Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

Εμπιστεύομαι τον εαυτό μου



Η εμπιστοσύνη που έχουμε προς τον εαυτό μας γίνεται αντιληπτή κι από τους άλλους, καθώς εκφράζεται μέσα από τη συμπεριφορά μας, τη γλώσσα μας, τον τρόπο που μιλάμε, που αντιμετωπίζουμε τους άλλους καθώς και μέσα από το σώμα μας. 




Η εμπιστοσύνη στον εαυτό μας συμβάλλει στη δόμηση της αυτοεκτίμησης και της αυτοαποτελεσματικότητας. Η αίσθηση της αυτοαποτελεσματικότητας ενισχύεται όταν βλέπουμε τον εαυτό μας να κατακτά δεξιότητες και να πετυχαίνει στόχους σε διάφορους τομείς, που θεωρούμε σημαντικούς. Η εμπιστοσύνη στον εαυτό μας μπορεί να δομηθεί μέσα από τη μάθηση και τη σκληρή δουλειά μας πάνω σε συγκεκριμένους τομείς που θεωρούμε σημαντικούς και θέλουμε να επιτύχουμε. Η εμπιστοσύνη στον εαυτό μας χτίζεται μέσα από τους στόχους που εμείς οι ίδιοι θέτουμε και τελικά καταφέρνουμε να τους πραγματοποιήσουμε. Δεν είναι αρκετές οι επιβραβεύσεις και οι επιβεβαιώσεις των άλλων. Χρειάζεται κυρίως η δική μας προσπάθεια.

Υψηλά επίπεδα εμπιστοσύνης στον εαυτό μας σημαίνει ότι μπορούμε να κάνουμε το σωστό και πιστεύουμε ότι θα τα καταφέρουμε, χωρίς να μας επηρεάζει η κριτική των άλλων. Επίσης είμαστε πρόθυμοι να παίρνουμε το ρίσκο για νέα πράγματα και να στοχεύουν στο καλύτερο αποτέλεσμα, να παραδεχόμαστε τα λάθη μας και να μαθαίνουμε μέσα από αυτά, αλλά και να περιμένουμε από τους άλλους να μας συγχαρούν για τα επιτεύγματά μας και να μην περιαυτολογούμε. 

Από την άλλη μεριά, τα χαμηλά επίπεδα εμπιστοσύνης στον εαυτό μας οδηγούν στην καθοδήγηση της συμπεριφοράς μας από τις γνώμες και απόψεις των άλλων. Στηρίζουμε δηλαδή τη συμπεριφορά μας σε αυτό που σκέφτονται ή θεωρούμε ότι σκέφτονται οι άλλοι άνθρωποι για εμάς, ενώ προτιμούμε να μείνουμε στην ασφάλεια που μας προσφέρει μια θέση, παρά να πάρουμε ρίσκα και να κινδυνεύουμε να αποτύχουμε. Δουλεύουμε σκληρά για να καλύψουμε τα λάθη μας, με την ελπίδα ότι έτσι θα επιλυθεί το πρόβλημα, ξεχνώντας ορισμένες φορές κι εμείς οι ίδιοι το λάθος μας. Τρέμουμε στην ιδέα μιας παρατήρησης από τους άλλους γιατί μετράει πολύ το τι γνώμη έχουν οι άλλοι για εμάς. Νιώθουμε ότι η γνώμη των άλλων μας καθορίζει ως προσωπικότητα, ως συμπεριφορά και ως ολότητα.

Το ερώτημα είναι τι μπορούμε να κάνουμε για να βελτιώσουμε την εμπιστοσύνη που έχουμε στον εαυτό μας;
Το βέβαιο είναι πως χρειάζεται πολύ προσπάθεια και δεν μπορεί να γίνει με συνοπτικές διαδικασίες. Είναι μια διαρκής διεργασία, στην οποία θα πρέπει να εστιάσουμε και να προσανατολίσουμε τις σκέψεις μας. Τι στόχους έχουμε; Και το πιο βασικό είναι αν βάζουμε εφικτούς στόχους ή αν αόριστα έχουμε απαιτήσεις από τον εαυτό μας. Είναι σημαντικό να βλέπουμε τι μπορούμε να καταφέρουμε, κάνοντας μικρά και σταθερά βήματα κάθε φορά. Ξεκινάμε από μια πρώτη γνωριμία με τον εαυτό μας: ποιοι είμαστε, που βρισκόμαστε και που θέλουμε να πάμε και πώς θα φτάσουμε στην κατάκτηση της εμπιστοσύνης του εαυτού μας;

Ποτέ δεν πρέπει να ξεχνάμε ποια είναι τα πράγματα που ήδη έχουμε καταφέρει στη ζωή μας. Είναι σίγουρο ότι έχουμε καταφέρει κάποια πράγματα, όμως, το ζήτημα είναι κατά πόσο αναγνωρίζουμε αυτά που ήδη έχουμε καταφέρει, καθώς συχνό φαινόμενο όσων δεν εμπιστεύονται τον εαυτό τους, είναι να υποτιμούν πολύ όλα όσα έχουν καταφέρει οι ίδιοι. Σκεφτόμαστε, λοιπόν, συχνά ποια είναι τα δυνατά μας σημεία και τα επιτεύγματά μας μέχρι σήμερα, ενώ ταυτόχρονα σκεφτόμαστε τις ευκαιρίες και τους κινδύνους που μπορεί να βιώσουμε παίρνοντας ένα ρίσκο, ζυγίζοντας τα θετικά και αρνητικά στοιχεία του εαυτού μας. Σε αυτή τη διαδικασία σημαντικό ρόλο παίζει το να καθορίσουμε τι είναι πιο σημαντικό για εμάς τους ίδιους και που θέλουμε να πάμε. Ποια είναι τα πράγματα που είναι πραγματικά σημαντικά για εμάς και τι θέλουμε να πετύχουμε στη ζωή μας; Έχουμε στόχους ή απλά αναλώνουμε τον καιρό μας στις ιδέες, σκέψεις ή επιθυμίες των άλλων; Δεν αρκεί να βάζουμε στόχους, θα πρέπει να παραμένουμε αφοσιωμένοι σε αυτούς βρίσκοντας διάφορους τρόπους για την υλοποίησή τους, αναγνωρίζοντας τη δική μας συμβολή στην επίτευξη αυτών. 

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

Γνωρίζω και καθορίζω τον εαυτό μου




Είναι η διαμόρφωση μιας ξεκάθαρης αντίληψης για την προσωπικότητά μας, συμπεριλαμβανομένων των δυνατών μας σημείων, των αδυναμιών μας, των αναγκών και των κινήτρων μας, των συναισθημάτων, σκέψεων και πεποιθήσεών μας. Η αυτογνωσία μας επιτρέπει να κατανοήσουμε τους άλλους ανθρώπους, κατανοώντας πρώτα τον εαυτό μας, καθώς είναι σημαντικό πρώτα να ξεκαθαρίσουμε στον εαυτό μας πως τον βλέπουμε, τι στάσεις έχουμε απέναντί του και πώς αντιδρούμε απέναντι στις επιλογές του. 

Μετά από την αλληλεπίδραση με τους άλλους ανθρώπους διαρκώς αλλάζουμε, για αυτό η αυτογνωσία είναι ένα διαρκές ταξίδι γνωριμίας του εαυτού μας. Η γνωριμία με τον εαυτό μας και η αλλαγή της στάσης μας απέναντι στον εαυτό μας είναι μια αμφίδρομη διαδικασία. Καθώς αναπτύσσουμε την αυτογνωσία μας και γνωρίζουμε καλύτερα τον εαυτό μας είμαστε περισσότερο ικανοί να αναδιαμόρφωσουμε τις σκέψεις και τις ερμηνείες που κάνουμε σχετικά με αυτές τις σκέψεις. Η αλλαγή του τρόπου ερμηνείας των πραγμάτων μας οδηγεί σε αλλαγή των συναισθημάτων μας και μέσα από αυτή τη διαδικασία οδηγούμαστε σε μια αλλαγή ως προς τον τρόπο που βλέπουμε τον εαυτό μας. Είναι ένας φαύλος κύκλος, ο οποίος είναι χρήσιμος, γιατί μας βοηθά να εξελιχθούμε, να προχωρήσουμε, να φτάσουμε στον προορισμό μας θέτοντας νέους στόχους.

Τι θέλω, τι ανάγκες έχω, ποιες είναι οι πιο σημαντικές, πώς μπορώ να τις καλύψω, τι στόχους έχω, τι με γεμίζει και τι προσδοκώ από τον εαυτό μου; Δεν μπορούμε να απαιτούμε από τους άλλους την κάλυψη των αναγκών μας, όταν εμείς οι ίδιοι δεν μπορούμε να καλύψουμε τις δικές μας ανάγκες. Και… ξέρουμε ποιες είναι αυτές οι ανάγκες; Μήπως βρισκόμαστε σε μια διαρκής αναζήτηση, χωρίς να ξέρουμε καν τι αναζητούμε; Δεν αρκεί όμως να ξέρουμε τι θέλουμε γιατί θα πρέπει να πιστεύουμε ότι αυτό που θέλουμε θα το καταφέρουμε κιόλας, απογυμνωμένοι από φόβους και δειλίες. Τα εμπόδια τα βάζουμε εμείς οι ίδιοι στον εαυτό μας και δεν τον αφήνουμε να προχωρήσει. Ξέρουμε ότι κάτι μας κρατά πίσω, δεν μας αφήνει να εκπληρώσουμε τα όνειρά μας, τους στόχους μας, την ανάπτυξη του εαυτού μας, όμως αυτό το κάτι νιώθουμε ότι είναι πιο δυνατό από εμάς. Επομένως, για να μπορέσουμε να ξεκινήσουμε αυτό το ταξίδι γνωριμίας του εαυτού μας, θα πρέπει να πιστέψουμε στον εαυτό μας, ότι αυτό που θέλουμε μπορούμε να το καταφέρουμε…



Η ψυχοθεραπεύτρια Virginia Satir (1989) μιλώντας για τον εαυτό αναφέρει:

"Είμαι ΕΓΩ.
Σε όλο τον κόσμο δεν υπάρχει κανένας άλλος ακριβώς σαν κι εμένα. Υπάρχουν άνθρωποι που μου μοιάζουν σε ορισμένα σημεία, αλλά κανένας δεν είναι ολότελα όμοιος με μένα. Για αυτό κάτι που προέρχεται από μένα είναι απόλυτα δικό μου, γιατί εγώ μόνος μου το διάλεξα.
Μου ανήκει κάθε τι που έχει σχέση με μένα:
  • το σώμα μου και κάθε τι που κάνει,
  • το μυαλό μου με όλες του τις ιδέες και τις σκέψεις,
  • τα μάτια μου με όλες τις εικόνες που αποτυπώνουν
  • τα αισθήματά μου, όποια και αν είναι, θυμός, χαρά, αγάπη, απογοήτευση ή ενθουσιασμός
  • το στόμα μου και όλα τα λόγια που βγαίνουν από αυτό, γλυκά, ευγενικά ή απότομα, σωστά ή λανθασμένα
  • η φωνή μου σιγανή ή δυνατή
  • και όλες μου οι πράξεις είτε απευθύνονται σε άλλους είτε σε μένα.
Μου ανήκουν οι φαντασιώσεις μου, τα όνειρά μου, οι ελπίδες μου, οι φόβοι μου.
Μου ανήκουν όλοι μου οι θρίαμβοι και οι επιτυχίες, όλες μου οι αποτυχίες και τα λάθη μου.
Και αφού μου ανήκει καθετί δικό μου, μπορώ να γνωρίσω βαθιά τον εαυτό μου και να τον αγαπήσω.
Και έτσι, θα καταφέρω ώστε κάθε μέρος του εαυτού μου να δουλεύει για το καλό μου.
Ξέρω πώς υπάρχουν κομμάτια του εαυτού μου που μου είναι ακατανόητα και άλλα που δεν τα ξέρω καθόλου.
Μα εφόσον νοιώθω φιλικά και αγαπώ τον εαυτό μου, μπορώ με ελπίδα και θάρρος να προσπαθήσω να καταλάβω και να μάθω περισσότερα για μένα.
Το πώς φαίνομαι ότι λέω και ότι κάνω σε μια δεδομένη στιγμή είναι αυθεντικά δικό μου και δείχνει σε τι σημείο βρίσκομαι τη στιγμή εκείνη.
Καμιά φορά όταν κοιτάζω τι έκανα, τι είπα, πώς σκέφτηκα και πώς αισθάνθηκα, βλέπω σημεία που δεν μου ταιριάζουν. Μα μπορώ στο μέλλον να κρατήσω ότι ταιριάζει, ν’ αφήσω αυτά που δεν μου ταιριάζουν, και να ανακαλύψω κάτι καινούργιο για αυτό που δεν ταιριάζει.
Μπορώ να βλέπω, να ακούω, να αισθάνομαι, να σκέφτομαι, να μιλώ και να ενεργώ.
Έχω καθετί που χρειάζεται για να επιζήσω, να είμαι κοντά με τους άλλους, να είμαι δημιουργικός, να καταλαβαίνω και να βάζω σε τάξη μες στο νου μου το πλήθος των ανθρώπων και των πραγμάτων έξω από μένα.
Είμαι κύριος του εαυτού μου και, επομένως, μπορώ να τον οργανώσω.
Είμαι ΕΓΩ και είμαι εντάξει".
(Η Διακήρυξή μου για την Εκτίμηση του Εαυτού, Σατίρ, 1989:48-49)



Satir, Virginia. (1989). Πλάθοντας ανθρώπους. Αθήνα: Κέδρος. 



Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013

Αναγνωρίζοντας τις φοβίες μας



Οι φοβίες κατατάσσονται στις αγχώδεις διαταραχές. Πρόκειται για παράλογο φόβο που οδηγεί στην αποφυγή. Για παράδειγμα, το άτομο που υποφέρει από μια φοβία για τα αεροπλάνα αποφεύγει να χρησιμοποιήσει αυτό το μέσο, ενώ στη σκέψη και μόνο του συγκεκριμένου φοβικού ερεθίσματος νιώθει έντονα σωματικά, γνωστικά, συμπεριφορικά και συναισθηματικά συμπτώματα. 



Οι αγχώδεις διαταραχές είναι μια ομάδα ψυχικών διαταραχών με κοινό στοιχείο το βίωμα του άγχους. Καθοριστικό κριτήριο για την κάθε διαταραχή είναι η υποκειμενική αίσθηση  του άγχους που βιώνει το άτομο και χαρακτηρίζεται από γνωστικά, συναισθηματικά και σωματικά στοιχεία.

Ο φόβος ορίζεται «ως μια δυσάρεστη αίσθηση που σχετίζεται με την επέλευση ενός άμεσου και συγκεκριμένου κινδύνου» (Χριστοπούλου, 2008, σ. 133). Αν για παράδειγμα δούμε ξαφνικά μπροστά μας ένα φίδι νιώθουμε φόβο. Πρόκειται για ένα συγκεκριμένο, επικίνδυνο στοιχείο που απειλεί τη ζωή ή την ακεραιότητα του ατόμου.

Ο φόβος συνοδεύεται από μια δυσάρεστη υποκειμενική αίσθηση με γνωστικό υπόβαθρο (το άτομο σκέφτεται ότι κινδυνεύει και ότι μπορεί να πάθει κάτι επιβλαβές) καθώς και από σωματικές αντιδράσεις, όπως διαστολή της κόρης του ματιού, ταχυπαλμία, εφίδρωση. Ο φόβος διασφαλίζει τη ζωή του ατόμου, επειδή του επιτρέπει να εντοπίζει και μετά να αντιμετωπίζει υπαρκτούς κινδύνους. Ενεργοποιεί την αντίδραση πάλης ή φυγής, μια αντίδραση διέγερσης του οργανισμού που ωθεί το άτομο να αντιμετωπίσει έναν κίνδυνο είτε επιθετικά είτε με φυγή. Τόσο ο φόβος όσο και η αντίδραση αυτή έχουν ηθολογική αξία, επειδή έχουν επιτρέψει την επιβίωση και την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους. Ο φόβος διαδραματίζει θετικό ρόλο στην ανάπτυξη και την εξέλιξη του ατόμου. Ο φόβος χαρακτηρίζεται από έναν προσαρμοστικό ρόλο που διαφαίνεται στις επιτεύξεις του ατόμου.
Ο φόβος έχει κοινά χαρακτηριστικά με το άγχος. Πρόκειται για ένα δυσάρεστο υποκειμενικό βίωμα που συσχετίζεται με την αίσθηση του κινδύνου, δηλαδή συνοδεύεται από τη σκέψη ότι κάτι κακό θα συμβεί, και εκδηλώνεται με τις ίδιες σωματικές αντιδράσεις όπως και το άγχος. Στην περίπτωση του άγχους η εκτίμηση του κινδύνου δεν είναι ρεαλιστική και η συναισθηματική αίσθηση του φόβου είναι υπερβολική. Δηλαδή η γνωσιακή εκτίμηση του κινδύνου απέχει από την πραγματικότητα. Το άγχος μπορεί να είναι διάχυτο, να έχει ασαφές αντικείμενο και να μην μπορεί να προσδιοριστεί από το ίδιο το άτομο («Αισθάνομαι ότι κάτι κακό θα συμβεί, αλλά δεν μπορώ να το προσδιορίσω»). Η συναισθηματική αντίδραση του ατόμου είναι πολύ πιο έντονη από εκείνη την οποία θα δικαιολογούσε η εκτίμηση της πραγματικότητας. Βασικό χαρακτηριστικό του άγχους είναι η συνειδητοποίηση από το άτομο ότι η αντίδρασή του είτε δεν είναι ρεαλιστική είτε είναι υπερβολική (Χριστοπούλου, 2008).

Ποια είδη φοβίας μπορεί να παρατηρήσουμε σε εμάς ή στους άλλους γύρω μας;

Φοβία παρόρμησης: το άτομο φοβάται ότι μπορεί να κάνει κάτι αποδοκιμαστέο, χωρίς να μπορέσει να ελέγξει τον εαυτό του.

Νοσοφοβία: ψυχαναγκαστικός φόβος του ατόμου ότι πάσχει από μια σοβαρή ασθένεια.
Αγοραφοβία: αίσθηση άγχους του ατόμου όταν βρίσκεται κάπου από όπου η φυγή μπορεί να είναι δύσκολη ή να προκαλεί αμηχανία ή μπορεί να θεωρεί ότι δεν υπάρχει διαθέσιμη βοήθεια σε περίπτωση που αισθανθεί πανικό. Οι φόβοι του ατόμου συνδέονται κυρίως με καταστάσεις που περιλαμβάνουν το να είναι μόνος εκτός σπιτιού, ανάμεσα σε πλήθος ή να περιμένει σε ουρά, να βρίσκεται σε γέφυρα, στην εθνική οδό, ή να ταξιδεύει με λεωφορείο, με τρένο, αυτοκίνητο ή αεροπλάνο. Γενικά, όταν το άτομο βρίσκεται σε χώρους μη οικείους, που δεν νιώθει ασφάλεια. Το άτομο αποφεύγει τις καταστάσεις που φοβάται ή τις υπομένει βιώνοντας έντονο άγχος ή απαιτεί την παρουσία κάποιου άλλου προσώπου. 
Στρεσογόνα γεγονότα που προηγούνται των εκδηλώσεων της διαταραχής περιλαμβάνουν συχνότερες σοβαρές προστριβές με γονείς ή με το σύντροφο, σοβαρά προβλήματα με στενούς φίλους, χωρισμός από σύντροφο ή απώλειες και πένθη. Το άτομο δεν συνδέει τα στρεσογόνα γεγονότα με την εμφάνιση των συμπτωμάτων τους, καθώς τα συμπτώματα τις περισσότερες φορές εμφανίζονται αιφνιδιαστικά και ανεξήγητα, σε ανύποπτο χρόνο. Η απουσία επίγνωσης, δηλαδή εναισθησίας, είναι χαρακτηριστικό στοιχείο της αγοραφοβικής διαταραχής. Ένας προδιαθεσικός παράγοντας για την εμφάνιση της αγοραφοβίας είναι η ανασφαλής προσκόλληση (Χριστοπούλου, 2008).

Κοινωνική φοβία: το άτομο φοβάται μία ή περισσότερες συνθήκες κοινωνικής φύσης είτε άλλες καταστάσεις στις οποίες υπάρχει πιθανότητα να τον παρατηρήσουν ή να τον κρίνουν οι άλλοι. Ο φόβος εκδηλώνεται κατά την πραγματοποίηση κάποιας δραστηριότητας μπροστά σε αγνώστους, όπως μια ομιλία σε δημόσιο χώρο μπροστά σε κοινό ή σε διαπροσωπικές επαφές και αλληλεπιδράσεις, όπως σε ένα πάρτι ή σε ένα ραντεβού. Το άτομο φοβάται ότι οι άλλοι άνθρωποι τον κοιτούν με κριτική διάθεση, αναζητώντας ενδείξεις και σημάδια ανεπάρκειας ή αδυναμίας. Το άτομο ανησυχεί ότι θα ταπεινωθεί ή θα ρεζιλευτεί και είναι αρκετά ευαίσθητο στο θέμα της απόρριψης. Φοβάται ότι κάποιες σωματικές διαταραχές, όπως το γουργούρισμα του στομαχιού του, ή ενδείξεις άγχους, όπως ότι θα τρέμει η φωνή ή τα χέρια του όταν μιλάει, θα τον ρεζιλέψουν και θα προκαλέσουν την κριτική των άλλων, με αποτέλεσμα την απόρριψη. Ο ίδιος αναγνωρίζει ότι οι φόβοι του είναι υπερβολικοί, αποφεύγει τις καταστάσεις που φοβάται, αποφεύγει να μιλήσει, να φάει, να πιει ή να γράφει δημοσίως ή και να χρησιμοποιήσει την τουαλέτα εκτός σπιτιού. Όταν δεν αποφεύγει τις καταστάσεις που φοβάται, τις υπομένει βιώνοντας έντονο άγχος, που μπορεί να φτάσει στο σημείο του πανικού.
Η κοινωνική φοβία μπορεί να επηρεάσει σοβαρά την επαγγελματική και την προσωπική ζωή του ατόμου, ενώ το οικονομικό και συναισθηματικό τίμημα της αποφυγής των καταστάσεων είναι συχνά πολύ μεγάλο. Το άτομο συνήθως έχει περιορισμένο κοινωνικό κύκλο και έχει περισσότερες πιθανότητες να είναι άνεργος, να διακόψει τις σπουδές του, να παραμένει σε δυσλειτουργικές σχέσεις, να μην αποχωρίζεται την οικογένειά του ή να μην μπορεί να κάνει φίλους.

Η διαταραχή προσδιορίζεται σχετικά με την έκταση των αντικειμένων της φοβίας. Θεωρείται γενικευμένου τύπου όταν οι φόβοι αφορούν στις περισσότερες καταστάσεις, τα άτομα φοβούνται περιστάσεις στις οποίες αναλαμβάνουν δραστηριότητες δημοσίως, καθώς και καταστάσεις που περιλαμβάνουν κοινωνικές αλληλεπιδράσεις (Χριστοπούλου, 2008).

Ειδική φοβία: έκδηλος και επίμονος φόβος του ατόμου, που κατά κοινή εκτίμηση είναι υπερβολικός και παράλογος και εκλύεται λόγω της παρουσίας ή της πιθανότητας παρουσίας ενός συγκεκριμένου αντικειμένου, όπως ενός σκύλου ή μιας συνθήκης ή κατάστασης. Η έκθεση στο αντικείμενο αμέσως και σχεδόν πάντα προκαλεί έντονο άγχος που μπορεί να φτάσει ακόμα και σε βαθμό πανικού. Το επίκεντρο του φόβου μπορεί να αφορά στην πρόβλεψη κάποιου ενδεχόμενου κινδύνου, όπως ότι ο σκύλος θα τον δαγκώσει, αλλά η πρόβλεψη είναι υπερβολική και παράλογη. Το άτομο μπορεί επίσης να ανησυχεί μήπως χάσει τον έλεγχο του εαυτού του, μήπως πανικοβληθεί ή μήπως βιώσει σωματικές εκδηλώσεις άγχους, όπως ταχυπαλμία και λαχάνιασμα, εάν έρθει σε επαφή με το αντικείμενο του φόβου. Ο βαθμός του άγχους που βιώνει το άτομο εξαρτάται από το πόσο κοντά βρίσκεται στο αντικείμενο του φόβου του, καθώς και το πόσο εύκολο είναι να απομακρυνθεί σε περίπτωση που έρθει σε επαφή με αυτό.
 
Ο φόβος όταν είναι γενικευμένος και αφορά όχι μόνο αυτό καθεαυτό το φοβικό αντικείμενο αλλά ακόμη και τη σκέψη για αυτό το αντικείμενο προκαλεί έντονο άγχος και φόβο τότε το άτομο εμφανίζει φοβία, η οποία όταν είναι έντονη επηρεάζει την κοινωνική, προσωπική και επαγγελματική ζωή του ατόμου. Η φοβία μπορεί να περιορίσει τη ζωή του ατόμου σε σημαντικό βαθμό. Για παράδειγμα η φοβία του αεροπλάνου μπορεί να αναστείλει την επαγγελματική εξέλιξη ενός ατόμου εάν το επάγγελμά του απαιτεί ταξίδια με αεροπλάνο. Η ίδια φοβία μπορεί να δημιουργήσει δυσκολίες στην προσωπική του ζωή, επειδή δεν πηγαίνει με το σύντροφό του διακοπές σε μακρινά μέρη. Στην πλειονότητά τους τα άτομα με κάποια ειδική φοβία δε ζητούν βοήθεια αλλά προσπαθούν να αποφεύγουν το αντικείμενο του φόβου τους. Ωστόσο, όσο περισσότερο αποφεύγουμε το φοβικό αντικείμενο τόσο περισσότερο δομούμε και ισχυροποιούμε τη φοβία μας (Χριστοπούλου, 2008).
Η ειδική φοβία προσδιορίζεται ανάλογα με τον τύπο του φοβικού αντικειμένου. Παραδείγματα ειδικών φοβιών είναι η ζωοφοβία (φόβος για ζώα ή έντομα), φοβία για το φυσικό περιβάλλον (φόβος για κάποιο στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος, όπως καταιγίδες, ύψη, νερό, κ.α.), φοβία για αίμα, ένεση ή τραύμα, καταστασιακός τύπος φοβίας (χρήση μέσων μαζικής μεταφοράς, γέφυρες, τούνελ, ανελκυστήρες, αεροπορικά ταξίδια, οδήγηση, παραμονή σε κλειστούς χώρους), φοβία πνιγμού, εμετού ή μετάδοσης μιας ασθένειας, φοβία του κενού (φόβος του ατόμου ότι θα πέσει κάτω αν απομακρυνθεί από τοίχους). Οι πιο συχνές φοβίες αφορούν τα ύψη, το ασανσέρ, τις αράχνες, τα ποντίκια, τα έντομα (Χριστοπούλου, 2008). 

Βιβλιογραφία  
Χριστοπούλου, Α. (2008). Εισαγωγή στην ψυχοπαθολογία του ενήλικα. Αθήνα: Εκδόσεις Τόπος.