Η τελευταία σημαντική έκφραση της ψυχολογίας που βασιζόταν στις ανθρωπιστικές επιστήμες ήταν η Σχολή του Βύρτσμπουργκ, η οποία συνδέθηκε με τον Όσβαλντ Κούλπε (1862–1915). Η σχολή αυτή επικεντρώθηκε κυρίως στη μελέτη της σκέψης και κατέληξε σε δύο ιδιαίτερα σημαντικά συμπεράσματα. Πρώτον, υποστήριξε ότι οι σκέψεις δεν συνοδεύονται πάντοτε από νοητικές εικόνες, θέση που ερχόταν σε αντίθεση με βασικές αρχές της δομικής ψυχολογίας. Δεύτερον, υποστήριξε ότι η σκέψη δεν μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά μέσω των συνειρμών, όπως πίστευαν πολλοί ψυχολόγοι της εποχής.
Παρότι η δράση της Σχολής του Βύρτσμπουργκ διήρκεσε σχετικά λίγο, κατάφερε να αμφισβητήσει σοβαρά τη δομική ψυχολογία χρησιμοποιώντας μάλιστα τις ίδιες περίπου θεωρητικές και ερευνητικές μεθόδους. Οι ψυχολόγοι της σχολής δεν ήταν τόσο ριζοσπαστικοί όσο ο Μπρεντάνο και αποδέχονταν αρκετές από τις απόψεις του Βουντ. Ωστόσο, μέσα από τις έρευνές τους ανέδειξαν σημαντικές αδυναμίες του συστήματός του.
Ο Κούλπε γεννήθηκε στη σημερινή Λετονία και αρχικά σπούδασε ιστορία. Όταν γνώρισε τον Βουντ στη Λειψία, βρέθηκε ανάμεσα σε δύο επιστημονικά ενδιαφέροντα: την ιστορία και την ψυχολογία. Τελικά σπούδασε και τα δύο αντικείμενα και το 1887 απέκτησε το διδακτορικό του στην ψυχολογία υπό την επίβλεψη του Βουντ. Στην αρχή ακολουθούσε πιστά τις ιδέες του δασκάλου του. Όταν όμως ανέλαβε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Βύρτσμπουργκ, στράφηκε στη μελέτη των διαδικασιών της σκέψης. Το 1901 δύο μαθητές του δημοσίευσαν έρευνα για τους συνειρμούς, χρησιμοποιώντας μεθόδους που ξεπερνούσαν την παραδοσιακή ενδοσκόπηση και βασίζονταν και στις αναφορές των συμμετεχόντων σχετικά με τον τρόπο που σκέφτονταν.
Κατά τη διάρκεια της επόμενης δεκαετίας, ο Κούλπε και οι συνεργάτες του συγκέντρωσαν στοιχεία που αμφισβητούσαν τις παραδοσιακές εξηγήσεις της δομικής ψυχολογίας για τη σκέψη. Αν και δεν έδωσαν οριστική λύση στο ζήτημα της «ανεικονικής σκέψης», έδειξαν ότι η συνείδηση πιθανόν να περιλαμβάνει και περιεχόμενα που δεν προέρχονται από τις αισθήσεις.
Παράλληλα, τα ερευνητικά τους δεδομένα έδειχναν ότι λειτουργίες όπως η κρίση και η βούληση δεν ακολουθούν πάντα τις προβλέψιμες και μηχανικές ακολουθίες που πρότεινε η συνειρμική θεωρία. Αντίθετα, φαίνεται ότι στη σκέψη παρεμβαίνουν αυθόρμητοι και εξωτερικοί παράγοντες, γεγονός που αμφισβητούσε τις μέχρι τότε αντιλήψεις για τη λειτουργία του νου.
Όταν ο Κούλπε μετακινήθηκε στη Βόννη το 1909, η Σχολή του Βύρτσμπουργκ ουσιαστικά διαλύθηκε. Εκεί ασχολήθηκε περισσότερο με τη σχέση ψυχολογίας και ιατρικής. Παρά τη σημαντική συμβολή της, η σχολή δεν κατάφερε να δημιουργήσει ένα ολοκληρωμένο εναλλακτικό σύστημα ψυχολογίας που να αντικαταστήσει τη δομική ψυχολογία. Η ουσιαστική ρήξη με το παλαιότερο μοντέλο θα πραγματοποιούνταν αργότερα από την Ψυχολογία της Γκεστάλτ.
Συνολικά, ούτε ο Βουντ ούτε ο Μπρεντάνο κατάφεραν να θεμελιώσουν οριστικά τη σύγχρονη ψυχολογία. Ωστόσο, κρίνοντας εκ των υστέρων, ο Μπρεντάνο φαίνεται πως άσκησε μεγαλύτερη και πιο διαρκή επιρροή, καθώς πολλές από τις ιδέες του διατηρήθηκαν και αξιοποιήθηκαν από μεταγενέστερα ρεύματα. Η ψυχολογία, άλλωστε, χρειάστηκε να αναδιαμορφωθεί πολλές φορές κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα.
Το κληροδότημα της Σχολής του Βύρτσμπουργκ
Η γερμανική ψυχολογία διαμορφώθηκε κυρίως από δύο διαφορετικές προσεγγίσεις. Η πρώτη ήταν η ψυχολογία του Βουντ, η οποία αντιμετώπιζε την ψυχολογία ως φυσική επιστήμη και μελετούσε την άμεση εμπειρία μέσω της ελεγχόμενης ενδοσκόπησης. Ο Βουντ ανέπτυξε ένα ενιαίο σύστημα δομικής ψυχολογίας, σύμφωνα με το οποίο τα νοητικά περιεχόμενα προέρχονται αποκλειστικά από τα αισθητηριακά δεδομένα.
Η δεύτερη προσέγγιση αποτελούνταν από διάφορους στοχαστές που, παρά τις διαφορές τους, διαφωνούσαν με τους περιορισμούς του μοντέλου του Βουντ. Ανάμεσά τους ξεχώριζαν ο Μπρεντάνο και ο Στουμπφ, οι οποίοι επιδίωξαν να διευρύνουν το αντικείμενο της ψυχολογίας πέρα από τα στενά όρια που είχε θέσει η δομική ψυχολογία.
Μέσα σε αυτό το κλίμα αναπτύχθηκε η Σχολή του Βύρτσμπουργκ. Υπό την καθοδήγηση του Κούλπε, προσπάθησε να εξηγήσει τη νοητική δραστηριότητα δίνοντας έμφαση σε μορφές συνείδησης που δεν προέρχονται από τις αισθήσεις. Η συζήτηση γύρω από την «ανεικονική σκέψη» συνέβαλε στην ανάπτυξη θεωριών που αναγνώριζαν μεγαλύτερο βαθμό αυτενέργειας στον νου. Ο Κούλπε πίστευε ότι ο νους οργανώνει ενεργητικά τα ερεθίσματα του περιβάλλοντος με βάση κατηγορίες όπως η ποιότητα, η ένταση, ο χρόνος και ο χώρος. Με αυτόν τον τρόπο επανέφερε στη γερμανική ψυχολογία ιδέες που θυμίζουν τις φιλοσοφικές κατηγορίες του Καντ.
Οι ερευνητές της Σχολής του Βύρτσμπουργκ υποστήριζαν ακόμη ότι ο νους διαθέτει ορισμένες προδιαθέσεις, τάσεις ή «καταστάσεις ετοιμότητας», οι οποίες επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε και συνδέουμε τα γεγονότα. Ανάλογα με την ψυχική κατάσταση του ατόμου, οι συνειρμοί μπορούν να ακολουθήσουν διαφορετικές πορείες. Επομένως, η σκέψη δεν είναι απλώς αποτέλεσμα μηχανικών συνδέσεων μεταξύ ιδεών, αλλά εξαρτάται και από τον τρόπο οργάνωσης του ίδιου του νου.
Παρόλο που η Σχολή του Βύρτσμπουργκ δεν δημιούργησε ένα πλήρες και ανταγωνιστικό θεωρητικό σύστημα απέναντι στη δομική ψυχολογία, οι παρατηρήσεις και τα ευρήματά της αποτέλεσαν μια σοβαρή πρόκληση για τις απόψεις του Βουντ. Οι ιδέες της επηρέασαν σημαντικά τους ψυχολόγους της Γκεστάλτ, οι οποίοι συνέχισαν και ανέπτυξαν πιο συστηματικά την κριτική απέναντι στο μοντέλο του Βουντ.
Πηγή:
Brennan, J. F. (2010). Ψυχολογία: Ιστορία και συστήματα (Μ. Αλεξανδράκη, Ε. Αρτεμάκη & Α. Αλεξανδράκη, Επιμ.). Εκδόσεις Τόπος.
Νίκος Κουραβάνας - Ελένη Παπαδοπούλου, Ψυχολόγοι, MSc, MA.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου