Σάββατο 3 Μαΐου 2014

Προσωπικότητα και διατροφικές διαταραχές



Το φαινόμενο των διατροφικών διαταραχών είναι πολυδιάστατο και επηρεάζεται από διάφορους παράγοντες. Ωστόσο, οι ψυχολογικοί παράγοντες φαίνεται πως βρίσκονται στο επίκεντρο των παραγόντων που επιδρούν στην εμφάνιση και διατήρηση των διατροφικών διαταραχών. Ένας από τους βασικούς τομείς των ψυχολογικών παραγόντων που σχετίζονται με τις διατροφικές διαταραχές είναι η προσωπικότητα του ατόμου και τα χαρακτηριστικά της. Συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας που σχετίζονται με ψυχαναγκαστικές συμπεριφορές, όπως είναι η ακαμψία ως προς τις απόψεις τους, η έντονη ενασχόληση με κανόνες και αρχές, η έντονη τάση για τάξη των πραγμάτων και η υπερβολική ευσυνειδησία φαίνεται πως αποτελούν κοινά χαρακτηριστικά των ατόμων με διατροφικές διαταραχές (Serpell & Troop, 2003).
Τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας φαίνεται πως εμπλέκονται σε σημαντικό βαθμό στην εμφάνιση και διατήρηση συμπτωμάτων των διατροφικών διαταραχών. Οι Cassin και von Ranson (2005) πραγματοποίησαν μία βιβλιογραφική ανασκόπηση σχετικά με την προσωπικότητα και τις διατροφικές διαταραχές και βρήκαν ότι η ψυχογενής ανορεξία και η ψυχογενής βουλιμία χαρακτηρίζονται από αναζήτηση της τελειότητας, ψυχαναγκαστική συμπεριφορά, νευρωτισμό, αρνητικά συναισθήματα, βλαπτική αποφυγή, καθώς και χαρακτηριστικά που συνδέονται με διαταραχές της προσωπικότητας και την αποφυγή. Η μετα- ανάλυση που πραγματοποίησαν οι συγκεκριμένοι ερευνητές έδειξε ότι οι διαταραχές της προσωπικότητας κυμαίνονταν από 0 έως 58% όσον αφορά τα άτομα με ψυχογενή ανορεξία και ψυχογενή βουλιμία. Επιπλέον, από την ανασκόπηση ερευνών που έκαναν συμπέραναν ότι η συμπτωματολογία των διατροφικών διαταραχών σχετίζεται με υψηλά επίπεδα νευρωτισμού και ανοίγματος στις εμπειρίες και χαμηλά επίπεδα ευσυνειδησίας και προσήνειας.
Σύμφωνα με τους Serpell και Troop (2003), τα βασικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας των ατόμων με διατροφικές διαταραχές συνήθως είναι η τάση για την τελειότητα, οι ψυχαναγκασμοί, ενώ σε πολλές περιπτώσεις τα άτομα με διατροφικές διαταραχές παρουσιάζουν ταυτόχρονα και διαταραχές της προσωπικότητας, με κυριότερες την ψυχαναγκαστική διαταραχή προσωπικότητας και την οριακή προσωπικότητα. Συχνά παρατηρούνται στα άτομα στοιχεία της προσωπικότητας που προέρχονται από την οριακή διαταραχή προσωπικότητας καθώς και στοιχεία παρορμητισμού. 
 Δύο είναι οι βασικές διαταραχές προσωπικότητας που έχουν συνδεθεί και συσχετιστεί με τις διατροφικές διαταραχές, καθώς έχουν διαγνωστεί άτομα με διατροφικές διαταραχές τα οποία παρουσίαζαν μία από αυτές τις διαταραχές προσωπικότητας ή το αντίθετο. Πρόκειται για τη διαταραχή της οριακής προσωπικότητας, όπου τα άτομα με προεξέχοντα τα χαρακτηριστικά της εξάρτησης και του μελοδραματισμού είναι πιθανό να παρουσιάσουν σωματικά συμπτώματα, και τη διαταραχή της εξαρτητικής προσωπικότητας, όπου το άτομο χαρακτηρίζεται από διαπροσωπική εξάρτηση, ενώ εμφανίζει υποταγή, προσκόλληση και άγχος αποχωρισμού (Millon et al., 2004).

Η διαταραχή της οριακής προσωπικότητας χαρακτηρίζεται από αστάθεια των διαπροσωπικών σχέσεων, της εικόνας του εαυτού, των συναισθημάτων και μία έκδηλη παρορμητικότητα (DSM- IV, 1996). Σε μια έρευνα των Selby et al. (2010) εξετάστηκαν οι διατροφικές διαταραχές σε άτομα με οριακή διαταραχή προσωπικότητας. Κύριο χαρακτηριστικό των ατόμων ήταν η συναισθηματική δυσλειτουργία και τα προβλήματα στη διαχείριση των συναισθημάτων των ατόμων. Τα άτομα με οριακή διαταραχή προσωπικότητας και διατροφικές διαταραχές ήταν αρκετά ευαίσθητα στην απόρριψη και είχαν αρκετούς φόβους απόρριψης λόγω της εμφάνισής τους, με αποτέλεσμα να υιοθετούν διαταραγμένες διατροφικές συμπεριφορές.

                            
Βιβλιογραφία

Cassin, S.E., & von Ranson, K.M. (2005). Personality and eating disorders: A decade in review. Clinical Psychology Review, 25, 895- 916.
DSM- IV. (1996). Διαγνωστικά Κριτήρια. Αθήνα: Ιατρικές Εκδόσεις Λίτσας.
Millon, T., Grossman, S., Millon, C., Meagher, S., & Ramnath, R. (2004). Personality Disorders in Modern Life (2nd edit.). New Jersey: John Wiley & Sons.
Selby, E.A., Ward, A.C., & Joiner, T.E. (2010). Dysregulated eating behaviors in borderline personality disorder: Are rejection sensitivity and emotion dysregulation linking mechanisms? International Journal of Eating Disorders, 43 (7), 667- 670.
Serpell, L., & Troop, N. (2003). Psychological factors. In J. Treasure, U. Schmidt & E. Van Furth (Eds), The Handbook of Eating Disorders (p.p. 151- 167). England: John Wiley & Sons.

Διατροφικές διαταραχές: Ψυχογενής ανορεξία και βουλιμία



Οι διατροφικές διαταραχές αποτελούν ένα σύνολο συμπτωμάτων και μια ιδιαίτερα σοβαρή ασθένεια που προσβάλλει τα τελευταία χρόνια όλο και μεγαλύτερο ποσοστό ατόμων και κυρίως κοριτσιών και γυναικών στον δυτικό κόσμο. Πρόκειται για ένα ζήτημα στο οποίο εμπλέκονται πολλοί και διαφορετικοί παράγοντες, τόσο κοινωνικοί όσο και ψυχολογικοί.
Οι διατροφικές διαταραχές, με δύο βασικές κατηγορίες, την ψυχογενή ανορεξία και την ψυχογενή βουλιμία, χαρακτηρίζονται από βαριές διαταραχές του ατόμου ως προς την εικόνα του σώματός του. Πρόκειται για διαταραχές που εμπίπτουν στο πλαίσιο των ψυχιατρικών διαταραχών, ενώ οι επιπτώσεις που έχουν στη σωματική και ψυχική υγεία του ατόμου είναι φανερές, αν και το ίδιο το άτομο τις περισσότερες φορές δεν παραδέχεται ή ακόμη δεν βλέπει καν ότι νοσεί. Η ολοκληρωτική ενασχόληση με την τροφή και τους τρόπους που θα την αποβάλλει είναι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός του.
Οι διατροφικές διαταραχές, με βάση το DSM-IV (1996), διακρίνονται σε τρεις βασικές κατηγορίες. Πρόκειται για την ψυχογενή ανορεξία, την ψυχογενή βουλιμία και τη διαταραχή στην πρόσληψη τροφής μη προσδιοριζόμενη αλλιώς.
Σύμφωνα με τους Kaplan, Sadock και Grebb (2000, σ. 1001), «η ψυχογενής ανορεξία χαρακτηρίζεται από βαριά διαταραχή της εικόνας που σχηματίζει ο ασθενής για το σώμα του και από αδιάκοπη αναζήτηση της ισχνότητας, μέχρι σημείου λιμοκτονίας». Πρόκειται για μία διαταραχή που εμφανίζεται κυρίως στο γυναικείο φύλο και ιδιαίτερα στην εφηβική περίοδο. 
Οι ίδιοι συγγραφείς υποστήριξαν ότι «η ψυχογενής βουλιμία, η οποία είναι συχνότερη από την ψυχογενή ανορεξία, χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενα επεισόδια πρόσληψης μεγάλων ποσοτήτων τροφής, τα οποία συνοδεύονται από την αίσθηση έλλειψης ελέγχου» (σ.σ. 1009- 1010). Τα επεισόδια υπερφαγίας σταματούν με κοινωνική διατάραξη ή σωματική δυσφορία, ενώ συνοδεύονται από αισθήματα ενοχής, συμπτώματα κατάθλιψης και αυτό- αποστροφή.
Ωστόσο, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι τα συμπτώματα της βουλιμίας, εκτός από το να αποτελούν μια ξεχωριστή νόσο, την ψυχογενή βουλιμία, μπορεί να αποτελούν μία παράμετρο της ψυχογενούς ανορεξίας. Κοινό χαρακτηριστικό των ατόμων που παρουσιάζουν είτε ψυχογενή ανορεξία είτε ψυχογενή βουλιμία είναι η υπερβολική ενασχόληση με την τροφή τους, το βάρος τους και το σχήμα- εικόνα του σώματός τους.

Όσον αφορά την ψυχογενή ανορεξία, σύμφωνα με το DMS- IV (1996), διακρίνονται δύο τύποι ασθενών. Πρόκειται για τον περιορισμένο τύπο, ο οποίος κατά τη διάρκεια των επεισοδίων της ανορεξίας, δεν εκδηλώνει τακτικά επεισόδια υπερφαγίας ή συμπεριφορά κάθαρσης (εμέτους ή χρήση καθαρτικών) και τον καθαρτικό τύπο, με βασικό χαρακτηριστικό τα επεισόδια υπερφαγίας. Συγκεκριμένα, όσον αφορά το δεύτερο τύπο το άτομο παρουσιάζει τακτικά επεισόδια υπερφαγίας ή καταφεύγει τακτικά σε συμπεριφορά κάθαρσης.
Επίσης, με βάση την κατηγοριοποίηση του DSM- IV (1996), και στην ψυχογενή βουλιμία διακρίνονται δύο τύποι. Πρόκειται για τον καθαρτικό τύπο, ο οποίος κατά τη διάρκεια των επεισοδίων βουλιμίας καταφεύγει σε αυτοπροκαλούμενους εμέτους ή σε χρήση καθαρτικών και για τον μη καθαρτικό τύπο, ο οποίος χρησιμοποιεί άλλες αντισταθμιστικές συμπεριφορές, όπως νηστεία ή συχνή και υπερβολική σωματική άσκηση.
Η τρίτη κατηγορία διατροφικών διαταραχών, που είναι η διαταραχή στην πρόσληψη τροφής μη προσδιοριζόμενη αλλιώς, περιλαμβάνει διαταραχές της πρόσληψης τροφής, που δεν πληρούν τα κριτήρια ούτε της ψυχογενούς ανορεξίας ούτε της ψυχογενούς βουλιμίας. Συνήθως, οι γυναίκες έχουν κανονικά έμμηνο ρήση, ενώ μπορεί να πληρούνται τα κριτήρια της ψυχογενούς ανορεξίας το άτομο έχει φυσιολογικό βάρος, ή μπορεί να πληρούνται τα κριτήρια της ψυχογενούς βουλιμίας με συχνότητα όμως μικρότερη από αυτή που καθορίζεται από το DSM- IV (1996).

Κλινική εικόνα- Συμπτωματολογία
Ψυχογενής ανορεξία
Τα κριτήρια που καθορίζονται με βάση το DSM- IV (1996, σ. 251) για τον καθορισμό της ψυχογενούς ανορεξίας είναι τέσσερα και αναλυτικά είναι τα εξής:
Ø  «Άρνηση του ατόμου να διατηρήσει το βάρος του σώματος στο επίπεδο, ή πάνω από το επίπεδο, του ελάχιστα φυσιολογικού βάρους για την ηλικία και το ύψος του.
Ø  Έντονος φόβος του ατόμου ότι θα αυξηθεί το βάρος του ή ότι θα γίνει παχύ, ακόμη και όταν το βάρος του είναι κάτω από το κανονικό.
Ø  Διαταραχή του τρόπου με τον οποίο βιώνεται το βάρος ή το σχήμα, υπέρμετρη επίδραση του βάρους ή του σχήματος του σώματος στην αυτοαξιολόγηση, ή άρνηση της σοβαρότητας του υπάρχοντος χαμηλού βάρους του σώματος.
Ø  Σε γυναίκες, μετά την εμμηναρχή, αμηνόρροια, δηλαδή απουσία τουλάχιστον τριών διαδοχικών εμμηνορρυσιακών κύκλων».

Η ψυχογενής ανορεξία θεωρείται μια «ειδική εκδήλωση οριακής διαταραχής προσωπικότητας, που η ψυχοπαθολογία της ανάγεται στη φάση της επαναπροσεγγίσεως που περιέγραψε η Μάλερ ή στην πρωκτική περίοδο της ψυχοσεξουαλικής εξελίξεως που περιέγραψε ο Φρόυντ» (Χαρτοκόλλης, 1991, σ. 145). Κύρια χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης ψυχοπαθολογίας είναι η έμμονη απασχόληση με το φαγητό, ενώ συχνά το άτομο ακολουθεί περιόδους νηστείας που συνοδεύονται από βουλιμία και πρόκληση εμετού. Μία από τις άμεσες επιπτώσεις είναι η διακοπή της έμμηνης ρήσης και η δυσκοιλιότητα, η οποία χρησιμοποιείται ως πρόφαση για τη συχνή χρήση καθαρτικών, που ουσιαστικά αποσκοπεί στην απώλεια βάρους. Σε μια πιο προχωρημένη κατάσταση ανορεξίας, το άτομο παρουσιάζει υπόταση, αναιμία, κρύο και ξερό δέρμα και βραδυκαρδία.
Συνήθως, οι σχετικές με την ανορεξία συμπεριφορές και πρακτικές που ακολουθούνται από το άτομο, γίνονται κρυφά, ενώ τα άτομα αυτά αρνούνται να γευματίσουν με την οικογένειά τους ή σε δημόσιους χώρους. Η ενασχόληση με το φαγητό παίρνει τη μορφή ιδεοληψίας, ενώ η διαταραχή αυτή πολλές φορές συνοδεύεται από κατάθλιψη, άγχος ή ιδεοψυχαναγκαστική συμπεριφορά. Κύρια χαρακτηριστικά των ατόμων με ψυχογενή ανορεξία είναι η μυστικοπάθεια, η άρνηση των συμπτωμάτων τους και η αντίσταση στη θεραπεία (Kaplan et al., 2000).
Ακόμη και μετά τη φανερή εκδήλωση της νόσου, το άτομο δεν παραδέχεται ότι έχει κάποιο πρόβλημα και αρνείται οποιαδήποτε βοήθεια. Βασικό χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς του είναι μια παραμορφωμένη εικόνα που έχει για το σώμα του, ενώ συχνά κρύβονται και έντονα επιθετικά, μοχθηρά ή ζηλόφθονα συναισθήματα κυρίως απέναντι στη μητέρα, καθώς και τύψεις από τις οποίες το άτομο προσπαθεί να απαλλαγεί μέσα από αυτοκατηγορίες και αυτοτιμωρία. Επιπλέον, τυπικά χαρακτηριστικά του ατόμου είναι η υπερκινητικότητα και η υπερευαισθησία σε κάθε κριτική που του ασκείται, ακόμη και στις πιο απλές υποδείξεις ή παρατηρήσεις, όπου συνήθως αντιδρά με θυμό. Αν και δεν το δείχνει νιώθει άγχος, ανία, ή και μοναξιά, καθώς και αποτυχία (Kaplan et al., 2000. Χαρτοκόλλης, 1991).


Ψυχογενής βουλιμία
Τα κριτήρια όπως καθορίστηκαν από το DSM- IV (1996, σ.σ. 252- 253) για την ψυχογενή βουλιμία είναι τα εξής:
Ø  «Επανειλημμένα επεισόδια υπερφαγίας. Ένα επεισόδιο υπερφαγίας χαρακτηρίζεται από αμφότερα τα ακόλουθα:
Ø  Η κατανάλωση, σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, μιας ποσότητας τροφής, η οποία είναι εμφανώς μεγαλύτερη από αυτήν που θα μπορούσαν να καταναλώσουν οι περισσότεροι άνθρωποι κατά τη διάρκειας της ίδιας χρονικής περιόδου και κάτω από όμοιες περιστάσεις.
Ø  Αίσθηση έλλειψης ελέγχου στην κατανάλωση τροφής κατά τη διάρκεια του επεισοδίου.
Ø  Επανειλημμένη απρόσφορη αντισταθμιστική συμπεριφορά προκειμένου να αποτραπεί η αύξηση βάρους, όπως αυτοπροκαλούμενοι έμετοι, κακή χρήση καθαρτικών, διουρητικών ή άλλων φαρμάκων, νηστεία ή υπερβολική σωματική άσκηση.
Ø  Τόσο τα επεισόδια υπερφαγίας, όσο και η απρόσφορη αντισταθμιστική συμπεριφορά εμφανίζονται κατά μέσο όρο τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα για ένα διάστημα 3 μηνών.
Ø  Η αυτοαξιολόγηση επηρεάζεται υπέρμετρα από το σχήμα και το βάρος του σώματος.
Ø  Η διαταραχή δεν εμφανίζεται αποκλειστικά κατά τη διάρκεια επεισοδίων ψυχογενούς ανορεξίας».

Όπως φαίνεται και από την παραπάνω παρουσίαση των κριτηρίων, με βάση το DSM- IV, η ψυχογενής βουλιμία χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενα επεισόδια υπερφαγίας, αίσθηση έλλειψης ελέγχου ως προς την πρόσληψη τροφής, προκλητούς εμέτους, κατάχρηση καθαρτικών, νηστεία και υπερβολική άσκηση για αποτροπή της αύξησης του βάρους. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι έμετοι προκαλούνται κατά βούληση του ασθενούς, χωρίς καν τη χρήση του δακτύλου στο φάρυγγα. Συνήθως γίνεται κατανάλωση γλυκών και γενικά τροφίμων με πολλές θερμίδες, ενώ η πρόσληψη της τροφής γίνεται κρυφά και με μεγάλη ταχύτητα. Πρόκειται για ασθενείς που ανησυχούν έντονα για το πώς τους βλέπουν οι άλλοι και η πλειοψηφία των ασθενών με βουλιμία έχουν φυσιολογικό βάρος. Η ψυχογενής βουλιμία πολλές φορές συνοδεύεται από άλλες ψυχιατρικές διαταραχές, όπως είναι οι διαταραχές της διάθεσης και του ελέγχου των παρορμήσεων. 


Αιτιοπαθογένεια- Επιδημιολογία

Οι υποθέσεις σχετικά με τα αίτια των διατροφικών διαταραχών εστιάζουν το ενδιαφέρον τους κυρίως στις συγκρούσεις που παρουσιάζονται κατά τη μεταβατική περίοδο της εφηβείας όπου το κορίτσι αλλάζει και γίνεται γυναίκα, ενώ άλλες επιστημονικές θεωρίες που μελετούν την ανάπτυξη των διαταραχών αυτών επικεντρώνονται στην επίδραση των ψυχολογικών παραγόντων σχετικά με το πόσο αβοήθητο και ανίκανο νιώθει το άτομο (Kaplan et al., 2000). Γενικά, η αιτιολογία των διατροφικών διαταραχών θα πρέπει να γίνει μέσα από μια πολυδιάστατη προσέγγιση, καθώς θα πρέπει να ληφθεί υπόψη μια ποικιλία βιολογικών και ψυχοκοινωνικών παραγόντων (Ward & Gowers, 2003).
Όσον αφορά τα αίτια που θεωρούνται ότι οδηγούν στην εμφάνιση της ψυχογενούς ανορεξίας είναι η εμπλοκή βιολογικών, κοινωνικών και ψυχολογικών παραγόντων. Υπάρχουν ορισμένες ενδείξεις για μεγαλύτερα ποσοστά εμφάνισης της ψυχογενούς ανορεξίας σε μονοζυγωτικούς από ότι σε διζυγωτικούς διδύμους, υπονοώντας την εμπλοκή γενετικών παραγόντων. Ωστόσο, σε αυτές τις περιπτώσεις λαμβάνεται υπόψη και θεωρείται ότι έχει σημαντικές επιδράσεις το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνουν τα άτομα. Οι βιολογικοί παράγοντες που θεωρούνται υπεύθυνοι καθώς συμβάλλουν στη μείωση της πείνας είναι τα ενδογενή οπιούχα (Kaplan et al., 2000. Winchester & Collier, 2003).
Οι σημαντικότεροι κοινωνικοί παράγοντες είναι η ισχνότητα και η έντονη σωματική άσκηση που προβάλλονται και επιδοκιμάζονται, ενώ αποτελούν τα βασικά πρότυπα της εποχής μας. Επιπλέον, υπάρχουν ενδείξεις για την ύπαρξη διαταραγμένων σχέσεων με τους γονείς ή η ύπαρξη ενός ιστορικού κατάθλιψης στην οικογένεια. Τέλος, από την ψυχολογική και ψυχοδυναμική προσέγγιση, η ψυχογενής ανορεξία θεωρείται μια αντίδραση στις απαιτήσεις της κοινωνίας και του περιβάλλοντος. Πρόκειται για άτομα στα οποία απουσιάζει η αίσθηση αυτονομίας και ατομικότητας, ενώ οι ασθενείς αισθάνονται ότι οι γονείς ασκούν έλεγχο στα σώματά τους.  Από την ψυχοδυναμική άποψη, η ψυχογενής ανορεξία παρατηρήθηκε ότι προσβάλλει άτομα τα οποία δεν έχουν καταφέρει να χωριστούν ψυχολογικά από τις μητέρες τους (Kaplan et al., 2000).
Οι διατροφικές διαταραχές θα πρέπει να εξετάζονται μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο εκδηλώνονται. Μέσα από μια φεμινιστική ερμηνεία η εικόνα του σώματος και οι διατροφικές διαταραχές φαίνεται πως δομούνται μέσα ένα ευρύτερο πλαίσιο, ενώ δίνονται ποικίλες ερμηνείες για την άρνηση της πρόσληψης τροφής και την εκδήλωση των διατροφικών διαταραχών στις δυτικές κοινωνίες. Η φύση των διατροφικών διαταραχών δεν προσδιορίζονται μόνο γενετικά και με βάση το φύλο, αλλά επηρεάζονται και οφείλονται και στη διαφοροποίηση της ισχύς και της δύναμης (Katzman & Lee, 1997).
Τα αίτια που οδηγούν το άτομο στην εμφάνιση ψυχογενούς βουλιμίας, αφορούν βιολογικούς, κοινωνικούς και ψυχολογικούς παράγοντες και εν μέρει βρίσκονται σε αρμονία με τα αίτια που αναφέρθηκαν για την ψυχογενή ανορεξία. Αναφορικά με τους βιολογικούς παράγοντες, έχει προταθεί η σύνδεση της βουλιμίας με διάφορους νευροδιαβιβαστές, όπως η σεροτονίνη και η νοραδρεναλίνη. Όσον αφορά τους κοινωνικούς παράγοντες, φαίνεται πως πρόκειται για άτομα που προσπαθούν να ακολουθούν τις κοινωνικές επιταγές και να συμμορφώνονται με τις κοινωνικές πιέσεις. Το άτομο με βουλιμία έχει συνήθως λιγότερο στενές σχέσεις και με περισσότερες συγκρούσεις με την οικογένειά του από ότι το άτομο με ανορεξία, με βασικά χαρακτηριστικά την απόρριψη και την αδιαφορία εκ μέρους της οικογένειας. Σε σύγκριση με τους ασθενείς με ψυχογενή ανορεξία, τα άτομα με ψυχογενή βουλιμία είναι, από την ψυχολογική σκοπιά, περισσότερο εξωστρεφή, θυμωμένα και παρορμητικά. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η βουλιμία συνοδεύεται από κλεπτομανία, εξάρτηση από το αλκοόλ και συναισθηματική ευμεταβλητότητα (Kaplan et al., 2000).
                            
Βιβλιογραφία
DSM- IV. (1996). Διαγνωστικά Κριτήρια. Αθήνα: Ιατρικές Εκδόσεις Λίτσας.
Kaplan, H.I., Sadock, B.J., & Grebb, J.A. (2000). Ψυχιατρική (Τόμ. Β’). Αθήνα: Ιατρικές Εκδόσεις Λίτσας.
Katzman, M.A., & Lee, S. (1997). Beyond body image: The integration of feminist and transcultural theories in the understanding of self starvation. International Journal of Eating Disorder, 22, 385- 394.
Ward, A., & Gowers, S. (2003). Attachment and childhood development. In J. Treasure, U. Schmidt & E. Van Furth (Eds), The Handbook of Eating Disorders (p.p. 103- 120). England: John Wiley & Sons.
Winchester, E., & Collier, D. (2003). Genetic aetiology of eating disorders and obesity. In J. Treasure, U. Schmidt & E. Van Furth (Eds), The Handbook of Eating Disorders (p.p. 35- 62). England: John Wiley & Sons.
Χαρτοκόλλης, Π. (1991). Εισαγωγή στην Ψυχιατρική. Αθήνα: Εκδόσεις Θεμέλιο.

Πέμπτη 1 Μαΐου 2014

Σχολική άρνηση- Σχολική φοβία



Σχολική άρνηση είναι η άρνηση του παιδιού να παρακολουθήσει το σχολείο εξαιτίας συναισθηματικών λόγων, όπως άγχος, ένταση και αγωνία που νιώθει στο σχολείο. Το παιδί εμφανίζει έντονο άγχος ή φόβο προς το σχολείο, ενώ μπορεί να εκδηλώσει συναισθήματα θυμού ή πλήξης στο σχολείο, παρουσιάζοντας μια αποστασιοποιημένη στάση απέναντι στο σχολείο και τις δραστηριότητες του σχολείου. Το παιδί προσπαθεί να αποφύγει το σχολείο λέγοντας ότι είναι άρρωστο, ότι ξύπνησε με πονοκέφαλο και άλλα προβλήματα, ενώ μπορεί να κλαίει έντονα για να μην πάει στο σχολείο. Πρόκειται για ένα πρόβλημα που δημιουργεί άγχος στα παιδιά, τις οικογένειές του και τους εκπαιδευτικούς. 


Βασικά χαρακτηριστικά της σχολικής άρνησης είναι τα συχνά παράπονα του παιδιού σχετικά με το σχολείο, οι συχνές αδικαιολόγητες απουσίες του από το σχολείο, η έντονη ανησυχία για τους γονείς του όταν είναι μακριά ή τα κλάματα στο σχολείο για να φύγει. Η επίμονη άρνηση του παιδιού να πάει στο σχολείο είναι σχολική φοβία και περιλαμβάνει ένα σύνολο συμπτωμάτων έντονου φόβου, άγχους και αγωνίας που εμφανίζει το παιδί αναφορικά με το σχολείο. Όταν το παιδί μένει στο σπίτι τα συμπτώματα υποχωρούν. Το παιδί εμφανίζει ένα έντονο και παράλογο φόβο για το σχολείο και για οτιδήποτε σχετίζεται με τη σχολική ζωή. 

Συνήθως, το παιδί εμφανίζει κατά ρις πρωινές ώρες σωματικά συμπτώματα, όπως ναυτία, εμετό, πονοκέφαλο, πόνους στο στομάχι, διάρροια, ή προβλήματα στη συμπεριφορά, όπως εκρήξεις θυμού, επιθετικότητα και υπερκινητικότητα. 
 
Είναι σημαντικό το παιδί να συνεχίσει να παρακολουθεί το σχολείο και να μην το απομακρύνουμε από το αντικείμενο που φοβάται και στην προκειμένη περίπτωση είναι το σχολείο. Όσο πιο πολύ το απομακρύνουμε το παιδί από το σχολείο τόσο πιο δύσκολη θα είναι η επαναπροσαρμογή του σε αυτό και τόσο πιο δύσκολο να επιστρέψει στο σχολείο. Ωστόσο, είναι σημαντικό να διερευνήσουμε τους λόγους που το παιδί αρνείται το σχολείο ή έχει αναπτύξει μια φοβία προς το σχολείο. 

Ένας από τους κύριους λόγους για την εμφάνιση της σχολικής φοβίας είναι το άγχος αποχωρισμού. Πρόκειται για το άγχος που βιώνουν τα παιδιά όταν απομακρύνονται από τους γονείς, καθώς σκέφτονται ότι κάτι κακό μπορεί να συμβεί στους γονείς. Για να αποφύγουν αυτό το άγχος θέλουν να είναι διαρκώς με τους γονείς τους και κάθε φορά που χρειάζεται να απομακρυνθούν από αυτούς βιώνουν έντονο άγχος και αγωνία αν θα τους ξαναδούν. Σε φυσιολογικά πλαίσια, το άγχος αποχωρισμού εκδηλώνεται κατά το δεύτερο έτος της ηλικίας του παιδιού και αναμένεται σταδιακά το παιδί να το ξεπεράσει και να αρχίσει να γίνεται πιο αυτόνομο. Το άγχος αποχωρισμού εκδηλώνεται με έντονο άγχος και ανασφάλεια, ενώ μπορεί να μην ξεπεραστεί φυσιολογικά όταν το ίδιο άγχος βιώνεται και από την πλευρά της μητέρας. Τα παιδιά που μεγαλώνουν με υπερπροστατευτικές μητέρες έχουν αυξημένες πιθανότητες να εμφανίσουν σχολική φοβία, λόγω του άγχους αποχωρισμού, το οποίο δεν το ξεπερνούν με φυσιολογικό τρόπο. Κατά την απομάκρυνση του παιδιού στο σχολείο η μητέρα νιώθει ότι το «χάνει» και βιώνει ένα συναισθηματικό κενό, ενώ νιώθει ικανοποίηση κάθε φορά που το παιδί πρέπει να παραμείνει στο σπίτι. Τα συναισθήματα αυτά της μητέρας μεταδίδονται στο παιδί και αντιδρά με ανάλογο τρόπο κατά την απομάκρυνση του παιδιού από τη μητέρα του. Τα παιδιά που δυσκολεύονται να ξεπεράσουν το άγχος αποχωρισμού συνήθως προέρχονται από οικογένειες με θέματα συναισθηματικής εξάρτησης, μικρής αλληλεπίδρασης μεταξύ των μελών της, απομόνωση της οικογένειας, υπερπροστατευτικότητα ή υψηλά επίπεδα συγκρούσεων.

Όταν το παιδί παραπονιέται για σωματικές ενοχλήσεις οφείλουμε πρώτα με την επίσκεψη στο γιατρό να αποκλείσουμε αυτόν τον παράγοντα. Έπειτα, θα πρέπει να διερευνήσουμε μέσω της συνεργασίας με τους εκπαιδευτικούς πιθανές αλλαγές ή περιστατικά που έχουν συμβεί στο σχολείο. Σημαντικό ρόλο παίζει και η συζήτηση με το παιδί ώστε να καταλάβουμε τον τρόπο που το ίδιο βλέπει το σχολείο και αντιμετωπίζει την κατάσταση. Δεν υποτιμούμε τα συναισθήματά του και του δείχνουμε κατανόηση. Για να αντιδρά με αυτό τον τρόπο σημαίνει πως κάποιος παράγοντας που του προκαλεί άγχος, ένταση, φόβο ή αγωνία υπάρχει στο σχολείο ή γενικότερα στο περιβάλλον του παιδιού. Το παιδί αντιμετωπίζει με διαφορετικό τρόπο τα ερεθίσματα που δέχεται γύρω του από ότι εμείς ως ενήλικες σκεφτόμαστε. Για αυτό είναι σημαντικό να μπορέσουμε να δούμε την κατάσταση μέσα από τα μάτια του παιδιού. Το παιδί θα πρέπει να νιώσει ότι το καταλαβαίνουν και ότι μπορεί να στηριχτεί στο περιβάλλον του. Η έλλειψη ανταπόκρισης από το περιβάλλον οδηγεί σε πιο έντονες αντιδράσεις. 

Ας αναρωτηθούμε: Πώς νιώθει το παιδί στο σχολείο;, Τι δυσκολίες αντιμετωπίζει με τα μαθήματα; Πώς τα πάει με τους συμμαθητές του; Γιατί αντιδρά έτσι;


Το παιδί μπορεί να θέλει να αποφύγει το σχολείο και τα θέματα που συνδέονται με αυτό και του προκαλούν δυσάρεστα συναισθήματα άγχους, φοβίας ή ψυχοσωματικά συμπτώματα, άγχος αποχωρισμού, διαταραχές ύπνου ή διαταραχές διατροφής. Το παιδί μπορεί να θέλει να αποφύγει τεστ και παρουσιάσεις που του προκαλούν άγχος, να αποφύγει να μιλήσει μέσα στην τάξη, να πει μάθημα, ή να αποφύγει συγκεκριμένα μαθήματα ή την αλληλεπίδραση με άλλα παιδιά. Ακόμη, η άρνηση για το σχολείο μπορεί να οφείλεται σε προβλήματα ισορροπίας στο σπίτι, με αποτέλεσμα το παιδί να χάσει την ασφάλειά του ή να αναζητά λίγη προσοχή από τους γονείς του. Η άρνηση για το σχολείο μπορεί να είναι η αφορμή για να ασχοληθούν λίγο περισσότερο οι γονείς μαζί του ή να είναι μια ένδειξη προβλημάτων στο σπίτι. Για παράδειγμα, παιδιά που βιώνουν πένθος για αγαπημένο τους πρόσωπο, διαζύγιο των γονιών τους, αλλαγή σπιτιού ή σχολικού περιβάλλοντος, αλλαγή εκπαιδευτικού, εντάσεις και συγκρούσεις στην οικογένεια, γέννηση νέου παιδιού, ενδοοικογενειακή βία ή άλλα προβλήματα μέσα στην οικογένεια μπορεί να εμφανίσουν άρνηση για το σχολείο.
Ακόμη, θα πρέπει να εξεταστούν θέματα σχολικού εκφοβισμού ή περιθωριοποίησης του παιδιού στο σχολείο. Συμμαθητές του μπορεί να το κοροϊδεύουν ή να το πειράζουν συνεχώς. Το παιδί ίσως δεν έχει φιλίες και παρέες στο σχολείο, ή μπορεί να εμφανίζει στοιχεία κοινωνικής φοβίας ή να είναι πολύ ντροπαλό, συνεσταλμένο, υπερβολικά ευαίσθητο και να δυσκολεύεται να προσεγγίσει άλλα παιδιά. Επίσης, ενδέχεται να εμφανίζει στοιχεία τελειομανίας, με αποτέλεσμα να αγχώνεται υπερβολικά για τις σχολικές του επιδόσεις και τα τεστ ή να θέτει μη ρεαλιστικούς στόχους, τους οποίους νιώθει ότι δεν μπορεί να κατακτήσει. Επιπλέον, το παιδί ενδεχομένως εμφανίζει μαθησιακές δυσκολίες και νιώθει μειονεκτικά ή ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί επαρκώς στις ανάγκες και υποχρεώσεις του σχολείου.    

Πρόκειται για ένα σοβαρό συναισθηματικό πρόβλημα του παιδιού με πολλαπλές διαστάσεις και παράγοντες που την προκαλούν. Είναι σημαντικό να βρεθούν τα αίτια και να αντιμετωπιστεί η σχολική άρνηση ή φοβία, καθώς σε ένα μακροπρόθεσμο επίπεδο ο έφηβος πλέον έχει αυξημένες πιθανότητες διακοπής του σχολείου, που συνδέεται με αυξημένα επίπεδα παραβατικής συμπεριφοράς. Σε περίπτωση που υπάρχουν προβλήματα στην οικογένεια είναι σημαντικό να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα αυτά, ενώ σε κάθε περίπτωση απαιτείται η συνεργασία ανάμεσα σε ειδικούς και γονείς ή εκπαιδευτικούς και γονείς. Η παροχή συμβουλευτικής και στήριξης στους γονείς μπορεί να τους βοηθήσει να κατανοήσουν το ρόλο που πρέπει να έχουν ώστε να βοηθήσουν το παιδί, αλλά και να παρέχουν θετική ενίσχυση στο παιδί όταν παρακολουθεί το σχολείο, αλλά και να μάθουν τρόπους να διαχειρίζεται το παιδί το άγχος και το φόβο που νιώθει για το σχολείο.



Βιβλιογραφία
Fremont, W.P. (2003). School refusal in children and adolescents. American Family Physician, 68 (8), 1555-1561.
Heyne, D., Sauter, F.M., Van Widenfelt, B.M., Vermeiren, R., & Westenberg, M. (2011). School refusal and anxiety in adolescence: Non-randomized trial of a developmentally sensitive cognitive behavioral therapy. Journal of Anxiety Disorders, 25 (7), 870-878.
Wimmer, M.B. (retrieved 2014). School refusal: Information for educators. http://www.nasponline.org/families/schoolrefusal.pdf.