορφή αυταπάτης απέναντι στον ίδιο τον εαυτό μας. Ο άνθρωπος προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του ότι δεν είναι πραγματικά ελεύθερος ή υπεύθυνος, ότι είναι απλώς ένας κοινωνικός ρόλος, μια ιδιότητα ή ένα σύνολο περιστάσεων. Με αυτόν τον τρόπο αποφεύγει το βάρος της ελευθερίας του. Αντί να αναγνωρίσει ότι έχει επιλογές, προτιμά να θεωρεί ότι «έτσι είναι τα πράγματα» και ότι δεν μπορεί να πράξει διαφορετικά.
Έτσι, η κακή πίστη μπορεί να εκδηλωθεί μέσα από την άκριτη προσκόλληση στην κοινωνική επιτυχία και στην κοινωνική αναγνώριση. Μια καλή δουλειά, ένα μεγάλο αυτοκίνητο, το οικονομικό κύρος, η κοινωνική θέση ή η αποδοχή από τους άλλους μπορούν να αποκτήσουν αξία όχι επειδή το ίδιο το άτομο έχει εξετάσει συνειδητά γιατί τα επιθυμεί, αλλά επειδή η κοινωνία τού έχει μάθει ότι αυτά αποτελούν δείκτες επιτυχίας. Παράλληλα, το άτομο μπορεί να ακολουθεί χωρίς κριτική σκέψη όσα του υπαγορεύουν οι κοινωνικές συμβάσεις, οι συνομήλικοι, η πολιτική προπαγάνδα, τα θρησκευτικά δόγματα, οι διαφημίσεις ή γενικότερα οι κυρίαρχες αντιλήψεις της εποχής του.
Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο ότι κάποιος εργάζεται, αποκτά υλικά αγαθά, ακολουθεί μια παράδοση ή συμμετέχει σε μια κοινωνική ομάδα. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτές οι επιλογές αποτελούν συνειδητές και προσωπικά αναλαμβανόμενες επιλογές ή αν το άτομο τις υιοθετεί μηχανικά, προκειμένου να αποφύγει την ευθύνη της προσωπικής κρίσης. Η υπαρξιστική κριτική, επομένως, δεν στρέφεται εναντίον της κοινωνικής ζωής καθαυτής, αλλά εναντίον της άκριτης παράδοσης του ατόμου σε ρόλους και προσδοκίες που δεν έχει εξετάσει.
Στην περίπτωση αυτή, το άτομο διάγει τον βίο του παθητικά, χωρίς να στοχάζεται ουσιαστικά το νόημα και την κατεύθυνση της ύπαρξής του, τις ευθύνες του, τις επιλογές του και το πεπερασμένο της ζωής. Επιτρέπει στους άλλους να αποφασίζουν, άμεσα ή έμμεσα, τι πρέπει να επιθυμεί, τι πρέπει να θεωρεί σημαντικό και ποιος πρέπει να είναι. Η ασφάλεια που προσφέρει αυτή η στάση μπορεί να είναι προσωρινά ανακουφιστική, αλλά έχει ως τίμημα την απώλεια της αυθεντικής σχέσης του ανθρώπου με την ελευθερία του.
Με αυτόν τον τρόπο, ξεγελώντας τον εαυτό μας, αποφεύγουμε να αναγνωρίσουμε την ελευθερία και την ευθύνη των επιλογών μας. Αντί να αποδεχθούμε ότι είμαστε υπεύθυνοι για τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνουμε τη ζωή μας, κρυβόμαστε πίσω από ρόλους, κοινωνικές προσδοκίες και εξωτερικές δικαιολογίες. Ο Sartre αντιπαραθέτει σε αυτή την κατάσταση την αυθεντικότητα: όχι ως μια κατάσταση τελειότητας ή ως την ανακάλυψη ενός προκαθορισμένου «αληθινού εαυτού», αλλά ως μια διαρκή προσπάθεια να αναγνωρίζουμε την ελευθερία μας, να αναλαμβάνουμε την ευθύνη των επιλογών μας και να μην αρνούμαστε την πραγματική μας κατάσταση.
Η υπαρξιστική στάση, επομένως, δεν υπόσχεται μια ζωή χωρίς αγωνία, αβεβαιότητα ή αποτυχία. Αντίθετα, ξεκινά από την αποδοχή τους. Το ζητούμενο είναι να μην επιτρέψουμε στην αγωνία να μας παραλύσει ούτε στην αβεβαιότητα να μας οδηγήσει σε παθητικότητα. Η ανθρώπινη ελευθερία αποκτά το πραγματικό της βάρος ακριβώς επειδή δεν υπάρχει εγγυημένη απάντηση για το πώς πρέπει να ζήσουμε. Ο άνθρωπος καλείται να επιλέξει, να πράξει, να αναλάβει τις συνέπειες των επιλογών του και, μέσα από αυτές, να δώσει μορφή στη δική του ύπαρξη.
Έτσι, το υπαρξιακό άγχος μπορεί να ιδωθεί όχι μόνο ως βάρος αλλά και ως υπενθύμιση της ελευθερίας. Η αγωνία μας αποκαλύπτει ότι είμαστε ελεύθεροι να επιλέγουμε, η εγκατάλειψη ότι δεν μπορούμε να μεταθέσουμε πλήρως την ευθύνη σε μια ανώτερη αρχή και η απόγνωση ότι πρέπει να δράσουμε χωρίς να έχουμε τον απόλυτο έλεγχο των αποτελεσμάτων. Η αντιμετώπιση αυτών των εμπειριών απαιτεί, επομένως, θάρρος, αυτογνωσία και ενεργό συμμετοχή στη διαμόρφωση της ζωής μας. Η υπαρξιστική πρόκληση είναι να ζούμε όχι σαν παθητικοί θεατές της ζωής μας, αλλά ως υπεύθυνοι φορείς των επιλογών μας.
Πηγή:
Funder. 2025. Το παζλ της προσωπικότητας. Εκδόσεις Πεδίο.
Ελένη Παπαδοπούλου και Νίκος Κουραβάνας, Ψυχολόγοι, MSc, MA
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου