Τετάρτη 24 Ιουλίου 2013

Εικόνα του σώματος στη μανιοκατάθλιψη




Οι εναλλαγές στη διάθεση του ανθρώπου είναι φυσιολογικές αντιδράσεις στην καθημερινή ζωή, αρκεί να οφείλονται στα γεγονότα που βιώνει το άτομο και να μην εμποδίζουν τη λειτουργικότητά του, διαφορετικά πρόκειται για κάποιου είδους διαταραχή της διάθεσης ή συναισθηματική διαταραχή (Kahn, Keck, Perlis, Otto, & Ross, 2004).
 Η μανιοκατάθλιψη, γνωστή και ως διπολική διαταραχή (bipolar disorder), είναι μια νευροβιολογική διαταραχή, η οποία χαρακτηρίζεται από ήπιες ως σοβαρές μεταβολές της διάθεσης, της γνωστικής λειτουργίας και της συμπεριφοράς (Taylor, 2006).

Οι επιπτώσεις που έχει η συγκεκριμένη διαταραχή στο άτομο είναι εμφανείς, έντονες και αφορούν όλη τη ζωή του ατόμου, καθώς η μανιοκατάθλιψη έχει αντίκτυπο σε κοινωνικές, βιολογικές και οικονομικές πτυχές στη ζωή του ατόμου. Αν και πρόκειται για μια διαταραχή, της οποίας η σοβαρότητα των συμπτωμάτων και η εξέλιξη της νόσου, ποικίλει, οι επιδράσεις που έχει είναι πάντοτε σημαντικές και εκτός από το ίδιο το άτομο επεκτείνονται και στην οικογένεια και τους φίλους (Kahn et al., 2004).

Στη φάση της μανίας το άτομο έχει ιδέες μεγαλείου για τον εαυτό του και μια εξαιρετικά διογκωμένη αντίληψη του εαυτού. Επιπλέον, το ντύσιμό του αλλάζει σε ασύνηθες, προκλητικό ή παράξενο στυλ, ενώ συχνά χαρακτηριστικά έντονο είναι και το βάψιμο στις γυναίκες με μανιοκατάθλιψη (Taylor, 2006). Αντίθετα, κατά τα καταθλιπτικά επεισόδια, το άτομο έχει πολύ ελαττωμένη αυτοπεποίθηση και δεν φροντίζει για την υγιεινή και την εικόνα του σώματός του. 

Γενικά, οι ασθενείς με διπολική διαταραχή (μανιοκατάθλιψη) παρουσιάζουν μια αρνητική εικόνα του σώματος και κυρίως φτωχή αντίληψη σχετικά με αυτό. Αποκαλυπτικές είναι οι ζωγραφιές που κάνουν οι ασθενείς με διπολική διαταραχή για την αναπαράσταση ενός άνδρα και μιας γυναίκας, καθώς μέσα από αυτές φαίνεται ο τρόπος που αντιλαμβάνονται και αναπαριστούν στο μυαλό τους το σχήμα του σώματος τόσο για το δικό τους φύλο όσο και για το αντίθετο φύλο.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα του αλλοιωμένου τρόπου αντίληψης του σώματος από ασθενείς με διπολική διαταραχή αποτελεί η ανάλυση μιας περίπτωσης ενός άνδρα με διπολική διαταραχή και η παράθεση εικόνων που ζωγράφισε για την αναπαράσταση ενός άνδρα και μιας γυναίκας (Moschini, 2005). Σύμφωνα με τη συγγραφέα, κάποια μέρη του σώματος είναι δυσανάλογα σε μέγεθος σε σχέση με τα υπόλοιπα μέρη του σώματος (κεφάλι, δάχτυλα χεριών και ποδιών), ενώ δεν υπάρχει καθόλου λαιμός. Επιπλέον, τα χαρακτηριστικά του προσώπου των δύο ατόμων δεν φανερώνουν και το φύλο τους (Εικόνα 1).





Εικόνα 1. Διπολικός ασθενής με ψυχωτικά χαρακτηριστικά (Moschini, 2005, σελ.141)


Η Moschini, (2005), αναφέρεται σε μία ακόμη περίπτωση ενός άνδρα με διπολική διαταραχή και παραθέτει τις ζωγραφιές που έκανε για έναν άνδρα και μια γυναίκα. Η συγγραφέας αναφέρει ότι από τις ζωγραφιές αυτές φαίνεται η ναρκισσιστική δομή της προσωπικότητας του ασθενούς, με κύρια χαρακτηριστικά το άγχος και το έντονο ενδιαφέρον του προς το αντίθετο φύλο και την σεξουαλική ικανοποίησή του (Εικόνα 2).







Εικόνα 2. Διπολικός ασθενής χωρίς ψυχωτικά χαρακτηριστικά (Moschini, 2005, σελ.144)




Βιβλιογραφία

Kahn, D.A., Keck, P.E., Perlis, R.H, Otto, M.W., & Ross, R. (2004).  Treatment of Bipolar Disorder: A Guide for Patients and Families. A Postgraduate Medicine Special Report, 109-116. 

Moschini, L.B. (2005). Drawing the Line: Art therapy With The Difficult Client. New Jersey: John Wiley & Sons.

Taylor, E.H. (2006). Άτλας Διπολικών Διαταραχών. Αθήνα: Εκδόσεις Βαγιονάκη.


Παρασκευή 12 Ιουλίου 2013

Η παιδική εργασία ως ένα κοινωνικό φαινόμενο...



Σύμφωνα με τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού θα πρέπει να αναγνωρίζεται το δικαίωμα του παιδιού να προστατεύεται από την οικονομική εκμετάλλευση και από τη συμμετοχή σε οποιασδήποτε μορφής εργασία, που μπορεί να ενέχει κινδύνους για το παιδί ή μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα στην εκπαίδευσή του, την υγεία του, τη σωματική, πνευματική, ψυχική, ηθική και κοινωνική ανάπτυξή του.
 
Η παιδική εργασία δεν αποτελεί μόνο ένα σύγχρονο κοινωνικό φαινόμενο, καθώς παρουσιαζόταν και στις παραδοσιακές προβιομηχανικές κοινωνίες, όπου το παιδί κατείχε τη δική του θέση μέσα στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, κυρίως στις αγροτικές κοινωνίες. Οι αγροτικές οικογένειες αποτελούσαν αυτόνομες οικονομικές μονάδες με κύρια στοιχεία την παραγωγή και κατανάλωση, όπου το κάθε μέλος τους ήταν υπεύθυνο για την εκτέλεση συγκεκριμένων δραστηριοτήτων ανάλογα με το φύλο και την ηλικία του (Παπαθανασίου, 2003, Ρηγίνος, 1995). Σήμερα συνδέεται συνήθως με τη φτώχεια και με τη σημαντικότητα της οικονομικής συνεισφοράς στα πλαίσια της οικογένειας.

Σύμφωνα με την κοινωνιολογική και ανθρωπολογική διάσταση, η παιδική ηλικία αποτελεί μια σταθερή κοινωνική κατηγορία, ένα δομικό φαινόμενο και τα παιδιά αντιμετωπίζονται ως κοινωνικοί δράστες που κατέχουν ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση της κοινωνίας. Μέσα από αυτή την οπτική γωνία τα παιδιά είναι μέρος των οικονομικών και άλλων κοινωνικών πεδίων. Στις προβιομηχανικές κοινωνίες, τα παιδιά είτε εργάζονταν πολλές είτε λίγες ώρες, στο αγροτικό ή αστικό περιβάλλον όπου διέμεναν, συνέβαλαν σημαντικά στην οικονομία της οικογένειας αλλά και της κοινωνίας γενικότερα  (Αντωνίου & Σπύρου, 2005).

Σήμερα παρά τις αλλαγές που έχουν πραγματοποιηθεί στον τρόπο που αντιμετωπίζονται τα παιδιά εκτιμάται ότι υπάρχουν ακόμη σε όλο τον κόσμο 215 εκατομμύρια παιδιά που εργάζονται, αριθμός που περιλαμβάνει τα οικονομικώς ενεργά παιδιά μικρότερα από 15 ετών (International Labour Organization). Ακόμη και σε μερικές Δυτικές κοινωνίες, τα παιδιά συμμετέχουν ενεργά στον εργασιακό τομέα, κυρίως στο σπίτι ή σε οικογενειακές επιχειρήσεις (Αντωνίου & Σπύρου, 2005). Επομένως, η παιδική εργασία δεν αποτελεί μόνο χαρακτηριστικό των χωρών του Τρίτου Κόσμου, αλλά και των υποτιθέμενων ανεπτυγμένων χωρών. 

Σύμφωνα με το δυτικό τρόπο σκέψης για την παιδική ηλικία, η παιδική εργασία αντιμετωπίζεται ως ένα προβληματικό πεδίο, καθώς το παιδί θα πρέπει να ασχολείται με την εκπαίδευση και το παιχνίδι, που θεωρούνται και βασικά στοιχεία για την επίτευξη της ευτυχίας του παιδιού. Η παιδική ηλικία θεωρείται ότι αποτελεί μια περίοδο που θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από αθωότητα, παιχνίδια και το παιδί να βρίσκεται μακριά από ανησυχίες και προβλήματα. Η μη παραγωγικότητα των παιδιών εξισορροπείται μέσα από τη μελλοντική συνεισφορά των παιδιών στην κοινωνία ως ενηλίκων. Η εκπαίδευση των παιδιών αποτελεί μια μελλοντική επένδυση της οικογένειας και τα παιδιά από αναπόσπαστο τμήμα της οικογενειακής οικονομίας έγιναν οικονομικό βάρος για τους γονείς τους, μετατρεπόμενα από οικονομικοί πόροι σε οικονομικό κόστος (Αντωνίου & Σπύρου, 2005).

Η παραπάνω θεώρηση της παιδικής ηλικίας δεν έχει εξαλείψει την παιδική εργασία, η οποία συνεχίζει να υπάρχει.  Τα παιδιά στην Κύπρο στις αρχές του 20ου αιώνα εργάζονταν εντός ή εκτός του σπιτιού εξαιτίας των οικονομικών προβλημάτων της οικογένειας, των αντιλήψεων για την παιδική ηλικία, καθώς και της έλλειψης νομοθετικών πλαισίων και κατάλληλης εκπαιδευτικής κουλτούρας. Ωστόσο, σταδιακά η παιδική εργασία μειώθηκε κυρίως λόγω της συστηματικής εκπαίδευσης, της οικονομικής ανάπτυξης και τεχνολογίας καθώς και των κινημάτων για τα δικαιώματα των παιδιών (Αντωνίου & Σπύρου, 2005).

Στις προβιομηχανικές κοινωνίες βασικό χαρακτηριστικό της παιδικής εργασίας ήταν ο περιορισμός της στα όρια της οικογενειακής ιδιοκτησίας, χωρίς αυτό να αποκλείει και την απασχόληση του παιδιού ως ωρομίσθιου εργάτη. Ωστόσο, συνήθως εργαζόταν μόνο κατά περιόδους και όχι συνεχόμενα καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Επιπλέον, επρόκειτο για οικονομίες αυτοκατανάλωσης, χωρίς να υπάρχει άμεση σύνδεση με την αγορά και τη διακίνηση χρήματος, για αυτό και δεν θεωρούνταν παιδική εργασία με την κλασική έννοια του όρου (Παπαθανασίου, 2003). Εξάλλου, η εκμετάλλευση των παιδιών και η παιδική εργασία παρουσίαζε διαφοροποιήσεις στα κοινωνικά πλαίσια διαφόρων ιστορικών περιόδων.

Στην ελληνική ύπαιθρο του 19ου ή και των αρχών του 20ου αιώνα, το παιδί απασχολούνταν είτε στην οικογενειακή ιδιοκτησία είτε ως εργάτης, ενώ στα τέλη του 19ου αιώνα άρχισαν να εργάζονται και σε έργα των σιδηροδρόμων (Ρηγίνος, 1995). Παρόμοιες ήταν οι εργασίες των παιδιών και στην Κύπρο, όπου τα παιδιά απασχολούνταν είτε σε οικιακές- οικογενειακές εργασίες είτε αναγκάζονταν να μετακινηθούν και να εργαστούν σε άλλους ή και να ακολουθήσουν κάποια τεχνική εκπαίδευση με στόχο τη μελλοντική εργασιακή αποκατάσταση (Αντωνίου & Σπύρου, 2005). Η συμμετοχή των παιδιών σε εργασίες συλλογικού χαρακτήρα όπως ήταν ο τρύγος ή ο θερισμός ωθούσε στην ενίσχυση του αισθήματος του ανήκειν στην κοινότητα, η οποία χαρακτηριζόταν από αλτρουισμό (Παπαθανασίου, 2003). Παιδιά που ήταν ανίκανα να εργαστούν σε αγροτικές εργασίες τα έστελναν οι γονείς τους στα μεγάλα αστικά κέντρα για να εργαστούν κυρίως ως υπηρέτες ή βοηθοί. Ακόμη εργάζονταν σε εμπορικά καταστήματα, ιατρεία ή διάφορα γραφεία χωρίς καμιά νομική προστασία, καθώς και σε ευκαιριακά ή εποχικά επαγγέλματα (Ρηγίνος, 1995).

Το κράτος παρέμβει στην απαγόρευση της παιδικής εργασίας κάτω της ηλικίας των 14 ετών κατά τη διάρκεια των σχολικών μαθημάτων με νόμο το 1920. Η έκταση της παιδικής εργασίας φαίνεται και από ένα νόμο του 1913 που επέτρεπε το κλείσιμο των σχολείων ακόμη και για ένα μήνα για τις καπνοκαλλιέργειες. Η παιδική εργασία δεν περιοριζόταν στην ύπαιθρο αλλά επεκτεινόταν και στις προβιομηχανικές πόλεις όπου τα παιδιά εργάζονταν ως μαθητευόμενοι κοντά σε τεχνίτες ή υπηρέτες. Οι τεχνίτες εκμεταλλεύονταν την έλλειψη τεχνικής εκπαίδευσης και εργαστηρίων και έπαιρναν τα παιδιά για μαθητεία για μακρά χρονικά διαστήματα (Ρηγίνος, 1995). 

Οι αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν στη θεώρηση της παιδικής ηλικίας ώθησαν σε αλλαγές και αναθεωρήσεις και ως προς την αντιμετώπιση και προσέγγιση της παιδικής εργασίας.
 

Βιβλιογραφία

Αντωνίου, Λ., & Σπύρου, Σ. (2005). Μικροδουλειές. Παιδική εργασία στην Κύπρο στις αρχές και τα μέσα του 20ου αι. Λευκωσία: Κέντρο Μελέτης της Παιδικής και Εφηβικής Ηλικίας.
Παπαθανασίου, Μ. (2003). Μεγαλώνοντας στον Ορεινό χώρο. Αθήνα: ΙΑΕΝ, Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς.
Ρηγίνος, Μ. (1995). Μορφές παιδικής εργασίας στη Βιομηχανία και τη Βιοτεχνία, 1870- 1940. Αθήνα: ΙΑΕΝ/ Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς.



Η Θεραπευτική Προσευχή ως συμπληρωματική μορφή θεραπείας



Οι Sloan και Ramakrishnan (2006) εξέτασαν τα ιατρικά οφέλη της θρησκευτικής δραστηριότητας, εστιάζοντας το ενδιαφέρον τους στην δραστηριότητα της προσευχής και τις επιδράσεις που μπορεί να έχει στο άτομο. 

Η θεραπευτική προσευχή μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πρόσθετη μορφή θεραπείας σε ασθενείς που δέχονται τη βασική θεραπεία. Πρόκειται για ένα θέμα που είναι δύσκολο να μελετηθεί με τη χρήση τυχαίων ελεγχόμενων μετρήσεων. Ξεκινώντας από τα οφέλη που έχει η θρησκευτική δραστηριότητα στην υγεία, πολλές έρευνες εστίαζαν στην εμπλοκή της θρησκείας στη βελτίωση ή διατήρηση της υγείας. Η συμμετοχή σε θρησκευτικές δραστηριότητες έχει βρεθεί ότι σχετίζεται σε στατιστικά σημαντικό βαθμό με καλά επίπεδα υγείας, καθώς και παράγοντες που συνδέονται με την υγεία, όπως ικανοποιητική και λειτουργική κοινωνική θέση και κοινωνική στήριξη. Με αφορμή τα οφέλη της θρησκευτικής δραστηριότητας στην υγεία εξετάστηκε η επίδραση της θεραπευτικής προσευχής. 

Στην περίπτωση της θεραπευτικής προσευχής μπορεί μια ομάδα ατόμων να προσεύχεται για τυχαία επιλεγμένους ασθενείς, συνήθως από μεγάλη απόσταση. Για παράδειγμα, σε έρευνες με θεραπευτική προσευχή, οι φίλοι, η οικογένεια και άλλα μέλη της θρησκευτικής κοινότητας προσεύχονται για τους ασθενείς, ενώ υπάρχουν και ομάδες θεραπευτών που προσεύχονται για απομακρυσμένα άτομα. Ακόμη, υπάρχουν ορισμένες θρησκευτικές προσευχές που αφορούν όλα τα άρρωστα άτομα στον κόσμο. Στο άρθρο οι ερευνητές διακρίνουν τρία είδη προσευχής που έχουν αποτελέσει αντικείμενο έρευνας. Πρόκειται για την προσευχή που κατευθύνεται ειδικά στον ασθενή από τους μεσολαβητές και είναι υπό τον έλεγχο του ερευνητή, την προσευχή που γίνεται συμπληρωματικά και κατευθύνεται προς τον ασθενή από την οικογένεια, τους φίλους και άλλα κοντινά μέλη, που δεν βρίσκονται υπό τον έλεγχο του ερευνητή και την προσευχή που κατευθύνεται προς όλους τους άρρωστους σε όλο τον κόσμο και δεν είναι εύκολα ανιχνεύσιμη, ελέγξιμη και μετρήσιμη.

Επομένως, η θεραπευτική προσευχή για να γίνει αντικείμενο έρευνας θα πρέπει να πραγματοποιείται από συγκεκριμένους διαμεσολαβητές που προσεύχονται, ώστε να μετρηθεί η επίδραση της εν λόγω παρέμβασης. Πρόκειται για μία μεταβλητή που εμφανίζει προβλήματα κατά τη μέτρησή της, καθώς θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη ένα σύνολο παραγόντων. Οι ερευνητές αναζητούν τα αίτια της θετικής επίδρασης της θεραπευτικής προσευχής ακόμη και όταν γίνεται από απόσταση. Η θετική επίδραση από απόσταση στηρίζεται κυρίως στις γνωστικές διεργασίες κάποιων ανθρώπων που επηρεάζουν τη σωματική υγεία των άλλων. Επιπλέον, είναι δύσκολο να ερμηνευθεί με βάση τις επιστημονικές μεθόδους η θεραπευτική προσευχή, καθώς στηρίζεται στην ύπαρξη του θεού και στην πίστη σε αυτόν. Ερμηνεία κλήθηκαν να δώσουν κυρίως οι φιλόσοφοι, που εστίασαν στον τρόπο που η συνείδηση, χωρίς φυσικές ιδιότητες, μπορεί να συμβάλλει σε μια επίδραση με φυσικό υπόστρωμα, όπως επίδραση στον εγκέφαλο. Για να είναι παρατηρήσιμη η επίδραση της θεραπευτικής προσευχής θα πρέπει να περάσει ένα συγκεκριμένο κατώφλι. Ωστόσο, η προσευχή που πραγματοποιείται δεν μπορεί να ελεγχθεί ή να μετρηθεί από τον ερευνητή.


Βιβλιογραφία:
Sloan, R.P., & Ramakrishnan, R. (2006). Science, Medicine, and Intercessory Prayer. Perspectives in Biology and Medicine, 49 (4), 504- 514.

Άγχος για την υγεία ή αλλιώς υποχονδρίαση



Ποιος χαρακτηρίζεται υποχόνδριος και τι συμπτώματα εμφανίζει;

 

Το άγχος για την υγεία είναι μια αγχώδης διαταραχή που χαρακτηρίζεται από έντονη ενασχόληση του ατόμου με φόβους ότι πάσχει από μια σοβαρή ασθένεια, που στηρίζεται σε παρερμηνείες του ατόμου για σωματικά ενοχλήματα. Το άτομο βρίσκεται σε μια διαρκή προσπάθεια ανεύρεσης πληροφοριών σχετικά με μια αρρώστια από την οποία θεωρεί ότι πάσχει. Συχνά αναζητά πληροφορίες για την κατάστασή του από γιατρούς, ενώ αναζητά πρόσθετα τεστ και εξετάσεις, καθώς και στοιχεία από το διαδίκτυο και από ιατρικά κείμενα.

Αφορά το έντονο και επίμονο φόβο για την εμφάνιση μιας σοβαρής αρρώστιας που στηρίζεται στην παρερμηνεία σωματικών ενδείξεων και λειτουργιών. Το άτομο ασχολείται διαρκώς με τις σωματικές του λειτουργίες, παρακολουθεί τις αισθητηριακές του αντιλήψεις και κάθε ένδειξη την μεταφράζει σε κάτι παθολογικό
Πρόκειται για άτομα που εμφανίζουν έντονο άγχος και ανησυχία για την υγεία τους, έχουν μια ψυχαναγκαστική εμμονή με την ιδέα ή τη σκέψη ότι πάσχουν από κάποια σωματική ασθένεια. Οι πιο κοινές αρρώστιες για τις οποίες αγχώνονται ότι μπορεί να έχουν είναι ο καρκίνος ή το AIDS. Ωστόσο, το άτομο που βιώνει άγχος για την υγεία ή φόβο για την εμφάνιση μιας ασθένειας μπορεί να σκεφτεί ότι πάσχει από διάφορες ασθένειες. Η διαταραχή αυτή χαρακτηρίζεται από έντονο άγχος και είναι γνωστή και ως υποχονδρίαση.

Τα άτομα με άγχος της υγείας- υποχονδρίαση παρατηρούν οποιοδήποτε σύμπτωμα μπορεί να εμφανίσουν και το θεωρούν ως ένδειξη μιας σοβαρής ασθένειας ή ιατρικής κατάστασης. Για παράδειγμα, το άτομο μπορεί να νιώθει πόνο ή σφίξιμο στο στήθος και να σκέφτεται ότι μπορεί να έχει κάποιο πρόβλημα στην καρδιά και να υποστεί καρδιακή προσβολή. Συχνά, το άτομο παρερμηνεύει τα σωματικά συμπτώματα και τα θεωρεί ενδείξεις εμφάνισης κάποιας αρρώστιας. Συχνά απευθύνεται σε ιατρικούς φορείς για να πραγματοποιήσει εξετάσεις έτσι ώστε να αποκλείσει την πιθανότητα ότι πάσχει από κάποια ασθένεια. Ωστόσο, αυτό μειώνει μόνο παροδικά το άγχος που νιώθει καθώς πολύ σύντομα θα εστιάσει το ενδιαφέρον του σε κάποιο άλλο σωματικό σύμπτωμα. Μία ακόμη τακτική του είναι η συχνή ενημέρωση από βιβλία, επιστημονικά περιοδικά ή και το διαδίκτυο για την ασθένεια από την οποία θεωρεί ότι πάσχει.

Οι παράγοντες που μπορεί να οδηγήσουν στην εμφάνιση της διαταραχής είναι η εμφάνιση μιας σοβαρής ασθένειας όταν το άτομο ήταν παιδί, η εμφάνιση μιας ασθένειας σε κοντινό οικογενειακό ή φιλικό μέλος, ή ο θάνατος ενός κοντινού μέλους της οικογένειας ή του φιλικού περιβάλλοντος. Το άτομο ενδέχεται να έχει την πεποίθηση ότι υγιές είναι το άτομο που δεν εμφανίζει κανένα σωματικό σύμπτωμα ή αίσθημα πόνου. Μέσα στην οικογένεια μπορεί να υπάρχουν περισσότερα από ένα άτομα με άγχος για την υγεία.
Το άτομο με άγχος υγείας μπορεί να έχει μια προσωπικότητα επιρρεπή γενικά στο άγχος, ενώ μπορεί να εμφανίζει δυσκολία διαχείρισης συναισθημάτων και συγκρούσεων. Επίσης, όταν αντιμετωπίζει προβλήματα στη ζωή του μπορεί να κάνει έντονες καταστροφολογικές σκέψεις. Ακόμη, μπορεί να συνυπάρχει με άλλες ψυχιατρικές διαταραχές, όπως κατάθλιψη ή διαταραχή άγχους. Το υποχόνδριο άτομο έχει σημαντικές αρνητικές επιδράσεις στην ευημερία, την κοινωνική και εργασιακή λειτουργικότητα και στη φροντίδα της υγείας.



Για την αντιμετώπιση ασθενών με άγχος υγείας μπορούν να εφαρμοστούν διάφορες προσεγγίσεις. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι οι γνωσιακές- συμπεριφοριστικές προσεγγίσεις θεωρείται ότι έχουν θετικά αποτελέσματα. Στόχος είναι να καταγραφούν τα βασικά συμπτώματα της περίπτωσης ώστε να κατανοηθούν και να ερμηνευθούν οι βασικές διαστάσεις του προβλήματος, να περιγραφεί η ακολουθία σκέψεων και συναισθημάτων του ατόμου και να σχεδιαστεί το πρόγραμμα παρέμβασης, με βάση τις γνωσιακές- συμπεριφοριστικές τεχνικές και μεθόδους.

Παπαδοπούλου Ελένη- Ψυχολόγος